ΕΝΑΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ

ΑΓΝΩΣΤΟΥ | To 1893 εκδόθηκε στην Αθήνα ένα βιβλιαράκι μικρού σχήματος, με τίτλο: «36 ημέρες αιχμαλωσία και συμβίωσις μετά ληστών». Συγγραφέας του ήταν ο τότε πρωθυπουργός Σωτήριος Σωτηρόπουλος, που περιέγραφε σ' αυτό μια παλιότερη προσωπική του περιπέτεια: την απαγωγή του από τη συμμορία του λήσταρχου Λαφαζάνη, που κράτησε από τις 28 Ιουλίου, μέχρι της 2 Σεπτεμβρίου 1866. Στο βιβλίο δίνεται —σε μορφή ημερολόγιου— όλη η ιστορία της απαγωγής. Ο συγγραφέας καταγράφει, βήμα προς βήμα, την εξουθενωτική περιπλάνηση του ίδιου και των απαγωγέων του στην Κεντρική Πελοπόννησο, καθώς και τα φοβερά συναισθήματα του τρόμου και της απόγνωσης που έζησε, μέχρι να καταβληθούν τα λύτρα του. Όμως δίνει και μια άλλη πολύτιμη μαρτυρία, που αφορά την τότε ληστρική ζωή και τους νόμους της. Όντας κρατούμενος, συζήτησε ώρες ατέλειωτες με τους ληστές και διαπίστωσε πως η κοινωνία των «ξεγραμμένων», λειτουργούσε στη βάση μιας δικής της ηθικής, ενός δικού της κώδικα δικαίου. Δικηγόρος ο ίδιος, δεν αποφεύγει τον πειρασμό να κάνει μερικές αρκετά διαφωτιστικές συγκρίσεις, ανάμεσα στο περί δικαίου αίσθημα των ληστών και του επίσημου κράτους της εποχής εκείνης. Και παρ' όλη τη δύσκολη θέση του, πολλές φορές εκφράζεται σχεδόν κολακευτικά για τους πρώτους και σαρκαστικά για το δεύτερο... Στο όλο σκηνικό, προβάλει τραγική η ζωή των κατοίκων της υπαίθρου, που είχαν να αντιμετωπίσουν την τρομοκρατία των ληστών και την αυθαιρεσία των επίσημων κρατικών αρχών. Θα επιχειρήσουμε να «αναστήσουμε», μετά από 117 χρόνια, την απαγωγή εκείνη.
Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1866. Το πολιτικό «θερμόμετρο» της χώρας είναι αρκετά ανεβασμένο. Ο νεαρός βασιλιάς Γεώργιος, αφού ανεβοκατεβάζει αρκετές κυβερνήσεις, αναθέτει, στις 7 Ιουνίου, την πρωθυπουργία στο Δ. Βούλγαρη. Στην αντιπολίτευση βρίσκεται ο Α. Κουμουνδούρος, νικητής των τελευταίων εκλογών του προηγούμενου χρόνου. Στις συνθήκες αυτές, ο πολιτικός κόσμος έχει ριχτεί σε μια χωρίς αρχές διαμάχη για την αναρρίχηση στην εξουσία, ενώ τα «σπασμένα» από την κακοδιοίκηση και το ανώμαλο πολιτικό κλίμα, τα πληρώνει ο ίδιος ο λαός. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα τραγική για τους πληθυσμούς της υπαίθρου, που δοκιμάζονται, εκτός των άλλων κι από τη ληστεία. Σε πολλά μέρη της χώρας —ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο— οι διάφορες συμμορίες έχουν δημιουργήσει καθεστώς «κράτους εν κράτει» κι έχουν επιβάλει δικούς τους «νόμους» και δικό τους... φορολογικό σύστημα. Οι αρχές δεν έχουν ούτε τη δύναμη, ούτε τη διάθεση να τους αντιμετωπίσουν.

Ο νεαρός δικηγόρος Σωτηρόπουλος είναι αυτό που λέμε «επιτυχημένος». Έχει διατελέσει υπουργός του Κανάρη και τώρα είναι βουλευτής του Κουμουνδούρου. Από οικονομική άποψη είναι καλοστεκούμενος και διαθέτει ένα αρκετά μεγάλο αγρόκτημα—κάπου 150 στρέμματα— ανάμεσα στα Φιλιατρά και στην Κυπαρισία.

Το βράδυ της 28ης Ιουλίου βρίσκεται στο κτήμα του, μαζί με τη γυναίκα και το οικιακό του προσωπικό: τον επιστάτη του κτήματος με την οικογένειά του, έναν υπηρέτη και δυο εργάτες. Γύρω στις 8.30, κι ενώ αυτός ρεμβάζει και καπνίζει ήσυχα το πούρο του, ακούγονται γαυγίσματα των σκύλων. Σχεδόν ταυτόχρονα προβάλουν μπροστά του δυο ρυπαροί πάνοπλοι άντρες. Οι... συστάσεις είναι σύντομες.

— Μη φοβάσαι, του λέει ο ένας, δεν ήρθαμε για να σε βλάψουμε, παρά μόνο για να σου πάρουμε χρήματα.

— Μήπως είσαστε βαλτοί από άλλους; ρωτά ο Σωτηρόπουλος υπονοώντας τους πολιτικούς του αντιπάλους.

— Εμείς κοιτάζουμε τη δουλειά μας, του απαντούν, και δε γινόμαστε όργανα κανενός.

Στο μεταξύ το χτήμα γεμίζει ένοπλους, που μέχρι τότε παραμόνευαν στο μισοσκόταδο. Ένας από τους μισθωτούς κατορθώνει να το σκάσει τρέχοντας, ενώ ένας ληστής τον πυροβολεί χωρίς επιτυχία. Τα πράγματα περιπλέκονται. Οι ληστές ανακοινώνουν στον έντρομο Σωτηρόπουλο πως θα τον πάρουν μαζί τους και θα τον απελευθερώσουν μόλις εισπράξουν τα λύτρα που θα συγκεντρώσει η γυναίκα του. Ντύνεται βιαστικά —δεν ξεχνά το γιλέκο και το μπαστουνάκι του— και ξεκινούν. Σε λίγο έχουν χαθεί, μαζί με τους απαγωγείς του, στο σκοτάδι. Οι ληστές είναι έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο, με τα δάχτυλα στις σκανδάλες. Ανακοινώνουν στο Σωτηρόπουλο, ότι αν δεχτούν επίθεση, πρώτα θα σκοτώσουν τον ίδιο κι ύστερα θα κοιτάξουν να σωθούν. Του εξηγούν πως ο νόμος της «τέχνης» τους διατάζει να μην πάρει κανείς ζωντανό άνθρωπο από τα χέρια τους...

Μετά αρκετή πεζοπορία σταματούν για ύπνο. Δυο ληστές βάζουν στη μέση το Σωτηρόπουλο, για να μην τους το σκάσει. Ο ένας του λέει:

— Θα υποφέρεις λίγες μέρες αφεντικό, αλλά δε φταίμε εμείς. Φταίτε σεις οι μεγάλοι, οι βουλευτές κι οι υπουργοί που δε θέλετε να πάρετε κάποιο μέ τρο κι αφήνετε τόσο κόσμο να χάνεται, ενώ υποφέρει η φτώχια...

— Όλα τα καλά, προσθέτει ο άλλος, πούρχονται από αυτούς τους Φράγκους, τους καπελάδες, από τους οποίους πρέπει να κόβει κανείς δέκα κάθε μέρα για να πάει στον παράδεισο...

Ο Σωτηρόπουλος προσπαθεί να τους καλμάρει. Τους διαβεβαιώνει πως θα αμνηστευτούν τα αδικήματα πολλών φυγόδικων και δε θα πρέπει να επιβαρύνουν τη θέση τους.

— Εμείς είμαστε συστηματικοί ληστές του λέει ο ένας, τα κεφάλια μας είναι ήδη επικηρυγμένα κι η θέση μας δεν μπορεί να χειροτερέψει.

