ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Δεν είναι μέσα στις φιλοδοξίες του χρονικού αυτού να πραγματευτεί συνολικά το Μεσοπόλεμο, ούτε να δώσει κάποιες τελικές ιστορικές εκτιμήσεις γι' αυτόν. Εκείνο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι στις δύο αυτές κρίσιμες δεκαετίες, η ελληνική κοινωνία φαίνεται να κοιλοπονάει και όλοι αγωνιούν για το τι παιδί θα βγάλει. Η αστική τάξη ψάχνει για την πολιτική της ταυτότητα και, μετά την πολιτειακή μεταβολή του 1924, εξακολουθεί να είναι μοιρασμένη σε δύο στρατόπεδα: στο ένα - το βενιζελογενές δημοκρατικό - επικρατεί η άποψη πως το μέλλον του συστήματος είναι εξασφαλισμένο με το φιλελεύθερο εκσυγχρονισμό των δοσμένων πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών δομών στο άλλο - το συντηρητικότερο - είναι πεποίθηση πως πρέπει να διασωθούν θεσμοί και αξίες του προπολεμικού παρελθόντος. Η πρώτη πλευρά θεωρεί ως βάση του πολιτικού της προγράμματος, τη διαφύλαξη του δημοκρατικού πολιτεύματος και τις προσεγμένες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Η δεύτερη πλευρά αγωνίζεται - ανοιχτά ή συγκαλυμμένα - για την παλινόρθωση της Μοναρχίας και τη διατήρηση της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης.
Μια προφητική γελοιογραφία από την «Καθημερινή» της 15-4-1928 οι αντιβενιζελικοί πολιτικοί -ανάμεσα τους οι Τσαλδάρης, Ράλλης και Μεταξάς -κοιτούν ανήσυχα τους βενιζελικούς αξιωματικούς -που επωάζουν κινήματα...
Και οι δυο φαίνεται να διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με ξένα κέντρα - Αγγλογάλλους - που σε τελική ανάλυση ελέγχουν και καθορίζουν τους όρους του παιχνιδιού.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Τα λαϊκά στρώματα εμφανίζονται μοιρασμένα σ’ αυτή τη σύγκρουση και - αν όχι με το φανατισμό της εποχής του Διχασμού - πλαισιώνουν τους πολιτικούς σχηματισμούς και συμμετέχουν, άλλοτε δραστήρια και άλλοτε υποτονικά, στην πολιτική ζωή. Σταδιακά, ένα τμήμα τους - κυρίως εργάτες, μικροεπαγγελματίες και διανοούμενοι - γνωρίζεται με το αριστερό κίνημα και δένεται μ’ αυτό. Η κατάσταση έτσι μπερδεύεται. Η νέα πολιτική δύναμη, το Κομμουνιστικό Κόμμα, περνώντας μέσα από πολύχρονη εσωτερική κρίση, πιστεύει πως βρίσκει την πολιτική της φυσιογνωμία μέσα στα πρότυπα των λαϊκών μετώπων της Διεθνούς και κατορθώνει να διευρύνει τις δυνάμεις και την επιρροή της, σε βάρος κυρίως της βενιζελικής παράταξης. Δε χρειάζεται - είναι άλλο θέμα - ν’ ασχοληθούμε με τις μεθοδεύσεις που ακολούθησαν τόσο οι βενιζελικές όσο και οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις κατά του κομμουνιστικού κινδύνου. Σημειώνουμε μόνο, ότι το ΚΚΕ δεν κατόρθωσε ποτέ να διακρίνει - παρ' όλες τις λαϊκομετωπικές διακηρύξεις του - πόσο χάσμα χώριζε τους αστούς αντιπάλους του και να το εκμεταλλευτεί επιδέξια (είναι τόσο γνωστές οι αλλεπάλληλες αναφορές του στους βενιζελοφασίστες πολιτικούς ηγέτες και τους σοσιαλφασίστες φιλελεύθερους συνδικαλιστές...).

ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ

Θα ήταν ανούσιο να επαναλάβουμε τις τόσες αντιφατικές κρίσεις για το Βενιζέλο, που όλες καταλήγουν στην αναγνώριση της μεγάλης πολιτικής του οντότητας και προσφοράς. Αρκεί μόνο να σημειώσουμε πως ουσιαστικά - όχι χρονολογικά - ο ελληνικός Μεσοπόλεμος οριοθετείται με τα βενιζελογενή κινήματα του 1922 και του 1935. Το πρώτο οδήγησε στην ανατροπή της Μοναρχίας και στο άνοιγμα της δημοκρατικής προοπτικής, ενώ το δεύτερο έκλεισε οδυνηρά την παρένθεση, με την επιστροφή - από την πίσω πόρτα - της έκπτωτης δυναστείας (που στήριξε το τεταρταυγουστιανό καθεστώς). Ο Βενιζέλος - παρών ή απών, στην εξουσία ή στην αντιπολίτευση - κυριάρχησε στο πολιτικό προσκήνιο της εποχής και έβαλε τη σφραγίδα του στις εξελίξεις. Αποτέλεσε το φυσικό ηγέτη της μεγάλης, αλλά ετερόκλητης δημοκρατικής παράταξης, που ανέδειξε φυσιογνωμίες σαν τον Παπαναστασίου, τον Καφαντάρη, το Σοφούλη, τον Παπανδρέου και τόσους άλλους.

Απέναντι του συμπαρατάχθηκαν οι επίσης ετερόκλητες συντηρητικές δυνάμεις. Εκεί ξεχώριζε η φυσιογνωμία του Π. Τσαλδάρη, αρχηγού του Λαϊκού Κόμματος, ενός πολιτικού - πρόβλημα, που άλλοτε έφτανε στο απόγειο της πολιτικής ευφυΐας και άλλοτε στο ναδίρ του κοντόφθαλμου καιροσκοπισμού, ενός πολιτικού που κινήθηκε από την πολιτική μικροπρέπεια μέχρι την έξαρση της εναντίωσής του στην αντισυνταγματική επαναφορά του Γεωργίου Β' (στάση που οδήγησε και στην ανατροπή του). Δίπλα του στάθηκαν φυσιογνωμίες σαν το στρατηγό Ι. Μεταξά, τον πανέξυπνο και δραστήριο ηγετίσκο που κατόρθωσε να εκμεταλλευτεί τις καταστάσεις και να σκαρφαλώσει στην εξουσία, καθώς και τον Ι. Ράλλη, το μετέπειτα κατοχικό πρωθυπουργό.

Αποφασιστικά όμως έκρινε τις εξελίξεις κάποιος αποστάτης του βενιζελισμού, ο στρατηγός Κονδύλης, ο ντούρος δημοκρατικός, που προσχώρησε στην αντίπαλη παράταξη και αποδείχτηκε νεκροθάφτης της Δημοκρατίας. Πρόκειται για μια από τις αντιφατικότερες φυσιογνωμίες της εποχής του Μεσοπολέμου.

Και μια σύμπτωση... Και οι τρεις μεγάλοι πρωταγωνιστές του δράματος, που παίχτηκε το Μάρτιο του 1935, ο Βενιζέλος, ο Τσαλδάρης και ο Κονδύλης (αλλά και ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας Ζαΐμης) πέθαναν μέσα στο 1936. Στο μακάβριο ραντεβού τους, τους ακολούθησε τον ίδιο χρόνο και ο Α. Παπαναστασίου.

Ο ΒΕΝΙΖΕΛΙΣΜΟΣ ΣΕ ΠΤΩΣΗ

Μετά τη συντριπτική νίκη των Φιλελεύθερων στις εκλογές του 1928 (πήραν το 63,5% των ψήφων και 178 από τις 250 έδρες της Βουλής) φάνηκε πως η πλάστιγγα είχε γείρει αποφασιστικά και μόνιμα υπέρ της δημοκρατικής παράταξης. Όμως το μέλλον επιφύλασσε εκπλήξεις: στην τετραετία που ακολούθησε, το κυβερνόν κόμμα δέχτηκε τη φυσιολογική φθορά της εξουσίας και μεγάλες μάζες λαού, πιεσμένες από την οικονομική κρίση και απογοητευμένες από την απουσία ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων το εγκατέλειψαν. Στην εκλογική αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου 1932, οι Φιλελεύθεροι περιορίστηκαν στο 33,42% ενώ οι αντίπαλοι τους Λαϊκοί πέρασαν πρώτοι με διαφορά στήθους, συγκεντρώνοντας το 33,84% (στο σύνολο βέβαια των ψήφων, οι βενιζελογενείς δημοκρατικές δυνάμεις ξεπέρασαν το 52%, έναντι 35% των συντηρητικών αντιπάλων τους). Είχε αρχίσει η εμπλοκή της πολιτικής ζωής...

ΟΙ ΛΑΪΚΟΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Το εκλογικό αποτέλεσμα δεν επέτρεπε το σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης, έδινε όμως τη δυνατότητα στον πρόεδρο της Δημοκρατίας Ζαΐμη, να κινηθεί προς κυβερνητική λύση Τσαλδάρη. Οι βενιζελικοί αντέδρασαν, προβάλλοντας τον αποδειγμένο φιλοβασιλισμό του Τσαλδάρη, μα μετά την περίφημη δήλωση νομιμοφροσύνης του τελευταίου προς το πολίτευμα της Αβασίλευτης Δημοκρατίας (3.10.1932) υποχώρησαν και υποσχέθηκαν ψήφο ανοχής. Ταυτόχρονα, ο βενιζελικός Στρατιωτικός Σύνδεσμος ανήγγειλε (6.10.1932) την αυτοδιάλυση του, διότι εξέλιπεν ο λόγος δι' ον συνεστήθη…

Η παράταξη του Τσαλδάρη σχημάτισε τελικά κυβέρνηση συνασπισμού των συντηρητικών δυνάμεων και κυβέρνησε - με την ανοχή των Φιλελευθέρων - μέχρι τις αρχές του 1933, οπότε ο Βενιζέλος, απέσυρε την εμπιστοσύνη του (επικαλούμενος απόπειρα των Λαϊκών να διαβρώσουν το στράτευμα, με την τοποθέτηση του φιλοβασιλικού πλοίαρχου Σακελλαρίου, στην ηγεσία του στόλου). Ακολούθησε ο σχηματισμός προσωρινής κυβέρνησης Βενιζέλου - Παπαναστασίου - Καφαντάρη, που προσδιόρισε εκλογές για τις 5 Μαρτίου 1933. Στις εκλογές αυτές οι δυο αντίπαλες πλευρές κατέβηκαν συσπειρωμένες: οι Φιλελεύθεροι και τα άλλα δημοκρατικά κόμματα συγκρότησαν τον Εθνικό Συνασπισμό, ενώ τα δεξιά κόμματα την Ηνωμένη Αντιπολίτευση.

ΤΟ ΟΠΕΡΕΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΠΛΑΣΤΗΡΑ

Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933 έγινε το θαύμα που μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να συμβεί. Οι δημοκρατικοί αναδείχτηκαν πρώτοι σε ψήφους με 46,33%, έναντι 46,19% των αντιπάλων τους. Όμως, άλλαι βουλαί λαού και άλλαι... εκλογικού συστήματος. Τελικά οι ηττημένοι συγκέντρωσαν 136 έδρες στη Βουλή, έναντι... 110 των νικητών.
Ο αρχιστράτηγος της Μικράς Ασίας κι αρχηγός της «Δημοκρατικής Αμύνης» Παπούλας. Ένας από τους χαρακτηριστικότερους εκπρόσωπους των δημοκρατικών δυνάμεων στους κόλπους των στρατιωτικών.
Την επόμενη μέρα εκδηλώθηκε οπερετικό κίνημα του βενιζελικού στρατηγού Πλαστήρα, που υποχρεώθηκε όμως να παραιτηθεί - κάτω από την πίεση του ίδιου του Βενιζέλου - και να το σκάσει στο εξωτερικό.

ΓΡΟΘΙΕΣ ΚΑΙ ΙΑΧΕΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ...

Η νέα κυβέρνηση επιχείρησε αρχικά να διατηρήσει σε κάποιο επίπεδο την πολιτική διαμάχη (δεδομένου ότι δεν είχε ουσιαστικά τον έλεγχο του στρατού), τα ακραία όμως στοιχεία του κόμματος, συνεπικουρούμενα από τον έξαλλο σύμμαχο Ι. Μεταξά, δεν άφηναν και πολλά περιθώρια για ήπιο πολιτικό κλίμα. Ο Μεταξάς ζήτησε την παραπομπή του Βενιζέλου στη δικαιοσύνη για συμμετοχή στο κίνημα του Πλαστήρα, αίτημα που τελικά αποδέχτηκε και ο ίδιος ο Τσαλδάρης (αναζητώντας όμως κάποιο πρόσχημα για παροχή αμνηστίας). Ο Βενιζέλος δήλωσε ότι δεν έχει αντίρρηση να διερευνηθεί η υπόθεση και η σχετική συζήτηση στη Βουλή ορίστηκε για τις 15 Μαΐου.

Οι συνεδριάσεις της 15ης και της 17ης Μαΐου 1933 έμειναν ιστορικές για το... ήπιο κλίμα τους... Ο Βενιζέλος εμποδίστηκε βίαια να ολοκληρώσει την αγόρευση του, ενώ οι βουλευτές των δύο παρατάξεων ρίχτηκαν ο ένας πάνω στον άλλο, με γροθιές, ιαχές και, όχι και τόσο τιμητικά, κοσμητικά επίθετα. Η συζήτηση δεν τελείωσε και αναβλήθηκε για το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Το παρακράτος των Λαϊκών άρχισε στο μεταξύ να αποθρασύνεται και γρήγορα προχώρησε σε μια πρωτοφανή ενέργεια: την απόπειρα να δολοφονήσει τον ίδιο το Βενιζέλο. Δε θα αναφέρουμε λεπτομέρειες της απόπειρας αυτής, που έγινε το βράδυ της 6ης Ιουνίου 1933, με κύρια εκτελεστικά όργανα τον αρχηγό της αστυνομίας (!) Πολυχρονόπουλο και τον αμνηστευμένο λήσταρχο (!) Καραθανάση, στη Λεωφόρο Κηφισίας. Οι δολοφόνοι καταδίωξαν για αρκετά χιλιόμετρα το αυτοκίνητο του Βενιζέλου, γεμίζοντας το με σφαίρες, αφού προηγουμένως πλήγωσαν θανάσιμα έναν από τους άνδρες της σωματοφυλακής του. Δεν κατόρθωσαν όμως να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους. Ο Βενιζέλος σώθηκε.
«Βραδυνή» 15-9-1932. Λίγες μέρες αργότερα ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές και αρχίζει περίοδος πολιτικής ανωμαλίας.
Η είδηση για την απόπειρα ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών κατά των Λαϊκών και εξαγρίωσε το δημοκρατικό κόσμο. Ο Βενιζέλος κατηγόρησε την κυβέρνηση σαν πολιτικά υπεύθυνη και άφησε να νοηθεί ότι το όλη σκηνικό είχε στηθεί από τον Ι. Μεταξά. Οι ανακρίσεις ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως και σύντομα οδήγησαν στη σύλληψη του Πολυχρονόπουλου, γεγονός που αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τον Τσαλδάρη και την παράταξη του. Οι εξελίξεις ήταν κωμικοτραγικές. Ο υπουργός εσωτερικών Ι. Ράλλης επέβαλε ουσιαστικά το σταμάτημα κάθε αστυνομικής έρευνας (μεταθέτοντας κάθε αστυνομικό που... επέμενε να ψάχνει για τους δολοφόνους), μέχρι που και ο ίδιος ο Τσαλδάρης - αμέτοχος στην απόπειρα - υποχρεώθηκε να τον αντικαταστήσει. Αργότερα η κυβέρνηση (Δεκέμβριος 1933) προχώρησε σε πρωτοφανείς επεμβάσεις στο έργο της Δικαιοσύνης.

Ο λήσταρχος Καραθανάσης πιάστηκε τελικά στις 24 Οκτωβρίου του... 1934 από τους ίδιους τους Βενιζελικούς και παραδόθηκε στις αρχές. Ακολούθησε παρωδία δικαστικών διαδικασιών, που κατέληξε, στις 29 Μαρτίου 1935 - είχε ήδη κατασταλεί το κίνημα της 1ης Μαρτίου - με την πανηγυρική και παμψηφεί αθώωση των δολοφόνων.

Η τσαλδαρική «Καθημερινή» αναγγέλει την απόπειρα κατά του Βενιζέλου.
Όμως ας γυρίσουμε στο καλοκαίρι του 1933, οπότε ο Βενιζέλος, μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του, είχε αρχίσει να ανακτά τη δημοτικότητα του. Στις επαναληπτικές εκλογές της Θεσσαλονίκης - 2 Ιουλίου 1933 - οι Φιλελεύθεροι πέτυχαν πραγματικό θρίαμβο, κερδίζοντας και τις 20 έδρες. Παράλληλα άρχισαν να παίρνουν μέτρα για την πολιτική τους ανασυγκρότηση και για την επέκταση της επιρροής τους στο χώρο των αξιωματικών.

Άλλωστε εκεί πάντοτε παιζόταν το παιχνίδι.

Ο ΙΔΙΟΜΟΡΦΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΟ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ

Εδώ ας σταματήσουμε. Είναι πραγματικότητα - ίσως δυσάρεστη - πως στην πολιτική ζωή του τόπου την τελευταία κουβέντα σπάνια είχε ο ίδιος ο λαός. Αυτό που καθόριζε την ισχύ της κάθε πολιτικής δύναμης, ήταν η επιρροή της μέσα στην ιεραρχία των αξιωματικών και στο στρατιωτικό παρασκήνιο. Θα ήταν βέβαια αφέλεια να διανοηθούμε ένοπλες δυνάμεις χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις, ξεκομμένες από τον πολιτικό και ιδεολογικό περίγυρο, ανεξάρτητες από συμφέροντα και αφοσιωμένες σε κάποια εξαϋλωμένη και απροσδιόριστη εθνική ιδέα. Κάτι τέτοιο ποτέ δεν έγινε και δεν μπορεί ποτέ να γίνει. Όμως στην ελληνική πραγματικότητα τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Ο στρατός όχι απλώς χρησιμοποιήθηκε για την εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης κάθε φορά πολιτικής σκοπιμότητας (σαν μέσο πίεσης), αλλά και σαν άμεση δύναμη κρούσης. Ας μην ξεχνάμε ότι όλες σχεδόν οι μεγάλες πολιτικές και πολιτειακές μεταβολές του πρόσφατου παρελθόντος, συνοδεύτηκαν με στρατιωτικά κινήματα, εμβατήρια και επικλήσεις του υπέρτατου εθνικού χρέους.

Ο μεσοπόλεμος αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη περίοδο παρασκηνιακής παντοδυναμίας του στρατού. Αφοσιωμένος από τη μια μεριά στη γενικότερη προάσπιση του κοινωνικού συστήματος, εμφανίζεται διασπασμένος - ή και πολλές φορές ομαδοποιημένος - σ’ ότι αφορά την επιρροή των μεγάλων πολιτικών δυνάμεων. Η λαϊκή καταγωγή των στελεχών του υπόσχεται κάποιους δημοκρατικούς προσανατολισμούς, ενώ η σχέση τους με το κοινωνικό και οικονομικό κατεστημένο, δημιουργεί αντίρροπες τάσεις. Η ιστορική πραγματικότητα του 19ου αιώνα, αλλά και των πρώτων δεκαετιών του 20ού, δεν πείθει πως ο στρατός στάθηκε φέουδο και πειθήνιο όργανο κάποιας πολιτικής δύναμης και είναι γεγονός ότι πολλές φορές, χωρίς ν αμφισβητεί το κοινωνικό σύστημα, αντέδρασε σε ανομολόγητα εθνοκτόνα σχέδια της ολιγαρχίας και των ξένων. Όμως μόνιμα καθόριζε τις πολιτικές εξελίξεις (1909, 1916, 1922, 1935) και μόνιμα αποτελούσε το φυτώριο - ιδιαίτερα στο Μεσοπόλεμο - για την ανάδειξη ηγετικών πολιτικών φυσιογνωμιών (Κονδύλη, Πάγκαλου, Πλαστήρα, Μεταξά, Γονατά κ.λπ.). Δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι, σ’ ένα βαθμό, η πολιτική ζωή του Μεσοπολέμου στρατοκρατείται και το πρόβλημα είναι από ποιους και γιατί.

Το κίνημα του 1922 αποτέλεσε σημείο καμπής για το στράτευμα, που σταδιακά πέρασε κάτω από τον έλεγχο των αντιμοναρχικών δυνάμεων, των δυνάμεων δηλαδή που άμεσα ή έμμεσα επηρέαζε ο βενιζελικός χώρος. Δεν πρέπει βέβαια να νομιστεί ότι η επικράτηση αυτή των βενιζελικών έγινε με αυθόρμητη προσχώρηση των στρατιωτικών στελεχών στους Φιλελεύθερους. Κάθε άλλο. Η στρατιωτική επετηρίδα διαμορφώθηκε έτσι ώστε να προωθεί στην ιεραρχία τους αντιμοναρχικούς αξιωματικούς, οι επιτροπές και τα συμβούλια προαγωγών πέρασαν κάτω από τον έλεγχο του βενιζελισμού και τα στελέχη της αντίθετης παράταξης, είτε εκδιώχτηκαν έντεχνα από το στράτευμα, είτε αποδυναμώθηκαν με τοποθετήσεις σε μη λειτουργικές και επικίνδυνες θέσεις.
Ο Βενιζέλος με τον αντιστράτηγο Μανέτα, το βράδυ της δολοφονικής επίθεσης εναντίον του.
Θα πρέπει να ξεκαθαριστεί και κάτι άλλο: αντιμοναρχισμός και δημοκρατική νοοτροπία δεν είναι απαραίτητο να συμπλέουν. Μπορεί μέσα στη μεγάλη μάζα των βενιζελικών αξιωματικών - κυρίως των κατώτερων - να επικρατεί μια αόριστη συνείδηση φιλολαϊσμού (στα πλαίσια του παραδοσιακού αντικομμουνισμού) και δημοκρατικότητας. Όμως η συνείδηση αυτή είναι τελείως ασχηματοποίητη και εύκολα λοξοδρομεί προς άλλες κατευθύνσεις. Στα χρόνια εκείνα της οικονομικής κρίσης, των εθνικών ταπεινώσεων και της χρεοκοπίας του μοναρχικού κατεστημένου στην Ευρώπη, μεγάλες μάζες λαού πάτησαν εύκολα την πεπονόφλουδα του φασισμού, που αμφιέστηκε με αντικαπιταλιστικό μανδύα και σκόρπισε υποσχέσεις για εθνική και κοινωνική αποκατάσταση των λαών. Είναι γεγονός πως τέτοιες τάσεις εκδηλώθηκαν και μέσα στους κόλπους των αντιμοναρχικών αξιωματικών, άλλοτε έντονα και άλλοτε υποτονικά, άλλοτε εμβόλιμα κι άλλοτε αυθόρμητα. Και ίσως εδώ κρύβεται ο τραγικός νόμος των αντιφάσεων, που η υποτίμηση του μπορεί να λοξοδρομήσει τον ιστορικό σε λαθεμένα συμπεράσματα.

Κύριο χαρακτηριστικό του βενιζελικού στρατιωτικού κατεστημένου όμως, δεν ήταν η φασιστική άλλα η δημοκρατική τάση.

ΟΙ ΛΑΪΚΟΙ ΕΙΣΒΑΛΛΟΥΝ

Το κίνημα του Πλαστήρα αποτέλεσε το γερό χαρτί στα χέρια του Τσαλδάρη και των συμμάχων του, για ν' ανατρέψουν τον οδυνηρό γι' αυτούς συσχετισμό που υπήρχε στο στρατό. Αξιωματικοί της βενιζελικής παράταξης παραπέμφθηκαν σε στρατιωτικά συμβούλια για ν αποταχτούν, σχηματίστηκαν κατάλογοι προγραφών και γενικά άρχισε ο σχεδιασμός του ξηλώματος κάθε δημοκρατικού στοιχείου από την κρατική μηχανή. Όμως παντού η κυβέρνηση έβρισκε αντιμέτωπο το βενιζελικό κατεστημένο, που απέκρουε με επιτυχία τις επιθέσεις.
Ο λήσταρχος Καραθανάσης, παραλίγο δολοφόνος του Βενιζέλου.
Στις αρχές Αυγούστου η κυβέρνηση προχώρησε πιο αποφασιστικά. Προώθησε νομοσχέδιο που της επέτρεπε να αποστρατεύει αξιωματικούς οι οποίοι ενέχονταν - άμεσα ή έμμεσα - στο κίνημα. Οι βενιζελικοί αντέδρασαν έντονα και αρχικά πέτυχαν την απόρριψη του στη Γερουσία (όπου πλειοψηφούσαν). Τελικά όμως η Βουλή το ενέκρινε σε δεύτερη συνεδρίαση. Ο Τσαλδάρης μεθόδευσε προσεκτικά το σχέδιο του. Το Νοέμβριο αμνήστευσε τους πολιτικούς - ανάμεσα τους και το Βενιζέλο - για τη συμμετοχή τους στο πλαστηρικό κίνημα, καταφέρνοντας έτσι να καλμάρει την πολιτική ατμόσφαιρα. Στις 5 Ιανουαρίου του 1939, προχώρησε στην απόταξη 45 αξιωματικών του στρατού και της χωροφυλακής (αφήνοντας ανοιχτό το δρόμο για την ποινική τους δίωξη), ενώ ο υπουργός στρατιωτικών Κονδύλης, βάσει σχεδίου, συνέχιζε τις μεταθέσεις αντιπολιτευόμενων αξιωματικών σε ακίνδυνες θέσεις, κυρίως στη Β. Ελλάδα.
Ο σωφέρ του Βενιζέλου I. Νικολάου τραυματισμένος, μετά την απόπειρα της Λεωφόρου Κηφισίας.
Το γάντι είχε ριχτεί. Οι βενιζελικοί θα απαντούσαν γρήγορα στην κυβερνητική πρόκληση.

