Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ

του Σ. Ι. ΧΑΡΑΤΣΗ

Από τις 28 Ιουλίου 1914, ημέρα που στο Σεράγεβο της Βοσνίας είχαν δολοφονηθεί ο αρχιδούκας Φερδινάνδος και η γυναίκα του και την αρχή του Μεγάλου Πολέμου ένα μήνα αργότερα, οι Ρώσοι είχαν αντέξει στο πλευρό των Συμμάχων μόνο επί τρία χρόνια και πέντε μήνες. Στις 2 Δεκεμβρίου 1917, είχαν υποχρεωθεί σε ανακωχή με τους Γερμανούς, υπογράφοντας, στις 3 Μαρτίου 1918, ταπεινωτική συνθήκη στο Μπρεστ — Λιτόβσκ, τη μικρή πόλη επάνω στα σημερινά σύνορα της Πολωνίας με τη Λευκορωσία. Οι υπόλοιποι 10 σύμμαχοι, Μ. Βρετανία με τις κτήσεις και αποικίες της, Γαλλία, Ηνωμένες Πολιτείες. Ιταλία, Βέλγιο, Μαυροβούνιο, Σερβία, Ρουμανία, Ιαπωνία και Ελλάς συνέχισαν να μάχονται. Απέναντι τους ήταν παραταγμένο το τόξο των Κεντρικών
4 πατέρες των αξιωματικών του Ναυτικού. Δεξιά: Παπαδόγγονα — Μετέπειτα υπουργού ΕΘ.Α. Δημ. Ματάλα — Καθηγητή Ιστορίας Σχ. Ναυτ. Δοκίμων. Οδυσ. Καπέτου — ΑΓΕΝ. Γεωργ. Κρέμου — Κυβερνήτη ΑΒΕΡΩΦ.
 
Δυνάμεων που απαρτιζόταν από τη Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Βουλγαρία και Τουρκία. Κάτω από τις εσωτερικές ταραχές, τη φτώχεια και την ανέχεια, τις εμφύλιες συγκρούσεις και πάνω απ' όλα τις σχιζοφρενείς αλληλοσυγκρουόμενες αποφάσεις των μπολσεβίκων στην Αγία Πετρούπολη, η τεράστια αυτοκρατορία άρχισε να καταρρέει. Από τον Απρίλιο του 1917 ακόμη, στο VII Συνέδριο του Κόμματος, καθώς και στο Ελσίνκι από τον Στάλιν, υπουργό Εθνοτήτων τότε, είχε διακηρυχθεί η τέλεια αυτοδιάθεση των εθνοτήτων και των λαών. Με έκπληξη η Πετρούπολη είδε αμέσως να ανακηρύσσουν την αυτονομία τους και προοδευτικά την ανεξαρτησία τους, η μία μετά την άλλη, η Φινλανδία, η Εσθονία, η Λεττονία, η Λιθουανία, η Πολωνία, η Ουκρανία και οι τρεις Δημοκρατίες του Καυκάσου που ήταν η Γεωργία, η Δημοκρατία του Εριβάν (Αρμενία) και το Αζερμπαϊτζάν. Αλλά και άλλες εθνότητες όπως οι Κοζάκοι του Ντον, οι Τάταροι της Κριμαίας, το Κουρδιστάν, η περιοχή του Αστρακάν, οι Μπασκίρ στα Ουράλια και άλλοι προχωρούσαν ανακηρύσσοντας την αυτονομία τους. Το πιο ανησυχητικό για την Πετρούπολη ήταν ότι αρκετοί από τους παραπάνω εκδήλωναν επιπλέον και σαφή αντίθεση προς το καθεστώς των μπολσεβίκων στην πρωτεύουσα. Βέβαια, στο τέλος της ιστορίας αυτής, οι μόνοι από όλους αυτούς που τελικά αναγνωρίσθηκαν ως ανεξάρτητα κράτη, ήταν η Φινλανδία, η Πολωνία, η Εσθονία, η Λεττονία και η Λιθουανία. Στις αρχές όμως του 1918 τα πράγματα δεν ήταν τόσο ρόδινα. Οι μπολσεβίκοι είχαν μετονομάσει το Σαιντ — Πέτερσμπουργκ σε Πέτρογκραντ για να σβήσουν τα ίχνη του γερμανικού ονόματος και τη σχέση με την Εκκλησία — ανάθεμα γι' αυτούς — και τώρα κρίνοντας ότι η πρωτεύουσα ήταν επικίνδυνα κοντά στα νερά του φινλανδικού Κόλπου και ευπρόσβλητη από τους Γερμανούς, την μετέφεραν 650 χιλιόμετρα στα νοτιοδυτικά, στη Μόσχα.
Λοχαγός Διονύσιος Παπαδόγγονας, ταγματάρχης Κων/νος Ματάλας, υπολοχαγός Νικόλαος Καπέτος, ανθυποπλοίαρχος Παναγιώτης Κρέμος.
 
Το Πέτρογκραντ ονομάσθηκε αργότερα Λένινγκραντ μέχρι πρόσφατα που ξαναπήρε, μετά 75 χρόνια, το πλήρες όνομα του, Αγία Πετρούπολης. Οι Σύμμαχοι, κάτω από την απειλή να αποδεσμευθούν με την επικείμενη συνθηκολόγηση της Ρωσίας, οι γερμανικές μεραρχίες του ανατολικού μετώπου και να μεταφερθούν στο δυτικό, βρίσκονταν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Στη μεγάλη εαρινή επίθεση του 1918 των Γερμανών στο δυτικό μέτωπο, οι Βρετανοί μόνο είχαν 300.000 νεκρούς και τραυματίες που αντιπροσώπευαν το ένα τέταρτο των δυνάμεων τους. Και πλησίαζε η ώρα που οι Γερμανοί, είτε καταλαμβάνοντας τα είτε παραλαμβάνοντας τα από τους Ρώσους, μετά την κύρωση της συνθήκης, θα γίνονταν κύριοι των τεραστίων αποθεμάτων πολεμοφοδίων και πυρομαχικών που οι Σύμμαχοι είχαν αποβιβάσει και σωρεύσει σε διάφορα σημεία της Ρωσίας. Άλλωστε αμέσως σχεδόν με την ανακωχή, 500.000 γερμανικού πεζικού είχαν προελάσει στην Ουκρανία και διατρέχοντας αστραπιαία τη Μεσημβρινή Ρωσία, είχαν εγκαταστήσει ισχυρές φρουρές παντού μέχρι και τον Καύκασο. Επίσης, οι όχι ευκαταφρόνητοι ρωσικοί στόλοι της Βαλτικής και του Ευξείνου
Το αντιτορπιλικό «Ιέραξ» μόλις επέστρεψε από την Οδησσό το 1920.
 
