Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΑΒΟΥΣΚΟΣ | Λέγεται συνήθως ότι ο Μακεδονικός Αγών διεξήχθη μεταξύ 1904 και 1908, ότε και έληξε με την επανάστασιν των Νεοτούρκων και την συνεπεία ταύτης δημοσίευσιν του τουρκικού Συντάγματος, το οποίον ηγγυάτο την ελευθέραν ύπαρξιν και ανέλιξιν των εις την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν υπαρχουσών εθνικών μειονοτήτων. Τότε οι Μακεδονομάχοι κατήλθον εκ των κρησφυγέτων των εις τας πόλεις, εις ωρισμένας εκ των οποίων και παρήλασαν. Ως προς τον χρόνον λήξεως του Αγώνος αυτού δεν υπάρχει αντίρρησις. Αντίρρησις, όμως, υπάρχει ως προς τον χρόνον ενάρξεως αυτού. Διότι, πράγματι, ο Μακεδονικός Αγών δεν ήρχισε το 1904, αλλά πολύ ενωρίτερον, το 1870. Τότε (10 Μαρτίου 1870) εδημοσιεύθη το σουλτανικόν φιρμάνιον, διά του οποίου η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανεγνώρισεν (ουσιαστικώς ίδρυσεν) εις το ευρωπαϊκόν έδαφός της Βουλγαρικήν Εξαρχίαν, την οποίαν όμως περιώρισεν εις το Βιλαέτιον του Δουνάβεως, ήτοι εις την σημερινήν περίπου Βόρειον Βουλγαρίαν. Τοιουτοτρόπως οι Βούλγαροι, οποίοι υπό την παρότρυνσιν της τότε Ρωσίας είχον ήδη αναλάβει από του 1830 προσπάθειαν προς χειραφέτησίν των εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επέτυχον την εκκλησιαστικήν των αυτονομίαν εντός της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά εις περιωρισμένην έκτασιν, ήτοι, ως ελέχθη, εις το Βιλαέτιον του Δουνάβεως. Εκτοτε χρησιμοποιούντες την (σχισματικήν) εκκλησίαν των ως προπέτασμα, προσεπάθουν να προωθηθούν προς Νότον, δηλαδή προς την Μακεδονίαν, η οποία ήτο τότε διοικητικώς διηρημένη εις δύο Βιλαέτια, το της Θεσσαλονίκης και το του Μοναστηριού, τα οποία περιελάμβανον ολόκληρον την σημερινήν ελληνικήν, σερβικήν (διότι εις την Σερβίαν διά της συνθήκης του Βουκουρεστίου επεδικάσθη ο χώρος της σημερινής Σκοπιανής περιοχής) και βουλγαρικήν Μακεδονίαν, τα αντίστοιχα τμήματα της οποίας οι Σκοπιανοί ονομάζουν σήμερον Αιγαιακήν (Egejska), Αξιού (Vardarska) και Ορβήλου (Ρirinska) Μακεδονίαν. Ειδικώτερον, το μικρόν τμήμα της ιστορικής Μακεδονίας, το οποίον περιήλθε τότε εις την Σερβίαν απετέλεσε μετά της υπολοίπου Σκοπιανής περιοχής, γνωστής ιστορικώς ως Δαρδανίας, ιδίαν διοικητικήν σερβικήν περιοχήν την Vardarska Banovina (Διοίκησιν Αξιού). Γενικός επιθεωρητής των δύο αυτών μακεδονικών Βιλαετίων, υπήρξε κατά τας αρχάς του αιώνος μας ο Χιλμή Πασάς, ουσιαστικώς αντιβασιλεύς του σουλτάνου, με έδραν την Θεσσαλονίκην και εις αυτόν οφείλεται η τουρκική στατιστική
ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΡΗΤΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ. Ο ΚΑΠΕΤΑΝ-ΒΛΑΧΑΚΗΣ.
