[Καλλιτεχνική αυθεντία] του Χρήστου Λεοντή

Η προσφορά του Κουν και το μέγεθος της προσωπικότητάς του είναι γνωστά. Στα πολλά χρόνια που δούλεψα μαζί του, ήμουν ίσως ο πιο τυχερός από τους Ελληνες μουσικούς. Με την ευκαιρία μιας μόνιμης και διαρκούς συνεργασίας, προσπάθησα να κατανοήσω -αναλύοντας την προσωπικότητά του- πού βασιζόταν αυτή η μεγάλη προσφορά του στο ελληνικό θέατρο. Από πού ξεκινάει και γιατί. Και θεωρώ, εφόσον ο Κουν δεν υπάρχει πια, ότι έχει μεγάλη αξία να γνωρίσουν οι μεταγενέστεροι ποια ήταν τα στοιχεία εκείνα της προσωπικότητας αλλά και της προσφοράς του που τον έκαναν να έχει τόση απήχηση στον κόσμο.
Ο Γιώργος Σκούρτης (από αριστερά) συγγραφέας, ο Γιώργος Λαζάνης (ηθοποιός και σκηνοθέτης) και ο Χρήστος Λεοντής (μουσικός). Τρεις δημιουργοί που υπέγραψαν πολλές επιτυχίες του Θεάτρου Τέχνης, και ιδιαίτερα του νεοελληνικού ρεπερτορίου.

Ο Κουν συγκέντρωνε όλα τα στοιχεία που συνθέτουν μια καλλιτεχνική προσωπικότητα. Είχε όραμα και στόχους. Ήξερε τι χρειάζεται το θέατρο. Τι είναι το θέατρο και γιατί υπάρχει. Σε ποιους απευθύνεται. Αποσκοπούσε στην επαφή με το μεγάλο κοινό. Αναζητούσε τη γνώμη και του τελευταίου εργαζόμενου προκειμένου να εκμαιεύσει ό,τι τον ενδιέφερε. Άκουγε τη γνώμη ή τις υποδείξεις κι έψαχνε τρόπους αξιοποίησής τους, για να μπορέσει το έργο που σκηνοθετούσε εκείνη την εποχή να επικοινωνήσει με το μεγάλο κοινό. Θυμάμαι, πολλές φορές με είχε ξυπνήσει αργά τη νύχτα για να κουβεντιάσουμε. Να μιλήσουμε για το θέατρο. Περισσότερο άκουγε. Σε άφηνε να εκτίθεσαι. Έλεγε μια φράση, σε προκαλούσε, μετά σε άφηνε να μιλάς. Αφουγκραζόταν το συνομιλητή του ο Κουν, χαρακτηριστικό της καλλιτεχνικής αυθεντίας. Η τέχνη έχει ανάγκη δύο πόλους: αυτόν που προσπαθεί να δημιουργήσει και αυτόν που δέχεται το αποτέλεσμα της δημιουργίας. Οι δύο πόλοι δεν μπορούν να λειτουργήσουν αυτόνομα. Ο Κουν το είχε αναπτύξει αυτό μέσα του. Ξεκινούσε μέσα από την ψυχή του και όχι από γνώση-επίγνωση ότι έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα. Αυτό όμως συνέβαλε στην εξέλιξη της συνθετικής ικανότητας του ως σκηνοθέτη. Έπαιρνε όσα στοιχεία μπορούσε να βρει -μικρά ή μεγαλύτερα- από τον οποιοδήποτε εργάτη, ηθοποιό ή θεατή. Αυτά τα κομμάτια -τούβλα τα αποκαλούσε- τα τοποθετούσε έτσι, ώστε να συμβάλουν στην ολοκλήρωση της σύνθεσης που επιχειρούσε εκείνη την εποχή, δηλαδή της παράστασης. Είχε την ικανότητα της συνθετικής φαντασίας. Έβλεπε τελειωμένο το έργο που ήθελε να κάνει. Το αποτέλεσμα που είχε στο μυαλό του τον οδηγούσε στην αναζήτηση των στοιχείων που θα ολοκλήρωναν το όραμα και το στόχο του.

