ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ (1912-1991)

«Εδώ ψηλά, στην κορυφή του βουνού, σε απόσταση 4 χιλιομέτρων από τη δημοσιά προς το Γύθειο, έχτισα αυτό το σπιτάκι — μικρό βασίλειο της ομορφιάς, της σιωπής και της μοναξιάς — όπου εκτός από το κελάιδισμα των πουλιών, δεν ακούγεται τίποτε άλλο. Εχουμε, όπως βλέπτε, έναν μοναδικό ορίζοντα με απεριόριστη μαγευτική θέα προς τον Ταΰγετο και το λακωνικό κάμπο! Κι είναι αυτό που με κάνει να ζω φιλικά με το φυσικό μου περιβάλλον και με ελευθερία, εδώ πάνω».

«Πολλές αξίες έμειναν εκτός Ακαδημίας, που θα τη γιόμιζαν με την Αθανασία τους»
[Ν.Β.]

Ο άνθρωπος που μιλούσε με τόση αγάπη για τούτη την απόμερη γραφική πλαγιά του βουνού, με τις πανύψηλες βελανιδιές και τα λογής λογής αγριόδεντρα, είναι ο ερημίτης ποιητής της «Πλούμιτσας» και των «Θολών ποταμιών». Ο ζωτικότατος Λάκωνας, ο απλός και ανοιχτόκαρδος άνθρωπος, με τα γκριζοπράσινα ζωηρά μάτια και το ευρύ μέτωπο που είναι αυλακωμένο από ρυτίδες βαθιές. Τον ξέρουν όλοι τον Νικηφόρο Βρεττάκο — από τους κορυφαίους ποιητές της λογοτεχνικής γενιάς του '30 — και τον αγαπούν ακόμη και όσοι δεν έχουν την τύχη να τον γνωρίσουν από κοντά, από μόνο το σημαντικό έργο του.
Ηταν, αληθινά, ευτυχισμένο εκείνο το παγερό πρωινό — στις 15 Φεβρουαρίου 1981 — που μείναμε δυόμισι ολόκληρες ώρες μαζί και μιλούσαμε πλάι πλάι. Αληθινά, γόνιμη η ώρα αυτή, που άκουγα τον λεπταίσθητο ποιητή να μιλά απλά, ήρεμα, πολύ ζωντανά — και χωρίς κομπασμό — για το έργο του, για τις ανθρώπινες συγκινήσεις και την τέχνη, στο ζεστό εκείνο σπιτάκι της Πλούμιτσας. Αγναντεύοντας πέρα, μακριά προς τον απλόχωρο λακωνικό κάμπο και τη στενή αιχμηρή λουρίδα της θάλασσας που εισχωρεί εντός του, σε αρκετό βάθος.
Ο ποιητής ήταν ξεκούραστος — εγκάρδιος όπως πάντα — και ήταν φανερό, επίσης, πως χαιρόταν που πήγαμε να τον δούμε. Μιλούσε ήρεμα εντελώς, κι άρχισε πρώτα μια συναισθηματική περιήγηση στο γύρω χώρο, θέλοντας να μας ξεναγήσει στον τόπο που είδε το φως της ζωής και που ζει, πάλι σήμερα, εδώ και χρόνια τώρα — με την ευγενική συντρόφισσα του, την κ. Καλλιόπη — από τότε, που θεμελίωσε κι έφτιαξε ο ίδιος τη μικρή τούτη φιλόξενη και αποκομμένη στέγη της Πλούμιτσας, που απέχει μόλις 14 χιλιόμετρα από τη γενέτειρα τους, τις Κροκεές.
«Η πιο μεγάλη συγκίνηση»
«Να, ο Ταΰγετος, λέει και δείχνει να χαίρεται που έστρεψε πάλι κατά κει το βλέμμα του για πολλοστή φορά. Φαίνεται ολόκληρος από την αφετηρία του ως το τέρμα, καθώς και ο Πάρνωνας. Πέρα μακριά (δείχνει προς το Νοτιά) ξεχωρίζει ο Λακωνικός κόλπος, με τα Κύθηρα, στο βάθος. Και συνεχίζει. 