του 1905, συμφώνως προς την οποίαν εις τα Βιλαέτια αυτά υπήρχον 678.910 Ελληνες και 385.729 Βούλγαροι. Η προς Νότον προσπάθεια των Βουλγάρων εγίνετο διά πρακτόρων του λεγομένου Μακεδονικού Κομιτάτου, οι οποίοι, ως εκ του λόγου τούτου, απεκλήθησαν κομιτατζήδες. Αυτοί επίεξον τους κατοίκους της Μακεδονίας και ιδία τους εξ αυτών διγλώσσους σλαυοφώνους να προσχωρήσουν εις την βουλγαρικήν (σχισματικήν) εκκλησίαν. Η πίεσις αυτή, όπου δεν ίσχυεν η πειθώ, προσέλαβε βιαίαν μορφήν, η οποία εξεδηλούτο με εμπρησμούς ολοκλήρων χωρίων (ως το Κρατερόν, πρώην Ράκοβον) με εμπρησμούς ή καταλήψεις ναών ως του της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κρουσόβου (η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ της 14ης Ιανουάριου 1910, γράφει ότι «τριακόσιοι περίπου ορθόδοξοι ναοί και πάμπολλα σχολεία εν τη Μακεδονία και τη Θράκη διαμφισβητούνται σήμερον υπό του βουλγαρικού σχίσματος τη ενόχω δε ανοχή ενίων κατά τόπους κυβερνητικών αρχών, τινές μεν των εν γένει εκκλησιών διηρπάγησαν, τινές δε ευρίσκονται κεκλεισμένοι»), και με εκτελέσεις προυχόντων, διδασκάλων και ιερέων. Το 1878 επυρπόλησαν τον αρχιεπισκοπικόν Ναόν Αχρίδος και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον μετέφερε την Αρχιεπισκοπήν εις το
ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΑΛΑΝ ΤΑ ΜΕΓΙΣΤΑ ΣΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.
Κρούσοβον, μετονομάσαν αυτήν εις Μητρόπολιν Πρεσπών και Αχριδών. Η Αχρίς ήτο, κατά τον πρώτον υπουργόν Παιδείας του βουλγαρικού πριγκηπάτου Constantin jirecek, από του 12ου ήδη αιώνος το προπύργιον του Ελληνισμού. Το 1903, κατά την βουλγαρικήν Επανάστασιν του Ιλιντεν (ημέραν του προφήτου Ηλιού), κατεστράφη το Κρούσοβον, εις το οποίον εξεδηλώθη αύτη διά της καταλήψεώς του υπό των κομιτατζήδων. Το Κρούσοβον υπήρξε το βόρειον προπύργιον του Ελληνισμού. Το 1892-93 ο εκ Κρουσόβου I. Πανταζίδης ήτο πρύτανις του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1878, και ως συνέπειαν του νικηφόρου διά τους Ρώσους ρωσοτουρκικού πολέμου, επεβλήθη εις τους Τούρκους η γνωστή Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, διά της οποίας ολόκληρος σχεδόν η σημερινή ελληνική Μακεδονία, πλην Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής, μετά της σημερινής περιοχής Σκοπιών περιελήφθη εις την το πρώτον διά της συνθήκης ταύτης ιδρυομένης Βουλγαρίας, η οποία προσέλαβε τον τίτλον «Μεγάλη (golema) Βουλγαρία» και η οποία κατά τον μνημονευθέντα jirecek παρέμεινε έκτοτε «Fur di Bulgaren ein formulirtes politisches Ideal» (διά τους Βουλγάρους ένα σταθερόν πολιτικόν Ιδεώδες). Εις αντίδρασιν κατά της συνθήκης ταύτης εξερράγη η
Επανάστασις του Ολύμπου με εμπνευστήν τον εξ Ανατολικής Ρωμυλίας επίσκοπον Κίτρους Νικόλαον, με αρχηγόν της τοπικής επιτροπής τον εκ Λιτοχώρου ιατρόν Κοροβάγκον και με στρατιωτικόν αρχηγόν τον εκ Χαλκιδικής λοχαγόν Δουμπιώτην. Η επανάστασις αύτη λόγω κακών χειρισμών κατεπνίγη εις το αίμα, παραμένει, όμως, εξαίρετον υπόδειγμα του αδουλώτου πνεύματος του Μακεδονικού Ελληνισμού. Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου ανεκλήθη υπό του Συνεδρίου του Βερολίνου το 1881, το οποίον αντί της Μεγάλης Βουλγαρίας ίδρυσε μικρόν υποτελές εις τον σουλτάνον βουλγαρικόν πριγκηπάτον μεταξύ Δουνάβεως και Αίμου, δηλαδή εις την σημερινήν Βόρειον Βουλγαρίαν (σημειώ διά την ιστορίαν ότι κατά την συνεδρίαν της 19-6-1878 ο λόρδος του Salisbury, εκπρόσωπος της Μεγάλης Βρεταννίας, εδήλωσεν ότι «η Μακεδονία και η Θράκη είναι τόσον ελληνικαί, όσον και η Κρήτη»). Τοιουτοτρόπως, η Βουλγαρία πλην της εκκλησιαστικής, αποκτά και ημιαυτόνομον (ουσιαστικώς αυτόνομον) πολιτικόν καθεστώς και η πίεσις προς Νότον προσλαμβάνει πλέον και κρατικόν χαρακτήρα. Ο Γάλλος δημοσιολόγος Victor Kuhne υπελόγισεν ότι η Βουλγαρία εδαπάνησε κατά την διάρκειαν του Μακεδονικού Αγώνος (1878-1918) πλέον του ενός δισεκατομμυρίου χρυσών φράγκων. Η κυρία πίεσις του βουλγαρικού
κομιτάτου ησκήθη, επί των διγλώσσων σλαυοφώνων, οι οποίοι είχον μετά το βουλγαρικόν Εκκλησιαστικόν σχίσμα παραμείνει εις την συντριπτικήν των πλειοψηφίαν Πατριαρχικοί (δηλαδή Ελληνες), αρνηθέντες να προσχωρήσουν, ως έπραξαν άλλωστε εν τη ολότητί των οι λοιποί δίγλωσσοι της Μακεδονίας (αλβανόφωνοι και βλαχόφωνοι), εις την βουλγαρικήν Εξαρχίαν. Εις υπόμνημά των του 1903 οι κάτοικοι της περιοχής Μοναστηρίου γράφουν προς τη γαλλικήν Κυβέρνησιν «λαλούμεν ελληνιστί, βλαχιστί, αλσανιστί, βουλγαριστί, αλλ’ ουδέν ήττον εσμέν άπαντες Ελληνες και ουδενί επιτρέπομεν να αμφισβητή προς ημάς τούτο». Ο Μακεδονικός Ελληνισμός εν τω συνόλου του αντέδρασεν εις την επίθεσιν αυτήν του βουλγαρικού κομιτάτου και διά των όπλων και διά του σχολείου. Σώματα γηγενών μακεδονομάχων, κυρίως διγλώσσων σλαυοφώνων, με επί κεφαλής ιδίους αυτών οπλαρχηγούς, οι οποίοι εν συνεχεία κατέστησαν ονομαστοί, εξήλθον προς αντιμετώπισιν των κομιτατζήδων και προστασίαν των Πατριαρχικών Μακεδόνων. Ούτως ο Κώτας από την Ρούλια (σήμερον Κώττα) εις τα Κορέστια, ο οποίος εσάρωσε τους κομιτατζήδες, ο Χολέρης από την Βεύην, ο οποίος εξώντωσε τον βοεβόδα Τσακαλάρωφ εις το Κλειδί Αμυνταίου, ο Γκόνος από τα Γιαννιτσά, «το στοιχειό του
ΛΑΪΚΗ ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.
βάλτου (των Γιαννιτσών) και το θεμέλιόν μας» κατά τον τότε υπολοχαγόν εκ Πελοποννήσου Κάκκαβον, ο Βαγγέλης ο Στρεμπενιώτης και ο Βαγενάς από τα Ασπρόγεια, ο Κύρου από το Ανταρτικόν, ο Παύλος από το Κρατερόν, ο Σίμος από τα Αλωνα Φλωρίνης, ο Νταλίπης από τον Ταύρον Καστοριάς, ο Τσίτσιος από το Μορίχοβον, ο Νικοτσάρας και ο Μπουφίδης από το Κολέσινον Στρωμνίτσης, ο Σιωνίδης από την Μπογδάντσαν Γευγελής, ο Μητρούσης και ο Δούκας από τας Σέρρας, ο Παπαχρήστος από την Γουμένισαν, ο Πύρζας από την Φλώριναν, ο Ράμναλης από τον Λαγκαδάν, ο Γιαγκλής από την Ιερισσόν, οι αδελφοί Δουγιάμα από την Καστανερήν Παιονίας, διά να αναφέρω προχείρως μερικούς από αυτούς, συνεκράτησαν καθ’ όλην την γραμμήν τους κομιτατζήδες. Σημειώ επίσης προχείρως ότι ο Ναούμ Σπανός από το Αργος Ορεστικόν, το 1896 εσχημάτισε σώμα με ίδια χρήματα ο δε παππούς του καπεταν-Απίκραντος εξετέλεσεν εντός της πόλεως Μοναστηρίου τον πρόεδρον του βουλγαρικού κομιτάτου Χρηστώφ. Ο ένοπλος Αγών είχε μεταφερθεί και εις αυτάς τας Αθήνας όπου οι Βούλγαροι κομιτατζήδες εσχημάτιζον συμμορίας, παριστάνοντες τους «Μακεδόνας» και από όπου
ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΙ ΤΗΣ ΣΤΡΩΜΝΙΤΣΑΣ. ΣΗΜΕΡΑ Η ΣΤΡΩΜΝΙΤΣΑ ΕΙΝΑΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ.