Χρυσοθήρας

Θα μπορούσα να τον παρομοιάσω με τους χρυσοθήρες. Ήξερε ότι ψάχνει για χρυσό και προσπαθούσε να τον αναζητήσει, να τον ανασύρει από οπουδήποτε μπορούσε. Από τους ηθοποιούς ή τους συνεργάτες του, το εργαλείο του, αντλούσε όσα στοιχεία τον ενδιέφεραν για την τέχνη του. Η προσωπική μου εμπειρία: τη μουσική την έγραφα στο θέατρο. Ο Κουν ήταν φάλτσος, δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε μισή μουσική φράση. Όμως έσβηνα και έγραφα, χωρίς εκείνος να μου λέει τίποτα. Αισθανόμουνα στο βλέμμα του, στην ψυχή του, ποια ήταν τα στοιχεία που ικανοποιούσαν το όραμα του. Έτσι, η μουσική αποτελούσε ένα τούβλο ή τον ακρογωνιαίο λίθο του οικοδομήματος του, της παράστασης που ήθελε να φτιάξει. Κάθε φορά που συνεργαζόμασταν αισθανόμουνα να παίρνει την ψυχή μου χωρίς να μου ζητάει τίποτα. Κάθε συνάντηση ήταν μια επώδυνη γέννα που συχνά διαρκούσε έως τις πρώτες πρωινές ώρες... Θυμάμαι μια φορά, όταν μου ζήτησε να κάνω τη μουσική για τις «Τρωαδίτισσες» του Ευριπίδη. Μου είπε να διαβάσω το κείμενο και να πάω να κουβεντιάσουμε. Πήγα στο σπίτι του και με ρώτησε πώς έβλεπα το έργο. Του απάντησα ότι εκείνο που μ’ έκανε να σκεφτώ ήταν ότι έπρεπε να στηριχτούμε στο ένα· στη μοναδικότητα. Το άρεσε η ιδέα μου. Αναλύοντάς την, τον παρέπεμψα σε κινηματογραφικές σκηνές γεμάτες χιόνι. Μια σειρά αιχμαλώτων, μια θολή εικόνα, ένα φίδι ανθρώπινο, προσπαθεί να διαβεί το αχανές τοπίο. Καθένας από αυτούς είναι ένας άνθρωπος· ένας κόσμος. Ένας άνθρωπος που ερωτεύτηκε, πόνεσε, αγάπησε τους συνανθρώπους του, έφτιαξε πράγματα, αγάπησε τα ζώα και τη ζωή. Μια προσωπικότητα με δικό της κόσμο. Τι να σκέφτεται άραγε αυτός ο άνθρωπος μέσα στην ουρά; Δεν ξέρει ποιος είναι, πού πορεύεται, αν θα κοιμηθεί και πού μέσα στο χιόνι· τι θα φάει, πού είναι η μάνα και τα παιδιά του. Αυτή την εικόνα είχα κατά νου, διαβάζοντας το κείμενο του Ευριπίδη. Του άρεσε. Με κώδικες προσπαθούσαμε να κατανοήσει ο ένας τον άλλο. Κι αυτό που σκέπτομαι ακόμη και σήμερα ήταν η πρόκληση που μου δημιουργούσε αυτή η προσωπικότητα. Μια πρόκληση που με οδηγούσε να ανασύρω το οποιοδήποτε χρυσάφι κουβαλάω σαν μουσικός. Γι’ αυτό τον παρομοιάζω με χρυσοθήρα.

