ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΛΒΗΣ

Δ. Π. ΚΩΣΤΕΛΕΝΟΣ | Ο Κώστας Βάλβης γεννήθηκε στον Πειραιά στα 1903. Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο εκεί. Κι’ από το Δημοτικό κι ύστερα, αρχίζει μια ζωή, σχεδόν, άλα Γκόρκυ. Φτωχός και αναγκασμένος να κερδίσει από μικρός τη ζωή του, με τον ίδρωτα τού προσώπου του. Και έγινε τσαγκάρης. Άλλαξε διάφορα επαγγέλματα. Κατάληξε μεταλλωρύχος. Και στο τέλος κατόρθωσε να γίνη έμπορος — και αργότερα έκδοτης — περιοδικών και εφημερίδων. Κατά τη διάρκεια τού Μακεδονικού αγώνα κατατάχτηκε εθελοντής και από τις στερήσεις και τις κακουχίες αρρώστησε και έπαθε η ακοή του βλάβη ανεπανόρθωτη. Στο χώρο των Γραμμάτων παρουσιάστηκε στα 1928, είκοσι πέντε χρονώ, με την έκδοση τού ΠΕΙΡΑΪΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ, που την επιμέλεια του είχε ο εκλεκτός Πειραιώτης λογοτέχνης Χρήστος Λεβάντας. Το πρώτο του λογοτεχνικό έργο το παρουσίασε ο εκδοτικός οίκος Γκοβόστη, στα 1937, μια νουβέλα με τίτλο ΟΤΑΝ ΑΛΗΤΕΥΑ, και στα 1938 τη δεύτερη νουβέλα ΠΙΚΡΗ ΓΗ, που συνέχιζε το μύθο τής πρώτης. Η πεζογραφία του Κώστα Βάλβη, του συγγραφέα με την πολυκύμαντη και πολυτάραχη ζωή, ανήκει στη σχολή τού κριτικού ρεαλισμού. Μας δίνει την κίνηση τής ανθρώπινης ψυχής, συγκινήσεις, συγκρούσεις, ελπίδες όπως εκβλασταίνουν από την ψυχή κάτω από τους καθορισμούς τής αντικειμενικής κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας. Και στις δυο νουβέλες του Βάλβη, το μύθο συνθέτουν περιστατικά παρμένα από τη ζωή των λιγνιτωρύχων τού Αλιβερίου, και οι ψυχικές προεκτάσεις τους. Εικονίζεται η επική πάλη των φτωχών που σκάβουν τα άξενα σπλάχνα της γης, ωσάν αλλόκοτοι κολασμένοι, για να κερδίσουν το ψωμί τους, στα υγρά τρισκόταδα των στοών, με τις ειδικές λάμπες προσαρμοσμένες στις ζώνες, σκάβουν τους μαύρους τοίχους, ανατινάζουν, κουβαλούν, αντιμετωπίζοντας το θάνατο από δυστύχημα σαν ένα πιθανό ενδεχόμενο των δρων τής δουλειάς τους:

«...Από το στόμιο τής στοάς, που έμοιαζε σαν ένα πλατύ παράθυρο, παρατηρώ κάτω στο απέραντο χάος. Κατεβαίνω ψηλαφητά κρατώντας τα δοκάρια των κασονιών.

[.....]

... Όσο προχωράω προς τα μέσα η αναπνοή μου πιάνεται και η υγρασία καταντάει ανυπόφορη.

[.....]

... Το μέρος είναι χαμηλό, στενόχωρο, σα μια φωλιά σκυλιού σκοτεινό, πίσσα, σωστή κόλαση με την υγρασία και τη ζέστη. Ένας μολυσμένος αέρας πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα, που μας πνίγει το λαιμό. Το ταβάνι χαμηλό, αισθάνομαι το βουνό από πάνω να μου βαραίνει το στήθος. Σε λίγο ακούω ομιλίες από χαμηλά και αμέσως φανήκανε να μετακινούνται αναμμένες λαμπάδες 

[.....]

... Η στοά τούτη φτάνει ίδια στο ύψος και στο φάρδος, μέχρι κάτω βαθειά, στα έγκατα τής γης. Τώρα οι λάμπες είναι περισσότερες και οι σκιές τους σαλεύουν πάνω στα τοιχώματα από κάρβουνο.

[.....]

... Σε λίγο από την αντίθετη πλευρά μετακινούνται λάμπες κι ένας σωρός από εργάτες έρχονται προς τα εδώ, λυπημένοι, προχωρώντας με αργές κινήσεις. Εκεί μπροστά σε όλους μας παρατούν ένα πρόχειρο φορείο, που πάνω του ακινητεί ένα ανθρώπινο σώμα. Τόχουν σκεπασμένο μένα χωριάτικο μεγάλο σάκκο.

[.....]

... Όλοι είναι λυπημένοι και πιο πολύ έγώ, γιατί αντίκρισα το νεκρό τού φίλου μου.

[.....]

... Ένας κόμπος μου πνίγει το λαιμό, μου έρχεται ένας λυγμός και μια βαθειά θλίψη με κυριεύει. Σφίγγω τα δόντια μου και τις γροθιές μου».

(Αποσπάσματα από τη νουβέλα ΟΤΑΝ ΑΛΗΤΕΥΑ).


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΦΟΙ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΙ
ΑΘΗΝΑ 1976


from ανεμουριον https://ift.tt/2p9fSqz
via IFTTT
Από το Blogger.