Στο ιδανικό λεξικό του παλιού σινεμά θα βρίσκαμε το κινηματογραφικό της πορτρέτο στο γράμμα κάπα. Όχι γιατί τη λένε Καββαδία, αλλά γιατί το όνομά της είναι συνώνυμο της λέξης κακιά. Κακιά πεθερά, κακιά αδελφή, κακιά σε όλους τους τόνους και σε όλες τις εκδοχές. Εγκληματική, μοχθηρή, ιντριγκαδόρα, υστερική ή απλώς φαρμακομύτα και στρυφνή, όπως στην κωμωδία ΜΙΑ ΤΡΕΛΛΗ ΣΑΡΑΝΤΑΡΑ. Θυμάστε την ιστορία. Η εύθυμη χήρα, η Ρένα Βλαχοπούλου, ερωτεύεται τρελά ένα σχετικά νέο βιολιστή, τον Μπάρκουλη. Εκείνη είναι η μεγαλύτερη αδελφή· κοκάλω την ανεβάζει, κοκάλω την κατεβάζει η Ρένα. Προσπαθεί, ματαίως βέβαια, να φρενάρει τον έρωτά της και να την παντρέψει με έναν κουφό, αλλά πλούσιο γέρο, τον Γιώργο Γαβριηλίδη.
«Με ξάφνιαζε πάντα ο τρόπος που αντιδρούσε ο κόσμος την ώρα που έβλεπε τις ταινίες μου», εξομολογείται η Τασσώ Καββαδία.
«Ένιωθες πως θα με σκίσουν, αν με δουν μπροστά τους.
»Κυρίως στην επαρχία, στα χωριά.
»Γιατί μη νομίζετε ότι τότε η Αθήνα έτρεχε να δει ελληνικά έργα. Τα περισσότερα παίζονταν περιφερειακά.
»Ό άντρας μου δυο τρεις φορές, που έτυχε να είμαστε μαζί στην αίθουσα, τρόμαξε.
− Πάμε να φύγουμε, μου έλεγε.
− Γιατί;
− Καλέ, αυτοί θα σε λιντσάρουν. Δεν το βλέπεις; Θα σε λιντσάρουν.
− Εντάξει, έλεγα αντιδρώντας, μα παίζω καλά.
− Ναι, αλλά αυτοί δεν το ξέρουν, με αποστόμωνε, ο άντρας μου. Έχουν παθιαστεί εναντίον σου γιατί δεν αφήνεις την κοπέλα να παντρευτεί τον καλό της.
»Εγώ καμάρωνα, γιατί έπαιζα καλά. Καμάρωνα, αλλά οι άνθρωποι δεν το ξέρανε πως απλώς παίζω. Πιστεύανε ότι είμαι αυτό που βλέπουν. Πιστεύανε ότι είμαι όντως κακιά. Ακόμη και τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια, που μ’ έχουν δει χιλιάδες φορές στην τηλεόραση να μιλάω και να είμαι αυτή που είμαι ή να παίζω κωμωδία, ακόμη και τώρα εκείνη την εικόνα μου θυμούνται, την παλιά.
»Τα άλλα, τα πιο πρόσφατα τα έχουνε ξεχάσει. Θέλουν αυτή τη σκληρή, την αυστηρή γυναίκα. Δεν το καταλαβαίνω το γιατί.
»Πάντα τους άρεσε. Τώρα ακόμη πιο πολύ. Γιατί τώρα εκείνες τις ταινίες, λόγω τηλεόρασης, τις έχουν δει όλοι, νέοι και ηλικιωμένοι, ακόμη κι αυτοί που δεν τις είχανε δει τότε. Γιατί η τηλεόραση μάς έβαλε στα σπίτια. Μη γελιόμαστε».