Πόντου (Μαύρης Θαλάσσης) θα επανδρώνονταν με γερμανικά πληρώματα και θα αποτελούσαν θανάσιμες απειλές για τις θαλάσσιες επικοινωνίες των Συμμάχων. Και δεν ήταν πολύ απίθανο, μέσα σε ενάμιση χρόνο από την 1η Ιουνίου 1916, που ο γερμανικός Στόλος είχε κλεισθεί στο Κίελο, μετά την πολύνεκρη για όλους ναυμαχία της Γιουτλάνδης, τα Συμμαχικά Ναυτικά να αντιμετώπιζαν σοβαρότερη τώρα πλέον απειλή από τη θάλασσα ξανά, τόσο στην επιφάνεια όσο και κάτω από αυτήν, από τον φοβερό υποβρύχιο γερμανικό στόλο. Έπρεπε, λοιπόν, τα στοκ πολεμικού υλικού να περιφρουρηθούν από συμμαχικά στρατιωτικά τμήματα και τα ρωσικά πολεμικά πλοία να παραδοθούν στους Συμμάχους. Εκτός από τα παραπάνω, ρόλο σημαντικό τις ώρες εκείνες έπαιξε και η θέληση των Συμμάχων να προστατεύσουν τις σοβαρότατες και τεράστιες επενδύσεις τους στο εσωτερικό της Ρωσίας, η σπουδή τους να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές στα νότια της Ρωσίας και η άρνηση των μπολσεβίκων να αναγνωρίσουν και να ρυθμίσουν τα χρέη τους του πολέμου προς τους Συμμάχους. Έχουν υπάρξει αρκετές συζητήσεις, αντιδικίες και απόψεις, για το πόσο ποσοστό ευθύνης για την επέμβαση φέρει ο κάθε ένας από τους παραπάνω παράγοντες και για το αν υπήρχαν ή όχι άλλοι, πολιτικοί λόγοι, που υπαγόρευσαν στους Συμμάχους να επέμβουν.
Θωρηκτό «Λήμνος»
 
Η αξιολόγηση των ερευνούμενων πηγών δείχνει ότι θα πρέπει να υπήρχαν. Το θέμα, όμως, είναι έντεχνα συσκοτισμένο από την αποπροσανατολιστική ρωσική και την όχι αντικειμενική γαλλική βιβλιογραφία και από την παράδοξα φτωχή των άλλων Δυτικών που δίνουν την εντύπωση της ένοχης αποσιώπησης.
Αντιτορπιλικό τύπου «Θύελλα» το 1905.
 
Και η αποσιώπηση δεν είναι αυτή του ενόχου που έχει χρησιμοποιήσει προφάσεις, αλλά του ανόητου που θέλει να ξεχασθεί μια επιχείρηση ολοκληρωτικά ηλίθια στη σύλληψη της, στην εκτέλεση της και στην εγκατάλειψη της. Αυτό που έσωσε τους Ρώσους, δεν ήταν τόσο η ικανότητα τους όσο η, εκ μέρους των Συμμάχων, παντοειδής έλλειψη αντικειμενικού στρατιωτικού σκοπού με συνέπεια πλήρη αριθμητική ανισορροπία των στρατιωτικών τμημάτων επεμβάσεως σε σχέση με τους έστω ασαφείς, στενούς, τακτικούς στόχους τους, η απουσία συντονισμού μεταξύ των κυβερνήσεων των επεμβαινόντων, η άρνηση στρατιωτικών τμημάτων να συνεχίσουν να μάχονται χωρίς ορατό σκοπό μετά τη συνθηκολόγηση των Κεντρικών Δυνάμεων και τις εκατόμβες του Μεγάλου Πολέμου και οι πολιτικές σκοπιμότητες στις συμμαχικές πρωτεύουσες, κυρίως στο Παρίσι, που κάτω από την πίεση των αριστερών κομμάτων απέφευγαν οποιανδήποτε σκλήρυνση και ρωμαλέα στρατιωτική δραστηριοποίηση. Σ' όλα τα παραπάνω πρέπει να προστεθεί πρώτον η φοβερή προπαγάνδα των μπολσεβίκων στις συμμαχικές χώρες, αλλά και στην Γερμανία, που πιστεύοντας — ορθά — ότι η διαιώνιση των παραγόντων εξασθένισης όλων των αντιμαχομένων θα απέβαινε επ' ωφελεία της Μόσχας, διακήρυσσαν ότι η αναμενόμενη παγκόσμια επανάσταση και εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου ήταν επί πύλαις. Δεύτερον, η καχυποψία των Αμερικανών απέναντι στον ιαπωνικό επεκτατισμό στις δυτικές ακτές του Ειρηνικού συνδυασμένη με την έξω από κάθε λογική, λυσσαλέα άρνηση του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Γούντροου Γουίλσον να πιστέψει τις αναφορές των υπηρεσιών του πληροφοριών για τα τεκταινόμενα στη Ρωσία και να εγκαταλείψει τον εξώκοσμο ρομαντισμό του.
Το θωρηκτό «Κιλκίς»
 
Δεν χρειάζονται άλλες παράμετροι για να καταντήσει άλυτη η τραγική εξίσωση. Χρησιμοποιώντας ως πυρήνα τους Κοζάκους του Ντον, οι Ρώσοι στρατηγοί Κορνίλωφ, Αλεξέγιεφ και Ντενίκιν οργάνωσαν στον Καύκασο τη Στρατιά των Εθελοντών που έμεινε στην ιστορία ως η λευκορωσική Στρατιά του Βράγγελ και ο ναύαρχος Κολτσάκ ανεκήρυξε τη δικτατορία στους Μπασκίρ στα Ουράλια ονομάζοντας την Δημοκρατία της Σιβηρίας. Παρά το ότι οι Εθελονταί απετέλεσαν ισχυρή απειλή για τους μπολσεβίκους καταλαμβάνοντας την Κριμαία, την Ουκρανία και μεγάλα τμήματα της Ρωσίας, τελικά δεν κατάφεραν τίποτε, υποχωρώντας και αφήνοντας τα εδάφη αυτά να ανακαταληφθούν από τους μπολσεβίκους.
Ο Αλέξανδρος Παπαδόγγονας.
 
Αντίθετα, μάλιστα, εντάσσοντας στις δυνάμεις τους και αποβράσματα, μισθοφόρους και κακοποιούς, οι Εθελονταί συναγωνίζονταν τους Ερυθρούς σε βαναυσότητες, αρπαγές, καταστροφές, βιασμούς και δηλώσεις με αποτέλεσμα οι κάτοικοι των περιοχών να μην ξέρουν ποιο από τα δύο κακά να προτιμήσουν. Αν προστεθεί και το ότι οι μπολσεβίκοι εξαγόραζαν με άφθονα χρήματα Λευκορώσους αξιωματικούς και η προπαγάνδα τους μέσα στις πόλεις είχε δημιουργήσει ισχυρά τμήματα εξοπλισμένων Σοβιέτ των πόλεων, δεν είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς πού θα έκλινε στο τέλος η πλάστιγγα. Το μόνο που ο Κολτσάκ κατάφερε ήταν ότι όταν οι προφυλακές του πλησίασαν το Εκατερίνεμπουργκ — το σημερινό Σβερντλόφσκ στα Ουράλια — να εκτελεσθεί από το τοπικό Σοβιέτ η τσαρική οικογένεια για να μην απελευθερωθεί από τους Λευκούς. Η Μόσχα το έμαθε μετά την εκτέλεση.

