ΑΠΟ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ


Από το Βυζάντιο στην Τουρκοκρατία / «...παντού γκρεμίδια και χαλάσματα... / Ψηλά ντουβάρια κρέμονται στο κενό, / έτοιμα... να σωριαστούν...». Όσο καταθλιπτική και αν είναι η εικόνα που αντίκρισε η Α. Ταρσούλη στο Καστελλόριζο το 1950, το μικρό νησί έχει τη δική του ιστορία, που δεν θάφτηκε κάτω από τα ερείπια. Το μαρτυρούν τα αρχαιολογικά ευρήματα, από τα οποία τα περισσότερα είναι εκτεθειμένα στο Μουσείο, και τα λιγοστά λείψανα των μνημείων που έχουν σωθεί. Τα λείψανα δύο βασιλικών που έχουν εντοπιστεί επιβεβαιώνουν συνέχιση της ζωής στο νησί και στην παλαιοχριστιανική περίοδο. Από τη μία βασιλική η οποία ήταν κτισμένη στη θέση της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου Σαντραπέ στα «Χωράφια» σώθηκε μόνο ένα μικρό τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου και μερικοί πεσσίσκοι τέμπλου. Από τη δεύτερη διατηρείται μέρος του ψηφιδωτού δαπέδου που κοσμείται με συνεχόμενους τετράφυλλους ρόδακες, και το οποίο χρησίμευσε και σαν δάπεδο του καθολικού της Μονής του Αγ. Γεωργίου του Βουνού. Από τον 7ο αι. μέχρι τα χρόνια της ιπποτοκρατίας (1309) για επτά συνεχείς αιώνες, παρατηρείται απουσία μνημείων και ευρημάτων.

