ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ (1905-1972)

ΑΓΝΩΣΤΟΥ | «Δεν εγεννήθηκα κακός, ούτε σκέφτηκα ποτές μου να φχαριστηθώ άμα λυπηθεί ο άλλος. Δεν εγεννήθηκα κακός, ούτε για να ζήσω τη ζωή μου όπως την έζησα. Και γι' αυτό παίρνω το θάρρος να εκθέσω τα αμαρτήματα μου στον κόσμο. Σε έναν κόσμο που εγώ πρώτος, του τραγούδησα τις χαρές και τις λύπες του, τα πλούτη και τη φτώχεια του, την ορφάνεια του και την ξενιτιά του. Αυτός ο κόσμος θέλω να γίνει ο εξομολόγος
Ο ΜΑΡΚΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΡΗΣ
μου και πιστεύω ότι όλοι αυτοί για τους οποίους έχω γράψει και γράφω μα και θα γράφω εκατοντάδες τραγούδια, θα με συγχωρέσουν, μια και αυτός είναι ο σκοπός της περιγραφής και εξιστορήσεως της ζωής μου, δηλαδή η συγνώμη και η συγχώρεση. Γι' αυτό όσοι θα διαβάσετε την ιστορία μου, φίλοι ή ξένοι, γνωστοί ή άγνωστοι, και μάλιστα οι γνωστοί μου, να 'ρθείτε να μου σφίξτε το χέρι και να μου πείτε ένα ανοιχτόκαρδο γεια σου. Να μου πείτε πως όλα περάσανε, ότι όλα αυτά ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Να μου πείτε πως αν ζούσατε την ίδια ζωή με μένα, τα ίδια θα παθαίνατε και τα ίδια θα κάνατε». Μ' αυτά τα λόγια ξεκινά την «Αυτοβιογραφία» του ο Μάρκος Βαμβακάρης η οποία πέρα της αξίας της ως πηγή πληροφοριών της ζωής και της δημιουργίας του «μάγκα» του ρεμπέτικου τραγουδιού, θεωρείται πολυτιμότατη για τη μελέτη των ηθών, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας και των περιθωριακών στοιχείων της ελληνικής κοινωνίας μας των αρχών του 20ού αιώνα.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε σε μια φτωχική συνοικία της Άνω Χώρας Σύρου, στις 10 Μαΐου 1905, «ημέραν Τετάρτη και ώρα τρίτη πρωινή, από γονείς πάμπτωχους». Καθολικούς στο θρήσκευμα «που αγαπούσαμε το Θεό. Πήγαινα κάθε Κυριακή στην εκκλησία του Σαν Σαμπαστιά κ' έψελνα. Δεν τα θυμάμαι πια όμως. Και το "Πάτερ ημών" μισό το ξέρω, όπως και το "Πιστεύω" μισό το ξέρω, όπως και το "Πράξις συντριβής" που έχουμε εμείς οι καθολικοί...» («Αυτοβιογραφία», σελ. 40). Το 1909 «έτυχε να είμαι πρώιμο στην ανάπτυξη και τότε δε λογάριαζαν ηλικία. Με έστειλε ο πατέρας μου στο σχολειό. Αγάπησα τα γράμματα... Μ' άρεσε πολύ η ιστορία. Τότες, τα παλιά, Ξέρξης, Αρταξέρξης, τέτοια πράγματα, η εν Σαλαμίνι ναυμαχία. Δεν θα μπορέσω να το ξέρω γιατί μ' αρέσανε τόσο. Και μέχρι τώρα ακόμη μ' αρέσουν. Το Βυζάντιο, η Κωσταντινούπολις, η άλωσις της Κωσταντινουπόλεως, και μέχρι τώρα ακόμη άμα βρω βιβλία που γράφουνε γι' αυτά, τα διαβάζω. Αυτό φαίνεται και στα τραγούδια μου. Ιδίως στο:

Ήμουνα μάγκας μια φορά / με φλέβα αριστοκράτη,  / τώρα θα γίνω δάσκαλος / σαν το σοφό Σωκράτη. // Ο Πάρης θα γινόμουνα / να ’κλεβα την Ελένη,  / να 'φηνα τον Μενέλαο / με την καρδιά καμένη. // Ήθελα νά ’μουν Ηρακλής / όταν σε πρωτοείδα / να σού ’κοβα την κεφαλή / σαν τη Λερναία Ύδρα. // Τι άλλο θέλεις να γινώ / για να με αγαπήσεις; / Εσύ με το κεφάλι σου / τον Ξέρξη θα ζητήσεις.
ΑΠΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ, Η ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑ ΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ, Η ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΡΟΖΑ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥΣ ΕΛΠΙΔΑ. ΤΟ ΟΡΘΙΟ ΠΑΙΔΙ ΠΙΣΩ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΓΥΡΗΣ, ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ. ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΠΟ ΔΕΞΙΑ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ ΠΕΡΙΠΟΥ 40 ΕΤΩΝ, ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΕΞΙΑ ΜΙΑ ΦΙΛΗ ΤΟΥ.
Μα η σχολική εμπειρία δεν κράτησε πολύ. Οι βιοποριστικές ανάγκες και ο πόλεμος του 1912 που πήρε τον πατέρα του στρατιώτη τον ανάγκασαν να την εγκαταλείψει μόλις έμαθε λίγα γράμματα και ήξερε να διαβάζει. «Κι ήμουν το μεγαλύτερο παιδί κι έπρεπε κάτι να κάνω να κονομάω. Έστω κι ένα δίφραγκο την εβδομάδα ήτανε μεγάλη δουλειά». Κατ' αρχήν εργάσθηκε ως παραγιός ενός θείου του που τον μεταχειρίστηκε με κτηνώδη βαναυσότητα και ως εφημεριδοπώλης στην υπηρεσία ενός τοπικού εκδότη που εκμεταλλευόταν και άλλους ανηλίκους. Έτσι πρωτογνώρισε τον υπόκοσμο και πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε φοβερή αθλιότητα. «Μαζί με μένα ήταν περίπου τριάντα παιδιά ακόμη που όλα πουλούσαν σαν κι εμένα εφημερίδες (...).
Η μητέρα μου που καταλάβαινε ότι η δουλειά αυτή δε θα μου ήταν για καλό, με μάλωνε κάθε μέρα και μου έλεγε να μην συνεχίσω αυτή τη δουλειά και προπάντων να μην κοιμάμαι κάθε βράδυ μαζί με ξένα παιδιά, που τα περισσότερα ήταν αμφιβόλου διαγωγής. Εγώ όμως δεν της έδινα καμιά σημασία διότι άρχισε να με τραβά η ζωή αυτή που είχα αρχίσει, που όπως απεδείχθη αργότερα ήμουν προορισμένος γι' αυτήν. Έτσι αυτή τη δουλειά τη συνέχισα δυο περίπου μήνες, διάστημα αρκετό για να πάρουν τα μυαλά μου αέρα και ν' αρχίσω πια τη ζωή που μ' έκανε δέσμιο της τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου. Άρχισα να βλέπω και να γνωρίζω από κοντά τη ζωή του αλήτη, τον υπόκοσμο, την ατιμία, τη χαρτοπαιξία και όλα τα κακά της μοίρας». Η ζωή του θα μπορούσε να συνεχίσει να κυλάει στη Σύρο κάνοντας το ίδιο επάγγελμα, εάν ένα τυχαίο περιστατικό δεν τον ανάγκαζε να φύγει το 1917 άρον άρον για τον Πειραιά.