Η ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

Στην Ουκρανία υπήρχαν δύο καλά εξοπλισμένες μεραρχίες Τσέχων με βοηθητικές μονάδες. Ο πυρήνας τους ήταν Τσέχοι των παροικιών σε ρωσικά εδάφη που είχαν πολεμήσει εναντίον των Γερμανών και είχαν ενισχυθεί από Τσεχοσλοβάκους, κυρίως Τσέχους από το 1.500.000 αιχμαλώτων και αυτόμολων, αριθμώντας τελικά 40.000. Με πρόταση του Γάλλου πρωθυπουργού Κλεμανσό υπήχθησαν στο γαλλικό Στρατό και διετάχθησαν κάτω από Γάλλο σύνδεσμο αξιωματικό, να διασχίσουν τη Σιβηρία με τον υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο, να επιβιβασθούν σε πλοία στο Βλαδιβοστόκ και μέσω Αμερικής να μεταφερθούν στο δυτικό μέτωπο για να ενισχύσουν τους εξασθενημένους Συμμάχους. Αντιμετωπίζοντας οι Τσέχοι τεράστια εμπόδια από τους Ρώσους, που με τη σειρά τους δέχονταν πιέσεις από τους Γερμανούς, δεν έφτασαν ποτέ εκτός από ελάχιστους στις ακτές του Ειρηνικού. Αντίθετα έθεσαν υπό τον έλεγχο τους όλη τη Σιβηρία από τα Ουράλια μέχρι τον Ειρηνικό και απετέλεσαν την απειλή από ανατολικά για τους μπολσεβίκους. Στο Βορρά, στο Μουρμάνσκ, 150 ναυτικά μίλια μέσα στον Αρκτικό κύκλο, στάθμευσαν ισχυρές βρετανικές και γαλλικές ναυτικές μονάδες και' αποβίβασαν τμήματα πεζοναυτών για να προστατεύσουν 60.000 τόνους πολεμικού υλικού που είχαν μεταφερθεί 600 χιλιόμετρα προς τα νοτιοδυτικά, στον Αρχάγγελο και για να προστατεύσουν τη ζωή συμπατριωτών τους. Αργότερα έφτασαν εκεί και 5.500 Αμερικανοί τριών ταγμάτων πεζικού. Στο Βλαδιβοστόκ, στην ακτή του Ειρηνικού, όπου ήταν συγκεντρωμένοι 200.000 τόνοι πολεμικού υλικού συγκεντρώθηκαν ισχυρές αμερικανικές και ιαπωνικές ναυτικές μοίρες και βρετανικές ναυτικές μονάδες. Ομοίως, για να προστατεύσουν τη ζωή συμπατριωτών τους, οι Αμερικανοί αποβίβασαν δύο τάγματα πεζικού και δύο βοηθητικούς λόχους, ενώ ετοίμαζαν άλλες 5.000 πεζικού. Οι Ιάπωνες αποβίβασαν 84.000 πεζικού και κατέλαβαν τον ανατολικό κινεζικό σιδηρόδρομο. Στον φινλανδικό κόλπο, οι Βρετανοί επετέθησαν εναντίον του ρωσικού στόλου της Βαλτικής με ναυτικές δυνάμεις. Οι Βρετανοί πάλι, στον νότο, έστειλαν τρεις μικρές αποστολές. Την πρώτη στο Τουρκεστάν με το στρατηγό Ντάνστερβιλ και 900 άνδρες για να εξασφαλίσουν το Μπακού και τα Καυκασιανά πετρελαιοκοιτάσματα, τη δεύτερη με τον στρατηγό Μάλλεσον με 2.100 Ινδούς και Πέρσες, επιτόπια στρατολογημένους για να φρουρήσουν τις κασπιανές επαρχίες και την τρίτη με το συνταγματάρχη Μπαίηλυ και μια χούφτα Ινδών να προχωρήσει μέχρι την Τασκένδη στο Ουζμπεκιστάν. Ταν, ίσως, η εποχή των νεαρών ρομαντικών αξιωματικών. Δυο χιλιάδες εφτακόσια πενήντα μίλια προς τα δυτικά — νοτιοδυτικά δρούσε τις ίδιες μέρες ο Λώρενς της Αραβίας.

Η ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟΝ ΕΥΞΕΙΝΟ ΠΟΝΤΟ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ

Στην Ελλάδα βασίλευε ο Αλέξανδρος. Η κυβέρνησις ήταν του Ελευθερίου Βενιζέλου με υπουργό Στρατιωτικών τον ίδιο και υπουργό Ναυτικών τον Παύλο Κουντουριώτη που, το 1919, τον διαδέχθηκε ο Αθανάσιος Μιαούλης. Ο Βενιζέλος συνέχιζε την μέχρι τότε επιτυχή τακτική του να βρίσκεται πάντα στην πλευρά των νικητών. Πράγματι, από τις 17 Αυγούστου 1916, ημέρα γέννησης του Διχασμού, είχε ριψοκινδυνεύσει τα πάντα, τασσόμενος στο πλευρό των Αγγλογάλλων και κηρύσσοντας στις 11 Νοεμβρίου 1916 επισήμως τον πόλεμο του κράτους της Θεσσαλονίκης κατά των Κεντρικών Δυνάμεων. Και είχε κερδίσει. Ακριβώς δύο χρόνια αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου 1918, η Γερμανία είχε συνθηκολογήσει και ο Βενιζέλος διεργαζόταν τις υποσχέσεις των Συμμάχων που θα επισημοποιούσαν, όντως, τα κέρδη της Ελλάδος 21 μήνες αργότερα, στις 10 Αυγούστου 1920 στις Σέβρες της Γαλλίας.
To αντιτορπιλικό «Νίκη» το 1909 (νεότευκτον). Τα αδελφό πλοία «Ασπίς» — «Βέλος» — «Δόξα».
 
Μέχρι στιγμής, οι αντιμαχόμενοι από όλες τις παρατάξεις είχαν περίπου εννιάμισι εκατομμύρια νεκρούς. Ειδικότερα, κάθε ένα από τα βαλκανικά κράτη, εκτός της Ελλάδος, είχε κατά μέσο όρο 175.000 νεκρούς. Η Ελλάδα μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε μόνο 661 νεκρούς και άλλους τόσους περίπου αγνοούμενους. Και την στιγμή εκείνη οι Θεοί την εγκατέλειψαν. Ο μεγάλος παίκτης αρνήθηκε να μαζέψει τα" κέρδη του και να αποσυρθεί οργανώνοντας ένα μεγάλο και ευτυχισμένο κράτος. Αντίθετα, συνεπαρμένος από την μεθυστική επιτυχία της τόσο επιτυχημένης επένδυσης, ενέδωσε στις φιλοδοξίες των «δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», κολακεύθηκε από την υστερόβουλη ισοτιμία που του απένειμαν οι Μεγάλοι στις τράπεζες των διαπραγματεύσεων και έκλεισε τα αυτιά του σε άλλες, σώφρονες, φωνές.
Καπέτος — Πάγκαλος — Πλαστήρας: Επιθεώρηση των τμημάτων.
 