επρομηθεύοντο οπλισμόν. Ο Ναούμ Σπανός διηγείται εις τας υπό της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών διά του ΙΜΧΑ εκδοθείσας το 1957 «Αναμνήσεις εκ του Μακεδονικού Αγώνος» ότι συνήντησεν εις Αθήνας τον Πετρόφσκυ, μέλος του Κομιτάτου του συγκροτηθέντος από «Μακεδόνας» Αθηνών, του οποίου ο Πρόεδρος έμεινεν εις την οδόν Αχαρνών και του οποίου ως ταβέρνα συναντήσεώς των μελών του ήτο η των αδελφών Λεκάφτσιεφ εις την Βάθην. Επίσης, ότι συνήντησε και τον Βούλγαρον αξιωματικόν Γιαγκώφ, ο οποίος εσχημάτιζε συμμορίας εντός των Αθηνών και τον Παπαστεφάνωφ, τον οποίον, κατόπιν καταγγελίας του, συνέλαβεν η Αστυνομία εις την Καλαμπάκαν προσπαθούντα να διέλθη τα σύνορα προς την τουρκοκρατουμένην τότε Μακεδονίαν - (βλ. σχετικώς και ΕΣΤΙΑΝ 4ης Φεβρουάριου 1903, καθ’ ην «συνελήφθησαν υπό της Αστυνομίας και ανεγνωρίσθησαν ως Βούλγαροι ύποπτα τινά άτομα από τινων ημερών παραμένοντα εν Τρικκάλοις. Οι συλληφθέντες υποκρινόμενοι τους Μακεδόνας πατριώτας, εξωπλίζοντο και ήσαν έτοιμοι να διέλθουν την μεθόριον, όταν η Αστυνομία παρακολουθούσα τα διαβήματά των τους συνέλαβε».

Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΝΟΠΛΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ

Παραλλήλως προς την ένοπλον αναμέτρησιν, ο Μακεδονικός Ελληνισμός ενίσχυσε την σχολικήν οργάνωσίν του. Κατά τον Γάλλον Victor Berard μεταξύ 1877 και 1887 ο Μακεδονικός Ελληνισμός ετριπλασίασε τον αριθμόν των σχολείων και των μαθητών,
ΔΑΣΚΑΛΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ.
ήτοι τα σχολεία από 102 ανήλθον εις 333 και οι μαθηταί από 4.639 ανήλθον εις 18.451. Μόνον εις την περιοχήν Μοναστηρίου, το οποίον εδαπάνα ετησίως 5.000 χρυσάς λίρας διά τα σχολεία του, ελειτούργησαν 284 σχολεία (γυμνάσιον, 20 ελληνικά σχολεία, 22 σχολεία θηλέων, 58 δημοτικά σχολεία, 158 αλληλοδιδακτικά, 27 νηπιαγωγεία και επί τούτοις ιερατική σχολή και διδασκαλείον) και εις όλην την Μακεδονίαν έτερα πέντε γυμνάσια (Κοζάνης, Τσοτυλίου, Σιατίστης, Θεσσαλονίκης, Σερρών), εννέα ημιγυμνάσια (Κρουσόβου, Μεγαρόβου, Καστοριάς, Εδέσσης, Γευγελής, Στρωμνίτσης, Μελενίκου, Βέροιας, Σερρών), 27 παρθεναγωγεία, 21 αρρεναγωγεία, δύο οικοκυρικαί σχολαί, 14 αστικαί σχολαί, υποδιδασκαλείον αρρένων και θηλέων, εμπορική και νυκτερινή σχολή Θεσσαλονίκης και 130 νηπιαγωγεία. Εις αυτά ταύτα τα Σκόπια ελειτούργησαν εννέα σχολεία με 300 μαθητάς. Εν όψει τούτων ο Berard επάγεται με θαυμασμόν: «On peut juger de Γ effort vraiment gigantesque de Γ Hellenisme macedonien» (δύναταί τις να κρίνη περί της προσπάθειας, της πράγματι γιγαντιαίας, του Μακεδονικού Ελληνισμού»). Τέλος, κατά τον «Ελληνισμόν», το 1903 «κατά τας αμερολήπτους στατιστικός της Πύλης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου
εν τοις δυσί Βιλαετίοις Μοναστηριού και Θεσσαλονίκης λειτουργούσι 984 σχολεία μετά 58.000 μαθητών», το δε 1907, κατά την μαρτυρίαν του Γάλλου Michel Paillares, ελειτούργουν 998 σχολεία με 1.463 διδασκάλους και 59.640 μαθητάς. ΔΓ αυτό σύγχρονος Αγγλος ιστορικός, ο Douglas Dakin, γράφει ότι η υπεροχή του Μακεδονικού Ελληνισμού ωφείλετο και εις τα ανθούντα σχολεία του. Την δυναμικήν αυτήν τοποθέτησιν του Μακεδονικού Ελληνισμού εξέφρασεν αυτή αύτη η Βουλγαρική Εξαρχία εις φυλλάδιον εκδοθέν το 1885 επί τη χιλιετηρίδι του Μεθοδίου και το οποίον αναφέρει ο Γάλλος Victor Berard. Κατ’ αυτό «εάν τυχόν ζητήση η Ευρώπη σήμερον να αποφανθή ο μακεδονικός πληθυσμός, να εκφρασθή εις ποιαν εθνικότητα ανήκει ημείς πολύ υποπτευόμεθα ή μάλλον είμεθα βέβαιοι ότι το μεγαλύτερον μέρος της Μακεδονίας θέλει πετάξει εκ των χειρών μας... εξαιρούμενων δύο ή τριών επαρχιών της Βορείου Μακεδονίας, οι κάτοικοι των λοιπών μελών εισίν έτοιμοι, άμα βιασθώσιν ολίγον να διακηρύξωσιν εγγράφως ότι δεν είναι Βούλγαροι, ότι ανήκουσι και αναγνωρίζουσι το ελληνικόν Πατριαρχείον, ότι προτιμώσι τα ελληνικά σχολεία και τους Ελληνας διδασκάλους». Και εν κατακλείδα «Την Βουλγαρίαν του Αγίου Στεφάνου ουδείς ηδύνατο να ακύρωση εάν ολόκληρος η Μακεδονία κατείχε την εθνικήν εκείνη αυτοσυνείδησήν, ήτις διακρίνει τους Βουλγάρους της Βουλγαρίας». Ο Μακεδονικός Ελληνισμός είχε να αντιπαλαίση τότε και προς την ρουμανικήν προπαγάνδαν, η οποία επεζήτει να πρσεταιρισθή τους Βλαχοφώνους της Μακεδονίας, ιδρύουσα σχολεία και ναούς, χορηγούσα υποτροφίας και χρηματοδοτούσα πλουσιοπαρόχως διδασκάλους, ιερείς κ.λπ. Και αυτή η προπαγάνδα απέτυχε. Περί τούτου δε μαρτυρεί ο Λαζαρέσκου Λεκάντα εις υπόμνημά του αιτηθέν υπό της ρουμανικής κυβερνήσεως την 26ην Νοεμορίου 1901: «Διά την εξάπλωσιν της εθνικής (ρουμανικής) μορφώσεως έχομεν αρκετά σχολεία, διδασκάλους, καθηγητάς, ιερείς, αλλά δεν έχομεν ρουμανικόν πληθυσμόν... Εις χωρία όπου ο πληθυσμός αποτελείται αποκλειστικώς από Βλάχους, ενώ το ελληνικόν σχολείον βρίθει μαθητών, το ρουμανικόν στερείται... ο Βλάχος... συνεισφέρει εις το ελληνικόν σχολείον και αφήνει μετά θάνατον την περιουσίαν του προς εξάπλωσιν της ελληνικής μορφώσεως». Αλλωστε όλοι σχεδόν οι μεγάλοι ευεργέται του Γένους ήσαν Βλαχόφωνοι (Αβέρωφ, Τοσίτσας, Στουρνάρας, Σίνας, Ζάπας κ.λπ.) ο δε Berard τους αποκαλεί στυλοβάτας του Γένους. Το 1893 ιδρύθη υπό των Βουλγάρων εις την Θεσσαλονίκην η ΕΜΕΟ (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωσις) (άλλως VMRO, IMRO), η οποία τελικώς (αφού διεφώνησαν οι Βερχοβισταί, δηλαδή, οι οπαδοί της αμέσου προσαρτήσεως της Μακεδονίας εις την Βουλγαρίαν) απεφάσισε (διά της πλειοψηφίας των λεγομένων Ζανζανιστών) να ρίψη το σύνθημα «Η Μακεδονία εις τους Μακεδόνας». Διά του συνθήματος τούτου απεσκοπείτο αρχικώς η αυτονόμησις της Μακεδονίας