Η συζήτηση φουντώνει. Κάποιος άλλος ληστής μονολογεί.

— Και τί είναι τα δικά μας εγκλήματα μπροστά στα δικά σας; Κάνατε επανάσταση, εκθρονίσατε το βασιλιά, και μετά σκοτώσατε ένα σωρό κόσμο και πνίξατε το έθνος στα χρέη. Κι είσαστε καλοί νοικοκυραίοι, μ' όλα τα αγαθά του Θεού, ενώ εμάς μας κυνηγούν σαν τα θηρία. Τα αποσπάσματα κλέψαν το πρόβατα μας, κλείσαν τα σπίτια μας, ατίμασαν τις αδερφές μας και μας ανάγκασαν να γίνουμε ληστές και να τρέχουμε στα βουνά για να γλιτώσουμε τη λαιμητόμο.

— Άλλο να εκθρονίζεις το βασιλιά, τολμά να πει ο κρατούμενος, κι άλλο να κάνεις κλοπές φόνους και ληστείες. Η επανάσταση αποσκοπούσε την ελευθερία του έθνους...

— Ποια ελευθερία; Τότε τι τα θέλατε τα «Φεβρουριανά» και τα «Ιουνιανά», που στοίχισαν τόσο αίμα; Σας ένοιαζε μόνο η εξουσία... Η λαιμητόμος είναι μόνο για τους μικρούς και τους φτωχούς, γι’ αυτό όσο ζούμε θα σας πολεμούμε...

Ύστερα η συζήτηση μπαίνει στο «ψητό». Οι ληστές ανακοινώνουν στο Σωτηρόπουλο ότι τα λύτρα για την απελευθέρωση του καθορίζονται στις 80.000 δραχμές (ποσό τεράστιο για την εποχή εκείνη). Αυτός αντιδρά και προσπαθεί να τους βεβαιώσει ότι η οικογένεια του δεν έχει τόσα χρήματα, κι ότι οι πληροφορίες για την «καλή» οικονομική του κατάσταση είναι σκόπιμες διαδόσεις των πολιτικών του αντιπάλων.

Οι ληστές δεν τον πιστεύουν. Ο επικεφαλής τους λέει:

— Αυτά είναι λόγια αφεντικό, ποιος έχει το μέλι στα χέρια του και δε γλύφει τα δάχτυλα του;

Μετά από λίγο γέρνουν όλοι για ύπνο. Τα χαράματα της 29ης Ιουλίου η συμμορία με τον αιχμάλωτο ξεκινά και πάλι και σε λίγο φτάνει και κρύβεται σ' ένα δασώδες φαράγγι. Ο Σωτηρόπουλος βρίσκει τώρα την ευκαιρία να γνωριστεί καλύτερα με καθ' έναν από τους απαγωγείς του. Ο αρχηγός τους ο Λαφαζάνη, είναι ένας νευρώδης άντρας κάπου 30 χρόνων, με σχετικά ήρεμο χαραχτήρα. Απ' ότι λέει ο ίδιος, ήταν φιλήσυχος άνθρωπος κι ούτε μπορούσε να φανταστεί πως θα γινόταν ληστής. Δίνει αυτή την εξήγηση.

— Στο χωριό που έμενα, ήταν ένας κερατάς, Μπαχταλιά τον λέγανε, που με κατηγορούσε για ότι κακό γινότανε και μ' έστειλε πολλές φορές στη φυλακή. Μετά την επανάσταση του '62 αναγκάστηκα εξαιτίας του να γίνω φυγόδικος κι αυτός φρόντισε να μου χαλάσει το σπίτι και να μου κλέψει τα 100 γιδοπρόβατά μου. Τότε πήγα και γω στο χωριό, τον έκανα κομμάτια και μετά βγήκα ληστής.

Έλεγε ακόμα πως είχε πάρει μέρος στην εξέγερση του Ναυπλίου κατά του Όθωνα κι ότι μετά την έλευση του νέου βασιλιά έλπιζε σε αμνηστεία. Για την προηγούμενη ληστρική του δράση παινευόταν ότι ανήκε στις συμμορίες του Κίτσου και του Λύγκου. Ο «υπαρχηγός» του Λαφαζάνη, ο Ευθύμιος, ήταν κι αυτός της ίδιας ηλικίας κι είχε κι αυτός την ιστορία του. Νέος είχε κάνει κάποιο φόνο για προσωπικούς λόγους. Αργότερα, κατάφερε να γίνει... αστυνομικός κλητήρας στην Αθήνα, αλλά κάποιος τον πρόδωσε για το παλιό του έγκλημα κι αυτός αναγκάστηκε να το σκάσει και να βγει ληστής. Φαινόταν να νοσταλγεί το παλιό του επάγγελμα —χασάπης— και μιλούσε ακατάπαυστα για τις τρανές εποχές που έζησε στην Αθήνα. Οι άλλοι 3 της συνοδείας ήταν «φρέσκοι» στο «επάγγελμα» και ζούσαν ημιπαράνομη ζωή. Είχαν αναλάβει τις «κατώτερες» δουλειές και τον εφοδιασμό της συμμορίας με τρόφιμα. Όλη την υπόλοιπη μέρα οι ληστές δεν σταμάτησαν τη λογοδιάρροια, θέλοντας να εξηγήσουν στον αιχμάλωτο τους, τις ... τίμιες προθέσεις των ληστών. «Πρέπει να πάθετε για να καταλάβετε»

Όμως ας γυρίσουμε στο σπίτι του Σωτηρόπουλου, όπου η γυναίκα του ζούσε τις πιο αγωνιώδεις στιγμές της ζωής της. Ένας ληστής —φεύγοντας— της είχε πει:

— Τρέμεις! έτσι τρέμουν κι οι δικές μας μανάδες κι αδερφές για το πότε θ' ακούσουν ότι μας λάβωσαν ή ότι μας σκότωσαν! Πρέπει να μάθετε και σεις για να καταλάβετε τι τραβάμε εμείς.

Έπειτα της είχε δώσει το γράμμα της συμμορίας, με τους όρους για την απελευθέρωση του άντρα της. Ήταν από καιρό γραμμένο κι έλεγε, ανάμεσα σε άλλα «...ζητούμεν δι' εξαγοράν δραχμάς ογδοήκοντα χιλιάδας. Λοιπόν να φροντίσετε να ετοιμάσετε την εξαγοράν, αλλέως θα λάβετε το κεφάλι του... Να μην ειπήτε εις την κυβέρνησιν να κάμη καταδίωξιν, διότι Σωτηρόπουλον δεν βλέπετε μπλια... μην πάρετε πρόκουφα το πράγμα, διότι αν δεν λάβωμεν την ξαγοράν, θα σας στείλουμε το κεφάλι του κυρίου Σωτηρόπουλου να το φτιάσετε πατσά...». Στο ίδιο γράμμα επαναλαμβάνονταν οι κατηγορίες κατά των «καπελάδων» και δίνονταν οι πρώτες οδηγίες για την παράδοση των λύτρων, που έπρεπε να γίνει σε χρυσά νομίσματα.

Τα νέα έγιναν σε λίγη ώρα παντού γνωστά. Στην Κυπαρρισσία, στα Φιλιατρά και σ' όλη την επαρχία. Γίνονται σκέψεις για τη συγκρότηση καταδιωκτικών αποσπασμάτων, μα με επέμβαση της οικογένειας του Σωτηρόπουλου ματαιώνεται κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του. Μοναδική κίνηση είναι να σταλθεί ταχυδρόμος στο σύγαμπρό του Π. Σερσέντη, στην Καλαμάτα που θα φρόντιζε για τη συγκέντρωση των χρημάτων. Κι επιστρέφουμε στο Σωτηρόπουλο και στους απαγωγείς του. Αυτοί συνεχίζουν την πορεία τους, αλλάζοντας διαρκώς κατευθύνσεις. Ακολουθούν τη δημοσιά και παίρνουν κάθε μέτρο για να μη δώσουν στόχο. Συναντούν ένα διαβάτη, που τους πληροφορεί —δεν τους ξέρει— για την ...απαγωγή, καθώς και για τις αντιδράσεις που έχουν εκδηλωθεί. 