ΤΕΤΡΑΣ Η ΞΑΚΟΥΣΤΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ: ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ, ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΗΣ ΚΑΙ ΑΝΕΣΤΟΣ
«Το 1917 δεκατριώ χρονώ παιδί πια (...). Ήταν φερμένος ο πατέρας από το στρατό. Δεν πέρασε πολύ καιρός που μια μέρα έκανα μια κουτσουκέλα. Από ένα αψήλωμα μεγάλο και κατηφορικό κύλησα ένα βράχο πολλές οκάδες για παιχνίδι. Καθώς κατρακυλάει, πέφτει στη στέγη ενός σπιτιού. Ευτυχώς που εκείνη την ώρα δεν υπήρχαν άνθρωποι μέσα, και σπάει τα κεραμίδια και πέφτει μέσα στο σπίτι. Επήγαν στην αστυνομία και με ζήταγαν. Τι να έκανα; Η μητέρα έκλαιγε. Όμως εγώ φοβήθηκα μη με πιάσουν. Μπαίνω λαθρεπιβάτης σ' ένα βαπόρι και το σκάω για τον Πειραιά (...). Όταν έφτασα στον Περαία, μετά δέκα μέρες, μου γράψανε ότι δεν με κυνηγάει κανείς γιατί το σπίτι ήταν της θείας μου της Μαριγής». Η ζωή στον Πειραιά αναμενόταν πιο δύσκολη. Στα 15 χρόνια του ο Μάρκος Βαμβακάρης ανέλαβε να κουβαλάει «ζεμπίλι στην πλάτη με τα κάρβουνα, εκέρδιζα 20, 40 δρχ. γιατί εδουλεύαμε με τον τόνο. Τότε μου φάνηκε και μένα πως πλούτισα, και για πρώτη φορά αγόρασα κι έβαλα παπούτσια στο ποδάρι μου». Τα 4 χρόνια που έκανε αυτό το επάγγελμα, κέρδισε αρκετά χρήματα, αλλά και τη συνήθεια να καπνίζει χασίς. «Τότες ο κόσμος, χωρίς εμπόδιο από κανέναν, 3 ημέρες κράτηση μονάχα για όποιον πιάνανε να φουμάρει, κάπνιζε χασίσι εύκολα, χωρίς να νιώθει πως τον πειράζει. Το χασίσι ερχόταν από την Τουρκία λαθραίο (...).
Όσοι εργαζόντουσαν στα λιμάνια απόκτησαν τη συνήθεια και τη διάδοσαν στους χαμάληδες, απλούς εργάτες, και σ' όποιον αποζητούσε να ξεχνά (...). Έτσι, ό,τι έβλεπα από τους άλλους, έκανα κι εγώ. Σιγά σιγά, σκαλί σκαλί, πήρα τον κατήφορο. Έκανα κι εγώ τον κουτσαβάκη. Αφού είχα παρασυρθεί στην αλητεία, άρχισα να ζω κι όλες τις κακοπάθειές της... Άρχισε και μπήκαν στη ζωή μου και οι συλλήψεις πια τακτικές». Η πρώτη του επαφή με το μπουζούκι ήταν λίγο πριν πάει στρατιώτης, το 1924, όταν άκουσε κατά τύχη τον Ν. Αϊβαλιώτη να παίζει «το οποίον τόσο πολύ μου άρεσε, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε τα κόκκαλα στο μαγαζί». Έμαθε να παίζει μόνος του μπουζούκι, μέσα σε 6 μήνες. Και λίγο μετά άρχισε να παίζει σε μαγαζιά, σε ορχήστρα, στου Κωνσταντόπουλου. Λίγο αργότερα, περί το 1934-35 και για 5 ή 6 μήνες, ίδρυσε στην Ανάσταση Πειραιά, την περίφημη «Πειραιώτικη κομπανία», με τους Ανέστο Δεληά ή Αρτέμη, Γιώργο Μπάτη και Ευστράτιο Παγιουμτζή. «Κι εκεί εμαζευόντανε ένας άπειρος κόσμος, πολύς. Δεν μπορούσες να περπατήσεις από τον κόσμο. Ερχόντουσαν πολλοί από διάφορα μέρη, δηλ. από την Αθήνα και απ' όλες τις συνοικίες, από τις επαρχίες και εκαθόντουσαν και εγλεντούσαν... Εκεί ελανσάρισα το "Αντιλαλούν οι φυλακές" και άλλα 25 τραγούδια. Εκονομούσα πολλά λεφτά... Ύστερα έκανα μαγαζί στ' Άσπρα Χώματα, αλλά η Αστυνομία με πίεζε να το κλείσω». Το 'κλείσε κι έφυγε για 2 μήνες στη Σύρο που είχε να δει από τότε... Με την επιστροφή του έγραψε τη «Φραγκοσυριανή», αυτό το τόσο πολυτραγουδισμένο τραγούδι:
Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ
Μία φούντωση, μια φλόγα / έχω μέσα στην καρδιά / λες και μάγια μου `χεις κάνει / Φραγκοσυριανή γλυκιά / λες και μάγια μου `χεις κάνει / Φραγκοσυριανή γλυκιά // Θα `ρθω να σε ανταμώσω / κάτω στην ακρογιαλιά / Θα ήθελα να σε χορτάσω / όλο χάδια και φιλιά / Θα ήθελα να σε χορτάσω / όλο χάδια και φιλιά // Θα σε πάρω να γυρίσω / Φοίνικα, Παρακοπή / Γαλησσά και Nτελαγκράτσια / και ας μου `ρθει συγκοπή / Γαλησσά και Nτελαγκράτσια / και ας μου `ρθει συγκοπή // Στο Πατέλι, στο Nυχώρι / φίνα στην Αληθινή / και στο Πισκοπιό ρομάντζα / γλυκιά μου Φραγκοσυριανή / και στο Πισκοπιό ρομάντζα / γλυκιά μου Φραγκοσυριανή