Το μόνο αρχαιολογικό εύρημα που χρονολογικά εντάσσεται στη βυζαντινή περίοδο, και συγκεκριμένα στον 12ο αι., είναι ένα εικονίδιο από στεατίτη με παράσταση του Αγ. Δημητρίου που προέρχεται από το Παλαιόκαστρο. Ένα άλλο εύρημα αυτής της περιόδου συνδέεται έμμεσα με το νησί. Πρόκειται για μεγάλο αριθμό κεραμικών των αρχών του 13ου αι., που ανήκαν σε φορτίο ναυαγισμένου πλοίου. Εντοπίστηκε στο ακρωτήριο «Αφρός» του νησιού, επιβεβαιώνοντας έτσι την πορεία των εμπορικών δρόμων από το Αιγαίο προς τη Μέση Ανατολή, μια και το Καστελλόριζο βρίσκεται σε ιδιάζουσα γεωγραφική θέση και αποτελούσε ναυτικό σταθμό.
Ιπποτοκρατία
Από τις αρχές του 14ου αι. η περιοχή της Δωδεκανήσου περιέρχεται στην εξουσία του Τάγματος των Ιπποτών του Αγ. Ιωάννου της Ιερουσαλήμ. Μοναδικό δείγμα αυτής της περιόδου αποτελούν μερικές παραστάσεις ολόσωμων αγίων, καθώς και του Προφήτη Δαυίδ, που αντιστοιχούν στο πρώτο στρώμα τοιχογράφησις του Αγ. Νικολάου του Κάστρου. Η εκκλησία αυτή είναι το πιο σημαντικό μνημείο του νησιού και η ύπαρξή της ήδη στον 15ο αι. βεβαιώνεται με την επιγραφή σε χρυσοκέντητο επιτάφιο του 1460 που σήμερα φυλάσσεται στη I. Μονή του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο. «ΑΦΙΕΡΩΘΗ Ο ΠΑΡΩΝ ΑΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΕΓΑΝ ΝΙΚΟΛΑΟΝ ΕΚ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΙΡΕΩΝ ΥΠΕΡΤΙΜΟΥ Κ(ΑΙ) ΕΞΑΡΧΟΥ ΠΑΣΗΣ ΛΥΚΙΑΣ ΚΕ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΚΑΡΠΑΘΟΥ ΚΑΙ ΝΑΞΙΑΣ». Το εσωτερικό της τοιχογραφήθηκε εκ νέου τον 17ο αι. Όσες παραστάσεις από αυτές τις τοιχογραφίες διατηρήθηκαν αποτοιχίστηκαν και εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο. Στον 15ο αι. τα σημαντικότερα γεγονότα που συνδέονται με αυτόν τον τόπο τα πληροφορούμαστε κυρίως από τα αρχεία της Μάλτας. Συγκεκριμένα, το 1440 ο αιγυπτιακός στόλος σκοπεύει να επιτεθεί στο νησί, γι’ αυτό με διάταγμά του ο Μ. Μάγιστρος Jean de Lastic προστάζει «τους οφιτζιαλίους, γέροντας και παντός του κοινού λαού» της Λίνδου που ξέρουν να τραβούν κουπί, να καταταγούν στα ιπποτικά καράβια, προκειμένου να βοηθήσουν τους Καστελλοριζιούς. Το 1480, λόγω της ετοιμασίας του τουρκικού στόλου για επίθεση, οι κάτοικοι το εγκαταλείπουν, γι’ αυτό ένας προσκυνητής που πέρασε από εκεί μέρες του Πάσχα ή της Πεντηκοστής το βρίσκει έρημο. Εκτός από τις παραπάνω γραπτές αναφορές, οι υπόλοιπες σχετίζονται με το ιπποτικό Κάστρο που δεσπόζει στο ψηλότερο σημείο της εισόδου του λιμανιού. Το «Castel rosso = κόκκινο κάστρο», από το οποίο πήρε και τη μεταγενέστερη ονομασία του το νησί και στο οποίο αναφέρονται αρκετοί από τους περιηγητές, όπως ο D’ Anglure (1395), ο Germain Jean (1452), ο Denis Possot (1532) κ.ά., περιελάμβανε πύργους, προμαχώνες, πυργίσκους, στέρνα νερού, αυλή και κινητή γέφυρα. Από το Φρούριο αυτό, «το οποίον υπέστη τόσας προσβολάς και αλώσεις, τόσες κατακρημνίσεις και ανακαινήσεις», κατά τον λόγιο Καστελλοριζιό Αχιλλέα Διαμαντάρα, σήμερα σώζεται μόνο ένας πύργος και ένας εξωτερικός προμαχώνας, όπου στεγάζεται το Μουσείο (Κονάκι). Είναι ένα διώροφο κτίσμα με πυροβολεία στο ισόγειο, επάλξεις στον περίδρομο και υπέροχη θέα προς την τόσο κοντινή, αλλά και τόσο απόμακρη απέναντι ακτή...
Μεταβυζαντινή περίοδος
Η περίοδος της Τουρκοκρατίας σε αυτά τα μικρά νησιά πέρασε αρκετά ανώδυνα, χωρίς βεβαίως να λείπουν οι εχθρικές επιδρομές, όπως επί παραδείγματι η πολιορκία από τον Μοροζίνη το 1656. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του περιηγητή Louis Deshayer: «Ο τόπος είναι απρόσιτος αλλά πυκνοκατοικημένος. Επειδή έχει πολύ λίγους Τούρκους, πολλοί χριστιανοί από τη γύρω περιοχή ήλθαν και κατοίκησαν εδώ για να ζουν ήσυχα». Τον 17ο αι. και 18ο αι. κτίζονται εκκλησίες και συγκεκριμένα το 1637, όπως πληροφορούμαστε από κτιτορική επιγραφή χαραγμένη σε πέτρα, άρχισε η ανέγερση της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου Μαλαξού ή του Ψηφιού στη θέση που ανυψώνεται σήμερα ο Αγ. Γεώργιος Σαντραπέ.