Περιφρόνησε τα στρατηγικά αντιστήριγμα — τα των νησιών του Αιγαίου και της Δυτικής Θράκης, τον τεράστιο σιτοβολώνα της Ανατολικής Θράκης μέχρι τη γραμμή της Τσατάλτζας και το βιλαέτι του Αϊδινίου με πρωτεύουσα τη Σμύρνη. Και ζήτησε και άλλα. Κι όταν οι άλλοι παίκτες του ζήτησαν να ποντάρει και άλλα για να τον βοηθήσουν να έχει δικαίωμα να πάρει χαρτί δεν δίστασε. Έθεσε τον ελληνικό Στρατό και Στόλο, στη διάθεση των Συμμάχων. Αναλογιζόταν ότι όταν θα άνοιγαν τελικά τα χαρτιά τους όλοι, τα πιο τρελά όνειρα θα είχαν πραγματοποιηθεί. Οράματα των μακεδονικών φαλαγγών στα βάθη της Βακτριανής, η Κόκκινη Μηλιά, βυζαντινοί αετοί να κυματίζουν στους πύργους των ανατολικών θεμάτων... Θα αναρωτηθεί κάποιος αν είναι πράγματι δυνατό τέτοιες σκέψεις να πέρασαν από μυαλά αρχόντων. Κι όμως είναι. Δεκαεφτά χρόνια αργότερα, όταν ο τυφώνας της καταστροφής θα έχει κάπως κοπάσει και οι άφρονες φανατικοί θα είναι έτοιμοι για άλλο ένα επεισόδιο στο σήριαλ της ελληνικής τραγωδίας, ο Βενιζέλος εξωτερικεύοντας και εκφράζοντας τις μύχιες σκέψεις του, γράφει στον στρατηγό Οθωναίο στις 19 Φεβρουαρίου 1935: «...η Ελλάς που εδημιουργήσαμεν... είναι τοιαύτη, ομοίαν της οποίας και εις έκτασιν και σπουδαιότητα ουδέποτε άλλοτε κατόρθωσε να συγκροτήσει ο Ελληνισμός κατά την τρισχιλιετή ιστορίαν του. Διότι το κράτος του Μεγ. Αλεξάνδρου, καθώς και το Βυζάντιον ήσαν αυτοκρατορία αποτελούμενοι από πλήθη φυλών και εθνών των οποίων ηγείτο απλώς ο Ελληνισμός...». Σωστά η έπαρση και η αλαζονεία λογίζονται ανάμεσα στα πιο θανάσιμα αμαρτήματα. Και οι θεοί θα τα τιμωρούν επί εβδομήντα πέντε χρόνια από τότε. Τόσο ο Στρατός, όσο και το Ναυτικό ετέθησαν υπό τις διαταγές των αντιστοίχων Γάλλων γενικών αξιωματικών. Οι δυνάμεις ξηράς εντάχθηκαν στην Ι Ομάδα Μεραρχιών (Ι Ο.Μ.) του υποστράτηγου D' Anselme που υπήγετο στην στρατιά του Δουνάβεως του στρατηγού Berthelot. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο στρατηγός Franchet α" Esperey επικεφαλής της Στρατιάς της Ανατολής (Armee d' Orient) μέχρι τη συνθηκολόγηση των Γερμανών. Ύστερα από αυτήν η Στρατιά του Δουνάβεως έπαιρνε διαταγές απ' ευθείας από το Παρίσι και ο α" Esperey περιορίσθηκε στις περιοχές της Βαλκανικής μόνο. Ανακεφαλαιώνοντας όλα τα παραπάνω, οι ζώνες επιχειρήσεων των συμμάχων για τον Εύξεινο Πόντο και, γενικότερα, τη Νότια Ρωσία, όπως είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των Βρετανών και των Γάλλων από τις 23 Δεκεμβρίου 1917 και θα αναθεωρούνταν συχνά αργότερα, ήταν: Για τους Βρετανούς νότια και ανατολικά από την νοητή γραμμή Κωνσταντινούπολης — Νοβοροσσίσκ. Το κύριο βάρος των επιχειρήσεων τους ήταν εναντίον της Τουρκίας — μέχρι τη συνθηκολόγηση της — και θα επικεντρωνόταν στη γραμμή Βατούμ — Βακού με δυτικό έρεισμα το βρετανικό στόλο του Ευξείνου και ανατολικό, τους στολίσκους της Κασπίας που δημιουργήθηκαν επιτόπια. Οι Βρετανοί έλεγχαν επίσης όλες τις ακτές του Βοσπόρου, της Προποντίδας και των Δαρδανελλίων. Βρετανικές δυνάμεις ξηράς δεν συγκρούσθηκαν με τους μπολσεβίκους. Για τους Γάλλους βόρεια και δυτικά από τη γραμμή Κωνσταντινούπολη — Νοβοροσσίσκ. Τα κύρια ενδιαφέροντα τους ήταν η αντιμετώπιση των Γερμανών — μέχρι τη συνθηκολόγηση τους — και οποιωνδήποτε Ρώσων διέκειντο εχθρικά. Στη ζώνη αυτή όπως ήταν φυσικό, σύμφωνα με τα προηγούμενα, περιλαμβάνονταν και οι επιχειρήσεις των ελληνικών τμημάτων. Όσο για τους αντικειμενικούς σκοπούς της επεμβάσεως των συμμαχικών ναυτικών μοιρών στον Εύξεινο μπορούν, τελικά, να αποσαφηνισθούν, σε γενικές γραμμές, ως: Κατάληψη και αδρανοποίηση του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θαλάσσης (αρχικά) - Υποστήριξη των χερσαίων τμημάτων - Εκκένωση προσφύγων (τελικά).

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΞΗΡΑΣ (20.1.19 — 28.4.19)