Κάποτε φτάνουν στο χωριό Κακόβατος της Ολυμπίας και το διασχίζουν σα να μη συμβαίνει τίποτα. Οι κάτοικοι δεν καταλαβαίνουν ή δε θέλουν να καταλάβουν τίποτα... Μετά σταματούν στο δάσος της Στροφυλιάς για ύπνο. Η 30η Ιουλίου περνά σε σχετική ηρεμία. Ο κρατούμενος ξυπνάει αργά κι όλη την ημέρα συζητά με το Λαφαζάνη... πολιτικά ή παίζει μαζί του... κολτσίνα. Οι ληστές του ζητούν συγνώμη για το φτωχό φαγητό —ψωμί και κρασί— και γενικά του φέρονται με το γάντι. Μέχρι που φτάνει να τους ζητήσει και... ευαγγέλιο ή κάποιο άλλο βιβλίο για να περάσει την ώρα του. Η πορεία θα συνεχιστεί τη νύχτα. Στις 31 Ιουλίου το πρωί ο Σωτηρόπουλος, βλέποντας την ανεκτική στάση των απαγωγέων του, αρχίζει να αντιδρά. Τους δηλώνει πως δεν αντέχει την ταλαιπωρία και πως δε θα μπορέσει να «κρατήσει» για πολύ.

— Δεν παθαίνεις τίποτα, του λέει ο ληστής, με την άσκηση αυτή θα γίνεις πιο γερός από ότι ήσουν. Άλλωστε από δω και πέρα τα πράγματα θα είναι καλύτερα...

Δύο από την συμμορία έχουν φύγει για να προμηθευτούν κρέας κι άλλα τρόφιμα. Ο αρχιληστής τους έχει δώσει σαφή εντολή να... πληρώσουν ότι πάρουν, γιατί είναι μέρες αποκριάς και θα είναι... αμαρτία να κλέψουν τους ανθρώπους.

Το γεύμα, κατά το βραδάκι, είναι πράγματι πλουσιότατο. Ένας ληστής λέει:

— Φάτε καλά παιδιά, γιατί απ' αύριο αρχίζει σαρακοστή και πρέπει να νηστέψουμε...

Μετά αρχίζουν να «καλαμπουρίζουν» για τους χωροφύλακες των αποσπασμάτων. Λένε ότι όλοι αυτοί που τους καταδιώκουν, ρημάζουν απ' όπου περνούν, την περιουσία των χωρικών.

— Γι αυτό, συμπληρώνει ο «Κουμπάρος» δε θέλουν να δώσουν αμνηστεία. Αν λείψουν οι φυγόδικοι κι οι ληστές δε θα μπορούν να στέλνουν έξω αποσπάσματα και θα τους λείψουν τα πεσκέσια...

Τη νύχτα ξεκινούν όλοι και σε λίγο βρίσκονται στις όχθες του Αλφειού. Ο Σωτηρόπουλος βλέπει έκπληκτος τους ληστές να... ξανακάθονται για φαΐ και να ξεκοκαλίζουν μια γίδα... 14 οκάδων, που αν έμενε για την άλλη μέρα —της σαρακοστής— θα πεταγόταν...

Την άλλη μέρα το πρωί ο αιχμάλωτος δεν αντέχει στον πειρασμό και ρωτάει το Λαφαζάνη:

— Από ότι βλέπω είσαστε καλοί χριστιανοί, νηστεύετε, κάνετε το σταυρό σας και διαρκώς επικαλείστε τη βοήθεια των αγίων. Πώς συμβιβάζετε αυτό με το να ληστεύετε και να σκοτώνετε; Τί τύχη σας περιμένει στον άλλο κόσμο;

Ο λήσταρχος όμως αντεπιτίθεται:

— Πώς εσείς οι υπουργοί κόβετε ανθρώπους στη λαιμητόμο, χωρίς να συλλογίζεστε την κόλαση; Όπως εσείς έχετε τους νόμους σας και δε θεωρείτε αμαρτία να κάνετε ότι γράφουν, έτσι κι εμείς έχουμε τους δικούς μας, κι όταν τους τηρούμε δεν φοβόμαστε ούτε τους ανθρώπους ούτε τον Θεό. Κι οι νόμοι μας μας επιτρέπουν 1) να σκοτώνουμε όσους μας καταδιώκουν, 2) να κόβουμε τις μύτες και τ' αυτιά όσων μας προδίδουν στην εξουσία, 3) να παίρνουμε λεφτά από όσους έχουν και να βοηθάμε έτσι και κανένα φτωχό και 4) να πιάνουμε όποιον πλούσιο μπορούμε ζωντανό και να ζητάμε λύτρα κι αν δε μας τα δώσουν να του κόβουμε το κεφάλι και να το στέλνουμε στους συγγενείς. Από την άλλη πλευρά, οι νόμοι μας μας διατάζουν να μην κάνουμε απιστίες, να μη χύνουμε άδικα αίμα, να μην παίρνουμε από κάποιον όλη την περιουσία που και έτσι να τον καταστρέφουμε και —το σπουδαιότερο— να μην πειράζουμε τις γυναίκες...

Από τις 2 Αυγούστου η μεγάλη περιπλάνηση φαίνεται να φτάνει στο τέρμα της. Οι ληστές έχουν φτάσει σε ασφαλή γι' αυτούς περιοχή, σε κάτι λόφους δίπλα από τον Αλφειό. Μετακινούνται από κρύπτη σε κρύπτη για να πετύχουν καλύτερη εγκτατάσταση και αρχίζουν να μελετούν τον τρόπο που θα εισπράξουν τα λύτρα. Ο Σωτηρόπουλος αρχίζει να συνηθίζει στη νέα του διαβίωση κι ετοιμάζει ο ίδιος ένα πρόχειρο κρεβάτι από κλαριά. Περνούν 2 σχετικά ήρεμες ημέρες. Στις 5 Αυγούστου, ο Λαφαζάνης ανακοινώνει στο Σωτηρόπουλο ότι έφτασε η ώρα να ζητηθούν τα λύτρα. Θα σταλθούν στη γυναίκα του 2 γράμματα, ένα του ίδιου του αιχμαλώτου κι ένα του αρχιληστή. Με το δεύτερο θα επαναλαμβάνεται ο όρος για τις 80.000 δραχμές. Ο Σωτηρόπουλος αρχίζει τα... παζάρια. Ισχυρίζεται ότι όλη τους η περιουσία, αν πουληθεί, δεν ξεπερνάει της 40.000-50.000 δρχ. και ότι —σύμφωνα με το νόμο των ληστών— θα ήταν... αμαρτία να τον καταστρέψουν ολοκληρωτικά οι απαγωγείς του. Ένας ληστής δείχνει μεγαλόθυμος.

— Ας του χαρίσουμε μωρέ παιδιά 10.000 δραχμές για να μας θυμάται! 70.000 θα μας δώσεις αφεντικό κι αυτός είναι ο ελάχιστος όρος μας...

Όλοι γελούν, κι ο Λαφαζάνης λέει πειραχτικά.

— Αναθεμάσε! τι τον ήθελες τον «ελάχιστο όρο»; Μου θύμισες δικηγόρο...

Το βράδυ της 6ης Αυγούστου ο Σωτηρόπουλος κρυφακούει μια αρκετά ανησυχητική συζήτηση των ληστών. Κάποιος μιλάει αποφασιστικά.

— Ακόμα κι αν μου πέσει ο λαχνός εγώ δεν τον κόφτω! Μπορεί να μας είπαν ψέματα και να πάρω το κρίμα στο λαιμό μου...

— Τον κόφτω εγώ! πετάχτηκε ο «Κουμπάρος». Τον κόφτω και ρουφώ και το αίμα του, γιατί έχει πολλά και γιατί θα γελάει ο κόσμος μαζί μας, αν μας κοροϊδέψει...