Η «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΜΥΝΑ»


Θα ήταν παράλογο ο βενιζελικός χώρος να παρέμενε αδρανής στην κυβερνητική επίθεση. Το πρόβλημα πια δεν ήταν και τόσο απλό, δεν ήταν του επιπέδου πιο κόμμα ελέγχει και καρπώνεται την εξουσία. Για τους Φιλελεύθερους έμπαινε θέμα πολιτικής ύπαρξης, ενώ διαγράφονταν δυσάρεστες προοπτικές για το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα. Από τα τέλη του 1933 οι μοναρχικοί, με την ανοχή και πολλές φορές με την άμεση κάλυψη διάφορων κυβερνητικών οργάνων, είχαν σηκώσει απειλητικά το κεφάλι τους κατά του πολιτεύματος. Ο στρατηγός Σαράφης σημειώνει:


«Σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες προπαρασκευαζόταν πραξικόπημα για την επαναφορά της βασιλείας. Την κίνηση αυτή ευνοούσε και η Αγγλία, γιατί με την τροπή που έπαιρναν τα πράγματα διεθνώς, ύστερα από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ήθελε να έχει στην Ελλάδα έναν αφοσιωμένο φίλο της και σαν τέτοιο θεωρούσε τον πρώην βασιλιά Γεώργιο, που έμενε στην Αγγλία από αρκετά χρόνια και συνδεόταν με συγγένεια με τον αγγλικό βασιλικό οίκο.»


Πρώτη ουσιαστική αντίδραση των ευρύτερων δημοκρατικών - αντιμοναρχικών δυνάμεων, υπήρξε η συγκρότηση της Δημοκρατικής Άμυνας, που πρέσβευε πως πρέπει να υπάρξει ουσιαστική αντιπαράθεση των δημοκρατικών δυνάμεων στη σχεδιαζόμενη παλινόρθωση. Πρώτος πρόεδρος της υπήρξε ο υποστράτηγος Νεόκοσμος Γρηγοριάδης. Αργότερα η οργάνωση μετονομάστηκε σε Πανελλήνια Δημοκρατική Άμυνα και την ηγεσία της ανέλαβε ο παλαίμαχος αρχιστράτηγος της Μικρός Ασίας, Ανάστασης Παπούλας. Ανάλογη κίνηση έγινε και στη Β. Ελλάδα, όπου από τον Αύγουστο του 1933, λειτουργούσε η νόμιμη οργάνωση Εθνικός Δημοκρατικός Φρουρός Βορείου Ελλάδος.


«ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΝ ΜΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΝ»


Αξέχαστα θα μείνουν τα δημοσιεύματα του Παπούλα στο δημοκρατικό τύπο της εποχής. Έγραφε στις 12.10.1933 στο Δημοκρατικό Αγώνα:


Η τυχόν επαναφορά της βασιλείας εν Ελλάδι, μόνον νέες καταστροφές και συμφοράς δύναται να φέρη... πρέπει να εννοήσουν και οι φίλοι και οι θαυμαστοί ότι όλαι αι χώραι του κόσμου δέχονται σοβαροτάτην κρίσιν και ότι μεταπολεμικώς οι λαοί ζητούν να καταστήσουν το πολίτευμα τους, όχι νεκρούς τύπους εις τα χέρια μιας ολιγαρχίας κεφαλαιούχων, αλλά δημοκρατίαν με κοινωνικόν περιεχόμενον. Η μεταπολεμική περίοδος των μεγάλων κοινωνικών μεταβολών και αναστατώσεων, αυτήν την αιτίαν έχει και μας διδάσκει ακόμη ότι ο εργαζόμενος λαός, ημέραν καθ' ημέραν, καθίσταται με την πολιτικήν του χειραφέτησιν, όχι τύποις, αλλά ουσία κυρίαρχος. Και δύο βδομάδες αργότερα (25.10.1933) συμπλήρωνε:


Δεν πρέπει να ξεχνούμε τούτο: ο Ελληνικός Στρατός εις την μεγίστην του πλειοψηφίαν προέρχεται από τα σπλάχνα του εργαζόμενου λαού... Δι' αυτό πάντοτε ο στρατός μας ευρέθη παρά το πλευρόν του λαού και δι' αυτό τώρα λαός και στρατός θα υπερασπισθούν την Δημοκρατίαν δια να προχωρήσουν κατόπιν ομού δια νέους κοννικούς αγώνας, δια την εσωτερικήν ανάπλασιν... Αλλ' επαναλαμβάνομεν, οι καιροί είναι πονηροί και η κυβερνώσα φατρία δεν είναι απίθανον να μας αιφνιδιάση... Φύλακες γρηγορείτε...
Η προμετωπίδα της πιο λυσσαλέας αντιβενιζελικής εφημερίδας. Εκδιδόταν από την οικογένεια Πολυχρονόπουλου, την οικογένεια δηλαδή του επίδοξου δολοφόνου του Βενιζέλου (φύλλο 23-6-1934).
Στα δημοκρατικά αυτά κηρύγματα δεν έμεινε αδιάφορος ούτε ο λαός, ούτε οι στρατιωτικοί, ούτε η κυβέρνηση, ούτε το παρακράτος, αλλά... ούτε και ο ίδιος ο Βενιζέλος, που φαίνεται ότι ανησυχούσε ιδιαίτερα με τις αιχμές για το κοινωνικό περιεχόμενο της δημοκρατικής ιδεολογίας. Και για μεν την κυβέρνηση η αντίδραση ήταν ψύχραιμη γιατί γνώριζε πως ο συσχετισμός δεν της επέτρεπε ακόμα μετωπική σύγκρουση, το παρακράτος όμως έδειξε τα δόντια του και μέσα από τα συνήθως λαθρόβια έντυπα του, προκαλούσε σε δυναμική αναμέτρηση. Χαρακτηριστική είναι και η άποψη του υπόδικου Πολυχρονόπουλου, που σε άρθρο του στο Λαϊκό Αγώνα(!) έγραφε:

Η Ελλάς δεν θα ησυχάσει, εάν ο πανάθλιος γέρων της Χαλέπας δεν οδηγηθή ως κοινός εγκληματίας εις την αγχόνην ή εις το φρενοκομείον.

Η ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Και ο ίδιος ο Βενιζέλος; Αυτός είχε από καιρό απομονωθεί στο σπίτι του, στη Χαλέπα της Κρήτης, περιμένοντας τις εξελίξεις. Η δυσαρέσκεια του για τις προεκτάσεις που έπαιρνε η εκστρατεία του Παπούλα ήταν ολοφάνερη αλλά συγκρατημένη. Σε επιστολή του προς το στρατηγό συνιστούσε:

..Να τονίσετε καθαρά ώστε να το αντιληφθούν όλοι, ανεξαιρέτως όλοι, ότι η οργάνωσίς σας δεν έχει ως σκοπόν κανέναν άλλο, από την άμυναν της Δημοκρατίας, αν αύτη τεθή εν κινδύνω. Η κυβέρνησις μπορεί να μείνη εις την αρχήν όσον η Βουλή της θα την ψηφίζει…

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο σκεπτικισμός του Βενιζέλου απέναντι στην προοπτική που θα μπορούσαν να πάρουν τα πράγματα με τα κηρύγματα του Παπούλα, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Πανελλήνια Δημοκρατική Άμυνα και βενιζελογενής υπήρξε και δεν ξεπέρασε ποτέ, πρακτικά, τα πολιτικά πλαίσια του βενιζελικού φιλελευθερισμού. Χρήσιμο ακόμα είναι να ξεκαθαριστεί ότι το παραπάνω απόσπασμα από το γράμμα του Βενιζέλου, δεν αποδεικνύει και κάποια ιδιαίτερη προσήλωση του στο απαρασάλευτο των συνταγματικών διαδικασιών. Ένα τέτοιο επιχείρημα διαψεύδεται από την όλη πολιτική ιστορία του ανδρός, που ποτέ δε δίστασε να καταφύγει σε συνταγματικά ανορθόδοξα μέσα, όταν πίστευε ότι κάτι τέτοιο επιβάλλουν οι καταστάσεις. Το κατά πόσο βέβαια οι επιλογές του ήταν σωστές για τα λαϊκά συμφέροντα και τα δημοκρατικά ιδεώδη, είναι άλλο θέμα, που χρειάζεται άλλου επιπέδου μελέτη. Αυτό που μπορούμε εδώ να σημειώσουμε, είναι ότι - άσχετα με τις γενικότερες απόψεις περί Βενιζέλου - ο πολιτικός του χώρος και οι οπαδοί του (στρατιωτικοί και πολίτες) είδαν την παρέκβαση από το Σύνταγμα σαν σωτηρία του δημοκρατικού πολιτεύματος, σαν άμυνα στην επερχόμενη λαίλαπα του μοναρχισμού και των δεινών που επιφύλασσε στη χώρα. Ίσως σήμερα, μετά τις τόσο πρόσφατες εμπειρίες της απριλιανής εκτροπής, κάθε σκέψη για πραξικοπήματα που... προστατεύουν τη Δημοκρατία να φαίνεται - και είναι - σκέτη απάτη και συγκάλυψη ανομολόγητων αντιλαϊκών επιδιώξεων. Όμως τότε, στα μάτια του δημοκρατικού κόσμου, το πρόβλημα είχε άλλες διαστάσεις, άλλη συλλογιστική, άλλη φιλοσοφία... Και είναι δύσκολο να εκτιμά κανείς τα ιστορικά φαινόμενα με προκάτ φόρμουλες. Με όλα αυτά δε θέλουμε να δικαιολογήσουμε την προσφυγή του βενιζελικού χώρου στο πραξικόπημα κατά του Τσαλδάρη, που άλλωστε στάθηκε και πρόλογος για τις πολύχρονες περιπέτειες του τόπου. Απλώς να κατανοήσουμε τα κίνητρα που ώθησαν τη μεγάλη μάζα των αντιμοναρχικών αξιωματικών σε ρήξη με τη νομιμότητα και τη συνταγματική τάξη.

Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΩΜΟΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ

Η σκέψη για βίαιη αναμέτρηση με την κυβέρνηση Τσαλδάρη άρχισε να ωριμάζει αμέσως μετά τη δολοφονική απόπειρα κατά του Βενιζέλου. Πρώτη επαναστατική εκδήλωση μπορεί να θεωρηθεί η συγκέντρωση των πολιτικών που έγινε στην Αθήνα στις 3.7.1933. Συμμετείχαν σ αυτήν ο ίδιος ο Βενιζέλος, καθώς και οι Παπαναστασίου, Καφαντάρης, Σοφιανόπουλος και Μυλωνάς. Ο Καφαντάρης υποστήριξε την ανάγκη στρατιωτικής οργάνωσης των αντιμοναρχικών δυνάμεων, έτσι ώστε να μπορούν να αμυνθούν αποφασιστικά στην ενδεχόμενη μοναρχική απειλή και στις μεθοδεύσεις της κυβέρνησης. Η υπογραφή του τετραμερούς Βαλκανικού Συμφώνου, στα 1934. Ο Βενιζέλος είχε αντιδράσει, γιατί το θεωρούσε πρόκληση κατά της Ιταλίας. Με τις απόψεις του συμφώνησαν όλοι, μ' εξαίρεση τον Παπαναστασίου, που διέβλεπε γενικότερους κινδύνους από μια τέτοια εξέλιξη των πραγμάτων. Ο Βενιζέλος εμφανίστηκε επιφυλακτικός, όχι όμως ως προς το αν χρειάζεται στρατιωτική οργάνωση αλλά, ως προς τη σωστή μεθόδευση της όλης συνωμοτικής κίνησης. Λίγες μέρες αργότερα, ο Α. Ζάννας, έμπιστος του Βενιζέλου, άρχισε τη βολιδοσκόπηση αξιωματικών, που είτε διώκονταν εξαιτίας της συμμετοχής τους στο πλαστηρικό κίνημα, είτε ανήκαν γενικότερα στον αντιμοναρχικό χώρο.

Ταυτόχρονα άρχισε η οργάνωση και δράση της Δημοκρατικής Άμυνας, για την οποία μιλήσαμε ήδη.

ΟΙ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΛΑΣΤΗΡΑ

Φανατικότερος οπαδός της βίαιης λύσης ήταν ο κινηματίας Πλαστήρας, αυτοεξόριστος στη Γαλλία, που ποτέ δεν είχε πάψει να πιστεύει πως ήταν σωστό το εγχείρημα του της 6ης Μαρτίου 1933. Υπάρχουν βέβαια κείμενα της εποχής που αποδεικνύουν ότι πολιτικός στόχος του Πλαστήρα δεν ήταν τότε η υπεράσπιση της Δημοκρατίας, αλλά η επιβολή στρατιωτικής αντιμοναρχικής δικτατορίας, στο στυλ ίσως του Παγκαλικού πρότυπου. Άλλωστε δεν έκρυψε την πρόθεση του αυτή.
Η υπογραφή του τετραμερούς Βαλκανικού Συμφώνου, στα 1934 Ο Βενιζέλος είχε αντιδράσει, γιατί το θεωρούσε πρόκληση κατά της Ιταλίας.
Στο επαναστατικό του διάγγελμα μιλούσε για χρεωκοπία του κοινοβουλευτισμού ενώ ένα χρόνο αργότερα (28.4.34) θεωρούσε πρότυπο τάξης τη μουσολινική Ιταλία η οποία αριθμούσα δεκατεσσάρων ετών βίον, μας παρέχει διδάγματα μακροχρονίου πείρας, από την οποία δεν θα αμελήσωμεν να επωφεληθώμεν. Όμως μη βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα, όσο σαφή κι αν είναι τα παραπάνω πλαστηρικά κείμενα. Ο Πλαστήρας αποτελεί την πιο αμφιλεγόμενη κι αντιφατική προσωπικότητα στην πολιτική ζωή της νεότερης Ελλάδας και πολλές από τις απόψεις που κατά καιρούς εξέφραζε, έρχονται σε γοερή σύγκρουση με άλλες. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις αρχές του 1934 (ανάμεσα στις δύο φιλοδικτατορικές διακηρύξεις του) έγραφε στο Δημοκρατικό Αγώνα:

Εύχομαι και ελπίζω να ευρεθώμεν όλοι οι δημοκρατικοί κάτω από την Σημαίαν της Δημοκρατίας, δια να την υπερασπίσωμεν…


Αυτό που είναι γεγονός και πρέπει να διακρίνουμε, είναι πως στα χρόνια εκείνα το μέτρο της δημοκρατικότητας ενός ηγέτη υπολογιζόταν από τι στάση κρατούσε απέναντι στη Μοναρχία. Όλα τ' άλλα φαίνονταν δευτερεύοντα και πολλές φορές ορισμένες εκτιμήσεις εξοργιστικά αντιδραστικές - πήγαζαν και καλλιεργούνταν μέσα στην ατμόσφαιρα της πολιτικής σύγχυσης της εποχής. Ας μην ξεχνούμε ότι ο δημοκρατικός στρατηγός Σαράφης - μετέπειτα αρχηγός του ΕΛΑΣ - θεωρούσε όχι μόνο τον Πλαστήρα σαν φυσικό ηγέτη των δημοκρατικών δυνάμεων, όπως θα δούμε παρακάτω, αλλά τοποθετούσε στην ίδια παράταξη και τον πρώην δικτάτορα Πάγκαλο (!). Γράφει στις Ιστορικές Αναμνήσεις του:


Για μένα δεν αποκλείονταν ούτε ο Πάγκαλος και ήθελα τη συνεργασία όλων των δημοκρατικών στοιχείων για την επιτυχία του εγχειρήματος, αλλά αυτό εξαρτιόταν από τους άλλους και θα προσπαθούσα να διευκολύνω τη συμμετοχή του Πάγκαλου....


...ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΑΡΑΦΗ


Γύρω από τον Πλαστήρα και τις ανατρεπτικές ιδέες του συσπειρώθηκαν σταδιακά όλοι εκείνοι οι αξιωματικοί που πλαισίωσαν το αποτυχημένο κίνημα του και βρέθηκαν από την κυβέρνηση εκτός στρατεύματος. Ιδιαίτερα από τον Ιούνιο του 1934, οπότε ο Τσαλδάρης δεν αρκέστηκε στις αποτάξεις, αλλά προχώρησε και στην ποινική τους καταδίωξη (Κοίμηση, Διάμεση, Δεμέστιχα και άλλων) η επιθυμία για πραξικόπημα άρχισε να εκδηλώνεται πιο έντονα και εμφανίστηκαν σαφή σημεία ανυπομονησίας. Στα τέλη του Δεκεμβρίου 1933, ο Σαράφης επισκέφτηκε τον Πλαστήρα στις Κάνες και του μετέφερε το κλίμα που επικρατούσε στο στρατιωτικό παρασκήνιο, καθώς και την επιθυμία των αποτακτων για κάποια γρήγορη στρατιωτική κίνηση.

Ο στρατηγός Οθωναίος. Αρνήθηκε να ηγηθεί του κινήματος της 1ης Μαρτίου.
Ο Πλαστήρας - γνωρίζοντας τις απόψεις του Βενιζέλου για την αποφυγή βαστικών και απρογραμμάτιστων ενεργειών - μήνυσε μέσο του Σαράφη στους έμπιστους του αξιωματικούς Διάμεση και Παπαθανασόπουλο, αυτοσυγκράτηση και προσεκτικά συνωμοτικά βήματα...

ΟΙ ΕΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΩΝΟΝΤΑΙ

Παράλληλα με τις κινήσεις των πλαστηρικων αξιωματικών, άρχισε να εκδηλώνεται έντονη αντιμοναρχική ανησυχία στις τάξεις των εν ενεργεία κατώτερων αντιβενιζελικών στρατιωτικών. Στις αρχές του 1934 είχε συγκροτηθεί κάποιο καθοδηγητικό όργανο τους, στο οποίο πρωτοστατούσε ο λοχαγός Γιάννης Τσιγάντες και λίγοι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του (Γερακάρης, Κλαδάκης, Βλάχος και άλλοι). Σύντομα προσχώρησαν στην κίνηση οι συνταγματάρχες Ψαρρός, Μπακιρτζής (γνωστοί για τη συμμέτοχη τους, αργότερα, στην Εθνική Αντίσταση) και Χρήστος Τσιγάντες (αδελφός του Γιάννη), ο πλωτάρχης Ζάγκας και διάφορα κατώτερα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων.

Η κίνηση αυτή αποτέλεσε τη σταθερή βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η όλη στρατιωτική συνωμοσία. Ιδεολογικά ήταν προσανατολισμένη στην ανάγκη δυναμικής αντιπαράθεσης στη μοναρχική απειλή, μέσα στα πλαίσια που γενικά πρέσβευε ο βενιζελικός χώρος Αν προχωρούσε λίγο παραπέρα είναι συζητήσιμο. Υπήρχαν βέβαια διακηρύξεις για κάθαρση του στρατού, για τη δημιουργία συγχρόνου δημοκρατικού κράτους και για λαϊκή προκοπή όλα ταύτα ήταν όμως αόριστα. Αυτό που είναι βέβαιο, είναι ότι η κίνηση των νέων αξιωματικών δεν έβλεπε με ιδιαίτερη συμπάθεια ούτε τον Πλαστήρα, ούτε το χώρο των αποτάκτων. Οι λόγοι δεν ήταν βασικά πολιτικοί, όσο οργανωτικοί: οι πλάστηρικοί είχαν αποδειχτεί αρκετά αφελείς σε ζητήματα συνωμοτικότητας, ήταν ανοιχτά εκτεθειμένοι και έπασχαν από αγχώδη ανυπομονησία, πράγματα αρκετά επικίνδυνα στις τότε συνθήκες.

Το Φεβρουάριο του 1934 γίνονται δημοτικές εκλογές και στην Αθήνα αναδεικνύεται νικητής ο αντιβενιζελικός Κοτζιάς. Τούτο δίνει αφορμή στους μοναρχικούς να συγκροτήσουν μεγάλη διαδήλωση με συνθήματα υπέρ του Γεωργίου, την οποία υποστηρίζουν συγκαλυμμένα, διάφοροι κυβερνητικοί παράγοντες. Η ανησυχία στους κόλπους των δημοκρατικών μεγαλώνει.

Στα τέλη του ίδιου μήνα οι εν ενεργεία αξιωματικοί οργανώνουν συγκέντρωση στο σπίτι του Χ. Τσιγάντε, στην οποία έχει προσκληθεί και ο Σαράφης, γνωστός για τις επαφές του με τον Πλαστήρα και για την εκτίμηση που είχε στο πρόσωπο του ο ίδιος ο Βενιζέλος Η συγκέντρωση καταλήγει με μύηση του Σαράφη στην οργάνωση (ο ίδιος πίστευε πως η οργάνωση ξεκινούσε τη ζωή της εκείνη την ημέρα) και με την εκλογή επιτελικής ομάδας, στην οποία συμμετείχαν, εκτός από το Σαράφη, οι αντισυνταγματάρχες Γεωργούλης, Χοντρός, Γρηγοράκης, Χ. Τσιγάντες και Γαρμπής. Αφανής αρχηγός ήταν ο Γιάννης Τσιγάντες, που αποτελούσε και το πιο δραστήριο μέλος της οργάνωσης.

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ;

Οι πλαστηρικοί άρχισαν να εκδηλώνουν δυσφορία για την απομόνωση τους από την κίνηση των εν ενεργεία ενώ οι τελευταίοι αρχίζουν να συνειδητοποιούν την ανάγκη ενιαίας δράσης. Λίγες μέρες μετά την επίσημη μύηση του, ο Σαράφης φέρνει σε επαφή τον εκπρόσωπο του Βενιζέλου Ζάννα, τους πλαστηρικούς και την οργάνωση του και αποφασίζεται η συγκρότηση κοινού οργάνου, το οποίο και εκλέγει τριμελή επιτροπή, αποτελούμενη από τον απόστρατο υποστράτηγο Κ. Βλάχο, τον απόστρατο πλοίαρχο Α. Κολιαλέξη και τον ίδιο το Σαράφη. Ο Ζάννας θα γινόταν πολιτικός σύνδεσμος μεταξύ επιτροπής - Βενιζέλου.

Όλα καλά. Αρχηγός όμως; Όσο και αν φαίνεται παράξενο, η όλη κίνηση ήταν οργανωτικά ακέφαλη. Άλλωστε όλοι ήξεραν πως ηγείται ο Βενιζέλος και ο Πλαστήρας, πράγμα που, όπως θα δούμε παρακάτω, δε συνέβαινε.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Πλαστήρας και ήθελε και είχε τη στρατιωτική ικανότητα να ηγηθεί του κινήματος. Όμως βρισκόταν μακριά, και φυσικό ήταν να μην μπορεί να ασκήσει ουσιαστική αρχηγία.

Και ο Βενιζέλος; Αυτός είχε εγκατασταθεί στη Χαλέπα της Κρήτης και κινούσε αόρατα συνωμοτικά νήματα, χωρίς όμως να συμμετέχει και να κατευθύνει συγκεκριμένα τον όλο μηχανισμό. Είναι βέβαιο ότι η στάση αυτή του Βενιζέλου δεν οφείλεται ούτε σε απειρία του γύρω από κινήματα (το παρελθόν του δε δείχνει κάτι τέτοιο) ούτε φυσικά σε έλλειψη πολιτικής διορατικότητας. Άλλη ήταν η αιτία: πίστευε ότι υπήρχε η πιθανότητα τα πράγματα να πάρουν ευνοϊκή τροπή μέσα από τις πολιτικές διαδικασίες και το διπλωματικό παρασκήνιο.

Tο Φεβρουάριο του 1934 γύρισε στην Αθήνα για να εκδηλώσει την αντίθεση του στο τετραμερές Βαλκανικό Σύμφωνο (Ελλάδας - Τουρκίας - Γιουγκοσλαβίας - Ρουμανίας) που είχε σχεδιαστεί από τους Γάλλους, στην προσπάθεια τους να δημιουργήσουν αντιγερμανικό αντιπερισπασμό στο ευαίσθητο ευρωπαϊκό υπογάστριο (το μυστικό πρωτόκολλο του συμφώνου δημιουργούσε κινδύνους πολεμικών περιπετειών με την Ιταλία και ήταν σαφώς αντίθετο με τα συμφέροντα της Σοβιετικής Ένωσης). Αρχικά πέτυχε κάποια συνεννόηση με την κυβέρνηση η οποία, παρ' όλες τις υπαναχωρήσεις της, υποτάχτηκε τελικά στη βενιζελική συλλογιστική.

Τον Ιούνιο, και ενώ η πολιτική ζωή της χώρας συγκλονιζόταν από τις συζητήσεις για το εκλογικό νομοσχέδιο (που ουσιαστικά χάριζε στους Λαϊκούς το 1/5 των βουλευτικών εδρών), ο Βενιζέλος αναχώρησε για τη Γαλλία αφού πριν σύστησε σύνεση στους συνωμότες στρατιωτικούς, οι οποίοι εκδήλωναν έντονα σημάδια ανυπομονησίας.