Εδώ υπάρχει ένα οξύμωρο σχήμα. Η μικρή οθόνη συντέλεσε τα μέγιστα ώστε να μπει ταφόπλακα στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, τον λεγόμενο εμπορικό. Τον δικαίωσε όμως μετά θάνατον. Τον ανέστησε και τον διαιωνίζει… Στο σημείο αυτό, αξίζει τον κόπο να κάνουμε μια παρένθεση και να αναφερθούμε στην (αναπόφευκτη) σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων. Όπως αυτή προέκυψε εξ απαλών ονύχων της τηλεόρασης στον τόπο μας. Ο Μιχάλης Γιαννακάκος διευθυντής του πρώτου πειραματικού σταθμού, είχε πει σε συνέντευξή του, στον συνοδοιπόρο του σκηνοθέτη Γιώργο Δάμπαση:
«Επρεπε να δημιουργήσουμε μια νέα «αγορά». Γιατί μόνο αν αγοράζονταν δέκτες από τα μαγαζιά και μπαίναν στα ελληνικά σπίτια, δεν θα μπορούσε κανείς να σταματήσει τον ερχομό της τηλεόρασης. Όπως και έγινε φυσικά. Για την προσπάθεια αυτή καταφύγαμε σε δύο ελκυστικούς πόλους ενδιαφέροντος του κοινού.
»Από τη μια μεριά, ήταν το ποδόσφαιρο.Και γι’ αυτό αγοράσαμε τον Σεπτέμβριο του 1965 ταινίες με το Παγκόσμιο Κύπελλο.
»Τα αποτελέσματα ήταν πολύ εντυπωσιακά. Όπως μας πληροφόρησαν οι έμποροι, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα αγοράστηκαν 15.000 τηλεοπτικοί δέκτες. Από την άλλη, έπρεπε να ενισχύσουμε το πρόγραμμά μας μ’ ένα ακόμα στοιχείο που θα γοήτευε τις μάζες. Κι αυτό θα ήταν η προβολή ελληνικών ταινιών μεγάλου μήκους.
»Οι δυσκολίες στη σχέση μας με τον ελληνικό κινηματογράφο ήταν πολλές. Ο Φίνος, ο πατριάρχης του ελληνικού σινεμά, ήταν φοβερά αντίθετος στην τηλεόραση. Πίστευε ότι ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός της κινηματογραφίας είναι η μικρή οθόνη. Δεν ήθελε να ‘χει καμία σχέση μαζί της και επηρέαζε, όπως ήταν φυσικό, πολλούς από τους συναδέλφους του. Αναγκάστηκα προσωπικά να πάω να τον δω (εξάλλου γνωριζόμαστε από παλιά), με σκοπό να τον κάνω να μαλακώσει και να πειστεί να δώσει καμία από τις ταινίες του. Έμεινε ανένδοτος. Στο τέλος μού επετέθη και μου είπε:
«Βρε αδερφέ, τι κατάσταση είναι αυτή; Δεν έχετε μάτια να δείτε τι χάλια πρόγραμμα βγάζετε; Τι να ενισχύσεις σ’ αυτή την υπόθεση;»
»Του απάντησα:
«Καλά, έχεις δίκιο, το πρόγραμμα πράγματι δεν είναι καλό. Αλλά αν θέλεις να δεις τι ακριβώς κάνουμε, πάμε έξω στη βεράντα του σπιτιού σου για να προσέξεις τις ταράτσες της Αθήνας. Γιατί τότε θα καταλάβεις πως έχουμε αλλάξει την όψη της πόλης. Και σε λίγο θα έχουμε αλλάξει τη μορφή όλης της χώρας. Κι αυτή η αλλαγή σημαίνει κάτι. Κάτι πάρα πολύ σοβαρό. Ότι αλλάξαμε τον τρόπο επικοινωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους (...)
»Στα πρώτα στάδια της πειραματικής είχαμε να αντιμετωπίσουμε, εκτός από την αδιαφορία των κινηματογραφιστών, τη δυσπιστία των διανοουμένων και την εχθρική στάση του Τύπου. (...)
»Θυμάμαι πως ένα βράδυ πήγα στα γραφεία μιας εξαιρετικά έγκυρης εφημερίδας και με τη διευθύντριά της είχα μια πολύωρη συζήτηση, αναπτύσσοντας όλα μου τα επιχειρήματα υπέρ της προσπάθειας που κάναμε. Και στο τέλος είχα πει χαρακτηριστικά:
−Στο κάτω−κάτω, γιατί τη μάχεστε την τηλεόραση; Καλώς ή κακώς, η τηλεόραση ήρθε επιτέλους στην Ελλάδα.