Είναι βέβαιο πια ότι οι ληστές έχουν κλονιστεί από τα επιχειρήματα του βουλευτή, κι ίσως τώρα είναι πιο επικίνδυνοι. Γύρω στις 12 ο Λαφαζάνης ανακοινώνει στον κρατούμενο, ότι το τίμημα για τη ζωή του κατέβηκε στις 60.000. Έπρεπε τώρα να γράψει το γράμμα, με το οποίο θα αποδεικνυόταν στην οικογένεια του ότι είναι ζωντανός και υγιής. Του εξηγεί, ακόμα, πως είναι δικαιολογημένος να μην πιστέψει όσα του είχε πει για την κακή οικονομική του κατάσταση. Και κάνει και τούτη τη... δικονομική σκέψη:

— Κι αν ακόμα κάνουμε λάθος, δε θα μας δικάσει ο Θεός! Κι οι δικαστές σας καταδικάζουν αθώους από ψεύτικες μαρτυρίες. Ο θεός θα καταλάβει ότι πιο δύσκολα θα πιστεύαμε εσένα που έχεις συμφέρον να πεις ψέματα...

Κι ο Σωτηρόπουλος άρχισε, θέλοντας και μη, να γράφει το γράμμα του, στο οποίο τόνιζε: «...Εαν δεν ημπορέσεις να εξοικονομήσεις τας 60.000 δραχμάς εντός της προθεσμίας —4 ημέρες— φόρεσον από τούδε τα μαύρα και φρόντισον δια τα ψυχικά μου, διότι οι φίλοι δεν δέχονται μικρότερον ποσόν και θα με αποκεφαλίσουν…». Το γράμμα δε θα στελνόταν απευθείας στη γυναίκα του —υπήρχε κίνδυνος να πιαστεί ο «ταχυδρόμος»— αλλά σε κάποιον φίλο του, που θα το διαβίβαζε. Ο Λαφαζάνης και δυο-τρεις σύντροφοι του εγκαταλείπουν τώρα την ομάδα, για την επιχείρηση «λύτρα». Με το Σωτηρόπουλο μένουν δύο ληστές, καθώς κι ένας χωριάτης από την περιοχή, «βοηθός» τους. Αυτός, σε κάποια στιγμή που είναι μόνοι, του ψιθυρίζει.

— Μη στεναχωριέσαι αφεντικό, δεν είσαι μόνος. Κι εμείς οι φουκαράδες οι τσοπάνηδες, υποφέρουμε απ' τους φυγόδικους και κοντεύουμε να χαθούμε. Κάθε μέρα τους δίνουμε σφαχτά, ψωμί και κρασί. Κι απ' την άλλη έχουμε τους ζωοκλέφτες και τα αποσπάσματα, που μας ρημάζουν. Αν δε γίνει τίποτα, πάμε όλοι για πνίξιμο...

Οι επόμενες μέρες κυλούν χωρίς εντυπωσιακές διακυμάνσεις. Στις 7 Αυγούστου, ημέρα Κυριακή, γίνεται ένα απρόοπτο επεισόδιο. Παρουσιάζονται ξαφνικά δύο άοπλοι βοσκοί, που μόλις βλέπουν τους ληστές, το βάζουν στα πόδια για να σωθούν. Ακολουθεί ταραχή. Με το φόβο ότι μπορεί τώρα να προδοθεί η θέση τους, οι ληστές φεύγουν από το ασφαλές σημείο και περιφέρονται, μαζί με τον κρατούμενο τους, στους γύρω λόφους. Κατά το βράδυ σταματούν σε κάποιο «ανοιχτό» σημείο —δε θα το υποπτευόταν κανείς— για διανυχτέρευση. Κάπου κοντά βρίσκεται ο δημόσιος δρόμος και το χωριό Μπέλεσι της Γορτυνίας. Μένουν στη θέση αυτή όλη την επόμενη μέρα, για να επιστρέψουν τελικά σε κάποια απότομη πλαγιά-κρυψώνα ενός γειτονικού λόφου. Στο μέρος αυτός θα μείνουν 4 μερόνυχτα, 4 αγωνιώδη μερόνυχτα για το Σωτηρόπουλο, που δεν ξέρει αν σε κάποια στιγμή εμφανιστούν ένοπλοι, γίνει σύγκρουση και σφαχτεί —σύμφωνα με τον «νόμο» των ληστών— επιτόπου. Όμως έχει τώρα και το χρόνο να συγκεντρώσει τις σκόρπιες σκέψεις του. Αν προσπαθήσει να το σκάσει τρέχοντας; Εγκαταλείπει γρήγορα την ιδέα, ξέροντας ότι δε θα προλάβει να απομακρυνθεί ούτε λίγα μέτρα. Και μετά ξέρει τι τον περιμένει... Έχει και την αγωνία μήπως τ' αποσπάσματα βρουν, στο μεταξύ, και «χτυπήσουν» το Λαφαζάνη και τους δικούς του. Οι φυλακές του, του έχουν κάνει σαφές ότι και στην περίπτωση αυτή τον περιμένει το ίδιο τέλος: το σφάξιμο...

— Γιατί, ρωτάει, προτιμάτε να «κόβετε» κι όχι να σκοτώνετε με μπιστόλι, τους αιχμαλώτους σας;

Η απάντηση του ληστή είναι τραγικά απλή:

— Τα μπιστόλια και τα ντουφέκια είναι για τον πόλεμο κι όχι για να σκοτώνουν τους κατάδικους. Δε βλέπεις ότι η κυβέρνηση «κόβει» και δε σκοτώνει...

Και δώστου και γυάλιζε διαρκώς το κοφτερό σπαθί του, που ο Σωτηρόπουλος τόνιωθε σχεδόν να «χαϊδεύει» το σβέρκο του. Όμως τον βασανίζουν κι άλλα προβλήματα. Θα φτάσει το γράμμα; Κι αν ναι, θα συγκεντρωθούν όλα τα χρήματα; Και θα είναι σε χρυσά νομίσματα, που σπάνιζαν εκείνη την εποχή; Μήπως όλη η επιχείρηση παράδοσης των λύτρων παρακολουθηθεί από τα όργανα της εξουσίας και γίνει κάποια μοιραία συμπλοκή;
ΛΑΪΚΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΠΟΧΗΣ | Ο ΛΗΣΤΑΡΧΟΣ ΥΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΕΝΤΡΟΜΟ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟ
Κι έτσι, με την αγωνία αυτή, φτάνει η 10η Αυγούστου, η ορισμένη —για την παράδοση των λύτρων — μέρα. Όλοι κοιτούν μήπως φτάσει ο Λαφαζάνης. Τίποτα. Η νευρικότητα των ληστών κι ο τρόμος του Σωτηρόπουλου μεγαλώνουν. Κι η άλλη μέρα περνά άκαρπη. Γύρω στο απόγευμα φτάνουν ειδήσεις πως στο ορισμένο ραντεβού δεν πήγε κανείς να συναντήσει τους ληστές. Κάτι συνέβαινε, άγνωστο τι, που μπέρδευε επικίνδυνα τα πράγματα. Μήπως δεν έφτασε το γράμμα, αναρωτιέται ο αιχμάλωτος. Μήπως άλλοι ληστές, αρπάξανε στο δρόμο τα χρήματα; Τί γίνεται στην περίπτωση αυτή; Το βράδυ αλλάζουν θέση, πηγαίνουν στην κορυφή του λόφου. Λίγο αργότερα οι ληστές —με τις μυστηριώδεις επαφές τους— παίρνουν καλές ειδήσεις: τα χρήματα ήταν έτοιμα, λείπαν ελάχιστα, και η παράδοση τους θα γινόταν, έστω και καθυστερημένα... Τα ξημερώματα της 13ης Αυγούστου η ομάδα μπαίνει σ' ένα χωράφι κατάφυτο με ψηλά καλαμπόκια για να κρυφτεί. Κάθονται και περιμένουν. Ξαφνικά ένας ληστής ορμά και σε λίγο γυρνά με ένα φουκαρά χωριάτη στα χέρια, που είχε την ατυχία να βρίσκεται εκεί κοντά. Τους λέει, τρέμοντας, ότι απλώς μάζευε αραποσίτι και ότι δε θα «προδώσει» πως τους είδε, γιατί «δε θέλει να βρει το μπελά του». Τον πιστεύουν και τον αφήνουν, αλλά τον υποχρεώνουν να μείνει στο χωράφι μέχρι το βράδυ. Τον απειλούν ακόμα ότι αν «μιλήσει» θα γυρίσουν και θα του κόψουν τη μύτη και τ' αυτιά... Το βράδυ, δύο από τους ληστές απομακρύνονται και κατοπτεύουν την περιοχή. Ο ένας λέει:

— Δεν πάμε καλά. Από τα παιδιά δεν έχουμε νέα και δω σφίξαν τα πράγματα. Σ' όλους τους δρόμους έχουν καρτέρια και αύριο θα κάνουν παγάνες. Καλύτερα να τραβάγαμε πάνω, στα έλατα, όπου έχουμε φίλους... Και ξεκινούν πάλι. Τα πόδια του Σωτηρόπουλου τρέμουν από την εξάντληση και την αγωνία. Δεν μπορώ άλλο, ψελλίζει... Κάνε κι αλλιώς, του απαντούν. Μετά δυο ώρες περπάτημα, βρίσκουν μια ανοιχτωσιά και πέφτουν για ύπνο.

Την άλλη μέρα —14 Αυγούστου— συνεχίζεται η εξοντωτική πορεία, ενώ ο τόπος βράζει από τη ζέστη. Μόνο αργά το απόγευμα πέφτει μια ευεργετική βροχή, που ανακουφίζει τους πεζοπόρους. Στο μεταξύ φτάνει κι ο «σύνδεσμος», με σίγουρες πια πληροφορίες: Ο Λαφαζάνης είχε γυρίσει πίσω με άδεια χέρια! Οι συγγενείς του Σωτηρόπουλου είχαν πάει κανονικά στο ραντεβού, με τα λεφτά, αλλά τους παρακολουθούσαν ένοπλοι. Ο αιχμάλωτος πανικοβάλλεται. Κι ύστερα εξαγριώνεται... Όχι τόσο κατά των ληστών, αλλά κατά της εξουσίας. Με τι δικαίωμα επεμβαίνει και βάζει τη ζωή του σε κίνδυνο; Τώρα θα περάσουν και νέες μέρες αγωνίας κι ίσως έχουν μοιραία κατάληξη. Αργά το βράδυ φτάνει κι ο Λαφαζάνης.

— Καλησπέρα κύριε Σωτηρόπουλε.

— Καλησπέρα Μήτσο, καλώς ορίσατε.

— Πώς πέρασες τις μέρες που λείπαμε;

Μετά από τις... αβρότητες αυτές, ο λήσταρχος διηγείται τι έγινε. Το γράμμα —λέει— πήγε κανονικά στον προορισμό του κι ήρθε η απάντηση ότι θα δοθούν τα λύτρα την Πέμπτη. Την καθορισμένη ώρα φάνηκαν στο δρόμο δύο καβαλαραίοι και δυο πεζοί που τα κουβαλούσαν. Όμως πίσω τους, σε μικρή απόσταση ακολουθούσαν ένοπλοι. Έτσι δεν έγινε τίποτα. Ήταν σίγουρο ότι δεν έφταιγαν οι συγγενείς του Σωτηρόπουλου. Δεν ήθελαν αυτή τη συνοδεία και το μήνυσαν, μέσω τσοπάνηδων, και στους ληστές, παρακαλώντας τους να μη «χαλάσουν» τον κρατούμενο...

— Αυτά δεν είναι σωστά πράγματα, διαμαρτύρεται ο Ευθύμιος. Στην Τουρκία όχι μόνο δεν κυνηγούν τους ληστές —μην πάθει ο σκλάβος τίποτα— αλλά στέλνουν και τα λεφτά με στρατιώτες! Και να σκεφτεί κανείς ότι ο κύριος Σωτηρόπουλος είναι επίσημο πρόσωπο...

— Ίσα-ίσα, πετάγεται ο Λαφαζάνης, γι αυτό μας καταδιώκουν. Θέλουν να τον σκοτώσουμε. Μας στείλαν και παραγγελίες από μερικούς εχθρούς του, πως δίνουν τα διπλά για να τον σφάξουμε. Εμείς όμως δεν κάνουμε τέτοια πράγματα, είμαστε παλικάρια κι όχι πληρωμένοι δολοφόνοι του καθενός...

Κανείς βέβαια —και πολύ περισσότερο ο Σωτηρόπουλος— δε θα μπορούσε να πιστέψει τους ισχυρισμούς αυτούς του ληστή. Τί είχε όμως πραγματικά συμβεί; Δυο μέρες μετά την απαγωγή, το νέο είχε συγκλονίσει όλη την Ελλάδα και γρήγορα μεταδόθηκε και στο εξωτερικό, όπου προκάλεσε φοβερές εντυπώσεις κι έδωσε τροφή σε πρωτοφανή εκστρατεία. Η Ελλάδα παρουσιάστηκε στις στήλες των ξένων εφημερίδων σαν βάρβαρη και ληστοκρατούμενη χώρα και μια από αυτές —οι Τάιμς του Λονδίνου— έφτασε να προτείνει μέχρι και επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων! Ο Π. Σερσέντης (που είχε πάρει το γράμμα) κάνει στο μεταξύ ό,τι μπορεί για να μη γίνει καταδίωξη των ληστών και για να δόσει η Εθνική Τράπεζα δάνειο με το απαιτούμενο ποσό. Οι αρχές της Μεσσηνίας και της Αρκαδίας, δε συγκινούνται από τις εκκλήσεις για ψύχραιμη αντιμετώπιση της κατάστασης και —ίσως με άδεια ή και με εντολή της κυβέρνησης— οργανώνουν αποσπάσματα και ξεκινούν μια πρωτοφανή καταδίωξη των ληστών. Στη λογική τους πρωτεύει η εξόντωση τους, ενώ η σωτηρία του αιχμάλωτου φαντάζει δευτερεύον ζήτημα... Ταυτόχρονα, γίνεται και μια πραγματικά αχαραχτήριστη ενέργεια. Παράγοντες της κυβέρνησης διασπείρουν τη φήμη ότι όλα είναι απάτη! Ο Σωτηρόπουλος —λένε— θέλει από τη μια να δυσφημίσει την κυβέρνηση κι από την άλλη να κερδίσει χρήματα, για να λύσει τα οικονομικά του προβλήματα. Τις φήμες δημοσιεύει και κάποιο φύλλο της Αθήνας, για να τις διαψεύσει όμως μετά από λίγο...

Μόνος που δείχνει κατανόηση είναι η Τράπεζα, που εγκρίνει αμέσως το δάνειο, τα χρήματα φτάνουν όμως στην Καλαμάτα —στον Π. Σερσέντη— μόλις στις 5 Αυγούστου. Ήταν όμως σε χαρτονομίσματα κι έπρεπε τώρα να μετατραπούν σε χρυσό! Στις 6 Αυγούστου, τα γράμματα του Λαφαζάνη και του Σωτηρόπουλου φτάνουν στον Κ. Ζώτα, φίλο της οικογένειας Σωτηρόπουλου, που έμενε στην Κυπαρισσία. Ο ληστής έγραφε: «...10 του Μηνός Αυγούστου, την τετράδων να κινήσετε από τα Φιλιατρά, έως 5 ώρας ημέραν. Έως ότου να έλθετε στο Μπούζι, να βασιλεύση ο ήλιος και να τραβήξητε τον δημόσιον δρόμον, να πάτε ως τον Πύργον της Γαστούνης, και να έλθουν καβάλα με δύο ζώα, και τα ζώα να έχουν και τα δυο κουδούνια. Κι όποιος τους ρωτήσει τι είστε εσείς, να ειπούν σύνθημα «Πέτρα» και κατόπιν να ρωτήσουν και ημάς, και ημείς θα τους είπωμεν «Βουνό», και τότε ανταμόνωμεν... να μας στείλετε με τον επιφέροντα απάντησιν... Ο άγνωστος αρχιληστής της κυβερνήσεως Λαφαζάνης».