και εν συνεχεία η ενσωμάτωσις αυτής εις την Βουλγαρίαν κατά το υπόδειγμα της Ανατολικής Ρωμυλίας, η οποία ανεκηρύχθη υπό της συνθήκης του Βερολίνου το 1881 αυτόνομος Πολιτεία διά να ενσωματωθή εν συνεχεία το 1885 εις την Βουλγαρίαν. Τούτο προκύπτει τόσον από τα αρχεία του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών, όσον και από δήλωσιν του πρώτου προέδρου της ΕΜΕΟ Hristo Tatarcef. Απόδειξις πάντως τούτου είναι ότι τόσον κατά τον Α', όσον και κατά τον Β' Παγκόσμιον Πόλεμον, η Βουλγαρία, ότε κατέλαβε την ελληνικήν και σερβικήν Μακεδονίαν, δεν εκήρυξεν αυτήν αυτόνομον, αλλά την ενεσωμάτωσεν εις τα εδάφη της. Κατόπιν τούτου ενετάθη η τρομοκρατική πίεσις του βουλγαρικού κομιτάτου (παρά τον αλληλοσπαραγμόν εντός των κόλπων του, αφού ο Πανίτσα όργανον του Σαντάνσκυ εδολοφόνησε τους βερχοβιστάς Σαράφωφ και Γκαρβάνωφ κ.λπ., διά να δολοφονηθή εν συνεχεία ο Σαντάνσκυ από τον Αλεξανδρώφ κ.λπ.), η οποία έφθασεν εις το αποκορύφωμά της με την καταστροφήν του Κρουσόβου την 20ήν Ιουλίου 1903 (π.ημ.) αφού ερρίφθη εν τω μεταξύ και το σύνθημα «θάνατος εις τους γραικομάνους» (γραικομάνοι εχαρακτηρίζοντο οι σλαυόφωνοι Πατριαρχικοί (Ελληνες), διά τους οποίους ο Ρώσος Goloubinskii το 1871 είχε γράφει ότι τρέφουν εναντίον παντός ό,τι είναι σλαυικόν ή βουλγαρικόν μίσος πλέον αδυσώπητον από ό,τι τρέφουν κατ’ αυτού οι πραγματικοί Ελληνες). Αυτοί οι γραικομάνοι επλήρωσαν ακριβά την πίστιν των εις τον Ελληνισμόν. Το 1902 εδολοφονήθησαν 187, το 1903 283 και το 1904 365. Ο μητροπολίτης Πελαγονίας Ιωακείμ την 11ην Απριλίου 1906 εκθέτει εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ότι εις το (σλαυόφωνον) χωρίον του Μοριχόβου Σκοτσιβίρ εδολοφονήθη ο 24ος ήδη Σκοτσιβερίτης. Η καταστροφή του Κρουσόβου αφύπνισε τον Ελληνισμόν. Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον διεμαρτυρήθη εις οξύ ύφος προς την Πύλην και η ελληνική Κυβέρνησις προέβη εις έντονον παράστασιν προς τον Μέγαν Βεζύρην και τας Μεγάλας Δυνάμεις. Τότε, ως ιστορεί ο Σπύρος Μελάς, έλαβε πρωτοβουλίαν και ο βασιλεύς Γεώργιος Α' διά την ίδρυσιν Ελληνικού Μακεδονικού Κομιτάτου και είπεν εις τον Πρωθυπουργόν Δεληγιάννην: «Την Κρήτην δεν υπάρχει κίνδυνος να διεκδικήση κανείς. Την Μακεδονίαν να κυττάξετε. Διότι χωρίς αυτήν η Ελλάς αδύνατον να ζήση». Τότε η Γενική Διοίκησις Στρατού (διάδοχος Κωνσταντίνος) εν γνώσει της Κυβερνήσεως Γ. Θεοτόκη απέστειλε τέσσαρας αξιωματικούς (Αναστ. Παπούλαν, Αλκοντούλην, Π. Μελάν και Γ. Κολοκοτρώνην) εις την Μακεδονίαν προς διερεύνησιν των δυνατοτήτων επεμβάσεως εις αυτήν. Μετά την ομόφωνον θετικήν έκθεσιν αυτών η ελληνική Κυβέρνησις ενδιεφέρθη και τοιουτοτρόπως ήρχισεν η δευτέρα φάσις του Μακεδονικού Αγώνος, η των ετών 1904-1908, η οποία χαρακτηρίζεται από την προσέλευσιν εις την Μακεδονίαν