Αγάπη για τον ηθοποιό

Ακρογωνιαίος λίθος της προσωπικότητάς του αλλά και της προσφοράς του ως καλλιτέχνη ήταν η «ιδεολογία» του. Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό που γράφεται στα προγράμματα του Θεάτρου Τέχνης: «Δεν κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε το θέατρο. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε εμείς οι ίδιοι». Δεν έκανε θέατρο για να κάνει φιγούρα σε κανέναν ούτε για να πάρει επιχορήγηση. Οι ανάγκες του περιοριζόταν στην υλοποίηση του οράματος του. Η ιδεολογία είναι το στοιχείο εκείνο στο οποίο οφείλει να καταδύσει καθένας από μας που καταπιανόμαστε με τις τέχνες. Γιατί, αν δεν υπάρχει ιδεολογία, η δημιουργία είναι γράμμα κενό, αχρείαστο, τιποτένιο· οδηγεί σε δρόμους που δεν αφορούν κανένα. Το πάθος της δημιουργίας κυριαρχούσε στον Κουν. Κανείς, νομίζω, δεν θα μπορούσε να ζήσει όπως εκείνος: από τις 10 το πρωί στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης έως τη 1 μετά τα μεσάνυχτα. Κυριακές, Χριστούγεννα, Πάσχα, ήταν εκεί. Μετά βίας προσπαθούσαν να τον πάνε μια βόλτα, να φάνε στην Κηφισιά ή την Ακρόπολη. Κι αυτό το πάθος είναι χαρακτηριστικό όσων ανθρώπων έχουν να πούνε και να δώσουν πράγματα.
Μια ιστορική φωτογραφία: Από αριστερά ο δημοσιογράφος και μεταφραστής Κώστας Σταματίου, ο Γιάννης Χρήστου, η σκηνογράφος Χλόη Γεωργάκη-Ομπογένσκι και ο Κάρολος Κουν.

Ξεχωριστό στοιχείο της προσωπικότητάς του ήταν η αγάπη για το υλικό του, τον ηθοποιό. Πίστευε στην ύπαρξη του ηθοποιού. Θεωρούσε ότι δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε χωρίς ηθοποιούς με το ίδιο πάθος, το ίδιο όραμα για το θέατρο. Προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον ηθοποιό, να φέρει στην επιφάνεια την ψυχή του. Δεν είναι τυχαίο ότι είχε δημιουργήσει τη σχολή. Έπαιρνε τον ηθοποιό από το μηδέν, τον έφτιαχνε και τον έριχνε στο στίβο. Σήμερα, μπορεί να μην υπάρχει ο ίδιος. Οι επίγονοί του, όμως, κατάφεραν να κρατήσουν την ίδια ρότα. Η ίδια ατμόσφαιρα υπάρχει στο Θέατρο Τέχνης, άσχετα με τις παραστάσεις, που και στην περίοδο του Κουν άλλοτε ήταν καλές και άλλοτε λιγότερο. Πάντα υπήρχε η ραχοκοκαλιά του ήθους και της ιδεολογίας στην παράσταση, πράγμα που νομίζω ότι δεν υπάρχει σε άλλο θέατρο. Θεωρώ το Θέατρο Τέχνης σαν το σπίτι μου, γιατί από το 1972 που πρωτόγραφα τον «Καραγκιόζη» του Γιώργου Σκούρτη έως και σήμερα, αν χρειαστεί, είμαι από τους μόνιμους συνεργάτες του. Είμαι υπερήφανος που συνέβαλα -στο μέτρο που μπορούσα- στην ιστορία αυτού του θεάτρου. Είχαμε και παγκόσμιες επιτυχίες όπως ήταν οι «Αχαρνής», η «Ειρήνη», οι «Βάκχες», παραστάσεις που όργωσαν όλο τον κόσμο με διθυραμβικές κριτικές.