Ο Ζώτας δρα έξυπνα; Προβλέποντας καθυστερήσεις ζητά μικρή παράταση της προθεσμίας. Κρατά μετά στα χέρια του το γράμμα των ληστών και στέλνει στη γυναίκα του Σωτηρόπουλου, με ένα χωριάτη, μόνο το γράμμα του άντρα της (για να μη διαρρεύσουν οι πληροφορίες στην εξουσία). Αυτή μόλις το παίρνει στα χέρια της αναδύεται σε λυγμούς. Είναι σχεδόν βέβαιη ότι δε θα ξαναδεί τον άντρα της... Τώρα δημιουργούνται νέα προβλήματα, τα χαρτονομίσματα, με χίλιους κόπους, μετατρέπονται σε χρυσό. Βρίσκονται όμως στην Καλαμάτα κι η μεταφορά τους στα Φιλιατρά είναι αδύνατη. Στο δρόμο παραμονεύουν παντού ληστές κι είναι αδύνατο να ζητηθεί η βοήθεια των κρατικών αρχών, που επιμένουν στην καταδίωξη των απαγωγέων. Ο Σερσέντης αποφασίζει να νοικιάσει έτσι μια μεγάλη βάρκα με 12 κωπηλάτες οπλισμένους και ξεκινά από την Καλαμάτα. Είναι 9 Αυγούστου και δεν υπάρχουν περιθώρια καθυστέρησης. Όμως οι ατυχίες συνεχίζονται. Οι καιρικές συνθήκες είναι αντίξοες. Τα χρήματα θα φτάσουν στον προορισμό τους αρκετά αργά, το βράδυ της 10ης Αυγούστου. Αμέσως συσκευάζονται και γύρω στις 6 το πρωί της επόμενης μέρας, 4 άνδρες ξεκινούν για τον τόπο της παράδοσης. Οι εξελίξεις είναι γνωστές. Τα όργανα της εξουσίας παρακολουθούν την αποστολή και προκαλούν τη ματαίωση της συνάντησης με τους ληστές. Η εφημερίδα «Χάρτης» του Πύργου, θα δημοσιεύσει στις 15 Αυγούστου επιστολή αναγνώστη της, που έλεγε: «...αφού η διοίκησις δεν δύναται να μας εξασφάλιση, ασυνέτως φερομένη, διακυβεύει και την ύπαρξίν μας…». Μετά την παρένθεση αυτή, ξαναγυρνάμε στο Σωτηρόπουλο και στους απαγωγείς του. Το βράδυ της 14 προς 15 Αυγούστου, επικρατεί νευρικότητα στους ληστές. Ο Λαφαζάνης λέει:

— Κοιτάξτε ρε παιδιά τι σόι άνθρωποι είναι αυτοί οι πολιτικοί και πως κοιτάει ο ένας να βγάλει το μάτι τ' αλλουνού. Ανπιάναμε κανένα χωριάτη, τώρα θάχαμε πάρει και τα λεφτά. Αλλά επειδή πιάσαμε ένα βουλευτή και πρώην υπουργό, που είναι στην αντιπολίτευση, μας κυνηγάνε και μας στεναχωρούν για να τον χαλάσουμε...

Ο Σωτηρόπουλος προσπαθεί να τους συγκινήσει. Τους λέει μια ψεύτικη ιστορία για κάποιο λόρδο στην Αγγλία, που δήθεν τον απελευθέρωσαν οι απαγωγείς του, όταν αυτός τους έδωσε το λόγο της τιμής του ότι θα τους καταβάλλει τα λύτρα. Και τελικά τους τα έστειλε! Οι ληστές καγχάζουν.

— Εδώ αφεντικό, λέει ο «Κουμπάρος», δεν είναι Αγγλία και δε γίνονται τέτοια πράγματα...

Αργά τη νύχτα, κι ενώ το φεγγάρι φωτίζει όλη την περιοχή, φτάνει η πληροφορία ότι ένας από τους φίλους του Σωτηρόπουλου, ο Φωτόπουλος, βρισκόταν στο κοντινό χωριό Ζούρτσα και περίμενε ν' αποκτήσει νέα επαφή με τους ληστές και να πάρει νέες οδηγίες για την παράδοση των λύτρων. Ο αιχμάλωτος κάθεται και του γράφει νέο γράμμα, με το οποίο τον εξορκίζει να σταματήσει κάθε καταδίωξη και να ακολουθηθούν μ' ευλάβεια οι οδηγίες του Λαφαζάνη. Το γράμμα θα πάει έμμεσα στον προορισμό του, μέσω του βουλευτή Ολυμπίας Κ. Οικονομόπουλου. Ο «ταχυδρόμος» ξεκινά, ενώ οι ληστές διασπώνται σε δυο ομάδες, για περισσότερη ασφάλεια... Ο δεκαπενταύγουστος περνά χωρίς κανένα επεισόδιο. Τα χαράματα της επομένης μέρας αρχίζει πάλι η μετακίνηση της ομάδας, μέσα από χωράφια, φαράγγια και δάση. Ο αιχμάλωτος βρίσκεται πια στα έσχατα σημεία της εξάντλησης και το ηθικό του είναι τελείως σπασμένο. Μόλις το βράδυ της 18ης Αυγούστου, έρχονται τα νέα ότι έγινε κατορθωτή η επαφή με τους ανθρώπους του Σωτηρόπουλου κι ότι η καταβολή των λύτρων θα γίνει στις 19 Αυγούστου, μέρα Παρασκευή...

Η καινούργια μέρα ξεκινά πιο αισιόδοξη για το Σωτηρόπουλο, που βλέπει πια κοντά τη στιγμή της λύτρωσης του. Είναι πια βέβαιος ότι οι αρχές έβαλαν μυαλό κι εγκατέλειψαν την επικίνδυνη στάση τους, να επιμένουν στην καταδίωξη των απαγωγέων του. Είναι τόσο χαρούμενος κι ενθουσιώδης, που για πρώτη φορά κατορθώνει να κερδίσει τον Ευθύμιο στην κολτσίνα! Τη νύχτα, κι ενώ ο Λαφαζάνης με δυο άντρες του λείπουν, η κατάσταση επιδεινώνεται. Οι ληστές της προπομπής γυρνούν ταραγμένοι και διατάζουν άμεση υποχώρηση. Κάτι δεν έχει πάει καλά. Οι ώρες περνούν και ο Λαφαζάνης δε φαίνεται... Θα κοιμηθούν όλοι σ' ένα χωράφι με αραποσίτι, μέσα στη λάσπη. Η 19 Αυγούστου είναι η πιο μαρτυρική μέρα για τον κρατούμενο.
ΤΥΠΟΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑ ΣΤΟ 2ο ΜΙΣΟ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΑΙΩΝΑ | ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΠΡΟΣΕΛΕΥΤΗ
Ο ήλιος χτυπάει κατακόρυφα και νιώθει το σώμα του τελείως αφυδατωμένο. Η πορεία στις συνθήκες αυτές γίνεται αβάσταχτη κι η αγωνία ξεπερνά κάθε όριο. Ο Λαφαζάνης θα γυρίσει στην ομάδα στις 3 μετά τα μεσάνυχτα, τελείως εξουθενωμένος:

— Να πάει στο διάολο, φωνάζει. Δεν είναι κισμέτι να πάρουμε καράδες κι άδικα παιδευόμαστε. Παντού υπάρχουν αποσπάσματα και δεν αφήνουν το Φωτόπουλο να κινηθεί. Τι να σου πω κύριε Σωτηρόπουλε. Αυτό πού γίνεται για την ευγένεια σου δεν έχει γίνει για άλλο σκλάβο! Ή είσαι πολύ κακός άνθρωπος και θέλουν να σ' εκδικηθούν, ή πολύ καλός και σε ζηλεύουν. Πάντως θέλουν να σε βγάλουν από τη μέση.