Με την αποπεράτωση αυτού του ναού σχετίζεται επισκοπική εγκύκλιος του 1640, με την οποία ο Καστελλοριζιός Οικονόμος Παπακυριακός προτρέπει τους κατοίκους σε οικονομική ενίσχυση. Τον 18ο αι. ιδρύεται η I. Μονή του Αγ. Γεωργίου του Βουνού, η οποία σήμερα είναι ερημική και τα εγκαταλειμμένα κελιά της σε άθλια κατάσταση. Το καθολικό ανακαινίστηκε στις 23 Απριλίου 1759 με επιστασία του τυφλού μοναχού Ανθίμου Κεφαλληνίας. Κάτω από το καθολικό βρίσκεται υπόγεια λαξευτή κρύπτη του Αγ. Χαραλάμπους. Το 1761 με πατριαρχικό σιγγίλιο, υπογραφόμενο από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωαννίκιο, γίνεται σταυροπηγιακή μονή, όπως και η Μονή της Παναγίας Πορταΐτισσας στην Αστυπάλαια με μόνη ετήσια εισφορά δύο οκάδων κεριού. Επίσης, το 1763 ιδρύεται και η I. Μονή του Προφήτη Ηλία. Την ίδια εποχή πρέπει να κτίστηκε και η εκκλησία του Αγ. Βασιλείου, που καταστράφηκε αργότερα και στην οποία, πιθανότατα, θα ανήκε το βημόθυρο που σήμερα βρίσκεται στον Αγ. Γεώργιο τον Φτωχό. Από επιγραφή αυτού του βημόθυρου πληροφορούμαστε για την ανακαίνιση του Αγ. Βασιλείου στις 20 Αυγούστου 1754. Τα υπόλοιπα μνημεία του νησιού είναι εκκλησίες του 19ου αι., με βοτσαλωτά δάπεδα και αυλές και με ξυλόγλυπτα τέμπλα που προδίδουν την οικονομική ακμή του νησιού σε αυτήν την περίοδο. Από αυτές οι περισσότερες είναι μονόχρωμες καμαροσκέπαστες, όπως ο Αγ. Δημήτριος του Κάστρου, η Παναγία και ο Αγ. Σπυρίδωνας στα Χωράφια κ.ά., ή μονόχωρες με νευρωτά σταυροθόλια, όπως ο Αγ. Μερκούριος, ή τρίκλιτες με νευρωτά σταυροθόλια, όπως ο Αγ. Κωνσταντίνος στα Χωράφια ή σταυροειδείς με τρούλο, όπως ο Αγ. Γεώργιος ο Πηγαδιώτης. Ξεχωρίζει ο Αγ. Γεώργιος που κτίστηκε στις αρχές του 20ού αι. με δαπάνες του Λουκά Σαντραπέ, που ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο και 4 πυργίσκους στα γωνιαία διαμερίσματα. Τέλος, στην είσοδο του νησιού είναι κτισμένο το μοναδικό τζαμί που ήταν σε χρήση ως το 1913 και, κατά την παράδοση, στη θέση αυτή υπήρχε η εκκλησία της Αγ. Παρασκευής. Το 1966 επισκευάστηκε και εγκαινιάστηκε ως «Μουσείον Καστελλορίζου, Οικογένειας Κομνηνών», ενώ από πέρσι η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων το επιδιορθώνει, για να στεγάσει εκεί τη λαογραφική συλλογή.
Βιβλιογραφία
1. G. Gerola, Un piccolo feudo Napoletano nell Egeo, Ausonia, VIII (1913), 201-212.
2. Αχ. Διαμαντάρας, Ιστορία της νήσου Μεγίστης, Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, 1926, 269-322.
3. Ε. Βαρδαμίδης, Ιστορία της νήσου Μεγίστης, Αλεξάνδρεια, 1948.
4. Α. Ταρσούλη, Δωδεκάνησα, Αθήνα 1950, τόμ. Γ347-415.
5. Π. Λαξαρίδης, Συμβολή εις την μελέτην των παλαιοχριστιανικών μνημείων της Δωδεκανήσου, Πεπραγμένα Θ΄ Διεθνούς Βυζαντινολογικού Συνεδρίου, Αθήναι 1955, 248.
6. Σ. Παπαδόπουλος, Επιγραφές της Πάτμου, Αθήναι 1966,11.
7. Γ. Φιλοθέου - Μ. Μιχαηλίδου, Βυζαντινά πινάκια από το φορτίο ναυαγισμένου πλοίου κοντά στο Καστελλόριζο, Αρχ. Δελτίο, 41 (1986), 271-330.
8. Ζ. Τσιρπανλής, Μορφές διοικητικής αυτονομίας στα Δωδ/σα, Δωδώνη 15, τ.χ. 1 (1986), 22.
9. Ν. Στεφάνου, Η περιώνυμος σταυροπηγιακή Μονή του Αγ. Γεωργίου του Βουνού εις την Μεγίστην, Δωδεκανησιακά χρονικά, 1987, 287-318.
 
ΕΛΕΝΗ ΚΩΝ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΚΑΣΤΕΛΛΟΡΙΖΟ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
18.02.1996


from ανεμουριον https://ift.tt/3ofbfDK
via IFTTT
Από το Blogger.