- Τη νύχτα, από δω πάνω, διακρίνονται ολόγυρα, πολλές δεκάδες φωτισμένα χωριά!
Ο ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ (ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ) ΣΕ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΝΟ ΧΩΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟ.
Και εδώ, προσθέτει, σ' αυτόν τον τόπο που γεννήθηκα, ένιωσα τελευταία την πιο μεγάλη συγκίνηση της ζωής μου. Ηταν το περσινό καλοκαίρι που γιόρτασα τα πενηντάχρονα της ποιητικής μου δημιουργίας στο χωριό μου, τις Κροκεές, σε ένα ανοιχτό χώρο. Ηταν απίστευτη πράγματι η συγκίνηση που ένιωσα τότε, διαπιστώνοντας πως παντού στο γύρω χώρο είχαν αναρτηθεί μικρά πανό με χαρακτηριστικούς στίχους μου, καλλιγραμμένους από παιδιά του Λυκείου και του Γυμνασίου!
- Οπως ανέφερα συνέχισε, η μικρή αυτή γιορτή έγινε σ' έναν ανοιχτό χώρο, όπου είχαν συγκεντρωθεί από μικρούς και μεγάλους φίλους, όλες οι καρέκλες των καφενείων, της εκκλησίας ακόμη και τα θρανία του σχολείου. Κι όπου πήραν τη θέση τους, τελικά 800 άνθρωποι, ενώ άλλοι τόσοι περίπου παρέμειναν όρθιοι, από το σύνολο των 1.800 κατοίκων του χωριού.
Αυτό — τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση ο συνομιλητής μας — είναι ένα περιστατικό από τα πιο συγκινητικά της ζωής μου! Η γιορτή, λέγει, άρχισε στις 9 το βράδυ και βάσταξε ως τις 12 τα μεσάνυχτα. Και δεν έφυγε κανείς από τη θέση του. Ούτε ένα παιδί, ως το τέλος. Απαγγείλανε ο Αγγελος Αντωνόπουλος και η Αλέκα Παΐζη, στίχους μου. Εκτελέστηκαν ακόμη τραγούδια, πάνω σε δικές μου ποιητικές συνθέσεις, μελοποιημένες από τον Νίκο Καλίτση.
Αλλά πραγματική έκπληξη ήταν για όλους μας, λέγει, η Παιδική Χορωδία του χωριού, ενώ τρία παιδιά του Λυκείου είχαν μελοποιήσει ποιήματα των αναγνωστικών τους και τα απέδωσαν θαυμάσια με συνοδεία κιθάρας! Ε, αυτό, πίστεψε με, δεν θα το ξεχάσω ποτέ!».
Ο ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΝΙΚΟ ΠΑΡΝΑΣΣΟ, ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ. 
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, καθώς αναφέραμε ήδη, γεννήθηκε στις Κροκεές της Σπάρτης το 1912 και άχρονος ακόμη τύπωσε την πρώτη του συλλογή «Κάτω από σκιές και φώτα», με τα μαθητικά του πρωτόλεια. Από τότε είναι αδιάκοπη και ξεχωριστά σημαντική η παρουσία του στα Ελληνικά Γράμματα με 22 ποιητικές συλλογές — που συγκεντρώνουν πάντα εγκωμιαστικότατα σχόλια — έξι πεζά, πολλές κριτικές μελέτες, μεταφράσεις ξένων έργων και τακτικές συνεργασίες σε όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά και σε εφημερίδες. Εχει τιμηθεί με κρατικά βραβεία ποίησης και με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες.
«Προέχουν τα εγκόσμια»
Αυτό τον καιρό ο Ν.Β. εμπνευσμένος πάντα από το μαγευτικό περίγυρο του ερημητηρίου του, στην αγαπημένη του Μάνη, ετοιμάζει ένα νέο ποιητικό τόμο.
— Εκείνο που λογαριάζω, επίσης, να γράψω φέτος μας λέει, είναι ένα βιβλιογραφικό βιβλίο, όχι για να δικαιολογήσω τις κινήσεις μου σ' αυτή τη ζωή, αλλά για να επισημάνω ορισμένα πράγματα που μπορούν να φανούν χρήσιμα στους επιγενόμενους.