»Και η διευθύντρια της εφημερίδας μου απάντησε τότε:
− Δεν έχεις άδικο. Η τηλεόραση είναι μια πραγματικότητα. Και γι’ αυτό προτιμώ να είμαι στην υπόθεση της τηλεόρασης in και όχι out... Η απάντησή της αυτή ήταν μία από τις μεγαλύτερες νίκες της πειραματικής τηλεόρασης».
Χρόνο με τον χρόνο η σύγκρουση μεγαλώνει. Η δημοσιογράφος Σούλα Αλεξανδροπούλου στις 25/8/1970, δημοσιεύει στο περιοδικό ΦΑΝΤΑΖΙΟ σχετική έρευνα. Οι τίτλοι είναι χαρακτηριστικοί: «Παραγωγοί και σκηνοθέτες σε συναγερμό. Η τηλεόραση καταβροχθίζει τον κινηματογράφο!… Οι θεατές μειώθηκαν πέρυσι κατά 40% στην Αθήνα. Δούλεψαν μόνον λίγες ξένες κι ελληνικές ταινίες με μεγάλα ονόματα και λαϊκή ποιότητα. Μόνο το κράτος μπορεί πλέον να προστατέψει αποτελεσματικά την ελληνική 7η Τέχνη...»
Στο πλαίσιο της έρευνας, ανάμεσα σε άλλους, παραχωρεί συνέντευξη και ο Φίνος. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα:
«Ποια είναι η έκταση του προβλήματος:
− Το πρόβλημα είναι σοβαρό, κυρίως στην Αθήνα.
− Σε ποιες ταινίες η εισπρακτική κάμψη ήταν περισσότερο αισθητή;
− Σ’ αυτές οι οποίες στην κινηματογραφική γλώσσα λέγονται «αρπαχτές». Οι καλές ταινίες δούλεψαν περισσότερο από άλλες χρονιές!
− Σκέπτεσθε να γυρίσετε ταινίες για την τηλεόραση;
− Όχι.
− Ποια είναι, λοιπόν, η γραμμή αμύνης σας;
− Η βελτίωση της ποιότητας των ταινιών μας και ο αποκλεισμός των ηθοποιών μας από την τηλεόραση. Ας δημιουργήσουν δικούς τους ηθοποιούς (...)
− Πιστεύετε πως ο κινηματογράφος χάνει οριστικά τη μάχη;
− Όχι στην Ελλάδα, για την ώρα. Έχει πολλά στοιχεία με το μέρος του. Είναι το πιο ξεκούραστο θέαμα, προσφέρει χρώμα (ενώ δεν έχουμε έγχρωμη τηλεόραση) και τη δυνατότητα επιλογής...»
Κλείνω τη. ..(μεγάλη, ομολογουμένως) παρένθεση με ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ρεπορτάζ απογευματινής εφημερίδας, του 1966. Το καταγράφει ο Γιώργος Δάμπασης στο βιβλίο του ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ.
«Οι κινηματογραφιστές δεν βλέπουν με καλό μάτι τη λειτουργία της τηλεοράσεως. Παραγωγός πολύ γνωστός για τη μετάδοση μιας ταινίας του γυρισμένης προ δεκαετίας εζήτησε 150.000 δρχ. (τιμή εντελώς αστρονομική, καθ’ ην στιγμήν ξένοι οπερατέρ προσφέρουν ταινίες διάρκειας 30 λεπτών αντί 900 δρχ. μόνον...). Οι μεγάλοι παραγωγοί είναι αποφασισμένοι, εν συνεργασία με τους ιδιοκτήτας αιθουσών κινηματογράφων, να μην επιτρέψουν το σπάσιμο των τιμών σε μικρούς παραγωγούς που θα ήθελαν να συνεργαστούν με την τηλεόραση. η ποινή θα είναι: Να μην προβάλλεται ταινία τους στους κινηματογράφους».