Αρχιστράτηγος του ελληνικού Στρατού ήταν ο αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος με επιτελάρχη στο Γενικό Στρατηγείο του το συνταγματάρχη (ΠΖ) Θεόδωρο Πάγκαλο. Ο Στρατός απαρτιζόταν από το Α' και Β' Σώματα Στρατού καθώς και το Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης. Διοικητής του Α' Σώματος Στρατού, που τελικά διέθεσε τις μονάδες επεμβάσεως, ήταν ο υποστράτηγος Κωνσταντίνος Νίδερ με επιτελάρχη τον συνταγματάρχη (ΠΖ) Αλέξανδρο Οθωναίο. Επιτελείς του Σώματος ήταν δύο αξιωματικοί που τα ονόματα τους θα προβληθούν στο προσκήνιο μετά από αρκετά χρόνια κάτω από τραγικές συνθήκες, οι ταγματάρχες (ΠΖ) Γεώργιος Τσολάκογλου και Στέφανος Σαράφης.
Το Σώμα βρισκόταν στην Ανατολική Μακεδονία με έδρες των Μεραρχιών του στην Καβάλα, τη Σκάλα Σταυρού Χαλκιδικής και τη Δράμα. Το Σώμα διέθετε, κλιμακωτά, τις II και XIII μεραρχίες Πεζικού, με ελλειπή σύνθεση και ουσιαστικά στο μεγαλύτερο διάστημα επιχειρήσεων, χωρίς πυροβολικό και χωρίς κτήνη. Διοικητές των μεραρχιών ήταν αντίστοιχα οι υποστράτηγοι Νικόλαος Βλαχόπουλος και Ιάκωβος Νεγρεπόντης. Oι μονάδες που πήραν μέρος στις επιχειρήσεις ήταν 18 τάγματα πεζικού, 2 μοίρες ορειβατικού πυροβολικού, 1 τάγμα μετόπισθεν, διάφορες βοηθητικές μονάδες και σχηματισμοί και το προσωπικό — χωρίς αεροσκάφη — της 534 μοίρας αεροπλάνων. Το σύνολο της δυνάμεως ανήλθε σε 23.351 άνδρες. Και εδώ, ανάμεσα στα ονόματα των διοικητών των συνταγμάτων υπήρχαν ονόματα που θα σφράγιζαν τις ελληνικές εξελίξεις μέσα σε πολλά από τα επόμενα χρόνια. Οι αντισυνταγματάρχες (ΠΖ) Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, Γεώργιος Κονδύλης και Νικόλαος Πλαστήρας, διοικητές αντίστοιχα των 2ου και 3ου συντάγματος Πεζικού και του 5/42 συντάγματος Ευζώνων της XIII μεραρχίας Πεζικού. Τα θέατρα επιχειρήσεων ήταν η Οδησσός, το Νικολάιεφ και η Χερσών της Ουκρανίας και η Κριμαία. Τα πρώτα ελληνικά τμήματα αποβιβάσθηκαν στις 20 Ιανουαρίου 1919 και τα τελευταία έφυγαν στις 28 Απριλίου 1919. Μέσα σ' αυτές τις 99 ημερολογιακές ημέρες περιλαμβάνονται 171 ημέρες επιχειρήσεων και συγκεκριμένα 82 στην Οδησσό, 13 στο Νικολάιεφ, 40 στη Χερσώνα και 36 στην Κριμαία. Λεπτομερής εξιστόρηση των συγκρούσεων, με κάθε λεπτομέρεια, περιλαμβάνεται, για κάθε ενδιαφερόμενο μελετητή, στην θαυμάσια σχετική έκδοση της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού που, 37 χρόνια μετά την έκδοση της το 1955, παραμένει η σχεδόν μοναδική σοβαρή πηγή των επιχειρήσεων των ελληνικών τμημάτων εδάφους στην περιοχή, χωρίς μάλιστα παράλληλη της να υπάρχει σε καμιά άλλη γλώσσα, ούτε καν για τις άλλες συμμαχικές δυνάμεις. Τα 15 τάγματα των 1ου, 3ου, 7ου, 34ου και 5/42 Συντάγματος πολέμησαν με γενναιότητα στα θέατρα του Οδησσού και της Χερσώνος. Στο Νικολάιεφ δεν έγιναν συγκρούσεις και μετά στάθμευση επί 13 ημέρες, τα τμήματα αποχώρησαν για να χρησιμοποιηθούν σε άλλους τομείς. Το γεγονός είναι ότι παρά την «ονομαστική» παρουσία γαλλικών μονάδων στους ίδιους τομείς, πολλές από αυτές ήταν υπολείμματα μόνο μονάδων λόγω της αραιώσεώς τους με άδειες και απολύσεις. Τα απομεινάρια αυτών των μονάδων δεν βοήθησαν τα ελληνικά τμήματα και ο τρόπος συμμετοχής τους στις επιχειρήσεις αφ' ενός αφήνει πολλά ερωτηματικά, αφ' ετέρου δε πιθανόν να είναι η αιτία της σχετικής σιωπής των Γάλλων επάνω στο θέμα επί 74 χρόνια. Η άρνηση πραγματικής εμπλοκής με τους μπολσεβίκους παρά μόνον όταν τους υποχρέωναν οι περιστάσεις, συνδυασμένη με τη σύγχυση και τις αμφιταλαντεύσεις της γαλλικής κυβερνήσεως στο Παρίσι προκάλεσε τον σχηματισμό μιας μάλλον θλιβερής εικόνας των Γάλλων στο μυαλό και την καρδιά του ελληνικού λαού. Και αφάνταστη πικρία στα ελληνικά τμήματα που μάχονταν, σε πολλές περιπτώσεις, μόνα τους και μάλιστα αντιμετωπίζοντας την εχθρότητα των Γάλλων αξιωματικών. Οι μπολσεβίκοι προήλασαν στο Νότο με δύο αιχμές που ενσωμάτωναν τρεις στρατιές συνολικής δυνάμεως περίπου 217.000 ανδρών. Από την ανατολική αιχμή αποσπάσθηκαν περίπου 20.000 άνδρες που κατέλαβαν τις βόρειες ακτές της Αζοφικής και απώθησαν τους Λευκορώσους μέχρι το Ροστόφ επάνω στον Ντον. Άλλη μία δύναμη, αποτελούμενη αρχικά από 10.000 άνδρες, προσέβαλε τον ισθμό του Περεκόπ, το λαιμό που ενώνει τη χερσόνησο της Κριμαίας με την Ουκρανία. Στην Κριμαία μεταφέρθηκαν τα 3 τάγματα του 2ου Συντάγματος και χρησιμοποιήθηκαν στην άμυνα της. Μετά τη διάσπαση των γραμμών των Λευκορώσων από τους μπολσεβίκους, οι τελευταίοι κατέλαβαν τη χερσόνησο και πολιόρκησαν τη Σεβαστούπολη. Οι Λευκορώσοι υποχώρησαν προς το Κερτς της Αζοφικής καταφέρνοντας να διασωθούν και να διαπεραιωθούν στο Κουμπάν, την απέναντι ακτή του Καυκάσου, κάτω από την κάλυψη ελληνικών τμημάτων που πολέμησαν απεγνωσμένα για να πετύχουν — όπως και έγινε — την επιβράδυνση της προελάσεως των μπολσεβίκων.
Η Μεγάλη Ελλάδα είναι γεγονός μετά τις συνθήκες του Νεϊγυ και των Σεβρών (1920). Ασκώντας πολιτική μεγάλης δυνάμεως και μετά από απαίτηση των Γάλλων, η Ελλάδα συμμετέσχε στην εκστρατεία της Ουκρανίας. Στη φωτογραφία λαϊκή λιθογραφία του 1920 με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και το δημιούργημα του: Την Ελλάδα των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων.
 
Η άμυνα της Σεβαστουπόλεως ήταν περίπου 2.000 Έλληνες και 2.400 Γάλλοι συμπεριλαμβανομένων των ναυτών του Mirabeu, ενός γαλλικού θωρηκτού που είχε προσαράξει εκεί, ενώ βοηθούσαν με τα πυροβόλα τους τα γαλλικά και τα ελληνικά πολεμικά που ήσαν αγκυροβολημένα στον λιμένα. Στις 17 Απριλίου 1919 συνήφθη εκεχειρία και η Ανωτέρα Γαλλική Διοίκησις απεφάσισε την εκκένωση της Σεβαστουπόλεως και ουσιαστικά την εγκατάλειψη του τελευταίου προγεφυρώματος σε ρωσικό ή ουκρανικό έδαφος. Στις 28 Απριλίου 1919 ο τελευταίος Έλληνας και Γάλλος στρατιώτης εγκατέλειψαν την Κριμαία. Τα ελληνικά τμήματα αποβιβάσθηκαν στην Κωστάντζα της Ρουμανίας. Οι δύο ελληνικές μεραρχίες άφησαν πίσω τους 18 αξιωματικούς και 380 οπλίτες νεκρούς. Ύστερα από φοβερές ταλαιπωρίες και σκληρές περιπέτειες, κυρίως για το 34ο Σύνταγμα Πεζικού και τις άλλες μονάδες της II Μεραρχίας που αναγκάσθηκαν να διαβούν πεζή το Δνείστερο μέσα σε πλημμυρισμένες διαβάσεις, τέλματα και βόρβορο, τα 15 ελληνικά τάγματα της Ουκρανίας συγκεντρώθηκαν με τον ένα ή άλλο τρόπο στο Γαλάζιο (Γκαλάτς) της Ρουμανίας, επάνω στο Δούναβη. Τα 3 τάγματα της Κριμαίας παρέμειναν στην Κωστάντζα. Από τις 28 Μαΐου έως τα τέλη Απριλίου 1919 και οι δύο Μεραρχίες επιβιβάσθηκαν σε μεταγωγικά και απέπλευσαν για τη Σμύρνη της Μικρός Ασίας.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ (26.11.18 — ΤΕΛΗ ΜΑΡΤΙΟΥ 20)