Ο Σωτηρόπουλος περνά μια φριχτή νύχτα, γεμάτη τρόμο. Το πρωί κάποιος ληστής θα του πει αγανακτισμένος.

— Δεν μπορούσες βρε Χριστιανέ να φύγεις εκείνο το βράδυ από το χτήμα σου να μη μας βασανίζεις κι εμάς...

Ο Λαφαζάνης φαίνεται απειλητικός.

— Πρέπει να «γυμνάσουμε» τον κόσμο, λέει, και δεν πειράζει αν κοπούν και μερικά κεφάλια, και μάλιστα υπουργών! Αυτοί γιατί τάζουν τόσα λεφτά για τα δικά μας τα κεφάλια; Μήπως όταν ήσουν εσύ υπουργός δεν επικηρύχτηκε το κεφάλι μου για 3.000 δραχμές;

Και συνεχίζοντας, μπαίνει στα... επαγγελματικά προβλήματα των ληστών.

— Άλλαξαν τα πράγματα, δεν μπορούμε να ζήσουμε παρά με απαγωγές. Όσες φορές μπλοκάρουμε τους δρόμους και πιάνουμε κόσμο, έχουν λίγα λεφτά πάνω τους. Φροντίσατε να μεταφέρετε τραπεζιτικά τα λεφτά σας από τον έναν τόπο στον άλλο... Κι άμα μπαίνουμε σε κανένα πλούσιο σπίτι, πάλι δε βρίσκουμε τίποτα, όσο κι αν βασανίζουμε τους νοικοκύρηδες. Έχουν κι αυτοί φροντίσει να τα καταθέσουν...

Βεβαιώνει όμως τον έντρομο Σωτηρόπουλο πως θα γίνει και τρίτη —αλλά τελευταία— απόπειρα για την είσπραξη των λύτρων. Και προσθέτει με μαλακότερη αλλά ειρωνική φωνή:

— Μη λυπάσαι, θα γυρίσεις στον κόσμο και θα είσαι πάλι όπως ήσουν... Θα ξαναμιλήσεις στο βήμα υπουργός... Εμείς είμαστε κακά, που για να ζήσουμε λίγο καιρό, πρέπει να τρέχουμε στα βουνά σαν τα θεριά. Και τελικά μας περιμένει η λαιμητόμος...

Ο Σωτηρόπουλος γράφει τώρα κι άλλο γράμμα, πάλι προς το Φωτόπουλο. Του τονίζει ότι αν αποτύχει και πάλι η επιχείρηση, όλα τελειώνουν. Η υπομονή των ληστών φαίνεται να εξαντλείται.

Όμως ας δούμε πως είχε αποτύχει κι η δεύτερη απόπειρα απόδοσης των λύτρων, την Παρασκευή 19 Αυγούστου. Φτάνοντας ο Φωτόπουλος στο χωριό Ζούρτσα, είχε ζητήσει από τον έπαρχο Ολυμπίας κατάπαυση των διώξεων για να σωθεί ο αιχμάλωτος. Ο γραμματέας του επαρχείου πήρε την αίτηση του και φρόντισε για... το ακριβώς αντίθετο, διέταξε μάλιστα και την αστυνομική επιτήρηση του ίδιου του Φωτόπουλου. Αυτός, πιεσμένος από τη διαρκή παρακολούθηση, σκέφτεται να φορέσει χωριάτικα ρούχα, να το σκάσει και να ψάξει μόνος του για τους ληστές. Τον εμποδίζουν όμως δυο γεγονότα: το ένα είναι πως κάποιοι άγνωστοι... έχουν αρπάξει ήδη 5.000 δραχμές από τα λύτρα. Το άλλο είναι πως το «ψιλό» το έχει μυριστεί κι άλλος λήσταρχος της περιοχής, ο «Κουλός» που παραμονεύει έξω από το χωριό. Την παρανοϊκή αυτή κατάσταση έρχεται να συμπληρώσει και μία εξίσου παρανοϊκή διαταγή του έπαρχου Ηλείας Κ. Καφετζή. Ούτε λίγο ούτε πολύ επικηρύσσει τους απαγωγείς του Σωτηρόπουλου και υπόσχεται να δώσει στους διώκτες του... το ποσό που έχει συγκεντρωθεί για τα λύτρα...Στις συνθήκες αυτές ο Φωτόπουλος αναγκάζεται να επιστρέψει στην Κυπαρισσία, περιμένοντας νέες οδηγίες.

Το απόγευμα της 20ης Αυγούστου αρχίζει η δύσκολη ανάβαση της συμμορίας προς ορεινότερες περιοχές. Ο Σωτηρόπουλος περπατά σαν μεθυσμένος από την κούραση κι ο ιδρώτας, τον τυφλώνει. Μετά τα μεσάνυχτα φτάνουν σε μια πηγή, κοντά στο χωριό Λυκούρεσι της Γορτυνίας, και πέφτουν για ύπνο. Ο ανήφορος —μέσα από τα απότομα φαράγγια της Γορτυνίας— συνεχίζεται κι όλη την άλλη μέρα. Οι δυνάμεις του αιχμαλώτου τον εγκαταλείπουν. Οι συνοδοί του άλλοτε τον σέρνουν βίαια κι άλλοτε τον στηρίζουν για να βαδίσει. Επιτέλους φτάνουν στα έλατα, στον τόπο του προορισμού τους. Εδώ οι ληστές νιώθουν ασφαλείς. Βρίσκονται σε τόπο απρόσιτο στην εξουσία. Οι λίγοι τσοπάνηδες της περιοχής είναι όχι μόνο ακίνδυνοι, αλλά και (θέλοντας και μη) πιστοί «υπήκοοι» του κάθε παράνομου... Την άλλη μέρα,—23 Αυγούστου— πλησιάζει τήν ομάδα ένας χωριάτης. Οι ληστές του λένε ότι απλώς είναι φυγόδικοι και τον ρωτούν «τί μαντάτα» έχει.

— Όλοι μιλάνε για το Σωτηρόπουλο που τον σκλάβωσαν κλέφτες, τους απαντά.

Κι ύστερα, θέλοντας να τους καλοπιάσει —κάτι έχει καταλάβει— συνεχίζει:

— Μπορεί και να τον φάγανε, τώρα που μιλάμε, μα δε λυπάμαι για δαύτονε. Τόσο καιρό ήταν στα πράγματα και δεν έκανε τίποτα για τις αμνηστείες. Μακάρι να πάθει τα ίδια κι ο Δεληγιάννης κι ο Ζαΐμης και κείνο το σκυλί ο Μεσσηνέζης. ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, που δε νοιάστηκε διόλου για τη φτωχολογιά. Αλλά έτσι είναι. Οι μεγάλοι τους θέλουν τους φυγόδικους, για να φοβερίζουν μ' αυτούς τον κόσμο στις εκλογές...

— Τι ακούς, έχει λεφτά ο Σωτηρόπουλος, τον ρωτούν οι ληστές.

— Τόσο καιρό υπουργός και να μην έχει. Αυτοί τα τρώνε τα λεφτά.

Γελούν όλοι, εκτός από το Σωτηρόπουλο, που σκέφτεται πως ο Μεσσηνέζης ήταν ο μόνο που είχε υποστηρίξει με θέρμη την αμνηστεία... Πόσα λίγα ξέρανε εδώ πάνω για ότι γινόταν στην Αθήνα...