Οι αθάνατοι έπρεπε να γνωρίζουν πολύ περισσότερα από τα εγκόσμια πράγματα και τις εγκόσμιες αλήθειες και να παίξουν ένα ρόλο πιο εποικοδομητικό για πολλές εξυγιάνσεις, λέει ο συνομιλητής μας, απατώντας σε σχετικά ερωτήματα μας. Εξάλλου σε ό,τι αφορά στη μόνιμη κρίση του ελληνικού λογοτεχνικού βιβλίου, ο συνομιλητής μας, παρατηρεί:
ΑΠΟ ΤΗΝ «ΥΠΟΔΟΧΗ» ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΒΡΕΤΤΑΚΟΥ ΣΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ. 

— Δεν υπάρχει καλλιεργημένο κοινό. Και φταίει γι' αυτό η μακρά θητεία της κακής παιδείας στη χώρα μας. Πιστεύω όμως — προσθέτει — ότι τελικά, οι βιβλιοθήκες θα επιτελέσουν τον προορισμό τους, μετά τον ανανεωτικό αέρα, που πνέει σήμερα, στα Γυμνάσια και τα Λύκεια.
Ας δούμε, όμως, πιο αναλυτικά τις απαντήσεις του Νικηφόρου Βρεττάκου στα ερωτήματα μας:
Η ποίηση
ΕΡ.: Στο διάστημα των τελευταίων 20 ετών η Ελλάδα τιμήθηκε με δύο Νόμπελ ποιήσεως — του Σεφέρη και του Οδ. Ελύτη. Το γεγονός σημαίνει ότι η ελληνική ποίηση βρίσκεται διεθνώς σε θαυμαστή άνθηση;
ΑΠ.: Θα σας απαντούσα έμμεσα, αλλά περισσότερο πειστικά νομίζω, αν σας υπαγόρευα ένα μικρό απόσπασμα από το κείμενο ενός ορατόριου που μου ζητήθηκε να γράψω προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τους Ελληνες της διασποράς. Ο λόγος απευθύνεται στην ίδια την Ελλάδα:
«Σου τα έπαιρναν όλα, το καλαμπόκι για το ψωμί, το δέρμα για το παπούτσι, το λινάρι για το πουκάμισο. Δυστυχούσανε τα παιδιά, αλλά μολοντούτο, δε φαινόταν η γύμνια τους, γιατί τα κουρέλια τους φωτίζονται από μέσα... Τα παιδιά σου γεννιόντουσαν ντυμένα και φαγωμένα. Και πολλά τους γεννιόνταν κι εγγράμματα μάλιστα. Τα περισσότερα, όμως, μην έχοντας τρόπο να πράξουν αλλιώς, τα κρατούσανε τ' άρματα, τις τραγούδαγαν τις γραφές τους, κρεμώντας τις μελωδίες τους στα κράκουρα και στα δέντρα. Αλλωστε, το ένα μολύβι και το ένα χαρτί που υπήρχαν στο έθνος, τα είχε πάρει ο Μακρυγιάννης...».
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΣΕ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ. 