εθελοντών εκ του ελευθέρου Βασιλείου και του αποδήμου Ελληνισμού, κατά το πλείστον αξιωματικών και υπαξιωματικών του ελληνικού στρατού. Γενικά κέντρα δράσεως ήσαν το Γενικόν Προξενείον Θεσσαλονίκης διά το Βιλαέτιον Θεσσαλονίκης και το Γενικόν Προξενείον Μοναστηριού διά το Βιλαέτιον Μοναστηριού. Εις την Θεσσαλονίκην γενικός πρόξενος διετέλει ο Λάμπρος Κορομηλάς, αργότερον κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος. Υπήρχε και εις τας Σέρρας (και Καβάλαν) Προξενείον, όπου υπηρετεί ο εγγονός του Υδραίου ναυάρχου του 1821 Σαχτούρη. Την οργάνωσιν του Αγώνος εις το Βιλαέτιον Θεσσαλονίκης ανέλαβε το ελληνικόν Κράτος διά του Γενικού Προξενείου και εις αυτό υπήγετο η περιοχή του Βάλτου (της λίμνης) των Γιαννιτσών, εις τον οποίον έλαοον χώραν ομηρικαί εκ του συστάδην μάχαι. Εις αυτόν τον βάλτον ηγωνίσθησαν, μαζί με τους ήδη αγωνιζομένους εντοπίους, ο Τέλλος Αγαπηνός (Τέλλος Αγρας), ο Παπατζανετέας, ο Δεμέστιχας, ο Ματαπάς, ο Κάλας. Εις την υπηρεσίαν του Προξενείου τούτου ετέθησαν οι αξιωματικοί Οθωναίος, Εξαδάκτυλος, Ταβουλάρης, Κουρούκλης, Κάκκαβος κ.λπ. Εις το Γενικόν Προξενείον Μοναστηριού υπηρέτει ο Ιων Δραγούμης, υιός του κατόπιν πρωθυπουργού Στεφάνου Δραγούμη εκ Βογιατσικού Καστορίας και γυναικάδελφος του Παύλου Μελά, ο οποίος ανεδείχθη αγωνιστής και οργανωτής του Αγώνος. Την οργάνωσιν του Αγώνος εις το Βιλαέτιον Μοναστηριού ανέλαβε το Μακεδονικόν Κομιτάτον Αθηνών και εις αυτό υπήγετο η περιοχή των Κορεστείων, εις την οποίαν έδρασαν παραλλήλως προς τους εντοπίους ο Τσοτάκος (Γέρμας), ο Τσόντος (Βάρδας), ο Καούδης, ο Κατεχάκης, ο Μακρής, ο Καραβίτης, ο Βλαχάκης (Λίτσας), ο Βολάνης, ο Φούφας, ο Σταυρόπουλος (Κόρακας), ο Παπαδάς, ο Μωραίτης, ο Λυμπερόπουλος, ο Πετρουπουλάκος, ο Σπυρομήλιος, ο Καλομενόπουλος, ο Γύπαρης κ.λπ. Εις αυτήν ήρχισε την δράσιν του ο Π. Μελάς, ο οποίος εις το χωρίον Στάτιστα Καστορίας εφονεύθη από αδέσποτον σφαίραν, τερματίσας την ζωήν του αδοκήτως. Αυτός κατέστη σύμβολον του Μακεδονικού Αγώνος και ο θάνατός του επέτεινε την αρξαμένην κίνησιν προς υπεράσπισιν της Μακεδονίας. Οι εθελονταί προερχόμενοι από την Κρήτην, την Μάνην, την Στερεάν Ελλάδαν (ως ο Μαζαράκης), την Ηπειρον, την Θεσσαλίαν ερρίπτοντο άμα τη αφίξει των εις τον Αγώνα, περί αυτών δε όλων υπάρχει ειδική έκδοσις της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών το 1984. Η δράσις των Μακεδονομάχων μας επεξετάθη μέχρι και το Μορίχοβον, όπου ηγωνίσθη ο Κονδύλης, ο Λαμπράκης, ιδρυτής της εφημερίδος «Το Βήμα», ο Μοναστηριώτης Μόδης και ο Πηλιορείτης Γαρέφης, ο οποίος έπεσε και ετάφη εις παρά το χωρίον Γραδέσνιτσα του Μοριχόβου χώρον. Η Μακεδονία υπήγετο εκκλησιαστικώς εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, ο κλήρος του οποίου ετέθη και αυτός εις την πρώτην γραμμήν με