Στα τέλη του 1918, το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό διέθετε 19 πλοία που μπορούσαν, λόγω μεγέθους και ακτίνας ενεργείας, να δράσουν στον Εύξεινο Πόντο. Συγκεκριμένα, αυτά ήταν 2 θωρηκτά, 1 θωρακισμένο και 1 προησπισμένο εύδρομο, 13 αντιτορπιλικά από τα οποία τα 7 ήταν μικρά, 1 πλωτό νοσοκομείο και 1 οπλιταγωγό. Από τα 19 αυτά πλοία, πήραν μέρος στην επέμβαση τα 13. Τα 6 που δεν χρησιμοποιήθηκαν ήταν το προησπισμένο εύδρομο «Ελλη» που δεν ήταν επιχειρησιακά έτοιμο και τα αντιτορπιλικά «Νέα Γενεά», «Ναυκρατούσα», «Σφενδόνη», «Ασπίς» και «Νίκη» που κάλυπταν τις υπόλοιπες στοιχειώδεις επιχειρησιακές ανάγκες του Ναυτικού στην Κωνσταντινούπολη, την Προ — ποντίδα, το Αιγαίο και το Ιόνιο. Τα 13 πλοία που έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο και τα ονόματα των κυβερνητών τους, ήταν. τα θωρηκτά «Κιλκίς» (πλοίαρχος Κ. Βούλγαρης) και «Λήμνος» (αντιπλοίαρχος Π. Δημούλης), το θωρακισμένο εύδρομο «Γ. Αβέρωφ» (πλοίαρχος Η. Μαυρουδής), τα αντιτορπιλικά «Κεραυνός» (πλωτάρχης Λ. Θεοχάρης), «Αετός» (αντιπλοίαρχος Ν. Τούμπας), «Ιέραξ» (αντιπλοίαρχος Δ. Παπαλεξόπουλος και μετά αντιπλοίαρχος Π. Δημούλης έως ότου παρέλαβε το «Λήμνος» αντικαθιστώμενος από τον αντιπλοίαρχο Π. Ρουσσέν), «Λέων» (πλοίαρχος Η. Μαυρουδής πριν παραλάβει τον «Αβέρωφ»), «Πάνθηρ» (αντιπλοίαρχος Ι. Γιαννηκώστας), «Βέλος» (πλωτάρχης Π. Βούλγαρης), «Θύελλα»(;) και «Λόγχη» (πλωτάρχης Σ. Αφθονίδης), το πλωτό νοσοκομείο «Αμφιτρίτη»(;) και το οπλιταγωγό «Κανάρης»^,). Ο «Αβέρωφ» στην Κωνσταντινούπολη ως μονάδα των συμμαχικών μοιρών κατοχής, είχε υψωμένο το σήμα του αρχηγού υποναυάρχου Γεωργίου Κακουλίδη. Ο Κακουλίδης ύψωσε το σήμα του στο «Κιλκίς» όταν το τελευταίο μπήκε στον Εύξεινο Πόντο. Θα πρέπει εδώ να τονισθεί ιδιαίτερα ότι από τα παραπάνω πλοία, οι Γάλλοι είχαν απαιτήσει την αφαίρεση των κανών των πυροβόλων, των πυρομαχικών και των τορπιλών από τα 2 θωρηκτά και τον «Γ. Αβέρωφ» από το Σεπτέμβριο του 1916, είχαν δε τις ίδιες ημέρες καταλάβει και υψώσει τη γαλλική σημαία στα αντιτορπιλικά. Στο Πολεμικό Ναυτικό είχαν επιστραφεί μόλις πριν ένα χρόνο, τον Οκτώβριο του 1917, σε άθλια κατάσταση, ρυπαρά, σκουριασμένα και αρκετά από αυτά, με σημαντικές ζημίες. Στο προσωπικό ημερολόγιο του σημαιοφόρου Α. Ζάγκα του «Πάνθηρος» η κατάσταση των πλοίων περιγράφεται «εξωφρενική εκ τε της ακαθαρσίας και της κακής συντηρήσεως». Μάλιστα ένα αδελφό της «Νίκης» η «Δόξα» δεν επεστράφη ποτέ από τους Γάλλους και βυθίστηκε αύτανδρο με το γαλλικό πλήρωμα της, έξω από τη Μήλο, το 1919, πιθανώς από νάρκη. Το πρώτο ελληνικό πολεμικό πλοίο που μπήκε στον Εύξεινο Πόντο ύστερα από 465 χρόνια, ήταν το αντιτορπιλικό «Πάνθηρ» που προσέγγισε στη Σεβαστούπολη της Κριμαίας στις 26 Νοεμβρίου 1918.
Το τελευταίο — όσον αφορά τις επιχειρήσεις που περιγράφονται εδώ — ήταν το αντιτορπιλικό «Ιέραξ» που απέπλευσε από το Νοβοροσίσκ της Ρωσίας κάποια μέρα περί τα μέσα Μαρτίου 1920. Μέσα σ' αυτόν τον 1 χρόνο και 4 μήνες, η παρουσία του Ναυτικού, σε ουκρανικούς, κριμαϊκούς και ρωσικούς λιμένες, ήταν συνεχής μέχρι τις 21 Μαΐου 1919 και από τις 9 Ιανουαρίου έως τα τέλη(;) Μαρτίου 1920. Δηλαδή 252 ημερολογιακές ημέρες. Θα πρέπει να τονισθεί εδώ ότι ο «Πάνθηρ» κατέπλευσε στη Σεβαστούπολη συνοδεύοντας μαζί με άλλα αντιτορπιλικά τις συμμαχικές θωρηκτές μοίρες που και αυτές προσέγγιζαν για πρώτη φορά την Κριμαία και γενικά ουκρανικό ή ρωσικό λιμένα. Τα ελληνικά πολεμικά πλοία υπήχθησαν υπό τον επιχειρησιακό έλεγχο του Γάλλου αντιναυάρχου Amet. Το αντιτορπιλικό «Πάνθηρ» χρησιμοποιήθηκε ως πλοίο βάσεως με σχεδόν μόνιμο ορμητήριο τη Σεβαστούπολη έως τις 17 Φεβρουαρίου 1920 που άφησε τα νερά του Ευξείνου, διαπλέοντας για τελευταία φορά το Βόσπορο προς τα νότια. Ο «Ιέραξ» έμεινε μόνος του στον Εύξεινο επί περίπου ένα μήνα ακόμη. Οι λιμένες και οι περιοχές του Ευξείνου, που τα ελληνικά πολεμικά προσέγγισαν συνολικά 62 φορές, ήταν η Οδησσός και το Χορλί της Ουκρανίας, η Ευπατορία, η Σεβαστούπολη, η Γιάλτα και η Θεοδοσία της Κριμαίας καθώς και το Νοβοροσίσκ της Ρωσίας. Από τις 62 αυτές προσεγγίσεις, οι 23 ανήκουν στον «Πάνθηρα». Υπάρχουν, επίσης, μερικές προσεγγίσεις του «Βέλους» που δεν στάθηκε δυνατό να διευκρινισθούν και μία πρόσθετη προσέγγιση του «Πάνθηρος» στην Κωστάντζα της Ρουμανίας. Σε γενικές γραμμές ο «Πάνθηρ» έκανε ανιχνευτικές περιπολίες στις πόλεις της Κριμαίας, αντικαθιστώμενος στη Σεβαστούπολη μερικές φορές από τη «Θύελλα» και τον «Λέοντα», που είχαν και ταχυδρομικά καθήκοντα, εκτελώντας και μεταφορές εφοδίων και προσωπικού. Ο «Πάνθηρ» κάλυπτε όσο μπορούσε καλύτερα όλες τις πόλεις της Κριμαίας, τις παράκτιες με την παρουσία του και τις μεσόγειες με επισκέψεις του κυβερνήτη του αντιπλοιάρχου Ιωάννου Γιαννηκώστα και των άλλων αξιωματικών του, κυρίως για ενθάρρυνση, ύψωση του ηθικού και προστασία των Ελλήνων κατοίκων. Ο «Αετός», όποτε εισέπλεε στον Εύξεινο, βοηθούσε, εναλλασσόμενος με τον «Πάνθηρα».
Ο κυβερνήτης του «Αετού» αντιπλοίαρχος Νικόλαος Τούμπας, διεμήνυσε στα Σοβιέτ της Ευπατορίας ότι αν άγγιζαν τους Έλληνες της πόλεως, θα κατέστρεφε την πόλη με τα πυροβόλα του. Στην τρίτη περιπολία του ο «Πάνθηρ» υποστήριξε με την παρουσία του στην Ευπατορία, αν και δεν χρειάσθηκε να βάλει με τα πυροβόλα του, επιθέσεις μονάδων των Εθελοντών εναντίον συμμοριών μπολσεβίκων από τις 16 έως τις 27.1.19 οπότε τον αντικατέστησαν δύο αντιτορπιλικά, το βρετανικό «Northesk» και το γαλλικό «Hussard». Στην τέταρτη περιπολία του από τις 8 έως τις 12.3.19, ο Γιαννηκώστας με τον «Πάνθηρα», προχώρησε μέχρι το Χορλί περνώντας μέσα από τα τενάγη και τα ναρκοπέδια της χερσονήσου Τζαριλγκάτς, βορειοδυτικά της Κριμαίας, διέσωσε πλωτά μέσα και φορτηγίδες και βομβάρδισε, κυρίως προς εκφοβισμό με τα πυροβόλα του και με δύο υδροπλάνα επάνω από το Χορλί, εκδιώκοντας μπολσεβίκικες μονάδες της περιοχής. Οδήγησε τις φορτηγίδες στον όρμο Μπακάλ της Κριμαίας, εγκατέστησε ναυτικό σταθμό και βάση υδροπλάνων και επανέπλευσε στη Σεβαστούπολη. Η Χερσών και το Νικολάιεφ εγκαταλείφθηκαν από το Στρατό Ξηράς τις ίδιες ημέρες και έτσι συγκεντρώθηκαν στην Οδησσό το «Κιλκίς», ο «Αβέρωφ» και ο «Κεραυνός» υποστηρίζοντας την εκκένωση και όταν αυτή συμπληρώθηκε έπλευσαν προς Σεβαστούπολη.
Άλλο αντιτορπιλικό ιδίου τύπου σε θαλασσοταραχή.
 