Τον επόμενο μήνα συναντήθηκε στις Κάννες με τον Πλαστήρα, τον οποίο κατόρθωσε να αποτρέψει από βιαστικές ενέργειες - λίγες μέρες πιο πριν είχαν κινηθεί ύποπτα οι Διάμεσης και Ζέρβας - και να υπογράψει μαζί του (προσυπέγραψε και ο Ζάννας) σχετικό δεσμευτικό πρακτικό. Το πρακτικό αυτό όριζε ότι κάθε επαναστατική ενέργεια έπρεπε να τυγχάνει έγκρισης από τριμελή επιτροπή (Κολιαλέξης - Σαράφης - Γονατάς) και ότι θα γινόταν κάθε προσπάθεια για πολιτική διέξοδο από την κρίση. Και κατέληγε:
Ο Πάγκαλος, πολλοί βενιζελικοί τον θεωρούσαν σύμμαχό τους.
Εάν τας εκλογάς πρόκειται να ενεργήση η παρούσα κυβέρνησις ή να διεξαχθούν με τας γνωστάς εκ των εκλογών της Θεσσαλονίκης μεθόδους, τότε η αντιπολίτευσις δεν θα μετάσχη εις αυτάς και θα προστατεύση το καταπατούμενον πολίτευμα, σύμφωνα με την επιταγήν του τελευταίου άρθρου του Συντάγματος, επιδιώκουοα την κατά πάντα τρόπον, έστω και δια της βίας, ανατροπήν της κυβερνήσεως...

ΚΑΘΕ ΓΕΦΥΡΑ ΚΟΒΕΤΑΙ...


Μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του 1934 έπρεπε να γίνει η εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση πρότεινε το Ζαΐμη (που το 1929 είχε εκλεγεί με βενιζελικούς ψήφους) ενώ η αντιπολίτευση - παίζοντας το τελευταίο πολιτικό της χαρτί - δήλωσε ότι συμφωνεί, αν εγκαταλειφθεί το εκλογικό νομοσχέδιο, σταματήσουν οι απειλές κατά του πολιτεύματος της Αβασίλευτης Δημοκρατίας, διασφαλιστούν οι δημοκρατικές ελευθερίες, διαλυθεί το παρακράτος κ.λπ. Στην αντίθετη περίπτωση θα πρότεινε δικό της υποψήφιο - το Βενιζέλο - ο οποίος αν εκλεγόταν θα αποτελούσε και την εγγύηση της δημοκρατικής νομιμότητας. Ο Τσαλδάρης έδειξε στοιχεία συμβιβασμού, αλλά οι πιέσεις που δεχόταν από τον Κονδύλη, το Μεταξά και το Θεοτόκη ήταν τρομερές.



Τελικά, στις 19 Οκτωβρίου 1934, ο Ζαΐμης εκλέχτηκε από την Εθνοσυνέλευση (Βουλή και Γερουσία μαζί), με 197 ψήφους, έναντι 119.. λευκών των βενιζελικών δυνάμεων Η ψήφος των τελευταίων ήταν αποτέλεσμα έντονων παρασκηνιακών ενεργειών των Σοφούλη - Γόνατα.
Κάθε γέφυρα νομιμότητος είχε κοπεί.
Ολόκληρος ο Οκτώβριος χαρακτηρίστηκε από την εμπρηστική αρθρογραφία του Βενιζέλου και του Μεταξά, που έφθασε στα γνωστά επίπεδα του Διχασμού Στις 24 του ίδιου μήνα η Δημοκρατική Άμυνα συνέλαβε τον Καραθανάση, γεγονός που επέτρεψε στον κυβερνητικό τύπο να μιλήσει για... βενιζελικό παρακράτος, που εξευτελίζει τις αρχές (!). Το Νοέμβριο οι πλαστηρικοί προχώρησαν σε μονόπλευρες στρατιωτικές προετοιμασίες, γεγονός που εξόργισε τους συνεταίρους από το σώμα των εν ενεργεία
Νέα ένταση στην πολιτική έξαψη έδωσε η επαναστατική συνθηματολογία της Δημοκρατικής Άμυνας, που μέσα από τις στήλες του Δημοκρατικού Αγώνα καλλιεργούσε άμεσα την ατμόσφαιρα της σύγκρουσης. Στις 8 Δεκεμβρίου ο Βενιζέλος γράφει στο Γόνατα:
...αποκρούω απολύτως την ανάμειξιν άλλων παρά τον ενεργόν στρατόν, όπως λ. χ. είναι αι διάφοραι Άμυναι, των οποίων η ενέργεια πρέπει να περιοριστεί εις την δημοκρατικήν διαπαιδαγώγηση των πολιτών…
Και μια βδομάδα αργότερα ο Δημοκρατικός Αγώνας απαντά:
...να αναζητήσωμε αλλού τον τρόπον, από τον οποίον θα την απαλλάξωμεν (την πατρίδα) από τους κανιβάλους που την κατέκτησαν Και ο τρόπος αυτός είναι η Βία. Όλα τα άλλα είναι φιλολογία...

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΟΘΩΝΑΙΟΣ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΑΡΧΗΓΙΑ

Αρχικά ορίστηκε το κίνημα να γίνει στις 18 - 20 Ιανουαρίου, κάτω από τη στρατιωτική ηγεσία του ίδιου του Πλαστήρα. Ο τελευταίος ξεκινά από τις Κάννες, στις 7 Ιανουαρίου και φτάνει με ψευδώνυμο στη Σόφια, παρακολουθούμενος από κυβερνητικούς πράκτορες. Με επιμονή του Σαράφη, το κίνημα αναβάλλεται...
Νέα ημερομηνία ορίζεται η 1 Μαρτίου. Στις 19 Φεβρουαρίου ο Βενιζέλος στέλνει γράμμα στο στρατηγό Οθωναίο, προκαλώντας τον να αναλάβει την ηγεσία. Του γράφει:
…σκοπός της παρούσης μου είναι να σας ζητήσω να μετάσχετε του κινήματος τούτου, οπότε και θα ηγηθείτε αυτού. Εφόσον δε η μετοχή του στρατηγού Πλαστήρα κρίνεται αναγκαία, σεις μεν αναλαμβάνοντες την προεδρία της επιτροπής, θα αποτελέσετε μετ' αυτής το Διευθυντήριον της Επαναστάσεως, θα διορίσετε δε τον στρατηγόν Πλαστήρα αρχηγόν του στρατού, ο οποίος θα βαδίσει κατά των Αθηνών. . Μόλις εκραγεί το κίνημα θα προσέλθω δημόσια ευλογών αυτό…
Ο Οθωναίος δε δέχτηκε. Η πρόταση επαναλήφθηκε προς το στρατηγό Καμμένο, αρχηγό του Δ' σώματος στρατού, που την αποδέχεται.
Ουσιαστικά το κίνημα ήταν στρατιωτικά ακέφαλο.

ΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ

Το συνωμοτικό σχέδιο των κινήσεων δεν ήταν καθόλου άσχημο. Σε γενικά πλαίσια βασιζόταν στην κατάληψη του στόλου, που κινούμενος προς τη Θεσσαλονίκη θα ενίσχυε την εξέγερση των εκεί μονάδων (στις περισσότερες από τις οποίες κυριαρχούσαν οι βενιζελικοί αξιωματικοί). Η Κρήτη ήταν εύκολη υπόθεση - λόγω Βενιζέλου - ενώ τα νησιά δε θα μπορούσαν παρά να ελεγχθούν - με το στόλο - από τους επαναστάτες. Έμενε η Αθήνα. Εκεί θα καταλαμβάνονταν θέσεις κλειδιά (Σχολή Ευελπίδων, Σύνταγμα Μακρυγιάννη, Στρατώνες Πεζικού, Εργοστάσιο Ηλεκτρισμού κ.λπ.) που θα εμπόδιζαν την κυβέρνηση να αντιδράσει άμεσα. Αν ο Τσαλδάρης κατέρρεε θα σχηματιζόταν αμέσως επαναστατική κυβέρνηση, αν όχι, τότε οι βενιζελικές μονάδες θα κινούνταν κατά της πρωτεύουσας.
Ο Πλαστήρας. Η απουσία του έκρινε το κίνημα...
Σε κάθε περίπτωση χρειαζόταν καλός συγχρονισμός, αποφασιστικότητα και - το κυριότερο - η πολιτική ευλογία του Βενιζέλου και η στρατιωτική παρουσία τού Πλαστήρα (που όπως θα δούμε στο επόμενο τεύχος, δεν κατόρθωσε να φτάσει στην Ελλάδα).

ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ - «ΒΟΜΒΑ» ΣΤΟ «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ»

Στις 26 Φεβρουαρίου κάποιος που υπέγραφε σαν Αντιφασίστας Αξιωματικός αποκάλυπτε με λεπτομέρειες το προετοιμαζόμενο κίνημα, με επιστολή του στο Ριζοσπάστη. Και κατέληγε:
Είναι προφανές οτι καθήκον των πραγματικά δημοκρατικών αντιφασίστων αξιωματικών, υπαξιωματικών, φαντάρων και ναυτών είναι να ματαιώσουν δια της ένοπλου εν ανάγκη δυνάμεως τους, την προπαρασκευαζόμενην και έτοιμον να εκραγή πλαστηρικήν φασιστικήν δικτατορίαν ως και την παρόμοιαν προετοιμαζομένην δικτατορίαν εκ μέρους των μοναρχοφασιστών αξιωματικών. Αλλά δεν αρκεί μόνον η αντίστασις των αντιφασιστών αξιωματικών, υπαξιωματικών, στρατιωτών και ναυτών. Απαιτείται και η άμεσος κινητοποίησις και δράσις όλων των εργαζομένων εις μίαν ενιαίαν παράταξιν δια την άμεσον και παραδειγματικην συντριβήν των συνωμοτούντων κατά των ελευθεριών του λαού.
Οι συνωμότες ανησύχησαν, η κυβέρνηση όμως δεν έδωσε και μεγάλη σημασία στο δημοσίευμα…
Όπως είπαμε, η αποφασιστικότερη επιχείρηση για την επιτυχία του κινήματος θα ήταν η κατάληψη του ελλιμενισμένου στο Ναύσταθμο πολεμικού στόλου. Αν πετύχαινε ο στόχος αυτός, η κυβέρνηση δεχόταν καίριο στρατιωτικό χτύπημα, έχανε την πρωτοβουλία των κινήσεων, ξεκοβόταν από χερσαίες δυνάμεις σε άλλα σημεία της χώρας και - το κυριότερο - εμφανιζόταν, στα μάτια των διστακτικών και αμύητων αξιωματικών, να καταρρέει.

Οι κινηματίες, αντίθετα, γίνονταν κύριοι του Αιγαίου, ενίσχυαν τις ξεσηκωμένες χερσαίες μονάδες της Βόρειας Ελλάδας και γενικότερα αποκτούσαν πλήρη έλεγχο των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Όμως ας μη γίνει παρανόηση. Η κατάληψη του στόλου, από μόνη της, δε σήμαινε και σίγουρη νίκη των κινηματιών. Χρειαζόταν και η αξιοποίηση του. Πράγμα που δεν έγινε.
Ο ναύαρχος Δεμέστιχας
Ο Στέφανος Σαράφης
Ο στόλος τελικά κερδήθηκε. Τι έκανε όμως; Αντί να πλεύσει προς τη Βόρειο Ελλάδα... πήγε στην Κρήτη, στο Βενιζέλο, λες και ζητούσε... καταφύγιο. Η εξέγερση πάλι των βενιζελικών αξιωματικών στη Βόρεια Ελλάδα, από οργανωτική ασυνεννοησία (αλλά κι από άλλες αιτίες), εξελίχτηκε σε κωμικοτραγική οπερέτα. Στην Αθήνα, τέλος, οι αντιπερισπαστιεκές ενέργειες των κινηματιών κατέληξαν δε παταγώδη αποτυχία. Έτσι το κίνημα πνιγμένο στα λάθη και στην ανοργανωσιά του, απέτυχε, παρασύροντας στην πτώση του και τη Δημοκρατία...

ΑΣΤΡΑΠΙΑΙΑ ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Ίσως να μην υπάρχει στην Ελληνική ιστορία προηγούμενο ... κουρσάρικης κατάληψης ολόκληρου στόλου, σαν κι αυτής που έγινε τις απογευματινές ώρες της 1ης Μαρτίου 1935. Σε λίγα λεπτά, σαράντα κινηματίες οπλισμένοι με περίστροφα, έγιναν κύριοι του Ναυστάθμου και των 7 μεγαλυτέρων σκαφών του στόλου, όπου υπηρετούσαν 7.000 άντρες!!! Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το τελικό σχέδιο των κινηματιών του ναυτικού καταστρώθηκε στις 26 Φεβρουαρίου και χοντρικά ήταν το ακόλουθο. Οι κινηματίες θα ξεκινούσαν με κλειστά αυτοκίνητα από την Αθήνα, γύρω στις 5 το απόγευμα της Παρασκευής 1ης Μαρτίου, χωρισμένοι σε μικρές ομάδες των 5-6 ατόμων. Θα συναντιόντουσαν κάπου κοντά στο Πέραμα, θα φρόντιζαν να εξουδετερώσουν την εκεί φρουρά και - τέλος - θα περνούσαν απέναντι, στο Ναύσταθμο, με δύο βενζινακάτους. Η κατάληψη των πλοίων θα γινόταν με κάθε πρόσφορο τρόπο που θα επέτρεπαν οι ειδικές περιστάσεις. Ας σημειωθεί ότι η κυβέρνηση είχε πάρει αρκετά μέτρα για την αντιμετώπιση τέτοιων στασιαστικών ενεργειών από τους βενιζελικούς. Ο υπουργός Ναυτικών Χατζηκυριάκος - παλιός οπαδός του Βενιζέλου και τώρα λυσσαλέος εχθρός του - καμάρωνε παντού πως «κρατάει τα κλειδιά του Ναυστάθμου στην τσέπη του γιλέκου του». Είχε τοποθετήσει αντιβενιζελικούς στην ηγεσία του στόλου και στη διακυβέρνηση των σκαφών κι είχε φρουρές (του Ναυστάθμου, του Περάματος κ.λπ.)με αφοσιωμένους στην κυβέρνηση άντρες. Οι κινηματίες πάντως, γνωρίζοντας τις δυσκολίες, δε δίστασαν. Βασίστηκαν στον αιφνιδιασμό κι όλα τα μέτρα ασφαλείας του Χατζηκυριάκου σωριάστηκαν σαν χάρτινος πύργος. Είχαν φροντίσει εξάλλου να αποδυναμώσουν την άμυνα του Ναυστάθμου, κάνοντας επίθεση σε ώρα απίθανη για κίνημα, σε ώρα δηλαδή που τα μέτρα ασφαλείας ήταν χαλαρωμένα και πολλοί αξιωματικοί είτε είχαν έξοδο, είτε είχαν έντεχνα υποχρεωθεί να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους (τους τηλεφωνούσαν οι κινηματίες και τους έλεγαν να πάνε γρήγορα στα σπίτια τους γιατί... κάτι σοβαρό συνέβαινε εκεί). Αρχηγοί της επιχείρησης είχαν οριστεί, ο ναύαρχος Δεμέστιχας και ο πλοίαρχος Κολιαλέξης.
ΧΩΡΙΣ ΣΟΒΑΡΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Όλα δουλεύουν ρολόι για τους κινηματίες. Φορούν τις στολές τους, μπαίνουν στα αυτοκίνητα τους και συναντιούνται, λίγο πριν από τις 6, στο καθορισμένο σημείο. Από κει συνεχίζουν για το Πέραμα. Η φρουρά της Χωροφυλακής φαίνεται ν’ ανησυχεί με την εμφάνιση του πρώτου αυτοκινήτου, οι κινηματίες όμως περνούν σχετικά εύκολα το μπλόκο, πετώντας κάποια πρόχειρη δικαιολογία. Μόλις όμως προβάλλουν κι άλλα αυτοκίνητα φορτωμένα με στρατιωτικούς, οι χωροφύλακες καταλαβαίνουν ότι κάτι δεν πάει καλά και απαγορεύουν τη διέλευση τους. Δεν υπάρχει πια χρόνος για δισταγμούς. Οι στρατιωτικοί βγάζουν τα περίστροφα και επιτίθενται. Ακολουθεί σύντομη μάχη, που καταλήγει με την εξουδετέρωση της φρουράς και την καταστροφή του τηλεφωνικού καλωδίου που συνδέει το Ναύσταθμο με την Αθήνα. Ο δρόμος είναι πια ελεύθερος.

Φτάνουν στο σημείο όπου τους περιμένουν οι βενζινάκατοι - τις είχαν στείλει συνωμότες του Ναυστάθμου - και επιβιβάζονται. Στη μία μπαίνει ο Δεμέστιχας και στην άλλη ο Κολιαλέξης. Την ώρα της επιβίβασης γίνεται κάτι απρόοπτο. Φτάνει κάποιο ρυμουλκό από το Ναύσταθμο με αδειούχους, που βλέπουν τι γίνεται. Οι περισσότεροι κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν, ενώ ορισμένοι προσχωρούν αυθόρμητα στους κινηματίες.

Οι βενζινάκατοι προχωρούν με προπορευόμενο το ρυμουλκό, που επιστρέφει στη βάση του. Αν το ρυμουλκό φτάσει πρώτο, όλα προδίδονται. Ο Δεμέστιχας δρα αποφασιστικά. Κραυγάζει στον υπαξιωματικό που το οδηγεί να σταματήσει και τον απειλεί με τιμωρία αν... απειθαρχήσει σε διαταγή ανωτέρου του. Ο υπαξιωματικός τρομοκρατείται, κόβει ταχύτητα και μένει πίσω Έμενε πια το ρεσάλτο.

Η μια βενζινάκατος, με τον Κολιαλέξη, κατευθύνεται προς το διοικητήριο του Ναυστάθμου και επιτίθεται αιφνιδιαστικά. Ο διοικητής του στόλου ναύαρχος Ρουσσέν συλλαμβάνεται και οι άντρες του παραδίνονται χωρίς μάχη. Μόνο ο αντιπλοίαρχος Σιώκος επιχειρεί ν' αντισταθεί και τραυματίζει με το όπλο του κάποιον κινηματία. Ακολουθούν πυροβολισμοί και ο Σιώκος ξαπλώνεται θανάσιμα πληγωμένος. Ήταν ο μόνος νεκρός στην όλη επιχείρηση.

Η άλλη βενζινάκατος, με το Δεμέστιχα, κατευθύνεται προς το Αβέρωφ. Οι κινηματίες ανεβαίνουν στο κατάστρωμα και ο Δεμέστιχας... σημαίνει προσκλητήριο. Τέλειος αιφνιδιασμός. Το πλήρωμα υπακούει μηχανικά, χωρίς να καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Διέτασσε κάποιος ναύαρχος, δεν είχε σημασία ποιος. Μόνο ένας ανθυποπλοίαρχος αντιδρά μα εξουδετερώνεται αμέσως και μάλιστα αφήνεται αμέσως ελεύθερος να εγκαταλείψει το πλοίο.
Ο θρυλικός «Αβέρωφ»
Αμέσως οι κινηματίες σχηματίζουν ομάδες που θα επιχειρήσουν το ρεσάλτο στα άλλα σκάφη. Ακολουθεί η εύκολη και χωρίς καμιά αντίσταση κατάληψη του εύδρομου Έλλη (που έμελλε να τερματίσει άδοξα τον αξέχαστο εκείνο δεκαπενταύγουστο του 1940), του αντιτορπιλικού Λέων, του τορπιλοβόλου Νίκη και των υποβρυχίων Κατσώνης και Νηρεύς. Προβλήματα παρουσιάζονται με το αντιτορπιλικό Ψαρά, ο κυβερνήτης του οποίου (ο αντιπλοίαρχος Ξηρός) αντιτάσσεται αποφασιστικά στους κινηματίες. Οι τελευταίοι στέλνουν καμιά εικοσάδα άντρες με ατμάκατο να καταλάβει εξ εφόδου το πλοίο, αλλά η όλη επιχείρηση καταλήγει σε άτακτη οπισθοχώρηση μπρος στα καταιγιστικά πυρά από το αντιτορπιλικό. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή παρεμβαίνει υπέρ των κινηματιών ... ο αιχμάλωτος διοικητής του στόλου ναύαρχος Ρουσσέν, έμπιστος της κυβέρνησης Τσαλδάρη. Παράξενη ενέργεια ίσως... Όχι όμως και τόσο. Από τη μια ο φόβος, από την άλλη η πεποίθηση πως το κίνημα είχε επικρατήσει, και τέλος η άφθονη κολακεία των κινηματιών προς το πρόσωπο του (όταν τον αντίκρυσαν αιχμάλωτο δίπλα στο Δεμέστιχα φρόντισαν να τον ζητωκραυγάσουν σαν δικό τους), φαίνεται πως έκαμψαν εύκολα την... αδαμαντίνη της νομιμοφροσύνης του. Γεγονός είναι πάντως ότι ο Ρουσσέν διέταξε τον Ξηρό να παραδοθεί κι ο τελευταίος πειθάρχησε.
Ο υπουργός Ναυτικών Χατζηκυριάκος είχε από καιρό οργανώσει τις υπηρεσίες του για ενδεχόμενο κίνημα. Τελικά δεν πέτυχε το σκοπό του (το κλισέ είναι από τη βενιζελική εφημερίδα «Πατρίς», 4-2-1934.
Πιστά έμεναν ακόμα στην κυβέρνηση τα πλοία Ιέραξ, Πάνθηρ και Θύελλα, των οποίων οι κυβερνήτες φαίνονταν αποφασισμένοι για βίαιη σύγκρουση με τους στασιαστές. Τους γίνεται σύσταση να παραδοθούν, χωρίς αποτέλεσμα και προειδοποιούνται να μην επιχειρήσουν απόδραση από το Ναύσταθμο. Επιστρατεύεται και πάλι ο... όψιμος δημοκράτης Ρουσσέν, οι εκκλήσεις του οποίου απορρίπτονται.
Το εύδρομο «Έλλη». Παρέμεινε 11 ημέρες στα χέρια των κινηματιών και έπαθε πολλές καταστροφές από τους βομβαρδισμούς των κυβερνητικών.
Τελικά οι κινηματίες αποφασίζουν να στείλουν τον ίδιο το Ρουσσέν στο Ιέραξ μπας και πετύχει τίποτα. Αυτός αποβιβάζεται στο πλοίο, πληροφορείται από τον κυβερνήτη Σκουφόπουλο ότι το κίνημα δεν έχει επικρατήσει στην Αθήνα και... αλλάζει και πάλι παράταξη. Γίνεται αντιστασιαστής κι όταν το Αβέρωφ του κάνει σήμα να επιστρέψει, αυτός λέει: Ας τους να περιμένουν…

Είχε ήδη επιτευχθεί η κατάληψη 7 σκαφών από τους κινηματίες, ενώ 3 έμεναν πιστά στην κυβέρνηση. Υπολείπονταν 3 υποβρύχια ακόμα, που λόγω επισκευών δεν ήταν μάχιμα και δεν έγινε προσπάθεια να καταληφθούν. Η ήττα της κυβέρνησης ήταν μεγάλη και θα μπορούσε, αν οι υπόλοιποι χειρισμοί των κινηματιών ήταν σωστοί, να προκαλέσει την ανατροπή της.

ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΙΕΣ ΑΠΟΠΛΕΟΥΝ

Ο στόλος των κινηματιών πρέπει τώρα ν' ανοιχτεί - σύμφωνα με το σχέδιο - στο ανοιχτό πέλαγος. Παρουσιάζονται δυσκολίες. Οι κυβερνητικοί είχαν αφαιρέσει και κρύψει (για λόγους ασφαλείας) βασικά εξαρτήματα της μηχανής του Αβέρωφ και περνά αρκετή ώρα μέχρι να βρεθούν και να συναρμολογηθούν στη θέση τους. Λείπουν, ακόμα, πυρομαχικά, καύσιμα και νερό. Μια ομάδα στασιαστών, με επικεφαλής τον αντιπλοίαρχο Τσαγκάρη, καταλαμβάνει τη νησίδα Λέρος όπου βρίσκεται η αποθήκη πυρομαχικών. Ανάλογη προσπάθεια γίνεται και για την κατάληψη του αντλιοστάσιου μα οι κυβερνητικοί είναι καλά ταμπουρωμένοι εκεί και εμποδίζουν με φράγμα πυρός κάθε προσέγγιση. Τελικά το πρόβλημα λύνεται με τη λήψη αποθεμάτων από άλλα πλοία και αποφεύγεται η αιματοχυσία. Στον Πειραιά έχουν γίνει ήδη γνωστές οι συγκρούσεις του Περάματος. Ο εκεί αστυνομικός διευθυντής ειδοποιεί κατά τις 7 το φρούραρχο της Αθήνας υποστράτηγο Μπακόπουλο κι αυτός αναζητεί τον υπουργό Ναυτικών Χατζηκυριάκο. Τον ανακαλύπτει σε κάποιο αποκριάτικο χορό και του αναγγέλλει τα νέα. Αυτός καταρέει. Τα κλειδιά του Ναυστάθμου δε βρίσκονταν πια στο γιλέκο του... Δίνει εντολή για αποστολή μονάδας πεζικού στο Πέραμα και πηγαίνει κι ο ίδιος εκεί. Είναι όμως αργά. Οι κινηματίες ετοιμάζονται να αποπλεύσουν. Οι κυβερνητικοί αρχίζουν να βάλλουν με κανόνια προς το στόλο. Τίποτα. Ο Αβέρωφ απαντά με δυο τρομερές ομοβροντίες, που συγκλονίζουν την περιοχή και αποδεικνύονται αρκετά αποτελεσματικές για να κάμψουν τη διάθεση των κυβερνητικών για κάθε βίαιη σύγκρουση. Μετά, ένα - ένα τα επαναστατημένα πλοία, με σβηστά τα φώτα, γλιστρούν στο σκοτάδι και χάνονται. Ο Χατζηκυριάκος συντριμμένος στέλνει, την άλλη μέρα, έγγραφη παραίτηση στον Τσαλδάρη. Του γράφει, ανάμεσα στα άλλα:
... Οι ολίγιστοι Λαϊκοί αξιωματικοί και ολίγιστοι αντιβενιζελικοί, έδειξαν κατά την καταληψιν εξαιρετικήν αυταπάρνησιν και θάρρος... δυστυχώς όμως υπέκυψαν προ του μεγάλου όγκου των επαναστατών…
Ποιου μεγάλου όγκου; Σαράντα ήταν όλοι κι όλοι...