Με τη «Φραγκοσυριανή» ο Μάρκος Βαμβακάρης θέλησε να δείξει ότι το τραγούδι είναι το ερωτικό ραντεβού στον τόπο του καθενός, όπου το σεργιάνισμα κάθε τοποθεσίας με την αγαπημένη κάνουν τον τόπο πιο πολύ πατρίδα. Ο έρωτας ζυμώνεται με το τοπίο. Η επαφή του Μάρκος Βαμβακάρης με τις δισκογραφικές εταιρείες ξεκίνησε περί το 1935-36 από την «Κολούμπια», αλλά το γράψιμο των τραγουδιών από το 1931. «Είχα γράψει κάπου 50-60 τραγούδια. Τα 'γραφα και τα 'παιζα, έβαζα τη μουσική τους», γράφει ο Μάρκος Βαμβακάρης στην «Αυτοβιογραφία» του, απ' όπου αντλούμε βέβαια τις πληροφορίες μας. «Το λοιπόν, όταν με φωνάξανε στις εταιρείες και πήγα και ακούσανε να παίζω, μου λένε:
- Τραγούδησε τα.
- Εγώ λέω δεν ξέρω να τραγουδάω.
- Τι θα πει δεν ξέρεις; Πώς τα έγραψες;
- Τα 'χω γράψει έτσι, αλλά δεν ξέρω. Τα τραγουδάω βέβαια, αλλά όχι, δεν είναι ωραία.
Μα έτσι, μα αλλιώς, επιτέλους, με βάλανε και ετραγούδησα για πρώτη φορά το «Έπρεπε να 'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας». Μόλις το ετραγούδησα εμείνανε άναυδοι. Εγώ δεν πίστευα ότι είχα καλή φωνή γιατί όταν επήγαινα σχολείο, στην ωδική με είχανε στη δεύτερη φωνή. Δεν ήμουνα στην πρώτη φωνή. Τελοσπάντων, δεν ήξερα ότι και η δεύτερη φωνή έχει αξία. Δεν το 'ξέρα. Και έβλεπα εδώ που ήταν οι τενόροι, ενώ η δική μου φωνή έπιανε μπάσα. Αλλά ήτανε αυτή η φωνή που ζητάγανε αυτοί. Όπως το λοιπόν το τραγούδησα μου λένε».
Η φωνή του Μάρκος Βαμβακάρης ήταν ίσια, κοφτή, βαριά και έπαιζε με το βασικό ρυθμό του τραγουδιού. Ο Μάρκος Βαμβακάρης λες και διάλεξε το στυλ της φωνής του σε αντίθεση προς το στυλ της καντάδας και του ανατολίτικου τραγουδιού. Πολλές φορές ο συντραγουδιστής του αντιπροσωπεύει ένα από αυτά τα δύο στυλ και η αντίθεση αυτή είναι ο σκοπός της συνεργασίας τους. Έτσι, λοιπόν, ο Μάρκος Βαμβακάρης είχε ήδη γίνει μουσικός και όταν δεν δούλευε σε μαγαζί γύριζε σε διάφορες επαρχίες (1936-1938). Στα Τρίκαλα π.χ. έγραψε τη γνωστή επιτυχία του: «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά, εμένα μ' αγαπούνε». Με το τέλος της περιοδείας του αποφάσισε να εγκαταλείψει τους τεκέδες όπου έπαιζε έως τότε και να εμφανίζεται πλέον μόνο σε λαϊκά κέντρα. Τα κέντρα που εμφανίστηκε ήταν χρονολογικά τα εξής, σύμφωνα με την «Αυτοβιογραφία»: «Άσπρα Χώματα» (με τους Στράτο και Δεληά), Βοτανικός, ως τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε σταμάτησε και η παραγωγή δίσκων, «Ομόνοια» (επί Κατοχής) και, μεταπολεμικά «Άγιος Παύλος» (οδός Πατησίων) και τελικά «Τζιτζιφιές». Βρισκόμαστε στην εποχή του λεγόμενου αρχοντορεμπέτικου, όταν οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις αρχίζουν να αναθεωρούν τη στάση τους προς τη μουσική των περιθωριακών. Τότε όμως η σταδιοδρομία του Βαμβακάρη σημειώνει κάμψη: Το 1954-1957 σταματά μάλιστα τις εμφανίσεις και περιοδεύει στην επαρχία. Η λεγόμενη δεύτερη καριέρα του, οπότε κατακτά πια ένα ακροατήριο φοιτητών και διανοουμένων, άρχισε το 1960. Τραγούδια του ερμηνεύτηκαν από τον τραγουδιστή Γρηγόρη Μπιθικώτση. Επίσης τον Μάιο του 1968 εμφανίσθηκε στο «Χίλτον» και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στην τηλεόραση, σε μια εποχή όμως όπου η εμπορικοποίηση έδωσε στο ρεμπέτικο τη χαριστική βολή.