Ας επανέλθουμε, όμως, στην ηρωίδα μας. Η Τασσώ Καββαδία δε μετάνιωσε για το ρόλο της κακιάς που καθιέρωσε. Μοιάζει να ευγνωμονεί εκείνη τη γυναίκα, (...και την τηλεόραση):
«Αυτός ο ρόλος με έχει κάνει να ζω ακόμα στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, και τον αγαπώ γι’ αυτό.
»Αυτόν τον ρόλο δεν τον διάλεξα εγώ. Κάποιοι άλλοι τον διαλέξανε για μένα, και χαίρομαι που βρήκανε κάτι που μου πήγαινε τόσο πολύ».
Πόσο μοιάζει όμως η Τάσσω Καββαδία σ’ αυτόν τον τύπο της γυναίκας;
«Δεν έχω πολλά κοινά στοιχεία με τον ρόλο που παίζω.
»Εντάξει, είμαι αυστηρή. Αυτό μόνο.
»Το ξέρω ότι είμαι αυστηρή. Ξέρω ότι τα μάτια μου γίνονται αυστηρά, όταν κοιτάνε. Εκπέμπουν κάποιο... κάτι που δεν ξέρω πώς να το χαρακτηρίσω.
»Μου το λέγανε μικρά και τα εγγόνια μου, όταν, ας πούμε, τα μάλωνα.
− Μη μας κοιτάς έτσι, μου λέγανε κάπως φοβισμένα.
»Δεν τα μάλωνα άγρια. Απλώς τα κοιτούσα άγρια».
Η Τασσώ Καββαδία είναι από τις λίγες γυναίκες που όχι μόνο δεν κρύβει τα χρόνια της, αλλά υπερηφανεύεται γι’ αυτά. Κάνει χιούμορ με την ηλικία της:
«Γεννήθηκα το ’21. Μια στιγμή, όχι το 1821, το 1921 εννοώ.
»Άρα έχω κλείσει για τα καλά τα ογδόντα κι έχω αποφασίσει να μείνω εκεί για μια δεκαετία. Στα ενενήντα θα τα ξαναπούμε, λοιπόν.
»Ξέρετε ο κόσμος από παλιά πάθαινε κάποια σύγχυση σχετικά με τα χρόνια μου. Στις ταινίες οι γυναίκες που έπαιζα ήταν πάντα πιο μεγάλες από την πραγματική μου ηλικία. Κι όταν πηγαίναμε εκδρομές σε χωριά, ας πούμε, συνέχεια με ρωτούσαν:
− Έχετε μεγαλύτερη αδελφή ηθοποιό;
− Ναι, τους πείραζε ο άνδρας μου. Έχει μια αδελφή μεγαλύτερη που είναι ηθοποιός. Αυτή είναι η μικρότερη».
Το παραμύθι της ζωής της ξεκινά στην Πάτρα.
«Έζησα εκεί για δύο χρόνια.
»Το περίεργο είναι ότι το σπίτι που γεννήθηκα υπάρχει ακόμα. Το έχουνε οι πρόσκοποι τώρα. Όπως υπάρχει ακόμα και το σπίτι που μεγάλωσα, όταν ήλθαμε στην Αθήνα.
»Είναι τέρμα Ιπποκράτους, στην οδό Μπαφατσώρη.
»Τότε βέβαια το σπίτι ήτανε επάνω σ’ ένα ρέμα. Τώρα δεν υπάρχει το ρέμα. Είναι κτισμένες πολυκατοικίες γύρω γύρω.
»Στην αρχή, στα πρώτα χρόνια, δεν είχαμε ακόμη ηλεκτρικό ρεύμα, είχαμε λάμπες πετρελαίου.
»Δεν είχαμε επίσης νερό στο σπίτι, μάς το φέρνανε οι νερουλάδες και το αποθηκεύαμε σε στάμνες ή κανάτια.
»Η παιδική ζωή μου, όμως, με μια λέξη ήτανε ευτυχισμένη.
