ΤΟ ΑΙΔΟΙΟ ΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΟΚΟΡΗΣ



Οι γεροντοκόρες είναι γυναίκες αφοσιωμένες στη λατρεία ενός και μοναδικού άντρα, που πιθανόν να μην υπάρχει πια, ο οποίος τις αγάπησε σ’ ένα εγγύτερο ή απώτερο παρελθόν, προτού καταταγεί στο στρατό. Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι απέγινε αυτός ο άντρας (ίσως μια σφαίρα νά ‘κοψε το νήμα της ζωής του, ίσως να λιποτάκτησε ή να αυτομόλησε στο στρατόπεδο του εχθρού ή νά ‘μεινε θαμμένος στα χαρακώματα), η γεροντοκόρη όμως του αφιερώνει μια καθημερινή ειδωλολατρία, μια αδιάκοπη λατρεία η οποία εξαγνίζει και βαθαίνει τη μοναξιά της. Το αιδοίο της γεροντοκόρης (που δεν είναι κατ’ ανάγκην ένα παρθένο αιδοίο) διατηρεί, ως διαρκές απομεινάρι γεύσης, τη γεύση του εραστή που χάθηκε στη μάχη ή παρασύρθηκε στην αγκαλιά κάποιας άλλης. Το αιδοίο της γεροντοκόρης, πόρτα σφαλιστή για άλλους άντρες, αιδοίο αποκλειστικό και αυταρχικό, συγκεντρώνεται στη νοσταλγία του κι επιβιώνει χάρη στο φετιχισμό της ανάμνησης. Το αιδοίο της γεροντοκόρης, πρίγκιπας ενός ερειπωμένου αρχοντικού, αγριοτριανταφυλλιά ενός εγκαταλειμμένου κήπου, εξακολουθεί ν’ ανθεί κάθε μήνα, εξακολουθεί να παράγει άχρηστους χυμούς με την ελπίδα να διατηρήσει τη νιότη του για ένα φάντασμα από μπαρούτι και μέρη μακρινά. Το αιδοίο της γεροντοκόρης, σιωπηλό παρεκκλήσι του καθεδρικού ναού που αποτελεί η γυναίκα, διατηρεί πάντα αναμμένη τη φλόγα ενός αναθήματος και δέεται στο Θεό για την επιστροφή του άντρα. Οι γεροντοκόρες, γυναίκες αθεράπευτης δυστυχίας, σκοτώνουν τ’ απογεύματα τους διαβάζοντας ξανά και ξανά γράμματα που τους έγραψε ο αγαπημένος τους, κάπου στα μέσα της Ιουράσιας ή της Πλειστόκαινης εποχής, με δάκρυα από μελάνι, γράμματα που βρίθουν ψεμάτων και υποσχέσεων για γάμο τα οποία οι γεροντοκόρες έχουν φυλαγμένα, μαζί μ’ εκείνη τη φωτογραφία στο χρώμα της σέπιας, ως μοναδικά πειστήρια της θρησκείας τους. Πόσο δύστυχο μαραζώνει το αιδοίο της γεροντοκόρης, πόσο απαράλλαχτες κυλούν οι μέρες της αναμονής. Από τα παράθυρα μπαίνει ένα κόκκινο δειλινό, τελεσίδικο σαν την Αποκάλυψη, και το αιδοίο χύνει ένα δάκρυ από ζέση ή αδυναμία, διαισθανόμενο ότι ο εραστής του δεν πρόκειται να επιστρέψει. Η γεροντοκόρη σηκώνεται από την ψάθινη πολυθρόνα της, σκύβει στο παράθυρο και φωνάζει έναν άντρα που περνάει απ' το δρόμο. Για χρόνια ολόκληρα έχει φυλάξει τη θύμηση της πρώτης αγάπης και τώρα θέλει να ξαλαφρώσει με τον πρώτο τυχόντα. Ευτυχώς αυτός ο πρώτος ήμουν εγώ.

JUAN MANUEL DE PRADA
ΑΙΔΟΙΑ!
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
ΑΘΗΝΑ
1994


from ανεμουριον https://ift.tt/3c8mNGF
via IFTTT
Από το Blogger.