Μετά από μερικές ακόμα μετακινήσεις, η ομάδα φαίνεται πως έχει σταθεροποιηθεί σε μια περιοχή. Κάπου κοντά στη Δημητσάνα και στο χωριό Ράδου. Θα μείνει εκεί αρκετές μέρες, που για το Σωτηρόπουλο είναι πραγματική ανακούφιση, μετά τόσο εξοντωτική πορεία μέσα στα βουνά. Τώρα βέβαια τον έχουν επισκεφτεί κι οι ψείρες και ξύνεται με μανία, ή πηγαίνει παραπέρα, ξεγυμνώνεται και προσπαθεί να πετάξει τα ενοχλητικά ζωύφια από πάνω του. Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Οι μέρες περνούν σχεδόν ολόιδιες. Μια ο ένας, μια ο άλλος, οι ληστές απομακρύνονται, άλλοτε για να φέρουν φαΐ κι άλλοτε για να μάθουν τίποτα νεότερο. Οι νύχτες κυλάνε με συζητήσεις, μέσα από τις οποίες ο Σωτηρόπουλος γνωρίζεται όλο και περισσότερο με τις νοοτροπίες και τις αρχές που διέπουν τη ληστρική ζωή. Κάποια μέρα ακούγονται κοριτσίστικες φωνές εκεί κοντά. Κάτι νεαρές χωριάτισσες βόσκουν τις γελάδες τους.

— Περίδρομος να σας κόψει, βρυχόταν ο Ευθύμιος. Πόσα παλικάρια χάνονται από σας παλιοκόριτσα...

— Πώς χάνονται δηλαδή, ρωτάει ο κρατούμενος.

— Να! μερικοί μασκαράδες από μας τους κλέφτες, που δεν μπορούν να κρατηθούν, άμα βρουν κανένα κορίτσι ξεμοναχιασμένο, το ατιμάζουνε! Όταν όμως ο κλέφτης κάνει τέτοια αμαρτία, είναι καταδικασμένος να σκοτωθεί ή να πιαστεί σε λίγες ημέρες. Έτσι χάθηκε κι ο Νταβέλης, που μαγαρίστηκε με μια παλιογυναίκα. Γι' αυτό ό Παπούς (άλλος λήσταρχος της περιοχής) κόντεψε να σκοτώσει ένα ληστή που χάλασε ένα κορίτσι. Πέσαμε και τον σώσαμε από τα χέρια του με δυσκολία. Όμως διώχτηκε από τη συμμορία και μετά από λίγο πιάστηκε απ' τ' αποσπάσματα...

Την Τρίτη 30 Αυγούστου έρχονται οι μεγάλες ειδήσεις. Ένας απ' τους ληστές είχε πάει να φέρει νερό και συνάντησε κάποιον που ερχόταν από την Ακράτα. Αυτός του είπε πως οι εφημερίδες γράψανε ότι η οικογένεια του Σωτηρόπουλου κατόρθωσε να δώσει τα λύτρα... Ο Σωτηρόπουλος, στο άκουσμα της είδησης, σκιρτά από συγκίνηση. Δεν ξέρει αν πρέπει να την πιστέψει... Ξημερώνοντας η τελευταία ημέρα του Αυγούστου, αρχίζουν οι προετοιμασίες για την υποδοχή του λήσταρχου Λαφαζάνη και των συντρόφων του. Ομως οι ώρες περνούν χωρίς να έρθει κανείς. Το βράδυ πιάνει τρομερή μπόρα που τους κάνει όλους μούσκεμα. Ο Σωτηρόπουλος μένει ξάγρυπνος, τουρτουρίζοντας μέσα στα λασπωμένα ρούχα του. Γύρω στα ξημερώματα ακούγεται κάποιο συνθηματικό σφύρηγμα από μακρυά. Ο Ευθύμιος απαντά με τον ίδιο τρόπο. Σε λίγο, επιτέλους, εμφανίζεται ο Λαφαζάνη ς με τους άντρες του. Τρέχει στον αιχμάλωτο και του λέει.

— Πήρα τα λεφτά. Τα βάσανα σου τελειώσανε...

Και βλέποντας τον σ' αυτό το χάλι, διατάζει ν' ανάψουν φωτιά να στεγνώσουν τα ρούχα του. Έπειτα τον πιέζει να φάει, να δυναμώσει. Τέλος, του διηγείται πώς συνάντησε το Φωτόπουλο στο χωριό Μπούζι και πως πήρε τα λεφτά, σχεδόν «κάτω από τη μύτη» των καταδιωκτικών αποσπασμάτων. Γύρω στο μεσημέρι, ο Σωτηρόπουλος αδημονεί. Ζητά να τον απελευθερώσουν.

— Δεν μπορούμε να σε αφήσουμε ακόμα, λέει ο Λαφαζάνης, γιατί μπορεί να σου κάνουν άλλοι κακό και το κρίμα να πέσει πάνω μας. Τόσο χρυσάφι πήραμε κι είναι αμαρτία να σ' αφήσουμε να χαθείς.

Και λίγο αργότερα συμπληρώνει:

— Τέλος πάντων κύριε Σωτηρόπουλε, σε μια-δυο μέρες θα βρίσκεσαι στον κόσμο. Ας μπορούσαμε να έρθουμε και μεις κι ας μέναμε μ' ένα μάτι...

Αποφασίζεται τελικά η απελευθέρωση να γίνει την ίδια νύχτα. Ο αρχιληστής βγάζει από την τσέπη του ένα φάκελο και το δίνει στον αιχμάλωτο.

— Δεν είναι τίποτα, του λέει, λίγα λεφτά, για να μπορέσεις να γυρίσεις σπίτι σου.

Ήταν 120 δραχμές!

Ύστερα τον φιλάει στο στόμα.

— Ο Θεός να σου δώσει κύριε Σωτηρόπουλε δεκαπλάσια απ' όσα σου πήραμε και να γίνεις ακόμα πιο σπουδαίος απ' ότι είσαι.

Όλοι συγκινούνται. Ένας-ένας οι ληστές του σφίγγουν το χέρι και τον φιλούν, σαν να πρόκειται για κάποιο γκαρδιακό φίλο που χάνουν. Ο Σωτηρόπουλος συγκινείται κι αυτός. Δεν έχω παιδιά τίποτα άλλο να σας ευχηθώ, παρά ο Θεός, που είναι μεγάλος και παντοδύναμος, να βρει τον τρόπο να γυρίσετε στην κοινωνία και να ησυχάσουν τα σπίτια σας.

— Από το στόμα σου και στου θεού τ' αυτί, του απαντούν μ' ένα στόμα.

Η περιπέτεια του Σωτηρόπουλου είχε σχεδόν τελειώσει. Συνοδευόμενος από δυο χωριάτες —συνεργάτες των ληστών— θα περπατήσει ώρες πολλές μέσα στη νύχτα. Τελικά θα τον αφήσουν κοντά στο χωριό Παλούμπα και θα εξαφανιστούν. Ξημερώματα, ο Σωτηρόπουλος μπαίνει στο χωριό. Ήταν ελεύθερος. Στον επίλογο του βιβλίου του θα γράψει: «Κατά την ώραν εκείνην του έτους και εν τριφυλία και εν απάσαις ταις σταφυδοφόροις επαρχίας, διέμενον εις τας εξοχάς πλείστα όσα πρόσωπα ευπορότερα και ολιγότερον εμού φυλαττόμενα, τα οποία ηδύναντο πολύ ευκολότερον να αιχμαλωτίσωσιν απέναντι δε όλων τούτων επροτίμησαν να συλλάβωσιν εμέ, διότι ο κύριος σκοπός των δεν ήτο να λάβωσι χρήματα, αλλά να εκδικηθώσι εις το πρόσωπον μου τους πολιτικούς εν γένει, διότι δεν έδωκαν την αμνηστείαν, και τους υπουργούς, οίτινες τους απεκήρυξαν και όρισαν αμοιβάς δια τας κεφάλας των...». Ίσως να είχε και δίκιο...

ΤΟΤΕ... ΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΕΥΧΟΣ Νο3 ΙΟΥΛΙΟΣ 1983 ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/2PFcIWh
via IFTTT
Από το Blogger.