»Ζούσα κοντά σε πολύ αγαπημένους γονείς, μια ζωή πολύ ήρεμη, πολύ άνετη. Ένα από τα πρώτα πράγματα που θυμάμαι με μεγάλη νοσταλγία ήταν ένας περίπατος − ή καλύτερα μια εκδρομή − που κάναμε τότε. Πηγαίναμε με άμαξα στο κτήμα Θον, στους Αμπελόκηπους, όπου υπήρχαν δέντρα, αμπέλια κι ελιές.
»Με είχε εντυπωσιάσει.
»Σε κείνη τη γειτονιά πρωτόδα κινηματογράφο, τον “Μπεν Χουρ” στον κινηματογράφο Κόσμο, στη Μαυρομιχάλη.
»Μ’ άρεσε ο κινηματογράφος. Είναι ένα ωραίο παραμύθι.
»Το παραμύθι των μεγάλων, όπως λέω τώρα.
»Σε κείνη τη γειτονιά έζησα τον πόλεμο. Έζησα την Κατοχή. Υπήρξα μάλιστα και Αδελφή του Ελέους του Ερυθρού Σταυρού.
»Σε κείνη τη γειτονιά έβγαλα και το σχολείο, αλλά δε σπούδασα.
»Ό πατέρας μου με πάντρεψε νωρίς νωρίς, για να μη σπουδάσω, όχι μόνο θέατρο, που ήθελα εγώ, αλλά για να μη σπουδάσω γενικά.
»Δεν έπρεπε να βγαίνω από το σπίτι.
»Τα καθώς πρέπει κορίτσια, έλεγε, δεν πρέπει να βγαίνουν από το σπίτι. Έτσι παντρεύτηκα κι έκανα τρία παιδιά.
»Εδώ να κάνω μια παρένθεση: Τον ευγνωμονώ τον πατέρα μου γι’ αυτό που μου έκανε. Γιατί αν είχα βγει στο θέατρο, δε θα είχα τα τρία παιδιά που έχω σήμερα και τα τρία εγγόνια. Κλείνω την παρένθεση.
»Μετά χώρισα από τον άντρα μου. Δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε βέβαια γιατί ήταν ένας γάμος πώς να το πω...
»Ξέρετε πώς γινότανε τότε. Σου φέρναν τον γαμπρό, τον έβλεπες... Ε, καλός ήτανε, τον παντρευόσουν. Και μετά ανακάλυπτες ότι δεν τον πηγαίνεις, όπως δεν πηγαίνει κι αυτός εσένα, ότι δεν είχατε καμία σχέση».
Η Τασσώ Καββαδία ήταν και παραμένει άνθρωπος δυναμικός κι ανήσυχος.
Τελικά σπούδασε θέατρο, αλλά και πιάνο και ζωγραφική και διακόσμηση.
Παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον δημοσιογράφο Βασίλη Καζατζή και εργάστηκε και η ίδια επαγγελματικά για πολλά χρόνια ως δημοσιογράφος. Υπήρξε επί μακρόν συνεργάτιδα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας σε ειδικές εκπομπές και θεατρικά έργα. Έχει μεταφράσει πλήθος βιβλίων από ΝΟΡΑ και ΒΙΠΕΡ μέχρι σοβαρή λογοτεχνία και θεατρικά έργα. Στο θέατρο ο πρώτος της ρόλος ήταν η κυρία Γουέμπ στη ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ του Θόρντον Ουάιλντερ, το 1954 με το Θέατρο Τέχνης. Αλλά ας την αφήσουμε την ίδια να συνεχίσει την αφήγησή της από εκεί που σταμάτησε...