Ο «Αβέρωφ», ο «Κεραυνός» και ο «Αετός» απέπλευσαν κλιμακωτά για την Κωνσταντινούπολη, όπου η παρουσία ενός ελληνικού πλοίου μάχης κρινόταν απαραίτητη και στη Σεβαστούπολη συγκεντρώθηκαν το «Κιλκίς», η «Λήμνος», ο «Πάνθηρ», το «Βέλος» και η «Λόγχη» όπου και στήριξαν, μαζί με 5 θωρηκτά, 4 γαλλικά κι 1 ιταλικό, 1 καταδρομικό και 3 αντιτορπιλικά βρετανικά, με τα πυροβόλα τους την άμυνα της πόλεως από τις 15 έως τις 17.4.19 που συνήφθη εκεχειρία. Η «Λήμνος» μαζί με τα βρετανικά «Emperor of India» και «Caradoc» κάλυψαν τη νοτιοανατολική ακτή της Κριμαίας φθάνοντας μέχρι το Κερτς, την είσοδο της Αζοφικής, βομβαρδίζοντας επίμονα τους μπολσεβίκους που κατεδίωκαν τους εθελοντές και καλύπτοντας τα ελληνικά τμήματα που βοηθούσαν τους τελευταίους.
Το αντιτορπιλικό «Θύελλα» σε περιπολία.
 
Τα ελληνικά πλοία εκτός από τον «Πάνθηρα» επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη και στις 15 Μαΐου 1919 τα πρώτα πεζικά τμήματα της 1 Μεραρχίας του Α' Σ.Σ, αποβιβάσθηκαν στη Σμύρνη κάτω από την κάλυψη των πυροβόλων του «Κιλκίς», της «Λήμνου», του «Αβέρωφ», του «Λέοντος», της «Λόγχης» της «Ναυκρατούσης», της «Σφενδόνης», της «Αίγλης» και της «Θέτιδος». Ο «Πάνθηρ» συνόδευσε τα οπλιταγωγά από την Κριμαία στην Κωστάντζα της Ρουμανίας. Η πρώτη εκστρατεία στην Ουκρανία στηη μεσημβρινή Ρωσία είχε τελειώσει. Η δεύτερη εκστρατεία, που αφορά αποκλειστικά και μόνο το Πολεμικό Ναυτικό αφορά προσεγγίσεις του «Πάνθηρος» και ορισμένες του «Ιέρα — κος» τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο 1919 και Δεκέμβριο 1919 έως και τον Μάρτιο του 1920, κυρίως για παροχή βοηθείας στους Έλληνες των περιοχών. Στη νότιο Ρωσία, Ουκρανία, Κριμαία και Καύκασο υπήρχαν μέχρι το 1870 περίπου 164.000 Έλληνες. Ο αριθμός τους τετραπλασιάστηκε με άλλους περίπου 515.000 που κατέφυγαν στη Ρωσία μετά τους διωγμούς των Τούρκων από το 1870 έως το 1918. Από αυτές τις 679.000 Ελλήνων, μεταφέρθηκαν μεταξύ 1919 και 1921 ελάχιστοι στον Πόντο, λίγοι περισσότεροι στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρουμανία και ακόμη λίγοι περισσότεροι στην Ελλάδα. Το σύνολο τους όμως δεν υπερέβαινε τις 17 — 18.000. Έτσι, 660.000 Έλληνες έμειναν εκεί υφιστάμενοι την διελκυστίνδα μεταξύ μπολσεβίκων και λευκών, κάθε φορά. Τραγικό παράδειγμα των παραπάνω αποτελεί η Οδησσός που, έχοντας εγκαταλειφθεί από τους μπολσεβίκους ύστερα από προέλαση των Εθελοντών ήταν υπό τον έλεγχο των τελευταίων πάλι.
Ο υποστράτηγος Χρήστος Αβέλιος, ο οποίος συμμετέσχε στην εκστρατεία της Ουκρανίας ως λοχαγός και διακρίθηκε σε πολλές μάχες και κυρίως στη φοβερή μάχη της Σέρπκας, που διεξήχθη σε χιόνι δυο μέτρων. Το όνομα της Σέρπκας αναγράφεται στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου στην Αθήνα, μαζί με τις συγκλονιστικότερες μάχες της Ελληνικής Ιστορίας.
 