πολλάς θυσίας. Οι μητροπολίται Κορυτσάς Φώτιος, Γρεβενών Αιμιλιανός, Ελευθερουπόλεως Γερμανός, εδολοφονήθησαν. Ο Πελαγονίας Ιωακείμ, ο Δράμας (κατόπιν Σμύρνης) Χρυσόστομος και ο Γερμανός Καστορίας, ο Ειρηναίος Μελενίκου λόγω της μεγάλης δράσεώς των, η οποία προκάλεσε ευρωπαϊκόν θόρυβον, λόγω των καταγγελιών των Βουλγάρων, ανεκλήθησαν. Ο ιερεύς του Πισοδερίου Τσάμης, οι ιερείς του Φλαμπούρου της Σκοπιάς και Ασπρογείων εδολοφονήθησαν κ.λπ. Δείγμα της δράσεως των αποτελεί μικρόν απόσπασμα των απομνημονευμάτων του μητροπολίτου Καστορίας Γερμανού (Καραβαγγέλη), κατά το οποίον επί τη πληροφορία, ότι οι κομιτατζήδες κατέλαβον ναόν εις χωρίον ορεινόν αυτός (ως γράφει) μαζί με τον καβάση του Εμίν «έχοντας κρεμασμένα στους ώμους μας τα όπλα μας, εγώ ένα μάνλιχερ και εκείνος ένα γκρα σπάσαμε με μπαλτάδες την πόρτα και μπήκαμε και λειτούργησα χωρίς κανείς να τολμήση να με εμποδίση». Χάρις και εις αυτούς όλους κατέστη δυνατή η υπεράσπισις του Μακεδονικού Ελληνισμού και η εν συνεχεία απελευθέρωσίς του. Διότι οι Μακεδονομάχοι αξιωματικοί είναι αυτοί, οι οποίοι αναβαπτισθέντες εις τα Μακεδονικά πεδία ανέκτησαν το ηθικόν, το οποίον είχε καταπέσει μετά τον πόλεμον του 1897 και είναι αυτοί οι οποίοι έκαναν την επανάστασιν του 1909, η οποία ωδήγησεν εις τους νικηφόρους πολέμους του 1912-1913, συνέπεια των οποίων υπήρξεν η απελευθέρωσις της Μακεδονίας.οσέλαβε τον τίτλον «Μεγάλη (golema) Βουλγαρία» και η οποία κατά τον μνημονευθέντα jirecek παρέμεινε έκτοτε «Fur di Bulgaren ein formulirtes politisches Ideal» (διά τους Βουλγάρους ένα σταθερόν πολιτικόν Ιδεώδες). Εις αντίδρασιν κατά της συνθήκης ταύτης εξερράγη η Επανάστασις του Ολύμπου με εμπνευστήν τον εξ Ανατολικής Ρωμυλίας επίσκοπον Κίτρους Νικόλαον, με αρχηγόν της τοπικής επιτροπής τον εκ Λιτοχώρου ιατρόν Κοροβάγκον και με στρατιωτικόν αρχηγόν τον εκ Χαλκιδικής λοχαγόν Δουμπιώτην. Η επανάστασις αύτη λόγω κακών χειρισμών κατεπνίγη εις το αίμα, παραμένει, όμως, εξαίρετον υπόδειγμα του αδουλώτου πνεύματος του Μακεδονικού Ελληνισμού. Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου ανεκλήθη υπό του Συνεδρίου του Βερολίνου το 1881, το οποίον αντί της Μεγάλης Βουλγαρίας ίδρυσε μικρόν υποτελές εις τον σουλτάνον βουλγαρικόν πριγκηπάτον μεταξύ Δουνάβεως και Αίμου, δηλαδή εις την σημερινήν Βόρειον Βουλγαρίαν (σημειώ διά την ιστορίαν ότι κατά την συνεδρίαν της 19-6-1878 ο λόρδος του Salisbury, εκπρόσωπος της Μεγάλης Βρεταννίας, εδήλωσεν ότι «η Μακεδονία και η Θράκη είναι τόσον ελληνικαί, όσον και η Κρήτη»). Τοιουτοτρόπως, η Βουλγαρία πλην της εκκλησιαστικής, αποκτά και ημιαυτόνομον (ουσιαστικώς αυτόνομον) πολιτικόν καθεστώς και η πίεσις προς Νότον προσλαμβάνει πλέον και κρατικόν χαρακτήρα.


from ανεμουριον https://ift.tt/330123X
via IFTTT
Από το Blogger.