«...Αφού χώρισα, σπούδασα για έξι μήνες διακόσμηση στο Παρίσι. Όταν επέστρεψα, ασχολήθηκα κατ’ αρχήν με τη σκηνογραφία. Δάσκαλός μου εκεί, στη Σχολή Σταυράκου, ήταν ο Τσαρούχης. Ο Τσαρούχης ήταν αυτός που με συμβούλεψε να παρακολουθήσω και μαθήματα υποκριτικής στη σχολή του Κουν, που στεγαζόταν στο ίδιο κτίριο. Ένα βράδυ τυχαία στο καμαρίνι του Χορν συναντώ τον Μιχάλη Κακογιάννη. Ήμουνα ντυμένη επίσημα με καπέλο και γάντια, γιατί λίγο πριν, ως προσκεκλημένη της Τζίνας Μπαχάουερ, είχα παρακολουθήσει από το βασιλικό θεωρείο μια συναυλία της στον Ορφέα. Αυτή η κομψή ντάμα, αυτή η πολύ κοσμική Αθηναία, που είδε μπροστά του ο Κακογιάννης, ήταν ό,τι έπρεπε για να παίξει τον ρόλο που τελικά έπαιξα στο “Κυριακάτικο Ξύπνημα”.
»Ούτε ο Κακογιάννης, ούτε ο Χορν ήξεραν ότι ήμουνα μαθήτρια του Κουν. Όταν τους το είπα, ενθουσιάστηκαν και μου πρότειναν να παίξω στην ταινία. Ο Κουν όμως δε μας επέτρεπε να παίζουμε στον κινηματογράφο. Δε μας έδινε την άδεια. Εγώ όμως του την εκμαίευσα. Ούτε κατάλαβε ποτέ πώς έγινε.
»Μπαίνω μέσα στην τάξη κι αρχίζω να του λέω στα γρήγορα για να μην προλάβει να μιλήσει. Ούτε θυμάμαι τι ακριβώς του είπα.
−Σας παρακαλώ, κύριε Κουν, μη μου πείτε όχι, κατέληξα.
»Είχε μείνει αποσβολωμένος και ψέλλισε ένα ναι.
»Έφυγα αμέσως, προτού προλάβει και το ξανασκεφτεί και το μετανιώσει. Μετά αναρωτιόταν μπροστά στα παιδιά της σχολής:
−Τώρα εγώ γιατί της είπα ναι; Όχι έπρεπε να της πω.
»Αλλά ήταν πλέον αργά. Πήγα στην Αίγυπτο και γύρισα την ταινία της καριέρας μου.
»Ό κινηματογράφος μού άνοιξε μια περίεργη πόρτα. Ανακάλυψα ότι μ’ αρέσει να έχω έναν θεατή και να παίζω για κείνον. Αυτός ο θεατής ήταν ο φακός. Με ενθουσίαζε η ιδέα ότι παίζω μπροστά σε κάποιον.
»Δεν εγκατέλειψα όμως το θέατρο. Όταν ξανάνοιξε η σχολή τον Σεπτέμβρη − πήγαινα στο τρίτο έτος − , ο Κουν ήταν πολύ θυμωμένος μαζί μου. Αλλά όταν είδε την ταινία του πέρασε... Γι’ αυτό όταν αποφοίτησα, με πήρε και με κράτησε στο Θέατρο Τέχνης τέσσερα χρόνια».
Η αλήθεια είναι βέβαια πως πήρε κάτι παραπάνω από καλές κριτικές γι’ αυτή την παρθενική κινηματογραφική της εμφάνιση. Η συνήθως δύσκολη στους επαίνους της Ελένη Βλάχου στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 13ης Ιανουαρίου του 1954 έγραψε − μεταξύ άλλων − για τους ηθοποιούς και το ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΞΥΠΝΗΜΑ:
«Ο Τάκης Χορν είναι έκτακτος στον ρόλο του και τον παίζει με ευθυμία και άνεση, όπως και ο Παππάς στον ρόλο του δικηγόρου, που δεν μένει αδιάφορος μπροστά στα νιάτα και την ομορφιά. Αυτά τα δύο τελευταία τα προσφέρει γενναιόδωρα στην ταινία η Έλλη Λαμπέτη, η οποία όμως κάπως παραπαίζει παρατρέχει και φεύγει από το λιτό κινηματογραφικό «στυλ»που έχουν κατορθώσει να δώσουν, όχι μόνο ο Παππάς και ο Χορν, αλλά και οι δύο αποκαλύψεις της ταινίας: η Τασσώ Καββαδία και η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου.