Νομίζω πως το απόσπασμα αυτό αποτελεί μια ουσιαστική απάντηση πάνω στο θέμα που με ρωτάτε. Υπάρχουν δύο πράγματα. Ο χώρος που ζούμε, ένας χώρος ιδιαίτερα ευνοημένος από τη φύση και η ανθρώπινη ρίζα, η ρίζα μας, που έχει εκθρέψει αυτός ο χώρος. Αν είναι κάτι που μου έχει κάνει μεγάλο καλό, είναι η πίστη μου σ' αυτή τη ρίζα. Κυοφορεί το φως και τον πόνο του τόπου αυτού. Η ποίηση, η υψηλότερη αυτή έκφραση της ανθρώπινης ψυχής, που κατοπτρίζει την ευγένεια και το βάθος της αποτελεί μία από τις βλαστήσεις της. Το ότι η ποίηση δεν πεθαίνει στην Ελλάδα, σημαίνει πολλά πράγμα. Κυρίως ζωή, ευρωστία και μέλλον μια και έχουμε τις προϋποθέσεις πρέπει να έχουμε πάντα την ελπίδα πως μπορεί να γίνουμε κάποτε και πάλι ένα λαμπρό έθνος. Και είναι πραγματικά αλήθεια πως η ποίηση δεν έπαψε ποτέ να ανθεί στην Ελλάδα. Κι όταν έλειψαν οι λόγιοι, ο λαός με τη συναισθηματική του σοφία και την ψυχική του λογιότητα, εξέφρασε τον τόπο με τα αριστουργηματικά δημοτικά μας τραγούδια. Πάνε χρόνια τώρα που επέμενα ως το σημείο να παρεξηγηθώ από έναν ξένο ελληνιστή, πως η ποίηση μας βρίσκεται σε τόσο υψηλό επίπεδο, που μπορεί να θεωρηθεί και ως η υψηλότερη της Ευρώπης. Πριν εκφραστώ μ' αυτόν τον τρόπο είχα κάνει τις συγκρίσεις μου, ζώντας για αρκετά χρόνια στο εξωτερικό και δεν είχα λόγους να φανώ μετριοπαθής στις αποτιμήσεις μου.
Ο πολιτισμός
ΕΡ.: Τι θα είχατε να μας πείτε για την πνευματική μας κληρονομιά και για το ρόλο που θα μπορούσε, ίσως να έχει — σε υπερεθνικά πλαίσια — το ελληνικό πνεύμα;
ΑΠ.: Το χτες το λαμπραίνουν ορισμένα αυτοφυή άτομα απέναντι στα οποία έμεινε αδιάφορη η ελληνική πολιτεία. Η παρουσία τους δεν της έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστη. Δεν υποψιάστηκε καν τι σήμαινε η αξία τους για το έθνος. Κι είναι ακριβώς αυτές οι λαμπρές μας εστίες του παρελθόντος, που βεβαιώνουν τις δυνατότητες μας για τη δημιουργία ενός νέου αξιόλογου — αυριανού — πολιτισμού στον τόπο μας. Η ανθρωπότητα, οι λαοί, οι λαοί που πληρώνουν με αίμα και οδύνη και εισπράττουν τη σύγχρονη κακοδαιμονία, έχουν ανάγκη από ένα ζεστό υπερεθνικό λόγο — λόγος είναι η έκφραση όλων των τεχνών — και όλοι γνωρίζουμε πως ο ελληνικός λόγος υπήρξε ο κατεξοχήν υπερεθνικός κάποτε και είναι υπερεθνικός ως τα σήμερα, γιατί γεννήθηκε από τη φύση του τέτοιος. Ο κόσμος ποτέ δεν έζησε μια τέτοια βιαιότητα συγκρούσεων και πιστεύω πως η Ελλάδα διαθέτει για το σκοπό αυτό πολλά κλαδιά ελιάς.
Νοσταλγία για τη γη του
ΕΡ.: Μιλήσατε για τα περάσματα σας από την Αθήνα. Τι σας έκαμε να επιστρέψετε, τα τελευταία χρόνια, στην ιδιαίτερη σας πατρίδα;
ΑΠ.: Θα μου επιτρέψετε να σας υπαγορεύσω και πάλι ένα μικρό απόσπασμα από ένα άλλο αυτοβιογραφικό μου κείμενο:
«Πρώτη τον Γενάρη 1912 με το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Ηταν πρωί, λίγο πριν από την ανατολή του ήλιου, ή λίγο μετά. Ενας υπηρέτης βαδίζοντας μπροστά, κρατούσε τα γκέμια ενός αλόγου, κατηφορίζοντας μια πλαγιά με πράσινο φρέσκο χορτάρι. Πάνω στο άλογο ήταν καθισμένη μια γυναίκα, που κρατιόταν γερά από τα μπροστινά κρικέλια του σαμαριού. Πίσω της βάδιζε ένας άντρας ισχύος, μάλλον κοντός, που πρόσεχε να βρίσκεται σε κάθε στιγμή κοντά στα καπούλια του αλόγου, για κάθε ενδεχόμενο. Ο άντρας ήταν ο πατέρας μου και η γυναίκα η μητέρα μου. Εγώ δεν ήμουνα ακόμη σε τούτο τον κόσμο. Θα γεννιόμουνα το ίδιο εκείνο βράδυ στις Κροκεές...».