Πολύπλευρη έρευνα

Η μουσική -παρότι ήταν φάλτσος- ήταν γι’ αυτόν ο θεμελιωδέστερος παράγοντας μιας παράστασης, κυρίως του αρχαίου δράματος. Να δώσω ένα παράδειγμα: Σκέφτεται κανείς τις παραστάσεις των «Ορνίθων» ή των «Αχαρνών», ακόμη και με τους ίδιους ηθοποιούς, τι θα ήταν χωρίς τις συγκεκριμένες μουσικές; Δεν ξέρω αν θα ήταν καλύτερες ή χειρότερες, πάντως θα ήταν διαφορετικές. Αυτό ο Κουν το ήξερε. Στην παράσταση των «Αχαρνών» του είχε κάνει εντύπωση ο πρωτογονισμός του ήχου. Είχα βασιστεί σε ζουρνάδες και κρουστά κάθε είδους. Αυτό που του άρεσε ήταν η αυθεντικότητα, η καταβολή αυτών των ήχων. Αισθανθήκαμε πως έτσι θα ήταν και στην εποχή του Αριστοφάνη. Καταγραφόταν μια πολιτισμική συνέχεια που ξεκινούσε από την αρχαία εποχή· έφτανε από το δημοτικό ή το βυζαντινό τραγούδι και έως τις μέρες μας. Όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούσαν ένα πρότυπο, ένα μοντέλο. Ό,τι έκανε με μένα ο Κουν έκανα κι εγώ με τους ήχους αλλά και τους συνεργάτες μου. Διδάχτηκα πολλά, θα μπορούσα να πω ότι δάσκαλος μου ήταν ο Κουν παρότι δεν ήταν μουσικός. Μουσική έμαθα στο Ωδείο. Αλλά αυτό που ονομάζεται πηγή της δημιουργίας, άρα και της μουσικής, την ιδεολογία της τέχνης μού τη δίδαξε ο Κουν. Κι αυτό κάνω αυτή τη στιγμή. Δημιουργώ αγνοώντας τον περιβάλλοντα ηχητικό χώρο, δεν με ενδιαφέρει τι κάνουν οι άλλοι. Αυτό μπορεί να με έχει οδηγήσει σε ακραίες θέσεις. Δεν μετανιώνω· αντίθετα, το θεωρώ πολύ δημιουργικό, αυτό που με κρατάει ζωντανό. Το ένστικτό οδηγούσε την πολύπλευρη έρευνα του Κουν. Αναζητούσε παντού τις καταβολές του θεάτρου, της μουσικής, της σκηνογραφίας. Τον ενδιέφερε το υλικό στην πιο πρωτόγονη μορφή, ακριβώς επειδή πίστευε ότι αποστολή του ήταν να ανακαλύψει τις καταβολές του ίδιου του ανθρώπου, της τέχνης που δημιούργησε. Ο μουσικός που τον επηρέασε πολύ ήταν ο Γιάννης Χρήστου. Εκείνος έψαχνε στοιχεία από τη μουσική της Ανατολής, τα οποία ενσωμάτωνε στη δημιουργία του. Για παράδειγμα, η μουσική των «Περσών». Είχε επηρεάσει τον Κουν. Πίστευε, ότι «Εξ Ανατολών το Φως». Τώρα πια έχω κι εγώ την ίδια πεποίθηση. Αν ξανάρχιζα τις σπουδές μου, θα προσανατολιζόμουν την ανατολίτικη μουσική. Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η ουσία των πραγμάτων. Μου μιλούσε συχνά με μεγάλο θαυμασμό για την ιδεολογική συγκρότηση, τη φιλοσοφική σκέψη του Γιάννη Χρήστου. Και δεν είχε άδικο. Γιατί ο Χρήστου ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Ήταν ο καλλιτέχνης που σκεπτόταν, ερευνούσε και εξέφραζε ερωτήματα μέσα από την τέχνη του.

Κάρολος Κουν
7 Ημέρες της Καθημερινής
Αθήνα
1999


from anemourion https://ift.tt/2VjN8HP
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.