Αλλά και αυτοί ετοιμάζονταν εκ νέου να την εγκαταλείψουν το Φεβρουάριο του 1920 και, ευνόητο είναι, ότι οι μπολσεβίκοι μπαίνοντας για τρίτη φορά στην πόλη, δύσκολα θα άφηναν, κάποιον να ξεφύγει από τα χέρια τους. Τα δύο αντιτορπιλικά έκαναν ό,τι μπορούσαν, επικεντρώνοντας τις προσπάθειες τους κυρίως στην ανεύρεση και επίταξη εμπορικών πλοίων για τη μεταφορά προσφύγων. Αλλά δεν κατόρθωσαν πολλά πράγματα παρ' όλες τις αγωνιώδεις προσπάθειες τους. Παραδείγματα διασωθέντων είναι ο Αττίκ που το «Βέλος» διέσωσε, στην πρώτη εκκένωση, από τη Θεοδοσία όπου είχε βρεθεί εκεί για να δώσει συναυλίες και ο πασίγνωστος στους παλαιότερους, μετέπειτα ιδιοκτήτης του φημισμένου στην Αθήνα ζαχαροπλαστείου «Πέτρογκραντ» Νίκυ Γιάκοβλεφ με τη γυναίκα του που ο «Ιέραξ» διέσωσε από το Βατούμ το Μάιο του 1920, σε μία επιχείρηση που μπορεί να ονομασθεί ως η τρίτη εκστρατεία αλλά δεν αφορά άμεσα τις επιχειρήσεις της μεσημβρινής Ρωσίας και της Ουκρανίας.

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗ ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΗ

Πριν κλείσει αυτή η ιστορία θα πρέπει να μνημονευθεί ότι μέσα στο χάος και τις αγωνιώδεις κινήσεις των ελληνικών πολεμικών πλοίων και κυρίως του «Πάνθηρος» με τον αντιπλοίαρχο Γιαννηκώστα όπου επάνω του, ως «εκπρόσωπο της ελληνικής κυβερνήσεως», επικεντρώνονταν επί σχεδόν ένα χρόνο οι γοερές επικλήσεις και οι αιτήσεις επιλύσεως παντός είδους προβλημάτων σχεδόν μισού εκατομμυρίου Ελλήνων, τα ελληνικά τμήματα ξηράς και τα πολεμικά της Κριμαίας υπέστησαν και την επίθεση των Γάλλων στη Σεβαστούπολη. Τη νύκτα του — για τους Έλληνες — Μεγάλου Σαββάτου, 19 Απριλίου 1919, τα πληρώματα των γαλλικών θωρηκτών «France» και «Vergniaud» στασίασαν μεταδίδοντας τη στάση και στο προσηραγμένο «Mirabeau» και σε άλλα δύο. Απομόνωσαν τους αξιωματικούς τους και πέταξαν τους υπαξιωματικούς τους στη θάλασσα. Και το πρωί της Κυριακής ενώθηκαν με τους Μπολσεβίκους των Σοβιέτ της πόλεως και σχημάτισαν διαδήλωση με κόκκινες σημαίες και κραυγές υπέρ των μπολσεβίκων και ύβρεις κατά των Συμμάχων. Περνώντας μπροστά από τις θέσεις ενός ελληνικού λόχου, έγιναν τόσο προκλητικοί που ο διοικητής του, παίρνοντας εντολή από τον Γάλλο φρούραρχο, τους έκανε συστάσεις να διαλυθούν και μετά έδωσε διαταγή πυροβολισμών στον αέρα προς εκφοβισμό. Οι Γάλλοι απήντησαν βάλλοντας εναντίον του λόχου και ο λόχος αναγκάσθηκε πλέον να πυροβολήσει τον όχλο, με αποτέλεσμα, κατ' άλλους 8 τραυματίες και, κατ' άλλους 5 πολίτες νεκρούς και 3 Γάλλους ναύτες τραυματίες. Διαλύθηκαν και οδηγήθηκαν πίσω στα πλοία τους από αποσπάσματα γαλλικού στρατού και βρετανικά αγήματα του «Canterbury». Εξαγριωμένοι οι στασιαστές απείλησαν να στρέψουν τα πυροβόλα κατά των ελληνικών πλοίων αλλά, φαίνεται, η λογική υπερίσχυσε την τελευταία στιγμή. Οι Βρετανοί ειδοποίησαν τον Κακουλίδη ότι τα πλοία τους ήταν στη διάθεση του για να αντιμετωπίσει τους Γάλλους και το πρωί της Δευτέρας, ο Βρετανός ναύαρχος Calthorpe κατέφθασε από την Κωνσταντινούπολη με 4 βρετανικά θωρηκτά και έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Τηλεγράφησε στην ελληνική κυβέρνηση: «Οι Έλληνες στρατιώτες και ναύτες μπορούν σήμερα να είναι περήφανοι γιατί είναι Ελληνες». Δεν μαθεύτηκε ποτέ η αναμφίβολα σκληρή μεταχείριση των Γάλλων από τους Βρετανούς σχετικά με την ανταρσία. Γεγονός πάντως είναι ότι τα γαλλικά πολεμικά έφυγαν από τη Σεβαστούπολη και πέρασαν τον Βόσπορο έχοντας ακόμη κόκκινες σημαίες στους ιστούς τους. Κατέπλευσαν στην Τουλώνα όπου τα στρατοδικεία και οι εξοντωτικές ποινές φαίνεται ότι κατάφεραν να ομαλοποιήσουν την κατάσταση. Στον Εύξεινο ανέλαβε πλέον η Βρετανική Μοίρα τα καθήκοντα των ναυτικών διοικήσεων. Σ' αυτήν υπήχθησαν μέχρι τέλους ο «Πάνθηρ» και ο «Ιέραξ».

Βιβλιογραφία
  • Ανέκδοτα Αρχεία Ι. Γιαννηκώστα 1917 — 1920. Αρχείον Π.Σ. Δέλτα — Νικόλαος Πλαστήρας 1979. Αρχείον Π. Σ. Δέλτα — Εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία 1982. Γρηγοριάδη, Νεοκόσμου — Ο Στρατός μας στα — ένα (Ρωσία — Ρουμανία) 1919.
  • Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού — Το Ελληνικόν Εκστρατευτικόν Σώμα εις Μεσημβρινήν Ρωσίαν 1955.
  • Can, Ε. Η. — The Bolshevik Revolution — Volumes 1, 2 & 3, 1983.
  • Carrere D' Encausse, Helene — Le Grand Defis 1987.
  • Cosmin, S. P. — Dossiers Secrets de la Triple Entente 1969.
  • Kennan, George F. — Soviet — American Relations 1917 — 20, Vol. I & II, 1984.
  • Laurens, Adolphe, Capitaine de Fregate — Precis d' Histoire de la Guerre Navale 1914 — 18, 1929.
  • Marty, Andre — La Revolte de la Mer Noire — Τόμοι 1 & 2, 1970.
  • Pipes, Richard — The Formation of the Soviet Union 1917 — 23, 1980.
  • Souvarine, Boris — Staline 1985.
  • Thomasi Α., Capitaine de Vaisseau de Reserve — La Guerre Navale dans la Medi — terranee 1929.


from ανεμουριον https://ift.tt/2Y8o5KP
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.