Το χιούμορ του
Ας δούμε τώρα και το λεπτό χιούμορ του ποιητή. Δανείζομαι έτσι, όσα ενδιαφέροντα θυμάται για το χιούμορ και γενικά για τον πράο και ευγενικό χαρακτήρα του Νικηφ. Βρεττάκου, ένας καλός φίλος του, ο Ιταλός καθηγητής Salvatore Nicosia — διδάσκει ελληνική φιλολογία στο πανεπιστήμιο του Παλέρμο — που τον είχε φιλοξενήσει σπίτι του, το 1970.
Ο Ν.Β. ζούσε τότε — όπως σ' όλη τη διάρκεια της επταετίας — περιπλανώμενος σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, κυνηγημένος καθώς ήταν, και... χωρίς ιθαγένεια, από το καθεστώς των συνταγματαρχών.
Στην κουβέντα έδειχνε πάντα ένα παράξενο λεπτότατο χιούμορ — παρατηρεί ο Ιταλός καθηγητής. Σ' έναν άνθρωπο που του 'λέγε: «μου φαίνεστε πολύ θλιμμένος, έχετε μιαν έκφραση μεγάλης στεναχώριας», απάντησε:
ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ-ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ. 
— Οχι δα, αυτό είναι μόνον εξωτερικό. Μέσα μου όμως, όλα πάνε καλά.
Για ένα πεπόνι που είχε μείνει μέρες μέσα στο νερό και όταν το ανοίξαμε ήταν φοβερά άνοστο, είπε: «Επρεπε να το αφήσουμε να πνιγεί». Στη γυναίκα του, που του έλεγε: «Νευριάζω»... την καθησύχαζε:
— «Άνθρωπος είσαι, εγώ είμαι κακό παράδειγμα ανθρώπου που δεν νευριάζω ποτέ».
Και μια Κυριακή που είχαμε εκλογές στην Ιταλία: «Αλήθεια, εγώ ξέχασα πώς ψηφίζουν» — μου είχε πει.
Οταν αρρώστησε κάποτε ο γεροντάκος που μας έφερνε κάθε πρωί χόρτα, σκληρά σαν κέρατα, κι άργησε να φανεί, ρωτούσε δήθεν ανήσυχος ο ποιητής: «Μπας κι έφαγε από τα χόρτα που μας έφερνε και πέθανε;..».
Πώς βλέπει τον ποιητή η μούσα του
Ο Νικηφόρος είναι ευαίσθητος, συναισθηματικός και αθόρυβος άνθρωπος. Δε νευριάζει ποτέ. Αντίθετα, μάλιστα, είναι πάντα γαλήνιος και διατηρεί την ψυχραιμία του, ακόμη και στις πιο δύσκολες ώρες. Εδώ πρέπει να τονίσω ιδιαίτερα ότι είναι πολύ ζεστός και άγρυπνος μέσα στην οικογένεια. Δεν απαρνιέται το φίλο του κι ούτε αδιαφορεί, γενικά, για το συνάνθρωπο του. Ιδιαίτερα όμως, τον συγκινεί το μικρό άδολο παιδί, όπου κι αν βρίσκεται, όποιο χρώμα κι αν έχει. Μιλάει για τον ποιητή «του ήλιου και του Ταΰγετου» η κ. Καλλιόπη Βρεττάκου — το γένος Αποστολίδη — που ζει αχώριστη και υποδειγματική συντρόφισσα πλάι του, 56 ολόκληρα χρόνια. Με τον Νικηφόρο γνωριστήκαμε — συνεχίζει η ίδια — όταν εκείνος ήταν παλικάρι 21 χρόνων και εγώ φοιτήτρια του Πανεπιστημίου. Πρώτη φορά ειδωθήκαμε, στις Γενικές Στρατιωτικές Αποθήκες, στον Πειραιά (1934) που εργαζόμαστε και οι δύο. Κι εκεί, αμοιβαία και δυνατή η έλξη της vιότης, μας ένωσε για πάντα. Ο γάμος μας έγινε λίγο αργότερα, μέσα στον ίδιο χρόνο.