ΟΛΑ ΠΗΓΑΙΝΟΥΝ ΣΤΡΑΒΑ

Μεγάλη η επιτυχία των κινηματιών στο Ναύσταθμο. Δυστυχώς γι’ αυτούς ήταν κι η μόνη. Όλοι οι υπόλοιποι τομείς επιχειρήσεων δε λειτούργησαν ή λειτούργησαν έτσι ώστε να δίνουν στην κυβέρνηση την πρωτοβουλία των κινήσεων. Σε συνάντηση των βενιζελικών στρατιωτικών στελεχών είχε αποφασιστεί, οι αντιπερισπαστικές ενέργειες στην Αθήνα να έχουν σαν στόχους: τη διλοχία Μακρυγιάννη (υπεύθυνος ο Σαράφης), τη Σχολή Ευελπίδων (υπεύθυνος ο στρατηγός Κ. Βλάχος - Πράσσος), τους στρατώνες πεζικού στα Παραπήγματα, τα τεθωρακισμένα αυτοκίνητα, το εργοστάσιο ηλεκτρισμού κλπ. Η Δημοκρατική Άμυνα θα ενίσχυε τις επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό εμπειροπόλεμων εθελοντών. Τι έγινε απ' όλα αυτά; Ελάχιστα. Μόνο οι δυο πρώτοι στόχοι εκπληρώθηκαν κι αυτοί όχι σωστά. Κι όπως θα δούμε παρακάτω, σ όλη την υπόλοιπη χώρα δεν έγινε τίποτα τη βραδιά εκείνη της 1ης Μαρτίου. Οι βενιζελικοί αξιωματικοί στη Βόρεια Ελλάδα ... κοιμήθηκαν στα σπίτια τους, ενώ οι ασύρματοι του επαναστατημένου στόλου έστελναν αγωνιώδη σήματα για συμπαράσταση...

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ

Την επιχείρηση στου Μακρυγιάννη θα την καθοδηγούσαν τριάντα βενιζελικοί αξιωματικοί. Από αυτούς πήγαν μόνο... οχτώ στο καθορισμένο ραντεβού, που είχε οριστεί κατά τις 7 το απόγευμα στις Στήλες του Ολυμπίου Διός και - όπως λέει ο Σαράφης - οι δύο... την «κοπάνησαν» στο δρόμο.
Μόλις οι κινηματίες φτάνουν στην πύλη, περνά πρώτος ο Σαράφης με το Χ. Τσιγάντε και το λοχαγό Τριανταφυλλίδη. Ο τελευταίος, που ανήκει στη μονάδα, καθησυχάζει τον ανήσυχο φρουρό και πετυχαίνει και την είσοδο των υπόλοιπων τριών, δηλαδή του αντισυνταγματάρχη Στεφανάκου, του ταγματάρχη Χατζησταυρή και του υπολοχαγού Παπαμαντέλλου. Κατευθύνονται όλοι προς το διοικητήριο και το θέτουν χωρίς δυσκολία, κάτω από τον έλεγχο τους. Άλλοι από τους αξιωματικούς της μονάδας προσχωρούν στο κίνημα ενώ άλλοι αρνιούνται και απομονώνονται. Μετά αρχίζουν οι πολεμικές προετοιμασίες κι ο Σαράφης συγκεντρώνει τους στρατιώτες για να τους μιλήσει για το κίνημα και τους σκοπούς του. Οι περισσότεροι αντιδρούν παγωμένα ορισμένοι ζητωκραυγάζουν υπέρ του Πλαστήρα και της Δημοκρατίας ή αποδοκιμάζουν την κυβέρνηση και τον έκπτωτο βασιλιά. Ξαφνικά ακούγονται κανονιές από το Λυκαβηττό. Δύσκολη στιγμή. Είναι το σύνθημα συναγερμού που δίνει η κυβέρνηση στις στρατιωτικές μονάδες του λεκανοπέδιου, αλλά και η απόδειξη πως το κίνημα δεν είχε επικρατήσει στην Αθήνα. Δεν είχε γίνει κατορθωτό να κοπούν οι επικοινωνίες, έτσι ώστε ο αιφνιδιασμός να αποδώσει.
Σε λίγο αρχίζουν να καταφθάνουν ότου Μακρυγιάννη οι αξιωματικοί της μονάδας. Πρώτος έρχεται ο διοικητής της, αντισυνταγματάρχης Λαμπράκης, που συλλαμβάνεται, αλλά στη συνέχεια αφήνεται ελεύθερος να φύγει. Τον ακολουθούν άλλοι. Ανάμεσα τους κι ο αντισυνταγματάρχης Τρεπεκλής, που έχει σταλθεί προσωπικά από τον Κονδύλη για να διώξει τους κινηματίες και να αναλάβει τη διοίκηση. Η φρουρά του στρατοπέδου απαγορεύει την είσοδο του Τρεπεκλή και δημιουργείται επεισόδιο. Αυτός υποχρεώνεται να φύγει και λέει στο Σαράφη:
Δεν είμαι από κείνους που φεύγουν εύκολα. Φεύγω γιατί είμαι μόνος. Θα γυρίσω όμως και θα τα ξαναπούμε…
Μετά από λίγη ώρα έρχονται θωρακισμένα αυτοκίνητα των κυβερνητικών. Ένα από αυτά πέφτει πάνω στην πύλη, τη μισογκρεμίζει ενώ παράλληλα βάλλει με καταιγιστικά πυρά. Οι κινηματίες απαντούν και υποχρεώνουν τους εισβολείς σε οπισθοχώρηση. Υπάρχουν αρκετοί λαβωμένοι μα κανείς νεκρός.

Ο ΣΑΡΑΦΗΣ ΠΑΡΑΔΙΔΕΤΑΙ

Οι ώρες περνούν μέσα σε παγερή ησυχία, που πότε - πότε διακόπτεται από κάποιες αψιμαχίες. Γύρω στις 11 τη νύχτα - κι ενώ οι επιχειρήσεις του Ναυστάθμου έχουν πια ολοκληρωθεί - ο Κονδύλης δίνει εντολή στον Τρεπεκλή να βομβαρδίσει τους στασιαστές. Αρχίζουν οι κανονιές. Ένα βλήμα πέφτει στο Κουκάκι - χωρίς να προκαλέσει θύματα - κι άλλο στο αναρρωτήριο της διλοχίας. Ακολουθούν κι άλλα βλήματα, που προκαλούν πανικό στους αμυνόμενους. Οι στρατιώτες τρέχουν από δώ κι από κει να κρυφτούν (στα καλά καθούμενα βρέθηκαν να πολεμούν χωρίς να ξέρουν καλά - καλά ποιους και γιατί). Ο Σαράφης προσπαθεί απελπισμένα να τους τονώσει το ηθικό, ενώ οι άλλοι κινηματίες αξιωματικοί τρέχουν στα πολυβόλα που έχουν εγκαταλειφθεί από τους χειριστές τους. Ταυτόχρονα χτυπούν τη μονάδα κι οι δυνάμεις του Τρεπεκλή κι αρχίζουν συγκρούσεις σώμα προς σώμα. Υπάρχουν αρκετοί τραυματίες κι ένας νεκρός: ο τσολιάς Τσόκλας. Η κατάσταση δεν ελέγχεται πια από το Σαράφη, που ξέρει πια ότι η μάχη της Αθήνας χάθηκε. Ξέρει ακόμα πως σε λίγο οι ίδιοι οι στρατιώτες του ή θα λιποτακτήσουν ή θα στραφούν εναντίον του. Κι αποφασίζει την παράδοση. Πρόκειται σίγουρα για απόφαση ώριμη και λογική. Η ώρα ήταν 3 το πρωί και είχε κατορθωθεί άμυνα για οχτώ ολόκληρες ώρες, ενώ το αρχικό σχέδιο πρόβλεπε έξη. Καλεί τους συντρόφους του και τους αναγγέλλει πως δεν υπάρχει άλλη λύση. Συμφωνούν. Ο Χατζησταυρής και ο Παπαμαντέλλος δηλώνουν πως θα σπάσουν τον κλοιό των πολιορκητών και θα διαφύγουν (πράγμα που τελικά θα κατορθώσουν και θα αποφύγουν τη σύλληψη). Οι υπόλοιποι σχεδιάζουν την έντιμη παράδοση. Στη συνέχεια ο Σαράφης παίρνει τον υπουργό Κονδύλη στο τηλέφωνο και του αναφέρει την απόφαση του. Αυτός ειδοποιεί σχετικά τον Τρεπεκλή.
Επιστρατευμένοι από τους κυβερνητικούς, διαδηλώνουν κατά των κινηματιών και του Βενιζέλου.
Κι έρχεται η οδυνηρή στιγμή. Οι κινηματίες παραδίνονται. Ο Τρεπεκλής επιβιβάζει το Σαράφη, το Χ. Τσιγάντε και το Στεφανάκο σε αυτοκίνητο και τους μεταφέρει στο υπουργείο Στρατιωτικών, στον Κονδύλη, που αρνείται να τους δει.

ΣΤΗ ΣΧΟΛΗ ΕΥΕΛΠΙΔΩΝ

Υπεύθυνος για την κατάληψη της Σχολής Ευελπίδων ήταν ο στρατηγός Κ. Βλάχος - Πράσσος. Δεν πήγε καθόλου στο ραντεβού του (το έσκασε αργότερα για τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα). Τον αντικατέστησε ο λοχαγός Ι. Τσιγάντες. Την ίδια περίπου ώρα που ξεκινούσε η επιχείρηση ότου Μακρυγιάννη, φτάνει κι ο Τσιγάντες στη Σχολή, συνοδευόμενος από τους λοχαγούς Σ. Βλάχο και Γ. Κωστόπουλο, καθώς και από τον επίλαρχο Βάο. Με ευκολία φτάνει στο διοικητήριο και αποκτά το διοικητικό έλεγχο. Οι ευέλπιδες δεν προβάλλουν καμιά αντίσταση, αλλά και δεν υποδέχονται με ιδιαίτερη θέρμη τους κινηματίες. Ένας μάλιστα απ' αυτούς, ο Πολυζόπουλος, παίρνει ανοιχτά θέση υπέρ της κυβέρνησης και ξυλοκοπείται άσχημα από τους άντρες της Δημοκρατικής Άμυνας (είχαν καταφτάσει καμιά ογδονταριά στη Σχολή). Ο Τσιγάντες ανακαλεί όλους στην τάξη και αποδοκιμάζει τη βίαιη ενέργεια. Και τότε ένας απλός άνθρωπος του λαού του λέει:
Επανάσταση ήρθαμε να κάνουμε εδώ κυρ λοχαγέ, ή να παρακαλάμε ο ένας τον άλλο;
Σε λίγο ακούγονται οι κανονιές από το Λυκαβηττό, σημάδι - όπως είπαμε - του συναγερμού που είχε κηρύξει η κυβέρνηση. Όλοι συνειδητοποιούν, κι εδώ, ότι το κίνημα στην Αθήνα έχει αποτύχει. Σε λίγο φτάνει ο διοικητής της Σχολής υποστράτηγος Πολίτης, που συλλαμβάνεται από τους κινηματίες. Αρνείται να προσχωρήσει στη στάση και απομονώνεται. Η ίδια τύχη περιμένει και δεκάδες άλλους αξιωματικούς, πιστούς στην κυβέρνηση. Γύρω στις 11 ο Τσιγάντες αποφασίζει να τα παρατήσουν. Κανείς δεν τους είχε ενοχλήσει ως εκείνη τη στιγμή, μα ήταν φανερό ότι σε τίποτα δε θα εξυπηρετούσε πια η παραμονή στη Σχολή. Ανακοινώνει και στους υπόλοιπους τη γνώμη του. Τελικά εγκαταλείπουν τη Σχολή μόνο έξη αξιωματικοί και συγκεκριμένα οι Τσιγάντες, Κωστόπουλος, Κλαδάκης, Σκαναβής, Νικολαϊδης και Τσούμας. Οι υπόλοιποι μένουν στις θέσεις τους για να συλληφθούν, χωρίς μάχη, γύρω στις 3 η ώρα, από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Ο Τσιγάντες και οι σύντροφοι του προσπαθούν να φτάσουν στο Πέραμα και να διεκπεραιωθούν στον επαναστατημένο στόλο. Τους σταματούν οι χωροφύλακες στα Μπαρουτάδικα που στην αρχή δεν ξέρουν με ποιους έχουν να κάνουν. Μετά καταλαβαίνουν πως πρόκειται για βενιζελικούς φυγάδες, τους πιάνουν και τους στέλνουν συνοδεία στην Αθήνα.

ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Ουσιαστικά το «παιχνίδι» παιζόταν στη Βόρεια Ελλάδα, όπου οι βενιζελικοί είχαν τα σοβαρότερα ερείσματα στο στρατό (μια και ο Κονδύλης φρόντιζε ν' απομακρύνει από την Αθήνα κάθε αντίπαλο της κυβέρνησης). Μυημένοι στο κίνημα ήταν πολλοί ανώτατοι αξιωματικοί, με σπουδαιότερο το διοικητή του Δ’ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Καμμένο.
Από τις συγκρούσεις στο Στρυμόνα
Σύμφωνα με το σχέδιο, η κατάληψη του στόλου θα αποτελούσε το έναυσμα για την εξέγερση των βενιζελικών στη Μακεδονία και στη Θράκη. Προς τα εκεί θα κατεύθυνε κι ο Δεμέστιχας το στόλο, που αποτελούσε και ένα από τα βασικότερα στηρίγματα των επαναστατών. Υπεύθυνος για το συντονισμό των ενεργειών είχε οριστεί ο Σαράφης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στρατιωτικός αρχηγός στη Βόρεια Ελλάδα (αλλά και του κινήματος γενικότερα) θα αναλάμβανε ο ίδιος ο Πλαστήρας, που ήδη είχε αναχωρήσει από τις Κάννες με κατεύθυνση τη Μακεδονία. Καλό σχέδιο, που δεν πραγματοποιήθηκε. Ο Πλαστήρας δεν ήρθε (εμποδίστηκε από τους Ιταλούς), ο στόλος κατευθύνθηκε στην Κρήτη, οι μονάδες της Βόρειας Ελλάδας δεν ξεσηκώθηκαν, ο Σαράφης δεν πέτυχε τον επιθυμητό συντονισμό. Άπειρες οι γνώμες για την κατανομή των ευθυνών του «φιάσκου» εκείνου και δύσκολο να εκφραστούν και να αξιολογηθούν όλες.

Η ΚΑΚΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ ΣΑΡΑΦΗ-ΣΦΕΤΣΙΟΥ

Το «κλειδί» της αποτυχίας του κινήματος στη Βόρεια Ελλάδα βρίσκεται στη συνάντηση του Σαράφη με τον ταγματάρχη Θωμά Σφέτσιο - εκπρόσωπο των κινηματιών στη Μακεδονία - που γίνεται στις 27 Φεβρουαρίου. Δεν είναι ακριβώς γνωστό τι συζήτησαν οι δύο. Ο Σαράφης θα γράψει αργότερα ότι, μέσο του Σφέτσιου, ειδοποιούσε για το χρόνο εκδήλωσης του κινήματος και καλούσε τους κινηματίες της Βόρειας Ελλάδας να ξεσηκωθούν μόλις ξεκινούσαν οι επιχειρήσεις στο Ναύσταθμο. Ο Σφέτσιος, αντίθετα, ισχυρίστηκε μετά, ότι ο Σαράφης του είπε, πως θα ειδοποιούσε τηλεφωνικά το πρωί της 1ης Μαρτίου για το αν θα γίνει το κίνημα. Τελικά δεν τηλεφώνησε, πράγμα που - κατά το Σφέτσιο - σήμαινε αναβολή του. Δεν ξέρουμε που ακριβώς βρίσκεται η αλήθεια. Σημασία έχει πως στις 28 Φεβρουαρίου ο Σφέτσιος επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και το πρωί της 1ης Μαρτίου ειδοποιεί τους κινηματίες της Βόρειας Ελλάδας πως το κίνημα αναβλήθηκε. Καταλαβαίνει κανείς τι σήμαινε αυτό: δεν κινήθηκε κανείς τη στιγμή που έπρεπε. Μόλις δύο μέρες αργότερα - στις 3 Μαρτίου - θα εκδηλωθεί η στάση του Κομμένου, διοικητή του Δ' Σώματος Στρατού της Καβάλας. Ήταν όμως αργά. Ας σημειωθεί ότι στις 27 Φεβρουαρίου ο Σαράφης επιδίωξε να ταξιδέψει προς Θεσσαλονίκη (υποπτευόταν ίσως τους κινδύνους), αλλά δεν μπόρεσε, μια και οι κινήσεις του προκάλεσαν την προσοχή κυβερνητικών αξιωματικών.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ...

Με την έκρηξη του κινήματος, σημαντικές διεργασίες εκδηλώνονται στους κόλπους της κυβερνητικής παράταξης. Το υπουργικό συμβούλιο συνεδριάζει από τις 7.30 στο υπουργείο Στρατιωτικών και σ' όλους γίνεται σαφής η σοβαρότητα της κατάστασης. Εμφανίζονται συμπτώματα ανυπομονησίας και πανικού και στις συνθήκες αυτές ο Κονδύλης βρίσκει την ευκαιρία να επιδείξει τις μεγάλες στρατιωτικές και πολιτικές ικανότητες του. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι στη συνεδρίαση εκείνη ο Κονδύλης επιβάλλεται σαν ηγέτης, ενώ ο πρωθυπουργός Τσαλδάρης δίνει την εντύπωση κομπάρσου. Όλοι κρέμονται από τα χείλη του στρατηγού, παρακολουθούν τους χειρισμούς του, επικροτούν τις θέσεις του και γενικά τον αποδέχονται σαν αρχηγό. Αργά το βράδυ η κυβέρνηση κηρύσσει το στρατιωτικό νόμο, χωρίς να τηρήσει καμιά συνταγματική επιταγή (μέχρι κι ο... Μεταξάς θα της καταλογίσει αργότερα αντισυνταγματική ενέργεια). Με το στρατιωτικό νόμο αναστέλλονται βασικά άρθρα του Καταστατικού Χάρτη και συγκροτούνται στρατοδικεία. Παράλληλα παίρνονται μέτρα για τη φρούρηση μονάδων, εγκαταστάσεων κλπ., για την επιβολή λογοκρισίας στον Τύπο, για την απαγόρευση κάθε πολιτικής συγκέντρωσης, για την περιπολία στρατιωτικών αποσπασμάτων στους δρόμους... Αρχίζει αμέσως και πογκρόμ συλλήψεων δημοκρατικών πολιτών, πολιτικών και αξιωματικών, που την επόμενη μέρα θα πάρει τεράστια έκταση. Προετοιμάζονται - τέλος - οι «λαϊκές» εκδηλώσεις υπέρ της κυβέρνησης, με τις οποίες αποσκοπείται νίκη στο πεδίο των εντυπώσεων. Ο ελληνικός λαός, στο μεταξύ, παρακολουθεί τα γεγονότα με ανησυχία και περιέργεια. Ουσιαστικά είναι αμέτοχος στα όσα συμβαίνουν, όσο κι αν τελικά οι συνέπειες θα πέσουν στις δικές του πλάτες.

Ο ...ΠΕΙΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΟΛΟΣ

Άγνωστο τι κίνησε τελικά τους ηγέτες του επαναστατημένου στόλου να κινηθούν προς την Κρήτη. Πολλοί μίλησαν για σκόπιμο σαμποτάζ και έριξαν όλα τα βάρη στο Δεμέστιχα. Παράξενη άποψη, αν σκεφτεί κανείς ότι το σαμποτάζ δε χρειαζόταν να γίνει στο ανοιχτό πέλαγος, αλλά με ένα απλό τηλεφωνικό κάρφωμα, λίγο πριν ξεκινήσει η επιχείρηση του Ναυστάθμου. Ίσως η αλήθεια κρύβεται αλλού: στην απογοήτευση δηλαδή που ένιωσαν οι ηγέτες του ναυτικού, όταν διαπίστωσαν ότι στις επαναστατικές εκκλήσεις τους δεν απαντούσε κανείς, ότι δηλαδή δεν είχε ξεσηκωθεί κανείς εκτός από τους ίδιους. Στις συνθήκες αυτές η Κρήτη εμφανιζόταν σαν καταφύγιο και - γιατί όχι; - σαν ορμητήριο κάποιας εκστρατείας. Σημασία έχει βέβαια ότι η επιλογή αυτή, άσχετα από τις προθέσεις του Δεμέστιχα και των συνεργατών του, αποδείχτηκε καταστροφική για το κίνημα. Πρώτη ενέργεια της κυβέρνησης, προς την κατεύθυνση της ανάκτησης του ελέγχου στο στόλο, ήταν να κάνει έκκληση προς τα πληρώματα των πλοίων. Χαρακτηριστικό είναι τούτο το σήμα της, που στάλθηκε το βράδυ της 1ης Μαρτίου και είχε την υπογραφή του Τσαλδάρη:
Κυβέρνησις κυρία καταστάσεως καθ' όλην την γραμμήν. Καλούμεν τους νομοταγείς αξιωματικούς και τα νομοταγή πληρώματα να συλλάβωσι τους επαναστάτας, κηρυχθέντας εκτός νόμου, και να παραδώσωσι τα πλοία, συμβάλλοντες μετά κυβερνήσεως προς επιβολήν τάξεως.
Δεν έφτανε φυσικά αυτό. Ταυτόχρονα η κυβέρνηση κηρύσσει τα πλοία... πειρατικά και αποφασίζει να τα βυθίσει. Εκπληκτική πραγματικά απόφαση, αν σκεφτεί κανείς ότι αποτελούσαν το άνθος της εθνικής άμυνας της χώρας, κι ότι ανάμεσα τους περιλαμβανόταν κι ο θρυλικός Αβέρωφ. Τις πρωινές ώρες απογειώνονται από το αεροδρόμιο του Τατοΐου αρκετά αεροπλάνα, με ρητή εντολή του αντιστράτηγου της αεροπορίας Ρέππα, να χτυπήσουν το στόλο. Τον βρίσκουν εύκολα, αλλά δεν κατορθώνουν να πετύχουν την αποστολή τους. Τα επαναστατημένα πλοία δέχονται τρεις μεγάλες επιδρομές και δεκάδες βλήματα σκάνε γύρω τους και πάνω τους. Η αντιαεροπορική τους άμυνα είναι κακή, ενώ τα πληρώματα δείχνουν πανικό. Παρ' όλα αυτά ο στόλος δε βυθίστηκε. Σκοτώθηκε μόνο ένας φουκαράς ναύτης και τραυματίστηκαν άλλοι τέσσερις άντρες. Μετά το βομβαρδισμό η κυβέρνηση επιχειρεί να πιέσει τους ηγέτες του στόλου σε παράδοση. Σε σήμα του, ο κυβερνητικός αντιναύαρχος Τυπάλδος, λέει στους στασιαστές:
Εξουσιοδοτήθην παρά της κυβερνήσεως όπως καλέσω υμάς εις συνεννόησιν. Εν ονόματι του πατριωτισμού σας ως και των άλλων αισθημάτων σας, ανακόψατε μέχρι της 5ης μ.μ. ενέργειάν σας, οπότε θα ανακοπεί και η εναέριος επίθεσις. Τα πλοία πρέπει να επανέλθουν εις τας διαταγάς της κυβερνήσεως, εις τον Ναύσταθμον, προς αποφυγήν καταστροφής του στόλου.
Να κι η απάντηση του Δεμέστιχα:
Δύναμαι τώρα ν' απαντήσω επί υμετέρων προτάσεων. Επιθυμούμεν και ημείς να αποφύγωμεν την ζημείαν του υλικού. Εναπόκειται όμως εις την κυβέρνησιν όπως αναστείλη τας αεροπορικός επιθέσεις, αίτινες πάντως δεν θα ηδύναντο, αύται καθ εαυτός, να μεταβάλλουν την κατάστασιν των γεγονότων. Είμαι πάντως εις την διάθεσιν Υμών, προς οιανδήποτε μεταγενεστέραν συνεννόησιν.
Δεν υπάρχει ίσως αβρότερη απόρριψη τελεσιγράφου...

Η ΚΡΗΤΗ ΣΤΟ ΠΟΔΙ!


Για την Κρήτη δεν υπήρχε πρόβλημα να προσχωρήσει στο κίνημα. Ήταν με το κίνημα, από τη στιγμή που το υποστήριζε ο Βενιζέλος. Η κυβέρνηση ξέρει αυτήν την πικρή αλήθεια. Στέλνει απεγνωσμένα μηνύματα προς το διοικητή και υπουργό Κρήτης, Αποσκίτη, να συγκρατήσει την κατάσταση. Τον διαβεβαιώνει ότι το κίνημα απέτυχε και τον διατάσσει να εκδώσει φιλοκυβερνητικό διάγγελμα προς το γενναίον και ιπποτικόν λαόν της Κρήτης, που δεν πρέπει να θυσιάζεται για να εξυπηρετηθούν αι μικροφιλοδοξίαι ολίγων τρελλών. Ο Αποσκίτης ενεργεί σύμφωνα με τις διαταγές, ξέροντας ότι δεν μπορεί παρά να χάσει το παιχνίδι. Σε μήνυμα του προς τον επαναστατημένο στόλο προειδοποιεί ότι κάθε προσέγγιση του στην Κρήτη θα αντιμετωπιστεί βίαια. Σε άλλο μήνυμα, προς τα πληρώματα των πλοίων αυτή τη φορά, λέει:
...παιδιά του λαού, η πατρίς σας καλεί να κάνετε το καθήκον σας, να φανήτε πιστοί εις τον όρκον σας προς την πατρίδα. Επαναλαμβάνομεν: Εχετε υπ' όψιν σας ότι ο λαός κι ο στρατός θα σας υποδεχτούν με σφαίρας…
Έδινε κι αυτή τη μάχη των εντυπώσεων, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να κάνει μήτε το ένα εκατοστό από όσα απειλούσε.

Ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ


Ο Βενιζέλος μέχρι εκείνη τη στιγμή πιστεύει πως το κίνημα έχει αναβληθεί. Μόλις μαθαίνει τις κινήσεις του Αποσκίτη, αιφνιδιάζεται και του στέλνει επιστολή, στην οποία - ανάμεσα στα άλλα - του γράφει:
... η κυβέρνησις, μη αρκουμένη εις την υπ' αυτής εγκαθιδρυθεί - σαν τυραννίαν, προβαίνει ήδη εις την απροκάλυπτον κατάλυσιν του Συντάγματος, και μη αρκουμένη εις τούτο, αναστέλλει και την ισχύν όλων των νόμων, πλην του στρατιωτικού, δια να μη υπάρχη πλέον κανείς χαλινός προς περιστολήν των αυθαιρέτων ενεργειών της... να ανακαλέσετε την επαναστατικήν προκήρυξιν, δια να αποκατασταθή η τάξις και η ηρεμία, η οποία επικρατεί εις όλην την νήσον…
Είχε βέβαια καταλάβει πως το κίνημα ήταν πιά γεγονός και κοίταζε από τη μια να κερδίσει χρόνο κι από την άλλη να «στρώσει» το δρόμο για την επίσημη ευλογία του. Όταν επιβεβαιώνονται οι πληροφορίες ότι ο στόλος κατευθύνεται προς την Κρήτη, ο Βενιζέλος νιώθει πως όλα βαδίζουν σε αποτυχία, αλλά δε λιγοψυχεί. Καλεί τους Κρητικούς σε συλλαλητήριο υπέρ της Δημοκρατίας και απορρίπτει κάθε πρόταση συμβιβασμού. Οι κυβερνητικές αρχές, στο μεταξύ, είναι απομονωμένες. Ούτε συλλήψεις μπορούν να επιχειρήσουν, ούτε φυσικά να επιβάλλουν κάποια βίαιη λύση. Και οι πέτρες της Κρήτης θα ήταν εναντίον τους. Σε τηλεγράφημα προς την κυβέρνηση, ο Αποσκίτης την πληροφορεί:
Ενταύθα, στρατιωτικοί αρχαί τηρούν στάαιν πρωτοφανούς ανεκτικότητος.
Με την πρόσκληση για συλλαλητήριο, οι Κρητικοί παίρνουν φωτιά. Φορούν τα άρματα τους και μπουλούκια - μπουλούκια κατευθύνονται στη Χρυσοπηγή, όπου είχε οριστεί η συγκέντρωση. Ο Βενιζέλος, σκαρφαλωμένος σε ένα μαντρότοιχο, δείχνει ενθουσιώδης.
Ο ΣΤΟΛΟΣ ΣΤΗΝ... ΚΡΗΤΗ

Ξεκινά το λόγο του ήρεμα και σιγά - σιγά ανεβάζει τον τόνο της φωνής του. Σε κάποιο σημείο λέει:
...Εγώ νομίζω πώς η κυβέρνησις επανεστάτησε, κηρύσσουσα τον στρατιωτικόν νόμον... Πάντως, εάν είναι αλήθεια ότι ο στόλος επανεστάτησεν, εγώ δεν θα συμμαχήσω με την κυβέρνησιν δια να στηρίξω μίαν κατάστασιν που θα με παραδώση ασφαλώς στον Πολυχρονόπουλον και στον Καραθανάσην…
(τους επίδοξους δολοφόνους του). Και μπαίνοντας στο «ζουμί» συνεχίζει:
...Εγώ ιδιαιτέρως απευθύνομαι προς όλον τον δημοκρατικόν κόσμον, ζητών να ενίσχυση το κίνημα, με ό,τι μέσα διαθέτει. Διότι η συντριβή του κινήματος θα εσήμαινεν οριστικήν υποδούλωσιν του τόπου, η οποία θα κατέληγεν, μετά διάστημα ουχί μακρόν, εις διάλυσιν της Μεγάλης Ελλάδος, όση περιεσώθη εκ της Μικρασιατικής καταστροφής…
Τα λόγια του Βενιζέλου δημιουργούν παραλήρημα στο πλήθος. Αυτός καταλαβαίνει ότι το κλίμα είναι ώριμο για εξέγερση. Ζητά, σαν πρώτη επαναστατική πράξη, την κατάληψη του ασυρμάτου και στη συνέχεια την κατάληψη των κυβερνητικών αρχών. Στις 3.30' το μεσημέρι (της 2ας Μαρτίου), ο Αποσκίτης στέλνει το τελευταίο του μήνυμα στην κυβέρνηση, για να της αναγγείλει πως το νησί βρίσκεται κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του Βενιζέλου. Στις 9 η ώρα το βράδυ ο επαναστατημένος στόλος μπαίνει στο λιμάνι της Σούδας, έτοιμος για βίαιη σύγκρουση, μα γρήγορα οι ηγέτες του καταλαβαίνουν πως βρίσκονται σε φιλικό έδαφος. Αμέσως ανεβαίνει στον Αβέρωφ ο συνταγματάρχης Τζανακάκης (κινηματίας, που είχε αντικαταστήσει τον Αποσκίτη στη διοίκηση του νησιού). Ενημερώνει το Δεμέστιχα και τους βασικούς επιτελείς του για την εκεί κατάσταση και στη συνέχεια ηγέτες του στόλου αποβιβάζονται και επισκέπτονται το Βενιζέλο. Στη συζήτηση που ακολουθεί ο Βενιζέλος ασκεί έντονη κριτική στο Δεμέστιχα, που κατευθύνθηκε προς την Κρήτη αντί για τη Μακεδονία. Αποφασίζεται ο στόλος να εγκαταλείψει αμέσως τη Μεγαλόνησο και να πλεύσει προς Βορρά. Έπρεπε, έστω και καθυστερημένα, να διορθωθεί το λάθος. Την επόμενη μέρα το πρωί (Κυριακή 3 Μαρτίου) ο στόλος ξεκινά ολοταχώς.

ΣΤΑΣΙΑΖΕΙ Ο ΚΑΜΜΕΝΟΣ

Όμως ας πάμε στη Μακεδονία, όπου - όπως είδαμε - δεν είχε εκδηλωθεί καμιά κίνηση από τους δημοκρατικούς αξιωματικούς. Η κυβέρνηση - δηλαδή ο Κονδύλης - καταλαβαίνει πως πρέπει να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία, και με διαταγές της αντικαθιστά πολλούς βενιζελικούς διοικητές μονάδων, με άλλους δικούς της. Το μαχαίρι φτάνει στο κόκαλο.
Το απόγευμα της 2ας Μαρτίου στασιάζει στις Σέρρες ο διοικητής της 6ης μεραρχίας (του Γ' Σώματος) υποστράτηγος Αναγνωστόπουλος. Το γεγονός αυτό φαίνεται να διαλύει κάθε δισταγμό στο διοικητή του Δ' Σώματος της Καβάλας Καμμένο, που εκδίδει επαναστατική προκήρυξη, στην οποία τονίζει:
... δεν είναι επιτετραμένον εις τον στρατόν, ούδ’ επί στιγμήν να ανεχθή την καταπάτησιν του δημοκρατικού ημών πολιτεύματος…
Ο ίδιος βέβαια έχει αδρανήσει επί 30 ολόκληρες ώρες, γνωρίζοντας ότι το κίνημα είχε ξεσπάσει. Οι δικαιολογίες του (πίστευε ότι υπήρχε εντολή αναβολής) καταρρέουν από τη στιγμή που τα γεγονότα διαψεύδουν τις πληροφορίες του. Αν ο Καμμένος είχε κινηθεί το βράδυ της 1ης Μαρτίου, θα υπήρχαν ασφαλώς άλλες εξελίξεις. Ίσως η Ελλάδα να μη γνώριζε ποτέ την παλινόρθωση της μοναρχίας και τη δικτατορία του Μεταξά. Η έστω και καθυστερημένη εξέγερση του Κομμένου είχε άμεσα αποτελέσματα. Ολόκληρη η Θράκη και τμήμα της Μακεδονίας, μέχρι τον ποταμό Στρυμόνα, περνά κάτω από τον έλεγχο των κινηματιών, ενώ ο όλη την επαναστατημένη περιοχή ξεσπούν λαϊκές εκδηλώσεις υπέρ της Δημοκρατίας. Ο Καμμένος τηλεγραφεί στο Δεμέστιχα:
Αναγγέλω υμίν ότι από του μεσονυκτίου της χθες, ολόκληρον Δ' Σώμα στρατού και μεραρχία Σερρών απηύθυνεν τελεσίγραφον προς Πρόεδρον Δημοκρατίας, ίνα λύση έκρυθμον κατάστασιν. Αποστέλλομεν αδελφικόν ασπασμόν εκ μέρους στρατού και λαού Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, με την βεβαίωσιν ότι θα αγωνισθωμεν μέχρις εσχάτων δια την υπεράσπισιν του δημοκρατικού πολιτεύματος εναντίον βασιλικής τυραννίδος Αθηνών.
Κι ο Δεμέστιχας, στην απάντηση του τονίζει:
...θα πράξωμεν το παν όπως το άνομον κράτος των Αθηνών καταλυθή το ταχύτερον, Μεραρχία Κρήτης Αρχιπελάγους, ολόκληρος επαναστατήσας δημοκρατικός στρατός αποδέχεται ενθουσιωδώς υμέτερον διάγγελμα…
Στην Αθήνα, η κυβέρνηση βλέπει μ’ ανησυχία τις εξελίξεις και νιώθει ότι δεν ελέγχει ακόμα την κατάσταση. Από την επόμενη του κινήματος έχει εξαπολύσει πογκρόμ συλλήψεων και κατευθύνει λαϊκές εκδηλώσεις σε Αθήνα και Πειραιά, στις οποίες ακούγονται συνθήματα υπέρ της Εθνικής Κυβερνήσεως και υπέρ του... Πολυχρονόπουλου. Η μεγάλη μάζα του αθηναϊκού και του πειραιώτικου λαού μένει αμέτοχη. Κανείς δεν ξέρει τι επιφυλάσσει το τέλος του κινήματος...

ΛΑΪΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ


Στις 3 Μαρτίου το υπουργικό συμβούλιο αποφασίζει μερική επιστράτευση, στην οποία προσδίδει εθελοντικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα επαναφέρει τον Κονδύλη στο Στρατό με το βαθμό του αντιστράτηγου (σε λίγες μέρες θα ονομαστεί αρχιστράτηγος) και του αναθέτει τον επιχειρησιακό έλεγχο κατά των κινηματιών. Ο Κονδύλης φτάνει στη Θεσσαλονίκη το πρωί της 4ης Μαρτίου. Συναντιέται εκεί με τον πιστό στην κυβέρνηση αντιστράτηγο Παναγιωτάκο, διοικητή του Γ' Σώματος στρατού. Οργανώνεται η αντεπίθεση και μεγάλη δύναμη του κυβερνητικού στρατού κινείται με ταχύτητα προς το Στρυμόνα. Το βράδυ της ίδιας μέρας, τα κυβερνητικά πλοία Ιέραξ και Πάνθηρ ναρκοθετούν την είσοδο του Θερμαϊκού κόλπου για να εμποδίσουν την είσοδο του επαναστατημένου στόλου, ενώ συνεχίζεται με γρήγορο ρυθμό η επισκευή των τριών υποβρυχίων που είχαν εγκαταλειφθεί από τους κινηματίες στο Ναύσταθμο. Ενώ οι κυβερνητικοί δρουν με σύνεση και ταχύτητα - αποφασιστική είναι η συμβολή του Κονδύλη σ' αυτό - η άλλη πλευρά δρα άβουλα και με σύγχυση, κρατώντας παθητική στάση. Στις 3 Μαρτίου ο Καμμένος εκδίδει διάταγμα επιστράτευσης που πραγματικά βρίσκει τρομερή ανταπόκριση στο δημοκρατικό λαό της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης. Κατά χιλιάδες φτάνουν στις μονάδες κατάταξης οι εθελοντές, όμως δεν υπάρχουν ούτε όπλα, ούτε ρουχισμός. Μόνο 5.000 άντρες γίνονται δεχτοί, ενώ οι υπόλοιποι στέλνονται και πάλι στα σπίτια τους. Ένα τεράστιο ανθρώπινο δυναμικό, απαραίτητο για τις επαναστατικές δυνάμεις, μένει αναξιοποίητο. Χαρακτηριστική της ατμόσφαιρας που επικράτησε κατά την εθελοντική επιστράτευση, είναι και κάποια προκήρυξη της Δημοκρατικής Νεολαίας Δράμας, που έγραφε:
.. γνωρίζομεν όλοι τι σημαίνει επικράτησις βασιλοδούλων. Αφανισμός τής Ελλάδος, διαμελισθησομένης συντόμως παρά των γειτόνων, ορεγομένων ορισμένος επαρχίας, και υποδούλωσις ταύτης εις ανίερον και ανούσιον μοναρχίδα. Στώμεν μετά προσοχής. Η πατρίς, η τιμή και η περιουσία όλων μας ευρίσκεται εις χείρας μας. Ας φανώμεν αντάξιοι της κινδυνευούσης δημοκρατικής μας πατρίδος.
Από καθαρά στρατιωτική άποψη, ο Καμμένος δεν πήρε καμιά επιθετική πρωτοβουλία. Κατέστρεψε όλες τις γέφυρες του Στρυμόνα (εκτός από μία) και ετοιμάστηκε να υποδεχτεί τα κυβερνητικά στρατεύματα, τα οποία είχαν έτσι την πλήρη πρωτοβουλία των κινήσεων. Παράλληλα, διατήρησε μεγάλο αριθμό αντρών στη μεθοριακή γραμμή.

Ο ΗΓΕΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΝΔΥΛΗ


Θα ήταν ιστορικά άδικο να μην αναγνωρίσει κανείς τις τεράστιες ηγετικές ικανότητες του Κονδύλη. Πολλοί τον χαρακτήρισαν στρατηγό - κεραυνό κι ίσως η δράση του στις μέρες του κινήματος ν' αποτελεί την πιο τρανταχτή επιβεβαίωση του τίτλου του αυτού. Ο Κονδύλης συνδύαζε την επιστημονική γνώση της στρατιωτικής τέχνης με την αποφασιστικότητα στο πεδίο της μάχης, κι ήταν ψυχρός όσο κανένας, αλλά και ικανός να σκορπίζει ενθουσιασμό στους άντρες του. Τα στρατιωτικά κινήματα - είτε τα οργάνωνε ο ίδιος, είτε τ' αντιμετώπιζε - αποτελούσαν το «ψωμοτύρι» του και γι' αυτό η τοποθέτηση του με τη μια ή την άλλη παράταξη, καθόριζε σχεδόν τις πολιτικές εξελίξεις. Απέναντι του θα μπορούσε να σταθεί επάξια μόνο κάποιος στρατιωτικός του ύψους του Πλαστήρα, αυτός όμως ήταν αποκλεισμένος στην Ιταλία και στο «πόδι» του βρίσκονταν αξιωματικοί καριέρας, χωρίς ιδιαίτερα χαρίσματα. Όμως τα παραπάνω δεν αναιρούν το γεγονός ότι ο Κονδύλης στάθηκε - πριν από όλα και πάνω από όλα - ένας αδίσταχτος μάνατζερ του πολιτικοοτρατιωτικού παρασκηνίου και ένας ορκισμένος εχθρός κάθε δημοκρατικής προοπτικής για τον τόπο. Η παρουσία του Κονδύλη στη Θεσσαλονίκη, 2 μέρες μετά την έκρηξη του κινήματος, «πάγωσε» τους δημοκρατικούς και αναπτέρωσε τους κυβερνητικούς. Παραθέτουμε απόσπασμα από τη διακήρυξη που απηύθυνε στις 4 Μαρτίου προς τους άντρες που ακολουθούσαν τους κινηματίες:
... Σήμερον αυτός (ο Βενιζέλος) έχει την Κρήτην και την Ανατολικήν Μακεδονίαν και ημείς έχομεν όλην την άλλην Ελλάδα. Εκάναμεν επιστράτευσιν τεσσάρων ηλικιών. Εκατόν χιλιάδες άνδρας έχω επί ποδός πολέμου. Αυτός έχει τέσσερα πλοία, άτινα, μετά τας αεροπορικάς επιθέσεις μας, έχουν ανάγκην επισκευής. Ημείς έχομεν τέσσερα πλοία εξ ων δύο από τα τελευταία καινουργή αντιτορπιλικά. Ημείς έχομεν 60 αεροπλάνα, αυτός κανένα. Το παιχνίδι το έχασε και δεν θα περάσουν ημέραι που θα σας εγκατάλειψη και θα καταφύγη πάλιν εις την Ευρώπην... Έχω την δύναμιν να σας συντρίψω, αλλά δεν θέλω να χυθεί αίμα Ελλήνων στρατιωτών δια την παράφρονα αρχομανίαν ενός εγκληματικού γέροντος... Κάθε παραδίδομενον τμήμα έχει τον λόγον μου ότι δεν θα τιμωρηθή, αφού οι προϊστάμενοι του το παρέσυρον... Ολίγαι ώραι σας μένουν δια να μετανοήσετε... Δε μου μένει παρά να υπερασπίσω τας ελευθερίας του ελληνικού λαού, την Δημοκρατία και τα ύπατα συμφέροντα του ελληνικού έθνους…
Συνηθισμένη φρασεολογία καραβανάδων θα πει κανείς. Δεν είναι όμως έτσι. Στη στρατιωτική γλώσσα περισσότερο μετρά το αποτέλεσμα κι όχι η αλήθεια. Κι ο Κονδύλης ήξερε να πειθαναγκάζει.

ΟΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΟΛΟΥ

Στο μεταξύ, ο επαναστατημένος στόλος κατευθύνεται προς την έδρα του Δ' Σώματος, στην Καβάλα. Στις 4 Μαρτίου οι ασύρματοι του «πιάνουν» μήνυμα του Βενιζέλου, με το οποίο αυτοανακηρυσσόταν - επιτέλους - αρχηγός του κινήματος. Σαν δικαιολογία πρόβαλε, ότι μετά την επιστράτευση που είχε επιβάλλει η αυλόδουλος κυβέρνησις, η επανάσταση έπαυε να έχει καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα και αποχτούσε πολιτικό. Έτσι, δεν μπορούσε πια να αρνείται την ηγεσία. Στην Καβάλα ο στόλος φτάνει στις 5 Μαρτίου και του γίνεται ενθουσιώδης υποδοχή από λαό και στρατό. Αποβιβάζεται ο Δεμέστιχας και συναντά τον Κομμένο, με τον οποίο καθορίζει τις λεπτομερείς των παραπέρα επιχειρήσεων. Μετά, με σύσταση του Βενιζέλου, ξαναφεύγει προς την Κρήτη, για να κουβαλήσει από κει άντρες και πολεμικό υλικό. Στο δρόμο, τα πλοία θα περνούσαν από τη Λέσβο, τη Σάμο και τη Χίο, για να ξεσηκώσουν τις εκεί μονάδες κατά της κυβέρνησης. Στην Καβάλα θα έμενε η Έλλη και το υποβρύχιο Κατσώνης. Έτσι κι έγινε. Στις 6 Μαρτίου προσχωρεί στο κίνημα η Λέσβος και στις 7 η Χίος και η Σάμος. Στις 9 ο στόλος βρίσκεται και πάλι στη Σούδα της Κρήτης. Όμως το κίνημα τότε πια κατέρρεε. Ο στόλος δε θα μπορέσει να επιστρέψει στη Βόρειο Ελλάδα. Από το βράδυ της 4ης Μαρτίου εκδηλώνεται σοβαρή κακοκαιρία σ' ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα, που εμποδίζει κάθε σοβαρή στρατιωτική εξέλιξη. Την άλλη μέρα ο Κονδύλης φτάνει στο Στρυμόνα, επιθεωρεί τις κυβερνητικές δυνάμεις και τηλεγραφεί στον Τσαλδάρη:
... Λύσις καταστάσεως θα βραδύνει, όσον θα διαρκέση η κακοκαιρία. Ο ελληνικός λαός δεν πρέπει να ανησυχεί δια τούτο. Η ομίχλη εις το μέτωπον δεν επιτρέπει να βλέπωμεν εις από - στασιν ολίγων μέτρων... Τούτο όμως δεν επηρεάζει την τελικήν έκβααιν. Δεν υπάρχει δια τους αντιπάλους καμία, μα καμία απολύτως ελπίδα επιτυχίας...

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ


Η ίδια κατάσταση επικρατεί και τις αμέσως επόμενες μέρες, κατά τις οποίες εκδηλώνονται αψιμαχίες μικρής σημασίας. Ο Κονδύλης, στο μεταξύ, προωθεί ισχυρές δυνάμεις προς το «μέτωπο», ενώ στο στρατόπεδο των κινηματιών επικρατεί οργανωτικό χάος και πανικός. Στις 6 Μαρτίου, αεροπλάνα βομβαρδίζουν στόχους στις Σέρρες και προκαλούν θύματα στον άμαχο πληθυσμό. Στις 7 ο Κονδύλης ανακηρύσσεται αρχιστράτηγος. Όλα δείχνουν ότι η ιστορία θα τραβήξει πολύ, έστω και αν προδιαγράφεται η τελική ήττα των βενιζελικών. Ενώ οι πρώτες τρεις μέρες του κινήματος ήταν συγκλονιστικές σε γεγονότα, οι επόμενες περνούν μέσα σε αναμονή, σχεδόν πανομοιότυπες. Στις 8 Μαρτίου οι κυβερνητικοί βομβαρδίζουν Σέρρες και Δράμα, σκορπίζοντας όχι τόσο το θάνατο, αλλά τον πανικό, στις τάξεις των κινηματιών και στο λαό. Το γεγονός, πάντως, του αναίτιου σκοτωμού αθώων ανθρώπων (στους 5 νεκρούς της Δράμας περιλαμβανόταν κι ένα δωδεκάχρονο παιδί) δείχνει καθαρά πως ο Κονδύλης δεν ήταν διατεθειμένος να διστάσει μπροστά σε τίποτα...

ΣΦΟΔΡΕΣ ΜΑΧΕΣ... ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΑΝ

Στις 9 Μαρτίου ο καιρός βελτιώνεται και οι κυβερνητικοί ετοιμάζονται για τη μεγάλη επίθεση, που τελικά θα γίνει εναντίον ανύπαρκτων αντιπάλων, μια και η οργανωτική διάλυση στο στρατόπεδο των κινηματιών είναι γεγονός, ενώ ο ενθουσιασμός στους οπαδούς τους έχει ολοκληρωτικά εξανεμιστεί. Στις 6 το πρωί της 10ης Μαρτίου εκδηλώνεται η «επίθεση» και οι άντρες του κυβερνητικού στρατού περνούν χωρίς μάχη τη γέφυρα του Ορλιάκο (στο Στρυμόνα) και «προελαύνουν». Ο Καμμένος διατάσσει σύμπτυξη και δημιουργία νέας γραμμής άμυνας στο Νέστο, ξέροντας ότι τίποτα δεν μπορεί πια να σωθεί. Εξοργιστικό είναι το ανακοινωθέν για τις «νικηφόρες» επιχειρήσεις, που εκδίδει την ίδια μέρα ο Κονδύλης. Αν όχι τίποτε άλλο, αποδεικνύει πως διέθετε και ισχυρή φαντασία. Γράφει στον πρωθυπουργό:
... Επαναστάται ημύνθησαν εις θέσεις οχυρωμένες περιβαλλόμενος με συρματοπλέγματα, αλλά δεν ηδυνήθησαν να ανθέξουν εις άκρατον επιθετικότητα των νομιμοφρόνων στρατευμάτων…
Παραμύθια. Δεν είχε ανοιχτεί ούτε μύτη, μια και δεν είχε δοθεί καμιά μάχη. Την ώρα που εξελίσσονται οι φανταστικές μάχες του Κονδύλη φτάνουν στην Καβάλα 3 αντιτορπιλικά των κυβερνητικών δυνάμεων, πλησιάζουν σε μικρή απόσταση την αγκυροβολημένη Έλλη και αρχίζουν να την κανονιοβολούν. Ρίχνουν συνολικά 383 βλήματα, πολλά από τα οποία πέφτουν στο λιμάνι και σε κατοικημένες περιοχές της πόλης, σκοτώνοντας 22 άτομα. Η Έλλη απαντά και τη συνοδεύουν τα χερσαία κανόνια των κινηματιών. Τα αντιτορπιλικά αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Ο Καμμένος αναγγέλλει στο Δεμέστιχα την τραγωδία με τούτο το σήμα:
Τρία κυβερνητικά αντιτορπιλικά σήμερον περί ώραν 8ην προσέγγισαν λιμένα Καβάλας. Εβομβάρδισαν ρίψαντα περί τα 300 βλήματα εναντίον αμάχου πληθυσμού. «Έλλη» ήνοιξεν πυρ. Θύματα επί του παρόντος δεν εξηκριβώθησαν».