Η γνωστή δημιουργία του Βαμβακάρη ανέρχεται σε εκατοντάδες τραγούδια, εν μέρει μόνο καταλογογραφημένα. Δημοφιλέστερα και χαρακτηριστικότερα είναι: «Φραγκοσυριανή» (1936-1937, το δημοφιλέστερο), «Όλοι, οι ρεμπέτες του ντουνιά», «Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια», «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν», «Ήμουνα μάγκας μια φορά», «Σύρος ή Σαμπαστιάς» (Σαν Σεμπαστιάν), «Κλωστηρού», «Όλες τις τέχνες πούκανα», «Μικρός αρρεβωνιάστηκα», «Χτες το βράδυ στο σκοτάδι», «Κάντονε, Σταύρο, κάντονε», «Ώρες με θρέφει ο λουλάς», «Τα μπλε σου παράθυρα», «Βάσανα πίκρες» κ.ά. Το συγγραφικό έργο του Μάρκος Βαμβακάρης δεν περιορίζεται μόνο στα τραγούδια. Έγραψε την «Αυτοβιογραφία» του που δημοσιεύθηκε το 1978 με επιμέλεια της Αγγ. Βέλλου-Καίζ, κάποια μυθιστορήματα, αδημοσίευτα και ένα άλλο με τον τίτλο «Κατάδικος ευεργέτης», τελειωμένο, σε τρία τετράδια του δημοτικού. Η δημοσιευόμενη «Αυτοβιογραφία» του είναι έργο καθαρά αφηγηματικό και ένα από τα αξιοπρόσεχτα χαρακτηριστικά της αφήγησης του Μάρκου είναι ότι αραδιάζει τα πάντα χωρίς έμφαση ως προς το τι είναι πιο βασικό και τι λιγότερο. Ό,τι λέει είναι γεμάτο νόημα γι' αυτόν και απαραίτητο. Δεν κάθεται να πολυστολίσει αυτό που είναι η αρχή, η βάση και να ξεχωρίσει, ό,τι είναι μόνο παράδειγμα. Γι' αυτό ο αναγνώστης αν δεν είναι προσεχτικός και δεν έχει υπόψη του αυτό το χαρακτηριστικό του Μάρκου, μπορεί να θεωρήσει αυτά που μας λέει τελείως κοινά και χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Θα ήταν μεγάλο λάθος γιατί ο Μάρκος στη σκέψη του και στο λόγο του ήταν μετρημένος και σοβαρός. Ήξερα τη δουλειά του καλά και σαν πανέξυπνος άνθρωπος έβγαλε τα συμπεράσματα του. Όμως δεν είχε το μεράκι του γραμματισμένου να διδάξει, να εξηγήσει, να πει πολλά λόγια.
ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ (1933). ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΜΕ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ, ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΘΑΡΑ.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης έγραφε γιατί θεωρούσε βασικό να καταγράψει κυρίως τα μεράκια του: την αγωνία της φτώχειας και της ανέχειας, την πίκρα της αχαριστίας συγγενών και φίλων κ.ά. Ήταν από ταμπεραμέντο και από πεποίθηση άνθρωπος χωρίς πολλά λόγια. Αυτό το λιγόλογο της έκφρασης και ιδίως η εμπιστοσύνη του στην υποκειμενική αλήθεια ήταν μία από τις βάσεις στη σύνθεση των τραγουδιών του. Η μουσική του Μάρκος Βαμβακάρης όσο κι εάν ο στίχος συνεχίσει ακόμη και στις ημέρες μας να είναι τολμηρός, είναι ένα καλό δείγμα της μουσικής μας λαϊκής παράδοσης. Όταν κάποτε ένας δημοσιογράφος ρώτησε το Μάρκος Βαμβακάρης «Γιατί οι νέοι συνθέτες, δεν γράφουν καλά τραγούδια;» αυτός απάντησε: «Γιατί δεν κρατάνε το μακάμι». Η λέξη μακάμι ερμηνεύεται απλά σαν «παράδοση» και το πράμα σταματάει εκεί. Όμως η λέξη μακάμι δεν είναι απλά και μόνο παράδοση. Είναι όρος μουσικός, τεχνικός, αραβικός, ο οποίος δηλώνει μια μελωδία χωρίς ρυθμό, με ορισμένες νότες, η οποία χρησιμοποιείται σαν βάση για την σύνθεση και το αυτοσχεδίασμα.
Για τον Μάρκο Βαμβακάρη η μουσική μας λαϊκή παράδοση συγγενεύει με τους ήχους της βυζαντινής μουσικής και που η συγγένεια τους με τους δρόμους της τουρκικής, περσικής, ακόμα και ινδικής μουσικής μας συνδέουν με μια παράδοση τεράστια, ζωντανή και συνδεμένη στενά με το χορό. Τον περασμένο Φεβρουάριο συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από το θάνατο του Μάρκος Βαμβακάρης και το ερώτημα που τέθηκε ήταν τι έχει απομείνει σήμερα από το ύφος του Μάρκου. Η εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» έθεσε το ερώτημα σε μερικούς καλλιτέχνες. Απ' αυτούς όσο κι αν ξενίζει ο Ν. Πορτοκάλογλου πιστεύει, ότι «Αυτό που κυρίως έμεινε από το Μάρκος Βαμβακάρης είναι μια μαγκιά. Ένα δίδαγμα ζωής και τέχνης...». Πιστεύει πως «υπάρχουν ακόμη τέτοιοι καλλιτέχνες και σχηματίζουν μια γραμμή ήδη από τη δεκαετία του '60». «Όπως και ο Βαμβακάρης, έτσι και αυτοί δεν ενέδωσαν στις μεγάλες φωνές, προτιμώντας να λένε οι ίδιοι τα τραγούδια τους. Όπως κι εκείνος, έτσι και αυτοί φτιάχνουν συγκροτήματα, παίζουν δηλαδή με φίλους, με την παρέα τους κι όχι με "συνεργάτες". Αλλά το αστείο είναι ότι, όσο και να τιμούμε σήμερα το Μάρκο, αυτή η στάση, η δική του στάση παραμένει πάντα περιθωριακή. Ποτέ δεν έγινε κυρίαρχο ρεύμα». Ο Κ. Βίρβος πιστεύει ότι η τέχνη του Μάρκος Βαμβακάρης ήταν κομμάτι της εποχής του. «Οταν έπαψε να υπάρχει η εποχή, έπαψε και το τραγούδι της. Εξαιρούνται βεβαίως μια σειρά από τραγούδια, που είναι πιο διαχρονικά»... όπως το «Μπουζούκι στο Παρίσι», θα λέγαμε και το οποίο από μόνο του δείχνει το στενό δεσμό που υπήρχε μεταξύ των δύο...

Παίξε, μπουζούκι μου, τρελά / τις πιο γλυκιές πενιές σου,  / να μάθει ο κόσμος κι ο ντουνιάς / τις τόσες ομορφιές σου. // Ακόμα και στο φεστιβάλ / σε κάλεσαν στις Κάννες. / Με τις πενιές σου γλέντησαν / όλες οι Παριζιάνες. // Με το γλυκό σου παίξιμο / τον κόσμο έχεις μαγέψει / και η πιο φίνα γόησσα / γουστάρει να χορέψει. // Παίξε τις πιο γλυκιές πενιές / με γούστο και μεράκι,  / για να χορέψει η βλάμισσα / από το Κολωνάκι. Ελλάδα 20ός Αιώνας - Απογευματινή - Αθήνα

«ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ» ΕΚΔΟΣΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ»


from ανεμουριον https://ift.tt/30iztG2
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.