»Η πρώτη κατόρθωσε να δώσει με θαυμαστή αξιοπρέπεια τον αφόρητο ρόλο της νευρασθενικής ζηλιάρας και να γίνει πιστευτή και σχεδόν συμπαθής. Η δεύτερη, μια έξυπνη μελαχρινή, ήταν χαριτωμένη και ξεκούραστα φυσική στον ρόλο της μικρής αδερφής. Άλλωστε και στους δύο άλλους γυναικείους ρόλους, της μητέρας και της ρομαντικής γεροντοκόρης, η Σ. Νοταρά και η X. Πατεράκη στάθηκαν λαμπρά... Το φιλμ προχωρεί γοργά, οι εικόνες καλά συνδεμένες − διηγούνται την υπόθεση απλά και φυσικά... Αυτό το ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΞΥΠΝΗΜΑ της Μήλλας Φιλμ ήταν μια τέτοια ανακούφιση, ώστε αισθάνθηκα την υποχρέωση να το χαιρετίσω με κάποια ιδιαίτερη επισημότητα, να το πάρω από τη στήλη της εβδομαδιαίας γκρίνιας και να του πω εδώ το Καλώς όρισες φιλμ!”...»
Στον Κουν παρέμεινε μέχρι το 1958 κι έπαιξε μεταξύ άλλων στα έργα: «Ματωμένος γάμος»του Λόρκα, (στον ρόλο της πεθεράς) «Τριαντάφυλλο στο στήθος»του Τένεσι Ουίλιαμς, «Ο κύκλος με την κιμωλία»του Μπρέχτ κ. ά. Το 1962 παίζει στον «Όμηρο»Μπρένταν Μπίαν με το κυκλικό θέατρο του Λεωνίδα Τριβυζά. Έκτοτε και μέχρι σήμερα έχει παίξει σε δεκάδες θέατρα και συνεχίζει. Στον κινηματογράφο, μετά το «Κυριακάτικο Ξύπνημα»με τη Λαμπέτη, ακολούθησε η θρυλική «Στέλλα»πάλι του Κακογιάννη με τη Μελίνα Μερκούρη και αρκετές ακόμη ταινίες όπως: «Καταδικασμένη από το παιδί της»του Φίλιππα Φυλαχτού, «Διακοπές στην Αίγινα»του Ανδρέα Λαμπρινού, «Η αμαρτία της ομορφιάς»του Γιάννη Δαλιανίδη. Μία από τις τελευταίες − προς το παρόν − εμφανίσεις της στις σκοτεινές αίθουσες ήταν στο «Φοβού τους Έλληνες»του Λάκη Λαζόπουλου. Ως ηθοποιός είναι παρούσα από τα πρώτα χρόνια της ελληνικής τηλεόρασης («Ο σπαγκοραμμένος»του Νίκου Μαστοράκη με τον Σταύρο Ξενίδη, «Ταβέρνα»με τον Παντελή Ζερβό κ. ά.) μέχρι σήμερα: (Ο χήρος, η χήρα και τα χειρότερα», «Παππούδες εν δράσει», «Για μια γυναίκα κι ένα αυτοκίνητο»κ. ά.) Εξακολουθεί και μεταφράζει. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό το πορτρέτο θα παραμείνει ημιτελές, για μια γιαγιά ακόμη εν πλήρει δράσει και αισιοδοξία.
«Εγώ βλέπω χρωματιστά όνειρα από τότε ακόμη που οι ταινίες ήταν ασπρόμαυρες.
»Ξεκινώ τη μέρα μου με ένα ευχαριστώ σ’ αυτόν τον ήλιο που έχουμε από πάνω μας, τον ήλιο που λούζει τη ζωή μας.
»Και κοιτώ το αύριο, όχι το χθες...
»Το χθες πέρασε, τελείωσε. Το αύριο...»
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΙΧ. ΠΡΕΚΑΣ
ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ..
ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
2006
from anemourion https://ift.tt/alwzOs7
via IFTTT
.jpeg)