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΤΑΡΡΕΕΙ

Το πρωί της 11ης Μαρτίου ο Κονδύλης μπαίνει «νικητής» στις Σέρρες, από όπου έχουν αποχωρήσει, πολύ νωρίς, οι δυνάμεις των κινηματιών. Τον υποδέχονται με ζητωκραυγές οι οπαδοί της κυβέρνησης. Αυτός τηλεγραφεί στον Τσαλδάρη:

«Εισήλθα εις Σέρρας 9ην πρωϊνήν. Οι επαναστάται αξιωματικοί αφαιρέσαντες 60.000.000 από το εν Σέρρες υποκατάστημα της Τραπέζης της Ελλάδος, εδραπέτευσαν. Εις την Δράμαν και την Καβάλαν, με τας οποίας επικοινώνησα, επικρατεί πλήρης τάξις. Αποστέλλω φρουράν εις Δράμαν, Καβάλαν, Ξάνθην, Κομοτινήν και Αλεξανδρούπολιν. Απόψε μεταβαίνω εις Δράμαν και Καβαλάν».
Κι ο Καμμένος; Αυτός όνομα και πράγμα πια, τηλεγραφεί στο Δεμέστιχα από την Κομοτινή να έλθει με τον «Αβέρωφ» για να παραλάβει τους κινηματίες αξιωματικούς. Ο Δεμέστιχας του απαντά ότι είναι αδύνατον. Έτσι, οι ηγέτες των κινηματιών ξεκινούν με αυτοκίνητο για τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Λίγα χιλιόμετρα πριν φτάσουν, το αυτοκίνητο σταματά από τα χιόνια. Αρχίζει μια περιπετειώδης πεζοπορία, στη διάρκεια της οποίας πεθαίνει από εξάντληση ο επιτελάρχης του Δ' Σώματος στρατού, Παναγιωτόπουλος. Έπειτα τα σύνορα, η αίτηση πολιτικού ασύλου, η αυτοεξορία.

Την ίδια μέρα η «Έλλη», εγκαταλειμμένη από τους κινηματίες, παραδίνεται στην κυβέρνηση. Προηγήθηκαν αρκετές διαβουλεύσεις, κατά τις οποίες, οι άντρες που είχαν αναλάβει τις ευθύνες της διοίκησης, προσπάθησαν να επισπεύσουν την παράδοση αυτή. Σε κάποιο σήμα της προς την κυβέρνηση έγραφαν:

«... αναφέρομεν ότι η παραμονή μας εις Καβάλαν καθίσταται επικίνδυνος λόγω εξάψεως πνευμάτων κομμουνιστών».
Μόλις τα νέα της τραγωδίας φτάνουν στην Κρήτη, όλοι παγώνουν. Τι λύσεις υπάρχουν πια; Η μία είναι να συνεχιστεί ο αγώνας από τη Μεγαλόνησο και να επιχειρηθεί απόβαση στη χερσαία Ελλάδα. Παράτολμη λύση, μια και δεν την ευνοούσε ούτε ο συσχετισμός δυνάμεων, ούτε ο ξένος παράγοντας (για το ρόλο του οποίου θα μιλήσουμε στο επόμενο τεύχος). Η άλλη λύση είναι η ομολογία της ήττας...

Η ΝΕΑ ΕΞΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Την τελευταία λύση προτίμησε ο Βενιζέλος. Το βράδυ της 11ης Μαρτίου επιβιβάζεται στον «Αβέρωφ» και ξεκινά για τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα. Φτάνει την άλλη μέρα στην Κάσο, όπου και παραδίνεται, μαζί με τους άλλους κινηματίες αξιωματικούς, στις ιταλικές αρχές. Από κει θα πάει στη Νεάπολη της Ιταλίας και τελικά στο Παρίσι, όπου θα τερματίσει εξόριστος τη ζωή του, στα 1936. Αποχαιρετώντας τον ο Δεμέστιχας του λέει τούτα τα λόγια:
«Συμμετασχόντες εις το Κίνημα αυτοβούλως υπό πλήρη ευθύνην μας, αντιμετωπίζωμεν ήδη τας συνεπείας μιας ανέλπιστου αποτυχίας, θα ευρεθώμεν συντόμως μακράν της πατρίδος και των ιδικών μας, χωρίς τους βαθμούς μας, με μέσα ανεπαρκή συντηρήσεως. Αλλ' όλα αυτά τα δεινά αδύνατον είναι να συγκριθούν, κύριε Πρόεδρε, προς την απέραντον πικρίαν που δοκιμάζετε υμείς σήμερον. Σεις, ο οποίος εδημιουργήσατε την μεγαλυτέραν Ελλάδα και τόσον πολύ εμοχθήσατε και επαλαίσατε υπέρ της υλικής και ηθικής της εξυψώσεως, αναγκάζεσθε δεύτερον ήδη φοράν να εγκαταλήψετε υπό τραγικός συνθήκας το πάτριον έδαφος»
Με την ήττα του κινήματος, η χώρα είχε μπει σε περίοδο πολύχρονων περιπετειών.

ΚΟΝΔΥΛΗΣ: «ΕΓΙΝΑΝ ΠΟΛΙΟΡΚΟΥΜΕΝΟΙ ΜΟΝΟΙ ΤΟΥΣ...»

Ο στρατηγός Κονδύλης, ο «εγκέφαλος» της νίκης των αντιβενιζελικών, θεωρούσε το κίνημα αποτυχημένο, ακόμα κι αν κατόρθωνε να «κρατήσει» προσωρινά τη Θεσσαλονίκη κι όλη τη Βόρεια Ελλάδα. Μιλώντας κατά τη συνεδρίαση της Βουλής, στις 27 Μαρτίου 1935, είπε ανάμεσα σ' άλλα: «...Και αν ακόμη ενίκων εις την Θεσσαλονίκην, θα τους ενίκων εις τον Σαραντάπορον, εις την Λάρισσαν... το κίνημα αυτό δεν είχεν δυνάμεις, αρκετάς δια να επιτυχή, διότι εφ' όσον αι στρατιωτικοί φρουροί των τριών πόλεων, των Αθηνών, της Λαρίσσης και της Θεσσαλονίκης, παρέμειναν πισταί εις την κυβέρνησιν, αι άλλαι φρουραί δεν ηδύναντο ποτέ να επιβληθώσι, διότι υπήρχεν εις την κυβέρνησιν όλη η ευχέρεια να στράτευση την Πάλαιαν Ελλάδα και να την αγάγη προς οιονδήποτε μέτωπον ήθελε…» Ειδικότερα, για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των κινηματιών στην πρωτεύουσα, ήταν ιδιαίτερα ειρωνικός. Αναφερόμενος στην κατάληψη της διλοχίας Μακρυγιάννη από το Σαράφη, είπε το εξής αμίμητο: «Αυτοί, αντί να βγουν έξω και να δράσουν και να γίνουν κύριοι της καταστάσεως, να συλλάβουν τον πρωθυπουργόν, τον υπουργόν στρατιωτικών κτλ., πήγαν κι έγιναν πολιορκούμενοι μόνοι των…». Ανάλογη ήταν κι η άποψη του και για την κατάληψη της Σχολής Ευελπίδων από τον Τσιγάντε: «...δεν ξεύρω κατά τίνα τρόπον επεζήτουν να επικρατήσουν δια της καταλήψεως του Σχολείου των Ευελπίδων, εκτός αν επρόκειτο να διαρκέση χρόνια ο αγών και επρόκειτο να διδάξουν τους μαθητάς την τακτικήν των κινημάτων, δια να μας καταβάλουν, όταν θα εξήρχοντο οι νέοι αυτοί αξιωματικοί…». Ο Μεταξάς διαφωνούσε με τις τόσο «αισιόδοξες» κρίσεις του Κονδύλη. Πίστευε ότι η βενιζελική παράταξη πλησίασε πολύ κοντά στη νίκη και ότι έχασε λόγω των μεγάλων οργανωτικών αδυναμιών της. Έγραψε, χαρακτηριστικά:

ΜΕΤΑΞΑΣ: «ΒΑΡΕΙΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΣΑΛΔΑΡΗ-ΚΟΝΔΥΛΗ»

«Αν ο στρατηγός Καμμένος εβάδιζεν προς την Θεσσαλονίκην, ασφαλώς θα την καταλάμβανεν, όπως κατέλαβεν και την γέφυραν του Ορλιάκο. Ο αομμένος δεν είχεν το θάρρος προς τούτο. Όπως δε ήσαν αι φρουραί της Βορείου Ελλάδος, ηδύναντο να καταληφθούν κάλλιστα υπό των επαναστατών. Αν ο στόλος επήγαινεν προς την Θεσσαλονίκην, τότε πάσα αντίστασις ήτο ματαία…».
Τα ηγετικά στελέχη του κινήματος στο στρατοδικείο. Από αριστερά οι Σαράφης, Χ. Τσιγάντες και Στεφανάκος.
Και καταλόγιζε βαρύτατες ευθύνες, τόσο στον Τσαλδάρη, όσο και στον Κονδύλη, που επέτρεψαν να ξεσπάσει ένα κίνημα «κάτω από τη μύτη τους» Στη συνεδρίαση της Βουλής που αναφέραμε, είχε πει: «Η κυβέρνησις είναι δοσίλογος δια την ανταρσίαν... συνετήρει εις τας ενόπλους δυνάμεις κατάστασιν, ήτις επέτρεπεν ανά πάσαν στιγμήν να επιχειρηθή η ανταρσία... καίτοι ειδοποιηθείσα επανειλημένως περί της καταστάσεως αυτής πολλαχόθεν… επέδειξε τοιαύτην ολιγωρίαν, ώστε οι στασιασταί, εν πλήρει ανέσει, να της υπεξαιρέσουν εκ των χειρών της τον στόλον. ένα ολόκληρον σώμα στρατού, μίαν ανεξάρτητον μεραρχίαν, μίαν ανεξάρτητον ταξιαρχίαν, να εκδηλωθή δε μέσα εις την Αθήνα η έναρξις της στάσεως…».

ΣΑΡΑΦΗΣ: «ΚΑΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ»


Ο Σαράφης είπε κι έγραψε πολλά για τα αίτια της ήττας. Για το κίνημα στο ναυτικό εξέφρασε το θαυμασμό του, αλλά κατηγόρησε το Δεμέστιχα σαν υπεύθυνο που δεν έστειλε τουλάχιστον δύο πλοία προς τη Θεσσαλονίκη. Για το κίνημα στο στρατό μίλησε πολύ υποτιμητικά και κατηγόρησε σχεδόν τους πάντες για δειλία κι ανικανότητα. Στις «Ιστορικές Αναμνήσεις» του, τους «στολίζει» με τούτα τα λόγια: «Είχαν περάσει 20 χρόνια από το 1916, γέρασαν, γέμισαν γαλόνια κι αξιώματα, απόκτησαν οικογένειες, γυναίκες και παιδιά κι όταν ήρθε η ώρα να διακινδυνεύσουν, πολλοί δίστασαν και δεν έκαναν το καθήκον τους. Καλύτερα θα ήταν αυτά να τα σκεφτούν νωρίτερα, να εκφραστούν εναντίον οιασδήποτε ενεργείας κι έτσι να μην επιχειρηθεί τίποτα. Δεν είχαν όμως το κουράγιο να το κάνουν…»

Ιδιαίτερα επιτίθεται κατά του στρατηγού Κομμένου και παραθέτει μια συζήτηση που είχε μαζί του, μετά την παροχή της αμνηστείας:
« - Δεν τηρήσατε το λόγο της, στρατιωτικής σας τιμής, του είπα. Όχι μονάχα δεν κινηθήκατε το βράδυ της 1ης Μαρτίου, αλλά δεν αφήσατε και τον Τούντα και τις άλλες μεραρχίες να κινηθούν.
- Δεν πήραμε ειδοποίηση του στόλου, μου είπε.
- Πήρατε, αλλά κι αν δεν παίρνατε, λάβατε τας διαταγάς της κυβερνήσεως που ανάγγελναν τις μάχες των Αθηνών και την κατάληψη του στόλου. Τι άλλο θέλατε; Έπρεπε αμέσως να κινηθείτε προς την Θεσσαλονίκην. Αλλά δεν το κάνατε και κινηθήκατε όταν διατάχτηκε η αντικατάσταση σας και φοβηθήκατε τη σύλληψη και φυλάκιση...
- Ώστε αντί νια ευγνωμοσύνη που επαναστάτησα για να σε σώσω, έχουμε και παράπονα;
Το στρατοδικείο που δίκασε τους πολιτικούς ηγέτες, με πρόεδρο (στο κέντρο) το ναύαρχο Σακελλαρίου.
Το στρατοδικείο που καταδίκασε τους πρωταίτιους του κινήματος (Σαράφη, Τσιγάντε κ.λπ.).
- Αλοίμονο αν εκάναϊε επανάσταση για χατήρι μου. Έτσι που αφήσατε την κυβέρνηση να πάρει τα μέτρα της, καλύτερα θα ήταν να μην κινηθείτε καθόλου, να μην εκθέσετε όλον το δημοκρατικό κόσμο κι εγώ ας ξέμπλεκα όπως μπορούσα...».

ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: «ΕΛΕΙΨΕ Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ ΑΡΧΗΓΟΣ»


Ο Βενιζέλος, πολύ απλά και πολύ συγκεκριμένα, είπε τα εξής για τα αίτια της ήττας: «Το κίνημα απέτυχε για δυο λόγους: α) Διότι ο στόλος έπλευσεν προς την Κρήτην και β) διότι από το κίνημα έλειψεν ο στρατιωτικός αρχηγός... εις την δυσμενή έκβασιν του αγώνος συνετέλεσεν σημαντικότατα η μη έγκαιρος κάθοδος του Πλαστήρα εις Μακεδονίαν. Πιστεύω απολύτως ότι αν ο Πλαστήρας ευρίσκετο εν Μακεδονία, η Θεσσαλονίκη θα ήτο αδύνατον να μείνη εις χείρας της κυβερνήσεως…».

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ;

Δύσκολο ν' αναλύσει κανείς τις γνώμες των ίδιων των πρωταγωνιστών της μεγάλης εκείνης αναμέτρησης κι ακόμα πιο δύσκολο να κάνει μια συνολική εκτίμηση γι’ αυτές. Σε πολλά σημεία τους περιέχουν κοινές εκτιμήσεις (όπως π.χ. για τις συνέπειες από τη πλεύση του στόλου προς τη Βόρεια Ελλάδα) αλλά και πολλές αντίθετες. Θα σταθούμε σε μερικά μόνο ζητήματα και πριν απ' όλα σ' εκείνα που αφορούν το επιχειρησιακό - στρατιωτικό επίπεδο.
Η γνώμη του Μεταξά, που θεωρεί ότι το κίνημα χάθηκε «παρά τρίχα», εμφανίζει μεγαλύτερη πειστικότητα από εκείνη ν του Κονδύλη, που το θεωρούσε «από χέρι» χαμένο. Κι εδώ πρέπει να δούμε ότι στην καταστολή του κινήματος συντέλεσαν περισσότερο τα λάθη των οργανωτών του, παρά η ικανότητα των αντιπάλων τους (που είναι βέβαια αναμφισβήτητη). Και κάτι άλλο. Όλα τα λάθη των αντιβενιζελικών αξιωματικών ήταν μοιραία. Ένα από αυτά να μη γινόταν - έστω κι αν γίνονταν όλα τα άλλα - οι συνέπειες θα ήταν ίσως καταστροφικές για την κυβέρνηση. Αν ο Καμμένος επαναστατούσε την 1η Μαρτίου και κινιόταν αιφνιδιαστικά προς τη Θεσσαλονίκη, φαίνεται πως θα μπορούσε να την καταλάβει, έστω και χωρίς το στόλο, έστω και χωρίς επιτυχία του κινήματος στην Αθήνα. Αν, πάλι, ο στόλος πήγαινε αμέσως στη συμπρωτεύουσα, η κυβέρνηση θα έχανε ίσως τη Βόρεια Ελλάδα, έστω κι αν ο Καμμένος ξεκινούσε καθυστερημένα το κίνημα. Αν, τέλος, οι κινηματίες των Αθηνών οργάνωναν επιθετικά κι όχι αμυντικά τις επιχειρήσεις τους, πιθανόν η κυβέρνηση να πάθαινε ανεπανόρθωτες ζημιές, έστω κι αν οι υπόλοιπες επιχειρήσεις καθυστερούσαν. Αν ο Πλαστήρας έφτανε έγκαιρα στην Ελλάδα. Όμως με τα «αν» δε γράφεται ιστορία. Σημασία έχει ότι η ανεπάρκεια των στρατιωτικών στελεχών που στασίασαν, σε συνδυασμό με πολλές αρνητικές συγκυρίες, είχαν ως αποτέλεσμα την ήττα. Ο Σαράφης στέκεται κάθετα αρνητικός απέναντι στους συναδέλφους του κινηματίες του στρατού κι αποκρούει δικές του ευθύνες. Η στάση του αυτή μπορεί να εξηγηθεί με την απογοήτευση που ένιωσε βλέποντας δοκιμασμένους δημοκρατικούς αξιωματικούς να το «βάζουν στα πόδια». Είναι όμως άδικη και καθόλου αντικειμενική. Δεν αγωνίστηκε μόνο ο Σαράφης για την επιτυχία του κινήματος στο στρατό και σίγουρα δεν υπήρξε ο «αλάθητος». Φέρνει ένα πολύ μεγάλο μέρος της ευθύνης για την κακή συνεννόηση με τους κινηματίες της Βόρειας Ελλάδας - ανεξάρτητα από τη στάση του Σφέτσιου - και σε τελική ανάλυση έπρεπε να βεβαιωθεί ότι όλα εκεί ήταν έτοιμα, πριν επιχειρήσει το κίνημα στην Αθήνα. Ευθύνεται επίσης για τον αμυντικό χαρακτήρα που δόθηκε στις επιχειρήσεις της πρωτεύουσας, κι ίσως σωστά τον ειρωνεύεται ο Κονδύλης σαν «εθελοντή πολιορκημένο»... Δε θα πρέπει, τέλος, να ξεχνά κανείς ότι ο Σαράφης στάθηκε τελείως αντίθετος στη συμμετοχή της «Δημοκρατικής Αμύνης» στην οργάνωση και εκτέλεση του κινήματος. Οι παραπάνω απόψεις σε τίποτα δε θέλουν να μειώσουν το σπουδαίο εκείνο δημοκρατικό αξιωματικό, που ποτέ δεν του έλειψε το θάρρος. Όσο για τις στρατιωτικές του ικανότητες, αυτές αποδείχτηκαν περίτρανα, αν όχι τις μέρες του κινήματος, οπωσδήποτε όμως στο μεγαλειώδες κίνημα Εθνικής Αντίστασης 1941 - 1944. Οι γνώμες του Βενιζέλου είναι - όπως είπαμε - πολύ απλές και συγκεκριμένες, αλλά εμφανίζουν κενά. Πραγματικά δεν είχε στρατιωτικό ηγέτη το κίνημα κι αυτό προδιέγραψε, σ' ένα τεράστιο βαθμό, την αποτυχία του. Ποιος φταίει όμως γι' αυτό; Ο Βενιζέλος ήταν ανεύθυνος; Όταν ο Οθωναίος - ικανότατος αξιωματικός και με κύρος - απέκρουσε την πρόταση να ηγηθεί του κινήματος, με ποια λογική τοποθέτησε στη θέση του τον Καμμένο; Μέχρι να έρθει ο Πλαστήρας; Μα η προσέλευση του Πλαστήρα ήταν πράγμα αβέβαιο και - όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα - δεν έγινε κατορθωτή.
Ιστορική φωτογραφία από τους επινίκιους πανηγυρισμούς των αντιβενιζελικών.
Η καθαίρεση των κινηματιών. Πρώτος στη σειρά ο Χ. Τσιγάντες.
Κι ακόμα ένα στοιχείο: ο Βενιζέλος δεν κατόρθωσε να συσπειρώσει υπέρ του κινήματος ούτε το βενιζελογενή πολιτικό κόσμο. Κι ο ίδιος εκδηλώθηκε επίσημα σαν αρχηγός του κινήματος μόλις στις 4 Μαρτίου. Μέχρι τότε το κίνημα εμφανιζόταν, επίσημα, όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και πολιτικά ακέφαλο. Όσο κι αν όλοι ξέρανε ότι πίσω του βρισκόταν ο Βενιζέλος. Δική του, τέλος, ήταν η ευθύνη και για την αποδυνάμωση της «Δημοκρατικής Αμύνης».

Η... «ΒΕΝΙΖΕΛΙΚΗ» ΙΤΑΛΙΑ!

Τα παραπάνω αναφέρονται στο καθαρά επιχειρησιακό - στρατιωτικό επίπεδο της αναμέτρησης. Υπάρχουν όμως - κι αυτά είναι τα κυριότερα - τα μεγάλα πολιτικά εμπόδια, διεθνή κι ελληνικά, που αντιμετώπισαν οι κινηματίες. Και ξεκινούμε από τη διεθνή κατάσταση. Είναι αναμφισβήτητο - όλοι συμφωνούν σ' αυτό - ότι οι διεθνείς συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές για το κίνημα. Οι Άγγλοι είχαν κάθε λόγο - ενόψει της ισχυροποίησης της χιτλερικής Γερμανίας - να θέλουν τον έλεγχο της Ελλάδας. Οι Λαϊκοί τους παρείχαν τις επιθυμητές εγγυήσεις - το είχαν αποδείξει με την υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου - και κρατούσαν γενικά ευνοϊκή στάση για την παλινόρθωση του Γεωργίου, του έκπτωτου βασιλιά που ελεγχόταν απόλυτα από το Φόρεϊν Όφις. Το ίδιο φιλική προς τους Λαϊκούς ήταν και η Γαλλία. Στη Γιουγκοσλαβία, τέλος, ήταν έκδηλη η εχθρότητα κατά του Βενιζέλου και η υποστήριξη προς τον πρώην βασιλιά. Η στάση των παραπάνω χωρών δεν έμεινε στα λόγια. Γράφει ο Σαράφης: «Η Αγγλία, η Γαλλία κι η Γιουγκοσλαβία υποστήριξαν την κυβέρνηση. Οι Αγγλογάλλοι προσφέρθηκαν να βοηθήσουν την κυβέρνηση με πολεμικό υλικό κι η Γιουγκοσλαβία πρόσφερε αεροπλάνα με τα πληρώματα τους και βόμβες αεροπλάνων που είχε ανάγκη η κυβέρνηση. Δέχτηκε μόνο τις βόμβες και τα αεροπλάνα χωρίς τα πληρώματα…». Ποιος ήταν τώρα με την μεριά των βενιζελικών; Όσο κι αν φαίνεται παράλογο, μόνος που είχε συμφέροντα να υποστηρίξει τους βενιζελικούς ήταν η ... φασιστική Ιταλία!!! Για τους δικούς της φυσικά λόγους. Με τους βενιζελικούς στην εξουσία, η επιρροή της Αγγλίας στην περιοχή θα ήταν μειωμένη, ενώ στο Βαλκανικό Σύμφωνο θα εξασθενούσε. Τραγική ιστορική αντίφαση, από εκείνες που διαρκώς χαρακτηρίζουν την ιστορία. Η φασιστική και μοναρχική Ιταλία, υπέρ της παράταξης που διακήρυσσε πίστη στο δημοκρατικό πολίτευμα. Τελικά, η υποστήριξη του Μουσολίνι έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, μια και «δεν τον έπαιρνε» να ενισχύσει άμεσα τους κινηματίες και να έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με την Αγγλία. Κι όχι μόνο δε βοήθησε τον Βενιζέλο, αλλά εμπόδισε και τον Πλαστήρα να κινηθεί προς την Ελλάδα. Συντέλεσε έτσι - χωρίς να το θέλει - στη νίκη των αντιβενιζελικών δυνάμεων. Λίγο μετά τη συντριβή του κινήματος, ο Κονδύλης θα ταξιδέψει στην Ιταλία. Θα συναντηθεί προσωπικά με το Μουσολίνι και θα τον διαβεβαιώσει ότι οι εσωτερικές εξελίξεις στην Ελλάδα δε θα επηρεάσουν τις «καλές» σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Ο ΛΑΟΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ!