Πρέπει να σας πω ακόμη — προσθέτει η συνομιλήτρια μου — πως με τον Νικηφόρο Βρεττάκο όλα αυτά τα χρόνια, ζούμε πράγματι όλοι — με τα παιδιά και τα εγγόνια μας — πλάι σ' έναν πραγματικό άνθρωπο. Ομως, η ζωή μας δεν ήταν πάντοτε ρόδινη. Τα παλιότερα χρόνια ήταν σκληρά, φτωχά, άβολα, γεμάτα έγνοιες βαριές και ατελείωτες αγωνίες. Έτσι μια οικογένεια σαν τη δική μας, που δεν είχε προσβάσεις εκείνο τον καιρό, ενώ παράλληλα επέμεινε να μείνει αδιάφθορη, μακριά από συμβιβασμούς και άνομες σκοπιμότητες, ήταν καταδικασμένη να ζει με στερήσεις και σε κάποια κοινωνική απομόνωση.
Η εκλογή του Νικηφόρου στη χορεία των Αθανάτων, άλλαξε το σκηνικό της οικογένειας;
Ευτυχώς, χάρη στον ποιητή, αλλά κι εξαιτίας του ήπιου χαρακτήρα και της ανθρωπιάς που τον χαρακτηρίζει, τα τελευταία χρόνια και κύρια μετά την είσοδο του στην Ακαδημία Αθηνών, είχε από παντού μια ευρύτερη αποδοχή. Ολος ο κόσμος τού δείχνει συμπάθεια κι αγάπη. Σήμερα τα μετάλλια που του έχουν απονεμηθεί ξεπερνούν τα 50. Ενώ παράλληλα, πολλές και μεγάλες πόλεις — για να τον τιμήσουν — τον έχουν ανακηρύξει επίτιμο δημότη. Ο ίδιος — παρατηρεί — σεμνός καθώς είναι δεν καταφεύγει σε τυμπανοκρουσίες προβολής. Ομως δεν γίνεται να παραβλέψω ότι γενικά οι τιμητικές διακρίσεις που δέχεται αυτά τα χρόνια, τον κάνουν να νιώθει δικαιολογημένη ικανοποίηση. (Σ.Σ. Ο ίδιος ο ποιητής όμως, σε σχετικό ερώτημα που του έθεσα αργότερα δεν έδωσε την ίδια απάντηση). Ηταν διαφορετική:
«...Περγαμηνές, δεν λέω όχι. Αλλά πρέπει να προσθέσω ότι κουρασμένος κανείς από τα πολλά βάσανα, δεν τα βλέπει με πολύ ενθουσιασμό όλα αυτά. Τα βρίσκει πρόσκαιρα... Σημασία έχει αυτό που θα πεις να μείνει και ν' αποτελεί ζεστασιά και παρηγοριά για τον άνθρωπο».
Το κύκνειο άσμα* του ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΒΡΕΤΤΑΚΟΥ
ΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ
Όλα τα ζώα που κάποτε / με συντρόφεψαν και / τα συντρόφεψα στη ζωή μου / που κοιταχτήκαμε ώρες / ενώπιος ενωπίω στα μάτια / (η Τιτίνα, ο Φρεντ, η Αραπούλα) / όταν γίνεται θλίψη / έρχονται απ' όλα τα σημεία / του χρόνου κι όλα μαζί / με ακολουθούν στο σκοτάδι / φέγγοντας μου το δρόμο / της ερημιάς με τα μάτια τους.
* Οι στίχοι αυτοί αποτελούν το κύκνειο άσμα του Ν.Β. και δόθηκαν από τον ίδιο — παραμονή του θανάτου του (3 Αυγ. '91) για δημοσίευση.
ΜΑΝΟΣ ΧΩΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/2K9rdhR
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.