Το κίνημα της 1ης Μαρτίου υποστηρίχτηκε από το πολύ μεγάλο μέρος του δημοκρατικού κόσμου. Δεν έπαψε όμως ποτέ ν' αποτελεί ένα κίνημα, ένα πραξικόπημα. Βασίστηκε κυρίως στην πολεμική ισχύ ορισμένων στρατιωτικών μονάδων και κράτησε ερμητικά κλειστές τις πόρτες στη λαϊκή συμμετοχή. Το ότι στην Βόρεια Ελλάδα εντάχτηκε στις γραμμές των κινηματιών μεγάλος αριθμός δημοκρατικών πολιτών, δε σημαίνει τίποτα.
Ο στρατηγός Καμμένος, από τους βασικούς υπαίτιους της ήττας του κινήματος.
Οι πολίτες αυτοί ενσωματώθηκαν κακήν κακώς στο στρατιωτικό μηχανισμό, σαν εξάρτημα του και δεν μπόρεσαν να παίξουν κάποιο καθοριστικό ρόλο. Ήταν επιστρατευμένοι, εθελοντικά έστω, αλλά επιστρατευμένοι. Στην Κρήτη βέβαια τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Εκεί η επικράτηση του κινήματος βασίστηκε στον ένοπλο λαό και ήταν συνέπεια της προσωπικής ακτινοβολίας του Βενιζέλου. Όμως η Κρήτη ελάχιστα θα μπορούσε να επηρεάσει τις εξελίξεις. Η σκέψη για μεταφορά ένοπλων Κρητικών στο μέτωπο της Μακεδονίας, ήταν μια σκέψη απελπισίας και θα έμενε κι αυτή στο στάδιο του σχεδιασμού. Στην Αθήνα, η συμμετοχή του δημοκρατικού λαού ήταν υποτυπώδης, αν όχι ανύπαρκτη. Λίγες δεκάδες ένοπλοι πολίτες έσπευσαν να ενισχύσουν τους κινηματίες κι αυτοί εξαφανίστηκαν μόλις «έγιναν σκούρα» τα πράγματα. Τί φταίει; Αναμφισβήτητα η ίδια η βενιζελική παράταξη, που ποτέ δεν είδε το δημοκρατικό λαό σαν δύναμη κρούσης για την υπεράσπιση του πολιτεύματος. Μέσο της «Δημοκρατικής Αμύνης» επεδίωκε απλώς να ελέγξει την εκλογική της βάση και πιθανώς να τη χρησιμοποιήσει σαν κομπάρσο στις πολεμικές επιχειρήσεις, αν χρειαζόταν. Κι όποτε η «Δημοκρατική Άμυνα», με ηγέτη τον Παπούλα, ξεπερνούσε την αποστολή της αυτή, τότε το κόμμα - δηλαδή ο Βενιζέλος - την «επανέφερε στην τάξη» και κατασίγαζε την επαναστατική της διάθεση…

Ο ΠΕΡΙΘΩΡΙΑΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Για τη στάση του ΚΚΕ τις μέρες του κινήματος, πολύ λίγα μπορούν να γραφτούν. Τα πράγματα για την ηγεσία του ήταν πολύ απλά: από τη μια μεριά ήταν οι «πλαστηροφασίστες» κι από την άλλη οι «μοναρχοφασίστες». Δηλαδή «σκυλοκαυγάς». Καθήκον για τους κομμουνιστές έμπαινε να πολεμήσουν και τους δύο και να υπερασπίσουν τη δημοκρατία και τις λαϊκές ελευθερίες (πρακτικά βέβαια δε θα μπορούσαν να πολεμήσουν κανένα, ούτε να παρέμβουν ουσιαστικά στη διαμάχη - έτσι δε θα έκαναν τίποτα, έξω από το να καταγγέλλουν τους πάντες). Το ΚΚΕ κατηγορήθηκε ότι με τη στάση του αυτή βοήθησε, έστω και ακούσια, την κυβέρνηση κι αποδυνάμωσε τις δημοκρατικές δυνάμεις. Εδώ ας σταθούμε προσεκτικά. Όσο δύσκολο - και λαθεμένο - ήταν να βάλει στο «ίδιο σακκί» βενιζελικούς κι αντιβενιζελικούς, μοναρχικούς κι αντιμοναρχικούς, το ίδιο ή και περισσότερο δύσκολο ήταν για το ΚΚΕ και να αποδεχτεί σαν μορφή πολιτικού αγώνα το βενιζελικό στρατιωτικό κίνημα. Όταν μάλιστα το κίνημα αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει, με την αποτυχία του, γενικότερη πολιτική ανατροπή. Κι όταν, ακόμα, βασικά στελέχη των κινηματιών δεν έχαναν ευκαιρία για να διακηρύξουν τα αντικομμουνιστικά τους πιστεύω. Ίσως το ΚΚΕ να μην μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, εκβιάστηκε όμως σ' αυτό από απρόσμενες καταστάσεις, για τη διαμόρφωση των οποίων δεν ευθυνόταν το ίδιο. Λίγους μήνες αργότερα - - με την παλινόρθωση και τη δικτατορία - θα καταλάβαινε από ίδια πείρα τι σήμαινε η ήττα των κινηματιών.

ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑ;


Δικαιολογημένη ήταν η σκέψη που πέρασε από πολλούς, μετά τα όσα ανορθόδοξα έγιναν κατά το κίνημα, αλλά και μετά τα όσα ακολούθησαν την αποτυχία του. Μήπως ήταν όλα μια προβοκάτσια; Μήπως οι βενιζελικοί «πάτησαν την πεπονόφλουδα» που αριστοτεχνικά του είχαν «πετάξει» οι αντίπαλοι τους; Σοβαρή σκέψη, που δεν μπορεί αβασάνιστα ν' απορριφτεί. Λογικά, το κίνημα της 1ης Μαρτίου λειτούργησε υπέρ των αντιβενιζελικών και τους «έλυσε τα χέρια». Όμως τα στοιχεία που θα βάσιζαν μια τέτοια σκέψη είναι ανεπαρκή. Κι η ιστορία δεν μπορεί να γραφτεί με - έστω και πολύ λογικές - υποθέσεις. Όμως καιρός είναι να γυρίσουμε στη 12η Μαρτίου και να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα που ακολούθησαν τη συντριβή του κινήματος.

ΤΑ ΕΠΙΝΙΚΕΙΑ


Με τη διαφυγή του Βενιζέλου στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, πέφτει επίσημα η αυλαία του κινήματος της 1ης Μαρτίου. Τα «επινίκεια» της αντιβενιζελικής παράταξης αρχίζουν από τις 12 Μαρτίου, οπότε επιστρέφει στην Αθήνα «νικητής και τροπαιούχος» ο στρατηγός Κονδύλης. Τον υποδέχονται χιλιάδες λαού, οπαδοί των Λαϊκών, που κραυγάζουν οργισμένα συνθήματα κατά των κινηματιών και ζητούν «εκδίκηση». Στη συγκέντρωση που ακολουθεί, μιλούν ο Τσαλδάρης, ο Κονδύλης κι ο Μεταξάς. Οι δυο πρώτοι είναι ενθουσιώδεις αλλά και κάπως συγκρατημένοι. Ο Τσαλδάρης αποκαλεί το Βενιζέλο «κακό δαίμονα της Ελλάδος» και κάνει σαφές ότι θα εφαρμόσει «άνευ δισταγμού άλας τας κυρώσεις των νόμων» κατά των στασιαστών. Ο Κονδύλης μιλά πιο γενικόλογα. Ονομάζει το Βενιζέλο «παράφρονα της Χαλέπας» και εύχεται να αποτελέσει η νίκη εναντίον του «αφετηρίαν της πλήρους ενώσεως του ελληνισμού». Ο Μεταξάς είναι πιο βίαιος αλλά και πιο σαφής. Αφού «στολίζει» το Βενιζέλο με τα ..ωραιότερα κοσμητικά επίθετα, καταλήγει με τις ακόλουθες φράσεις, που, αν όχι τίποτα άλλο, είναι κυνικά ειλικρινείς ως προς τις πραγματικές προθέσεις του: «...η νίκη αυτή θα είναι ατελής αν δεν παγιώσει μόνιμον καθεστώς. Ενίκησεν ο αντιβενιζελισμός κι επομένως αυτός θα κυβέρνηση του λοιπού την Ελλάδα... Δέον να καθαρθώσιν αι δημόσιοι υπηρεσίαι. πολεμικοί και πολιτικοί, από των μιασμάτων τα οποία επιβουλεύονται την ύπαρξιν του αντιβενιζελισμού…». Κι από ότι έδειξαν οι εξελίξεις, δε θα διστάσει να κάνει οτιδήποτε για ν' αποδείξει «του λόγου του το αληθές». Οι Λαϊκοί κι οι σύμμαχοι τους ελέγχουν πια απόλυτα την κατάσταση σ' όλη τη χώρα και δείχνουν αποφασισμένοι να εκμεταλλευτούν τη νίκη τους. Είναι η πιο κατάλληλη ευκαιρία για να εξουθενώσουν ολοκληρωτικά κάθε αντιπολιτευόμενη σ' αυτούς φωνή, για να «ξεκαθαρίσουν» την κρατική μηχανή - και κυρίως το στρατό - από κάθε δημοκρατικό στοιχείο.

ΟΥΑΙ ΤΟΙΣ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙΣ...


Συνεχίζουν το τρομερό «πογκρόμ» των συλλήψεων και γεμίζουν τις φυλακές. Πιάνονται πολιτικοί, στρατιωτικοί, διανοούμενοι, απλοί πολίτες. Χωρίς καμιά νομική διατύπωση, χωρίς καμιά συνταγματική εγγύηση. Μέχρι τις 14 Μαΐου θα παραπεμφθούν σε δίκη 1.130 άτομα και θα καταδικαστούν 879. Τα 60 σε θάνατο (θα εκτελεστούν μόνο 3), τα 57 σε ισόβια δεσμά, τα 57 σε 20ετή κάθειρξη και τα 705 σε μικρότερες ποινές. Παράλληλα, εκδίδονται αναγκαστικοί νόμοι και ψηφίσματα, με τα οποία απολύονται χιλιάδες δημοκρατικοί - πολίτες και στρατιωτικοί - από τις δουλειές τους. Η «εκκαθάριση» θα φτάσει στο δικαστικό σώμα, στα πανεπιστήμια, στην τοπική αυτοδιοίκηση, παντού…

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΝΙΚΗΤΩΝ


Οι δίκες της περιόδου εκείνης θα μείνουν ιστορικές για τον παράλογο τρόπο με τον οποίο μεθοδεύτηκαν. Οι κατηγορούμενοι, υπόδικοι ουσιαστικά για το αυτό αδίκημα, μοιράστηκαν σε... πολλά και διάφορα δικαστήρια, το καθένα από τα οποία απάγγελνε... δικό του κατηγορητήριο!!! Άλλο κατηγορητήριο λοιπόν για τους μεν κινηματίες της Αθήνας, άλλο για τους δε, άλλο για το Στόλο, άλλο για τη Μακεδονία, άλλο για τους πολιτικούς ηγέτες, άλλο για τη «Δημοκρατική Άμυνα», άλλο για τους χωροφύλακες. Καταλαβαίνει βέβαια κανείς ότι στις συνθήκες αυτές δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για αξιολόγηση ευθυνών και για σωστή διατίμηση ποινών. Μπορούσε να στηθεί στο απόσπασμα ο πιο «άσχετος» και να γλιτώσει ο υπαίτιος. Κι έτσι τελικά έγινε.
Ο στρατηγός Κοιμήσης που εκτελέστηκε άδικα για το κίνημα της 1ης Μαρτίου.
Εκτελέστηκε ένας επίλαρχος που απλώς είχε ταχτεί με το μέρος των κινηματιών, καθώς και δυο ηγετικά στελέχη της «Δημοκρατικής Αμύνης», που διαπιστωμένα δεν είχαν πάρει μέρος στο κίνημα. Και γλίτωσαν όλοι οι άλλοι, που το επινόησαν, το σχεδίασαν και το πραγματοποίησαν. Μετά λίγους μήνες, με την αμνηστία του Γεωργίου, θα κυκλοφορούσαν κι ελεύθεροι. Όσο για τις συνταγματικές προϋποθέσεις που ίσχυσαν για την οργάνωση των δικών αυτών, καλύτερα να μη συζητά κανείς. Το τότε Σύνταγμα, στο άρθρο 97, απαγόρευε τη σύσταση έκτακτων δικαστηρίων, εκτός αν υπήρχε εμπόλεμη κατάσταση ή επιστράτευση λόγω εξωτερικών κινδύνων. Αυτό δε στάθηκε βέβαια εμπόδιο στο κράτος να συστήσει τέτοια δικαστήρια. Κι είναι χαρακτηριστικό - και πολύ πειστικό - το επιχείρημα που πρόβαλε ο στρατιωτικός επίτροπος, στη δίκη Σαράφη κ.α., όταν οι κατηγορούμενοι έκαναν ένσταση αντισυνταγματικότητας ως προς τη συγκρότηση του δικαστηρίου: «Ναι! τα έκτακτα στρατοδικεία είναι αντισυνταγματικά. Αλλά εμείς καταργήσαμε το Σύνταγμα. Τη μέρα που εσείς κάνατε επανάσταση, κάναμε κι εμείς αντεπανάσταση. Και σας νικήσαμε. Κι επιβληθήκαμε. Δημιουργήσαμε λοιπόν Δίκαιο «επαναστατικά Δικαίω». Και σας δικάζουμε!». Περιττεύουν μάλλον τα σχόλια…

ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΖΩΗ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ!!!


Στις 18 Μαρτίου αρχίζει στην αίθουσα του Α' Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών η δίκη 28 κατηγορουμένων, για συμμετοχή στο κίνημα. Ανάμεσα τους 2 συνταγματάρχες (Σαράφης, Σπαής - ο δεύτερος απόστρατος), 2 αντισυνταγματάρχες (Χ. Τσιγάντες, Τριανταφυλλίδης) και 4 ανθυπολοχαγοί (Μαρσέλλος, Μαλαγάρης, Οικονόμου, Σκουλούδης). Το κατηγορητήριο μιλά για «εσχάτη προδοσία», για απόπειρα μεταβολής του «καθεστώτος δημοκρατικού πολιτεύματος», για «διέγερση σε εμφύλιο πόλεμο» κ.λπ. Ειδικότερα, ο κάθε κατηγορούμενος βαρύνεται και με τις ιδιαίτερες εκείνες κατηγορίες, που προέκυπταν από την προσωπική του δράση, κατά τις επιχειρήσεις σε Αθήνα - Πέραμα - Ναύσταθμο. Όλες τις ημέρες της δίκης η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη και η «κοινή γνώμη» ζητά θανατικές ποινές. Πιο «εξοργισμένη» είναι η φυλλάδα του Πολυχρονόπουλου «Λαϊκός Αγών», που απαιτεί σχεδόν τη... γενοκτονία των βενιζελικών. Χαρακτηριστικό του κλίματος μέσα στο οποίο έγινε η δίκη είναι το ακόλουθο: Σε κάποιο διάλειμμα, ένας δημοσιογράφος τόνισε πως για το λοχαγό Τσιγάντες υπάρχει γενικότερο ενδιαφέρον, μια και έχει 11 πολεμικά τραύματα στο στήθος. Ο Τσιγάντες απάντησε πικρόχολα: «Μα βιαζόσαστε παιδιά! Επτά έχω μόνο - αλλά από ότι φαίνεται, θα πάρω 3 - 4 ακόμα αυτές ης μέρες...». Τόσο ήταν... αισιόδοξος για την τύχη του. Όμως αξέχαστη θα μείνει κι εκείνη η... εμψύχωση που πρόσφερε στο Σαράφη ο δικηγόρος Γιωτόπουλος. Του είχε πει: «Να έχετε κουράγιο, γιατί στον άλλο κόσμο η ζωή είναι καλύτερη!». Για τους μάρτυρες κατηγορίας σημειώνουμε ότι γενικά στάθηκαν υπερβολικοί στις καταθέσεις τους και προσπάθησαν να εμφανίσουν τους κατηγορούμενους σαν αιμοσταγή τέρατα. Ένας από αυτούς ο ταγματάρχης της Ειδικής Ασφάλειας Μουλόπουλος, εγκαινίασε μια δικονομική τακτική, που θα ταλαιπωρούσε τη δικαιοσύνη για δεκαετίες ολόκληρες: είπε πως έχει γνώση για τη συμμετοχή του Σπαή στο κίνημα, αλλά δεν μπορεί να αποκαλύψει τις πηγές των πληροφοριών του γιατί είναι... κρατικό απόρρητο. Και το δικαστήριο έκανε δεκτή την κατάθεση του αυτή! Οι βασικοί κατηγορούμενοι κράτησαν γενικά κοινή στάση και ισχυρίστηκαν ότι στο κίνημα τους οδήγησε η πεποίθηση πως κινδυνεύει η Δημοκρατία. Ο Σπαής είπε πως είναι αθώος. Στις 30 Μαρτίου, το στρατοδικείο εξέδωσε την απόφαση του, μετά από 5ωρη σύσκεψη. Με πνεύμα μετριοπάθειας, αποφάσισε να μην καταλογίσει σε κανέναν από τους κατηγορούμενους, τη θανατική ποινή. Καταλόγισε ισόβια δεσμά σε 8 από αυτούς (ανάμεσα τους σε Σαράφη, Σπαή και αδερφούς Τσιγάντε), μικρότερες ποινές σε άλλους 16 και αθώωσε 4. Το ακροατήριο χειροκρότησε του δικαστές, που για την ιστορία, αναφέρουμε τα ονόματα τους:
Πρόεδρος: υποστράτηγος Μπακόπουλος.
Μέλη: συνταγματάρχες Τσιότσιος, Δημάρατος, Αποστολόπουλος και ταγματάρχης Λουγγάνης.
Οι αιτίες που το δικαστήριο έδειξε μετριοπάθεια ήταν Πολλές. Ο Σαράφης γράφει πως οι δικαστές δεν ανήκαν στους φανατικούς και πως ασκήθηκε στην κυβέρνηση μεγάλη πίεση από διάφορους πρεσβευτές, για να μη χυθεί αίμα. Κατά των εκτελέσεων - γράφει ακόμα - ήταν ο πρωθυπουργός Τσαλδάρης, καθώς και ο Κονδύλης, που είχε δείξει προσωπικά ενδιαφέρον για τον ίδιο. Για τη σωτηρία των στασιαστών κινήθηκαν επίσης ο δήμαρχος Κοτζιάς και οι κυβερνητικές εφημερίδες «Βραδυνή» και «Πρωία»…

ΟΙ «ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ» ΠΟΛΙΤΕΣ


Η αναγγελία της απόφασης ξεσηκώνει θύελλα διαμαρτυριών από τα έξαλλα αντιβενιζελικά στοιχεία και κυρίως από τον Ι. Μεταξά - που στις 18 Μαρτίου είχε παραιτηθεί από υπουργός - και τον Ι. Ράλλη. Ζητούν παραίτηση της κυβέρνησης και οργανώνουν θορυβώδεις «λαϊκές εκδηλώσεις», στις οποίες συμμετέχουν όλοι οι γνωστοί τρόφιμοι του παρακράτους.

Ο στρατηγός Παπούλας, τραγικό θύμα των αντιβενιζελικών αντεκδικήσεων, οδηγείται στο δικαστήριο. Εκτελέστηκε, χωρίς να ευθύνεται για το κίνημα.
Ο Τσαλδάρης, έντρομος, δηλώνει πως είναι δυσαρεστημένος με την απόφαση και για να καλμάρει τα πνεύματα εκδίδει σειρά συντακτικών πράξεων, με τις οποίες καταργεί τη Γερουσία, την ισοβιότητα των δικαστών και τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Ταυτόχρονα διαλύει τη Βουλή και προκηρύσσει εκλογές για Συντακτική Συνέλευση, ανοίγοντας πρώτος την «κερκόπορτα» απ' όπου θα εισβάλει στη χώρα ο έκπτωτος Γεώργιος (που, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του βιογράφου του Π. Πιπινέλη, ζούσε εκείνες τις μέρες σε πελάγη ευτυχίας.).

ΚΑΘΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΕΣ


Στις συνθήκες αυτές πραγματοποιείται η δημόσια καθαίρεση. Θα αποτελέσει μια από τις πιο άνανδρες κι αηδιαστικές πράξεις στην πολιτική ιστορία του τόπου. Οι νικητές δεν αρκούνται στη νίκη τους. Θέλοντας να εξουθενώσουν ηθικά τους ηττημένους - και κατάδικους πια - οργανώνουν στο χώρο του 1ου Συντάγματος Πεζικού (εκεί που βρίσκεται σήμερα το άγαλμα του Βενιζέλου) μια θεαματική καθαίρεση. Προσκαλούν στη «γιορτή», που έχει οριστεί για τις 2 Απριλίου, τους οπαδούς τους, καθώς και κάθε κοινωνικό κατακάθι της πρωτεύουσας, που είχε «αγαναχτήσει» με το βενιζελικό πραξικόπημα. Όμως ας δώσουμε για λίγο το λόγο στο Σαράφη: «... ο αντ/ρχης Ρήγας Β. στάθηκε απέναντι μου. Πρώτα με σιγανή φωνή μου είπε: «Κύριε συνταγματάρχα με συγχωρείτε. Δεν τόξερα και βρέθηκα απρόοπτα εδώ». Τον λυπήθηκα πραγματικά, γιατί είχε χάσει το χρώμα του. «Κάνε τη δουλειά του, του είπα. Δεν έχω τίποτα μαζί σου»... Ύστερα από μένα ήρθε η σειρά του Χρ. Τσιγάντε, που άρχισαν κατά την περιφορά να τον βρίζουν και τούρριξαν και μερικές φτυσιές. Στους μικρότερους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς ο όχλος εκείνος στον οποίο ενώθηκαν και αξιωματικοί και οπλίτες απασχολήθηκε και έβριζε χυδαιότατα και έφτυνε τους περιφερόμενους, σε σημείο που έφταναν στην κλούβα σε κακό χάλι…». Σημειώνει, ακόμα, ο Σαράφης, πως η κυβέρνηση είχε το θράσος να τραβήξει και ταινία με τα όσα θλιβερά γίνανε τη μέρα εκείνη. Την έστειλε και στο εξωτερικό, όπου γιουχαΐστηκε άγρια από τους ξένους. Τελικά αναγκάστηκε να την αποσύρει, πληρώνοντας μάλιστα γενναία ποσά γι' αυτό.

ΜΙΑ ΑΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Όπως και να είχαν τα πράγματα, ο Σαράφης κι οι συνεργοί του - βασικοί οργανωτές του κινήματος - είχαν σωθεί. Όμως - όπως ήδη γράψαμε - οι δίκες της εποχής εκείνης κάθε άλλο παρά ακολούθησαν κάποια λογική. Λίγες μέρες αργότερα, στις 4 Απριλίου, το στρατοδικείο Θεσσαλονίκης παίρνει μια εντελώς παράλογη απόφαση: στέλνει στο απόσπασμα τον επίλαρχο Σ. Βολάνη, ένα φλογερό δημοκρατικό αξιωματικό, που είχε απλώς ακολουθήσει το κίνημα, υπακούοντας στη συνείδηση του (όπως τόσοι και τόσοι άλλοι συνάδελφοι του). Το «έγκλημα» του Βολάνη αναφερόταν στα γεγονότα που συνόδεψαν την εξέγερση της μεραρχίας Σερρών - θα ακολουθούσαν κι άλλες δίκες για τα ίδια γεγονότα - και δεν ήταν ιδιαίτερα βαρύ, σε σχέση με τα «εγκλήματα» των άλλων κινηματιών. Δε θα σταθούμε στις λεπτομερείς της δίκης - παρωδία, ούτε στις «μαρτυρίες» των διορισμένων μαρτύρων. Δίνουμε απλώς το λόγο στον αξιωματικό της χωροφυλακής Σ. Λυρικό, που ανέλαβε να μεταφέρει τον κατάδικο από το δεσμωτήριο (Επταπύργιο) στον τόπο της εκτέλεσης. Τα όσα αναφέρει, δημοσιεύτηκαν σε επιστολή του προς τον Αθηναϊκό τύπο. «. ..επικεφαλής 10 ανδρών μετέβην εις τας φύλακας περί ώραν 4ην πρωινήν, ένθα μετά του διευθυντού των φυλακών εισήλθομεν εις το κελί του μελλοθανάτου, όπου μας ανέμενεν άγρυπνος. Αμέσως άμα τη εμφανίσει μας εξέσπασεν εις ζωηρός διαμαρτυρίας και μετά φωνασκιών έλεγεν άδικα θα τον τουφεκίσουν. ...Καθ' όλην την διαδρομήν ο μελλοθάνατος μονολογούσε κραυγαλέως και διαμαρτύρετο λέγων ότι ουδέν κακόν έπραξεν, ειμή μόνο διαταγάς εξετέλεσεν των ανωτέρων του και ούτω έδωσε την μάχην του Στρυμώνα μετ' άλλων συναδέλφων του αξιωματικών και τούτο δια να σώση την Δημοκρατίαν. Εν συνεχεία είπε - το στερεότυπον - ότι άδικα τουφεκίζεται ενώ άλλοι κινηματίαι, ανώτεροι του μάλιστα, έσωσαν ή θα σώσουν τα κεφάλια τους. ...τοποθετηθέντα εις το ωρισμένον σημείον της εκτελέσεως και γενομένων των τυπικών και δικονομικών διατυπώσεων, ηρωτήθη ο αείμνηστος Βολάνης παρά του αρμοδίου οργάνου εάν έχει να είπη τι ως τελευταίαν του θέλησιν κι εκείνος απήντησεν ότι «άδικα τουφεκίζεται» αναφωνήσας «ζήτω η Δημοκρατία». Πάραυτα εδόθη η διαταγή «πυρ» και δια της ομοβροντίας του στρατιωτικού εκτελεστικού αποσπάσματος ο ανωτέρω αξιωματικός έπεσε νεκρός. Όλως αιφνιδιαστικώς μετά την εκτέλεσιν παρουσιάσθη πλησίον του νεκρού μια νέα μελανηφορούσα (πιθανώς μνηστή του) και εναπέθεσεν μίαν ανθοδέσμην... Δυστυχώς πολλάκις εις ανωμάλους καταστάσεις πολλά τα ανώμαλα σημειούνται, καθόσον το δίκαιον εκφεύγει των ανθρωπίνων χειρών».

ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝΤΑΙ «ΝΟΜΙΜΑ» ΟΙ ΠΑΠΟΥΛΑΣ-ΚΟΙΜΗΣΗΣ


Το άλλο δικαστικό έγκλημα των ημερών εκείνων ήτον η τελείως αδικαιολόγητη καταδίκη των ηγετών της «Δημοκρατικής Αμύνης» Παπούλα και Κοίμηση σε θάνατο και η εκτέλεση τους. Η δίκη τους ξεκίνησε στις 13 Απριλίου και κράτησε 10 μέρες. Κατηγορούμενοι ήταν 24 άτομα, απόστρατοι αξιωματικοί κυρίως και πολίτες. Και κατά τη δίκη αυτή, η απόδοση δικαιοσύνης ήταν το τελευταίο πράγμα που ενδιέφερε τους ανάλγητους δικαστές, μια και ήταν πανηγυρικά αποδειγμένο ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν πάρει μέρος ούτε στην προετοιμασία, ούτε στη διεξαγωγή του κινήματος (για λόγους που εξηγήσαμε ήδη). Ο Παπούλας μίλησε με πολύ πίκρα στην απολογία του. Είπε, ανάμεσα σ' άλλα: «...Σκοπός μου ήταν να εμπνεύσω δια της «Δημοκρατικής Αμύνης» τον ενθουσιασμόν και την πίστην εις την δημοκρατικην παράταξιν, την οποίαν ανησυχούν ορισμένοι εκδηλώσεις υπέρ της επαναφοράς της βασιλείας... Το κίνημα της 1ης Μαρτίου υπήρξεν καθαρώς στρατιωτικόν κατά την αντίληψίν μου και η «Δημοκρατική Άμυνα» ουδεμίαν είχεν ανάμειξιν εις αυτό... Το κίνημα ήτο καθαρώς στρατιωτικόν. Άλλοι ήθελον να γίνουν υπουργοί, άλλοι προσωπάρχαι, άλλοι να καταλάβουν άλλας θέσεις. Ημείς ουδεμίαν ανάμειξιν είχομεν, ούτε ήτο δυνατόν να έχωμεν. Ο κόσμος της «Δημοκρατικής Αμύνης», ήτο άοπλος, πως θα τον εκίνουν δι' επανάστασιν; Αλλ' αν εν πάση περιπτώσει αναμίγνυαμην, σας βεβαιώ ότι θα ετιθέμην επί κεφαλής και δεν θα έμενον σπίτι μου... Εκείνος που αποφασίζει να επαναστατήση, ξέρει ότι παίζει το κεφάλι του. Δεν κρύβεται την κρίσιμον στιγμήν…».
Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης. Διαδέχτηκε το Βενιζέλο στην ηγεσία των Φιλελεύθερων.
Κονδύλης - Δεμερτζής, μετά την άφιξη του Γεωργίου
Ανάλογη σχεδόν ήταν κι η απολογία του Κοίμηση. Μετά λίγες ώρες, ο πρόεδρος του στρατοδικείου υποστράτηγος Ρέππας - φανατικός βασιλόφρονας - θα απάγγελνε τη μακάβρια ετοιμηγορία του «στημένου» δικαστηρίου του. Η εκτέλεση των δυο δημοκρατικών αξιωματικών έγινε ανήμερα την Μεγάλη Τετάρτη. Να και το επίσημο ανακοινωθέν: «Σήμερον την 5.30 πρωινήν εις τον όπισθεν του Νοσοκομείου των Παίδων χώρον, εξετελέσθη εν πλήρη στρατιωτική παρατάξει η υπό του Εκτάκτου Στρατοδικείου Αθηνών, του δικάσαντος την στασιαστικήν δράσιν της οργανώσεως «Πανελλήνιος Δημοκρατική Άμυνα» επιβληθείσα ποινή εις τον αντιστράτηγον ε.α. Αναστάσιον Παπούλαν και υποστρατηγον ε.α. Μιλτιάδην Κοιμήσην. Της εκτελέσεως προηγήθη θεία μετάληψις εις τας φύλακας Αβέρωφ». Για τη δίκη Ραπούλα - Κοιμήση, ο ιστορικός Δαφνής γράφει: «...ούτοι κατεδικάσθησαν εις θάνατον δια την μετάστασιν των από τον αντιβενιζελισμόν εις τον βενιζελισμόν. Αμφότεροι εξ' άλλου εθεωρούντο ότι συνήργησαν εις την καταδίκην των εξ. Ο Παπούλας ως μάρτυς, ο Κοίμησης ως μέλος της επαναστατικής επιτροπής...». Οι αντιδράσεις για την άδικη εκτέλεση των δύο ανδρών - στην Ελλάδα και στο εξωτερικό - ήταν τόσο σφοδρές, που η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να σταματήσει τον κύκλο του αίματος. Κανείς άλλος κινηματίας δε θα στηθεί στο απόσπασμα…

ΟΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΙ ΗΓΕΤΕΣ ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ ΚΑΘΕ ΑΝΑΜΙΞΗ

Η δίκη που τελικά θα συγκέντρωνε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του κόσμου, ήταν εκείνη της δημοκρατικής ηγεσίας. Άρχισε στις 23 Απριλίου με 26 κατηγορουμένους, από τους οποίους 5 ήταν πρώην πρωθυπουργοί (Βενιζέλος - ερήμην - , Γονατάς, Καφαντάρης, Παπαναστασίου, Σοφούλης). Δικαζόταν - επίσης ερήμην - ο Ν. Πλαστήρας, καθώς και γνωστοί πολιτικοί (Μυλωνάς, Αβραάμ, Ντεντιδάκης) και δημοσιογράφοι (Δ. Λαμπράκης - ιδρυτής των «Καθημερινών Νέων» και του «Ελεύθερου Βήματος» και συντάκτης φλογερών άρθρων κατά της μοναρχίας - και Γιαννόπουλος). Πρόεδρος του στρατοδικείου ήταν ο υποναύαρχος Σακελλαρίου. Η δίκη κράτησε μέχρι τις 5 Μαΐου και στη διάρκεια της αποδείχτηκε πως η κυβέρνηση των Λαϊκών δε σκόπευε να τραβήξει στα άκρα και να εξοντώσει ολοκληρωτικά όλη τη βενιζελογενή πολιτική ηγεσία. Μια ηγεσία που εμφανιζόταν άλλωστε, αρκετά «λογικευμένη» και «ρεαλιστική». Χαρακτηριστική είναι και η στάση πολλών σημαντικών μαρτύρων κατηγορίας, όπως του Κονδύλη και του Μεταξά, που μάλλον λειτούργησαν ως μάρτυρες υπεράσπισης. Ο πρώτος δήλωσε πως οι δικαζόμενοι παρόντες πολιτικοί ηγέτες «επολιτεύθησαν νομιμοφρόνως» και ότι «απηχθάνοντο το στρατιωτικό κίνημα». Είπε ακόμα: «Το ότι οι κατηγορούμενοι έκαμνον μιαν αντιπολίτευσιν έντονον, δεν είναι ένδειξις ότι συνήρνησαν».
Ο Μεταξάς, αφού επιτέθηκε βίαια εναντίον του Τσαλδάρη και του Κονδύλη, τους οποίους κατηγόρησε σαν «κυρίως υπευθύνους - με την αδράνεια τους - δια την έκρηξιν του κινήματος», είπε τα εξής εκπλητικά: «...Τα έκτακτα δικαστήρια είναι δικαστικοί επίτροποι δια των οποίων δικάζει η εκτελεστική εξουσία καταλύουσα την λαϊκήν κυριαρχίαν... Δεν εξυπηρετείτε την δικαιοσύνην, αλλά την σκοπιμότητα... Είσθε, θέλετε ή δεν θέλετε, μέσον εις την πολιτικήν διαμάχην. Αυτήν την στιγμήν σεις είσθε αντίδικοι των κατηγορουμένων. Κατά το κίνημα οι κατηγορούμενοι ευρέθησαν με όπλα ανά χείρας. Συνεπώς είσθε αντίδικοι των κατηγορουμένων. Και όταν δικάζη κανείς τους αντιδίκους του δεν δικαιούται να λέγη ότι αποτελεί δι - καστήριον δικαιοσύνης... εάν επεκράτει το κίνημα, θα ήτο αυτό το κράτος και σεις και εγώ θα είμαστε εις την θέσιν των κατηγορουμένων... Η θεωρία σας ότι πας πολίτης γνωρίζων την έκρηξιν του κινήματος οφείλει να το πολεμήση και να αντισταθή δε στέκεται. Στέκεται όμως το άλλο: πας όστις συλλαμβάνεται μετέχων του κινήματος να φονεύεται επί τόπου. Αλλά αυτό δεν το εκάματε…». Να τώρα και μερικά δείγματα από τις απολογίες των σημαντικότερων από τους κατηγορούμενους. Ο Γονατάς δήλωσε: «Η άστοχος ενέργεια της κυβερνήσεως να μας θεώρηση από της πρώτης στιγμής ενόχους, μας παρημπόδισεν εις το να προβώμεν εις αποδοκιμασίαν του κινήματος...». Ο Σοφούλης είπε: «Την Δημοκρατικήν Άμυναν την αγνοώ, δεν πρόκειται δε περί αδιαφορίας, αλλά περί δεδηλωμένης αποδοκιμασίας, διότι τα λεγόμενα και τα γραφόμενα του ανθρώπου ο οποίο ηγείτο της οργανώσεως ταύτης, μου προεκάλουν αηδίαν... Εάν επεκράτει το κίνημα, ημείς όλοι παραμεριζόμεθα εκ της πολιτικής σκηνής... Διότι είναι γνωστά τα προς ημάς αισθήματα των στασιαστών στρατιωτικών, είναι γνωστή η περιφρόνησίς των προς τα πολιτικά κόμματα και πρόσωπα και είναι γνωστόν, ότι τινές τούτων εθεώρουν εαυτούς προωρισμένους να αναμορφώσουν την Ελλάδα...». Ο Παπαναστασίου τόνισε: «Δεν έχω λάβει μέρος εις καμίαν συγκέντρωσιν της Δημοκρατικής Αμύνης και είμαι ξένος προς κάθε κίνησιν αυτής... ήμην αντίθετος κατά πάσης βιαίας εκδηλώσεως εναντίον της κυβερνήσεως... η συμφορά που επροκάλεσεν ο Βενιζέλος με το κίνημα είναι ανυπολόγιστος...». Κι ο Καφαντάρης συμπλήρωσε: «Πότε εγώ υπέθαλψα ανωμαλίας; Ας ευρεθή ένας, μισός αξιωματικός, που να ισχυρισθή πως τον εξώθησα προς τον δρόμον αυτόν ή ότι ηθέλησα έστω και εμμέσως να τον προσελκύσω και να τον κάμω φίλον. Δεν θα ευρεθή. Ποτέ δεν εύρον χάριν πλησίον μου επεμβάσεις του στρατού εις την πολιτικήν... Θα επαρασυρόμην τώρα από τον Βενιζέλον δια να γίνω συνένοχος της ανατροπής των ελευθέρων θεσμών, την λατρείαν των οποίων εκαλλιέργησα από της παιδικής μου ηλικίας;».

Το πραξικόπημα κατά τον Τσαλδάρη, για την αντισυνταγματική επιστροφή του Γεωργίου. Αριστερά τού Κονδύλη ο Οικονόμου και δεξιά του οι Ρέπας και Παπάγος.
Το δικαστήριο τελικά εξέδωσε μια αρκετά «κατευναστική» απόφαση: καταδίκασε 4 φυγόδικους κατηγορούμενους σε θάνατο (Ε. Βενιζέλο, Πλαστήρα, Κούνδουρο, Τζανακάκη) και απάλλαξε «λόγω πλήρους συγχύσεως» τους Καφαντάρη, Παπαναστασίου και Σοφούλη. Αθωώθηκαν άλλοι 6 (ανάμεσα τους κι ο δημοσιογράφος Λαμπράκης). Ο Γονατάς καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλακή. Και μια συμπλήρωση: μετά 15 χρόνια, ο πρόεδρος του στρατοδικείου υποναύαρχος Σακελλαρίου, θα γινόταν υπουργός του... Πλαστήρα, τον οποίο είχε καταδικάσει σε θάνατο!!!

ΕΡΗΜΗΝ ΣΕ ΘΑΝΑΤΟ

Δε θα καταπιαστούμε με τις άλλες δίκες που έγιναν στην ανώμαλη εκείνη περίοδο. Σημειώνουμε μόνο ότι για συμμετοχή στο κίνημα καταδικάστηκαν και τα παρακάτω άτομα, για τα οποία - πολύ ή λίγο - έχουμε μιλήσει: Οι Δεμέστιχας, Κολιαλέξης, Κ. Βλάχος - Πράσσος και Καμμένος σε θάνατο (ερήμην). Ο Ρουσσέν σε 10ετή κάθειρξη. Ο Σφέτσιος σε 10ετή φυλάκιση…

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ


Με την επικράτηση των αντιβενιζελικών, είχε ανοίξει ο δρόμος προς την πλήρη εμπλοκή της πολιτικής ζωής, που θα είχε ως τελική συνέπεια το φασισμό. Το δράμα θα παιζόταν σε δυο πράξεις: η πρώτη θα ολοκληρωνόταν με την πραξικοπηματική παλινόρθωση της έκπτωτης δυναστείας (10 Οκτωβρίου 1935) και η δεύτερη με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά (4 Αυγούστου 1936). Εδώ, δε θα αναφερθούμε με λεπτομέρειες στην τραγική αυτή περίοδο, θα καταγράψουμε όμως βιαστικά τις κυριότερες φάσεις της.

Η ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ


Η πορεία προς την παλινόρθωση ξεκινά επίσημα στις 29 Μαρτίου, οπότε ο Μεταξάς θέτει στη Βουλή θέμα συντακτικής συνέλευσης. Ταυτόχρονα κατηγορεί την κυβέρνηση, ότι ενώ δρα «επαναστατικώ δικαίω», δεν έχει τόλμη να προχωρήσει σε βαθιές πολιτικές τομές. Σύμμαχος του εμφανίζεται και ο Ι. Ράλλης, που ανάμεσα σε άλλα «χαριτωμένα», αποκαλεί τους βενιζελικούς... «δοσιλόγους απέναντι του έθνους»! Ο Τσαλδάρης φαίνεται προσηλωμένος στην ιδέα διατήρησης του δημοκρατικού πολιτεύματος, μα αντιδρά χαλαρά στις υπονομευτικές ενέργειες των μοναρχικών πολιτικών ηγετών. Στις 9 Ιουνίου γίνονται βουλευτικές εκλογές, στις οποίες δεν συμμετέχει ο βενιζελογενής πολιτικός κόσμος. Νικητής αναδεικνύεται ο Τσαλδάρης, που μαζί με τον Κονδύλη συγκεντρώνει το 60,04% των ψήφων και τις 287 από τις 300 έδρες της Βουλής. Οι Μεταξάς - Ράλλης, με την «Ένωση Βασιλοφρόνων», παίρνουν μόλις 14,8% και 7 έδρες. Εκλέγονται, τέλος, 6 ανεξάρτητοι βουλευτές, ενώ το ΚΚΕ, με 9,6%, μένει εκτός Βουλής. Αν και η πλάστιγγα φαίνεται να γέρνει υπέρ του δημοκρατικού πολιτεύματος, ένα γεγονός θα ανατρέψει την κατάσταση. Είναι η επίσημη αποστασία του Κονδύλη, που στις 21 Ιουνίου εκδηλώνεται ανοιχτά υπέρ της επαναφοράς του Γεωργίου. Την 1η Ιουλίου συνέρχεται η νέα Βουλή (Ε' Εθνοσυνέλευση) και ξεκινούν οξύτατες συζητήσεις για το πολιτειακό. Ο Τσαλδάρης εμφανίζεται επίσημα ουδέτερος, μα ουσιαστικά έχει ταχτεί κατά της μοναρχίας. Στις 5 Ιουλίου ο Κονδύλης εκφωνεί λόγο στη Βουλή υπέρ της Βασιλείας κι επισημοποιεί έτσι τη διάσπαση της κυβερνητικής παράταξης. Στις 10 Ιουλίου, μετά από έντονες συζητήσεις, αποφασίζεται η ενέργεια δημοψηφίσματος, για τις 15 Νοεμβρίου. Ο Τσαλδάρης θα υποκύψει τελικά στις πιέσεις πολλών στελεχών του και στις 9 Σεπτεμβρίου, μετά από ταραχές στους κόλπους των στρατιωτικών, θα εκδηλωθεί κι αυτός ανοιχτά υπέρ της βασιλείας. Επιμένει όμως να τηρηθούν όλοι οι δημοκρατικοί τύποι και φυσικά να προηγηθεί το δημοψήφισμα. Ημερομηνία διεξαγωγής του δημοψηφίσματος αυτού ορίζεται η 3η Νοεμβρίου. Όμως είναι αδύνατο πια για τον πρωθυπουργό Τσαλδάρη να εμποδίσει τις ανορθόδοξες εξελίξεις. Στις 9 Οκτωβρίου θα ανατραπεί από τους στρατιωτικούς, επικεφαλής των οποίων βρίσκονται οι βασιλόφρονες στρατηγοί Παπάγος και Ρέππας (ο τελευταίος είναι ο πρόεδρος του στρατοδικείου που έστειλε του Παπούλα - Κοιμήση στο απόσπασμα), καθώς κι ο υποναύαρχος Οικονόμου. Την κυβέρνηση καταλαμβάνει ο Κονδύλης, που προχωρά πια στην επίσημη κατάργηση του δημοκρατικού πολιτεύματος και στην παλινόρθωση της Βασιλείας. Μένει πια το δημοψήφισμα, που θα έχει απλώς «επικυρωτικό» χαρακτήρα, μια και η πολιτειακή μεταβολή είναι δεδομένη. Το δημοψήφισμα, ή μάλλον το «δημοψήφισμα», θα γίνει στις 3 Νοεμβρίου, μέσα σε συνθήκες πρωτοφανούς βίας και νοθείας. Ανακοινώνεται ότι ψήφισαν υπέρ της βασιλείας 1.527.454 άτομα, ενώ υπέρ της Δημοκρατίας μόνο 32.454!!! Ο Γεώργιος θα επιστρέψει στις 25 Νοεμβρίου.

ΟΙ «ΠΕΡΙΕΡΓΕΣ» ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ


Πρώτη ενέργεια του Γεωργίου είναι να πετάξει - σαν στημένη λεμονόκουπα - τον Κονδύλη από πρωθυπουργό και στη συνέχεια να αμνηστεύσει τους κινηματίες της 1ης Μαρτίου. Την κυβέρνηση αναλαβαίνει, στις 30 Νοεμβρίου, ο Κ. Δεμερτζής. Προκηρύσσονται τώρα εκλογές για τις 26 Ιανουαρίου 1936, με το σύστημα της απλής αναλογικής. Οι έδρες μοιράζονται σε πολλά κόμματα και ρυθμιστής της κατάστασης γίνεται το ΚΚΕ, που με το περίφημο σύμφωνο «Σκλάβαινα - Σοφούλη», επισημοποιεί μια κάποια συνεργασία με τους Φιλελεύθερους. Ισχυρός «βασιλικός άνδρας» αναδεικνύεται πια ο Μεταξάς - διαθέτει μόλις 7 έδρες στη Βουλή - ο οποίος κυριαρχεί στο πολιτικό παρασκήνιο. Στην περίοδο αυτή αρχίζουν κι οι πολλές «περίεργες» συμπτώσεις. Στις 31 Ιανουαρίου πεθαίνει από συγκοπή ο Κονδύλης. Στις 18 Μαρτίου πεθαίνει στο Παρίσι από εγκεφαλικό ο Βενιζέλος. Στις 13 Απριλίου βρίσκεται νεκρός στο κρεβάτι του ο πρωθυπουργός Δεμερτζής. Η ώρα της αναρρίχησης του Μεταξά έχει φτάσει. Ο βασιλιάς του αναθέτει την κυβέρνηση, που στις 25 Απριλίου πετυχαίνει ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή. Ας σημειωθεί ότι οι Φιλελεύθεροι, υπό το Σοφούλη, δίνουν πλήρη ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ οι Λαϊκοί, υπό τον Τσαλδάρη, απλώς ψήφο ανοχής!!! Ο Παπαναστασίου αρνήθηκε να ψηφίσει, ενώ το ΚΚΕ και ο Γ. Παπανδρέου καταψήφισαν. Και οι συμπτώσεις συνεχίζονται: Στις 17 Μαΐου πεθαίνει από συγκοπή ο Τσαλδάρης. Η παλιά πολιτική ηγεσία είχε πια εκλείψει. Ακολουθούν δυόμισι μήνες, κατά τους οποίους η χώρα ζει σε όργιο αστυνομικής τρομοκρατίας. Η κατάληξη είναι γνωστή: Η 4η Αυγούστου…

ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ;


Σήμερα, 48 χρόνια μετά, γνωρίζουμε πολύ καλά τι συνέπειες είχε εκείνο το κίνημα. Ξέρουμε πως άνοιξε το δρόμο για την «εξ εφόδου» κατάληψη της κρατικής μηχανής - και κυρίως του στρατού - από τις συντηρητικότερες δυνάμεις του τόπου. Από την άποψη αυτή, όχι μόνο απέτυχε, αλλά δημιούργησε δυσανάλογα περισσότερα δεινά, από τα όσα θετικά - επίσημα τουλάχιστον - ευαγγελιζόταν. Το συμπέρασμα λοιπόν βγαίνει αβίαστα: Το κίνημα της 1ης Μαρτίου δεν έπρεπε να γίνει. Όμως θα πει κανείς: κάθε αγώνας έχει και το ρίσκο της ήττας και - πιθανά - της καταστροφής. Δεν πρέπει λοιπόν να γίνονται αγώνες, έστω και ανορθόδοξοι, όταν μάλιστα αυτοί αποσκοπούν στην προστασία των κατακτημένων δημοκρατικών θεσμών; Να γίνονται! Αλλά από ποιους, πότε και με τι σκοπούς… Το κίνημα το έκαναν βενιζελικοί αξιωματικοί που - έστω κι αν δεχτούμε τις καλές προθέσεις τους - κράτησαν ερμητικά κλειστές τις πόρτες στο δημοκρατικό κόσμο. Λες κι η Δημοκρατία ήταν αποκλειστική τους υπόθεση και προσωπικό τους καθήκον. Πώς να μην έχουμε τη βάσιμη υποψία ότι τόσο ο βενιζελικός χώρος, όσο κι οι δημοκρατικοί αξιωματικοί, τρόμαζαν στη σκέψη των εξελίξεων που θα δημιουργούσε η λαϊκή συμμετοχή; Πώς να μην συμπεράνουμε ότι όχι μόνο δεν αναγνώρισαν, αλλά και αντιτάχτηκαν - ακούσια έστω - στο δικαίωμα του λαού να υπερασπιστεί τις δημοκρατικές κατακτήσεις του; Ίσως η αρνητική εμπειρία του κινήματος της 1ης Μαρτίου να αποτελεί μια ακόμα επιβεβαίωση της αρχής, ότι καμιά κοινωνική και πολιτική αλλαγή που επιχειρείται στο όνομα του λαού, αλλά χωρίς αυτόν, δεν έχει μέλλον. Πολλοί υποστήριξαν ότι στις τότε συνθήκες δεν υπήρχε άλλη διέξοδος, παρά η προσφυγή στην - έστω και ανορθόδοξη - στρατιωτική βία. Αυτό δεν είναι σωστό. Γιατί τα πράγματα ήταν μεν δύσκολα για το δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά όχι και χαμένα. Ο ίδιος ο Κονδύλης ομολογούσε ότι τα 4/5 των αξιωματικών ανήκαν στο βενιζελικό χώρο, γεγονός που λειτουργούσε αποτρεπτικά για κάθε επίδοξο «σωτήρα» της αντίθετης παράταξης. Κανείς δε λέει ότι δεν θα γίνονταν απόπειρες για την κατάλυση της Δημοκρατίας, αλλά και κανείς δεν μπορεί να συμπεράνει ότι οι απόπειρες αυτές θα πετύχαιναν. Το κίνημα λοιπόν δεν έπρεπε να γίνει. Ήταν ένα μεγάλο πολιτικό λάθος, τόσο του Βενιζέλου - το αναγνώρισε άλλωστε - όσο και των αξιωματικών που τον ακολούθησαν. Ο Βενιζέλος δεν μπόρεσε να τραβήξει μέχρι τέλος τις συνέπειες του κινήματος του. Απαρνήθηκε, στα στερνά του, τις δημοκρατικές ιδέες του και απογοήτευσε το δημοκρατικό κόσμο που τον είχε πιστέψει. Σε γράμμα του προς το Ρούφο, λίγες μέρες πριν το θάνατο του, εξυμνούσε το Γεώργιο σαν άνθρωπο με «ακέρωον κύρος» που επεδίωκε «την αποκατάσταση της ψυχικής ενότητος του ελληνικού λαού». Και κατέληγε: «Από μέσα από την καρδιά μου αναφωνώ: Ζήτω ο Βασιλεύς»… Πολλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν τη στάση αυτή του Βενιζέλου, σαν μια απελπισμένη προσπάθεια να περισωθεί ότι ήταν δυνατόν από την καταστροφή. Πίστευε - λένε - ότι με μια τέτοια ένδειξη «καλής θέλησης» θα κατόρθωνε να επιδράσει στο Γεώργιο και μέσο αυτού να μετριάσει τις τραγικές συνέπειες από την αποτυχία του κινήματος. Κι ίσως επηρεάστηκε στην κίνηση του αυτή κι από την αμνηστία που παραχώρησε ο Γεώργιος μια αμνηστία στην οποία είχε αντιδράσει σφόδρα ο Κονδύλης, με συνέπεια να χάσει την πρωθυπουργία… Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι τελευταίες πολιτικές επιλογές του Βενιζέλου ήταν τελείως αρνητικές. Κι ίσως είναι σωστό να πούμε πως ο ίδιος σφράγισε την τραγωδία του κινήματος εκείνου. Κλείνοντας, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε με σεβασμό προς όλους εκείνους τους αξιωματικούς, που - παρ' όλα τα λάθη τους - πρόταξαν τα στήθη τους στο κρίσιμο δωδεκαήμερο του κινήματος, για να υπερασπιστούν τη Δημοκρατία. Πολλοί από αυτούς θα δυνάμωναν και θα εμψύχωναν, λίγα χρόνια αργότερα, το κίνημα Εθνικής Αντίστασης. Αν και, από όλη αυτή την ιστορία, πιο ξεχασμένος εξακολουθεί να παραμένει ο δημοκρατικός στρατηγός Παπούλας, που πλήρωσε με τη ζωή του το όραμα της «κοινωνικής δημοκρατίας» του...

via
ΤΟΤΕ...
ΑΘΗΝΑ
1983
ΤΕΥΧΟΣ Νο1


from ανεμουριον https://ift.tt/2WE6A2i
via IFTTT
Από το Blogger.