ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ ΚΑΤΑΚΤΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

To 1906 ο καθηγητής Ουίλιαμ Μίλερ έδωσε, στην αγγλική και αμερικανική αρχαιολογική εταιρεία της Ρώμης, σειρά διαλέξεων με θέμα Η ΕΛΛΑΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ, ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ. Το πλήθος των στοιχείων που παραθέτει ο Ο. Μίλερ για την περίοδο αυτή καθώς και τα άλλα προτερήματα της εργασίας του, την κάνουν πολύ ενδιαφέρουσα για το φίλο της ιστορίας. Οι διαλέξεις αυτές, μεταφράστηκαν στα ελληνικά από το Σ. Λάμπρου και εκδόθηκαν από τις εκδόσεις «Φοίνιξ», το 1925 στην Αθήνα. Στη συνέχεια παραθέτουμε το μεγαλύτερο μέρος της διάλεξης που το θέμα της ήταν Η ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Το κείμενο έχει αποδοθεί στη δημοτική.
Οι Φράγκοι κατακτούν την Ελλάδα Το φθινόπωρο του 1204, ο Βονιφάτιος ξεκίνησε τις κατακτητικές του δραστηριότητες στις ελληνικές κτήσεις. Μαζί με το βασιλιά της Θεσσαλονίκης εκστράτευσαν ο Θωμάς Στρομογκούρ και ο Οκρωναίος Ραβανός ντα λε Κάρτσερ, αδελφός του άρχοντα Ρεάλδου, που το όνομα του αναγράφεται μέχρι και σήμερα στην Κάζα ντέι Μερκάντι, στην Ουκρώνα. Όπως και σήμερα οι στρατηγοί συνοδεύονται από πολεμικούς ανταποκριτές για να καταγράφουν τους άθλους τους, έτσι και ο Βονιφάτιος είχε μαζί του το Ράμπο ντε Βακουέιρας, τροβαδούρο από την Προβηγκία. Ο τροβαδούρος αυτός καυχιόταν σε κάποια έμμετρη επιστολή του στο Βονιφάτιο, ότι «τον είχε βοηθήσει να κατακτήσει την αυτοκρατορία της Ανατολής και το βασίλειο της Θεσσαλονίκης, την Πελονπόννησο και το Δουκάτο της Αθήνας». Επικεφαλής τέτοιων ανθρώπων ο μαρκίονας του Μομφεράτου πέρασε από την κοιλάδα των Τεμπών και εισέβαλε στη μεγάλη και εύφορη πεδιάδα της Θεσσαλίας. Ας δούμε όμως ποιες φυλές κατοικούσαν στη χώρα και σε ποια κατάσταση βρισκόταν.
Ποιοί και πόσοι κατοικούσαν την Ελλάδα
Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων ήταν Έλληνες. Στους χρόνους της Φραγκοκρατίας, τα σλαβικά στοιχεία του πληθυσμού, περιορίζονταν στις ορεινές περιοχές της Αρκαδίας και της Λακωνίας, όπου ο Ταΰγετος θεωριόταν «το όρος των Σλάβων». Μόνο κάτι σλαβικά ονόματα, όπως το Χαρβάτι στις Μυκήνες και το Σκλαβοχώρι διασώζουν ακόμα την ανάμνηση των σλαβικών εποικισμών. Οι Αλβανοί τότε δεν είχαν ακόμα εισβάλει στην Ελλάδα. Αν είχε γίνει κάτι τέτοιο, η κατάκτηση της θα ήταν πολύ δυσκολότερη. Εκτός από τους Έλληνες και τους Σλάβους, στη Θεσσαλία υπήρχαν και Βλάχοι, που έφθαναν μέχρι και τη Λαμία στο Νότο. Αυτός είναι ο λόγος που όλη αυτή η χώρα ονομαζόταν Μεγαλοβλαχία, ονομασία που χρησιμοποιεί ο βυζαντινός ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Βλάχοι είναι Ρουμανικής καταγωγής. Σήμερα οι Ρουμάνοι τους θεωρούν συγγενείς. Οι Κουτσόβλαχοι, που ονομάζονται έτσι επειδή δεν μπορούν να προφέρουν ορθά το CHINCH που σημαίνει πέντε, αποτελούν ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα της σύγχρονης διπλωματίας. Ο Ιουδαίος περιηγητής Βενιαμίν από την Ισπανική Τουδέλη που επισκέφτηκε την Ελλάδα σαράντα χρόνια πριν την κατάκτηση της από τους Φράγκους, έφτασε στο συμπέρασμα ότι συγγένευαν με τη φυλή του. Το συμπέρασμα του το στήριξε στα Ιουδαϊκά τους ονόματα και στο γεγονός ότι ονόμαζαν τους Ιουδαίους αδελφούς. Αυτή την αδελφική αγάπη όμως την εκδήλωναν είτε ληστεύοντας απλά τους Ισραηλίτες, είτε ληστεύοντας και σκοτώνοντας μαζί με τους Ισραηλίτες τους Έλληνες. Στα Νοτιοανατολικά μέρη της Πελοποννήσου, βρίσκονταν οι μυστηριώδεις Τσάκωνες. Σήμερα αυτή η φυλή βρίσκεται μόνο στο Λεωνίδιο και στα γύρω χωριά, τότε όμως κάτεχε πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις. Οι γνώμες για την προέλευση αυτής της φυλής διαφέρουν. Ακόμα και σήμερα έχει διάλεκτο τελείως διαφορετική από όλες τις άλλες των Ελληνικών περιοχών και ονομάζεται βάρβαρη από το Βυζαντινό σατιρικό του 15ου αιώνα Μάζαρη. Στην Αθήνα όμως, ο κ. Δέφνερ, που έχει μελετήσει περισσότερο από κάθε άλλο αυτή τη διάλεκτο και σύνταξε και τη γραμματική της, θεωρεί τους Τσάκωνες απόγονους των Αρχαίων Λακώνων. Το όνομα τους το θεωρεί παραφθορά των λέξεων «εις τους Λάκωνας» και τη διάλεκτο τους νεοδωρική. Σκόρπιες στα γύρω μέρη, όπου μπορούσε να βγει χρήμα από το εμπόριο, υπήρχαν παροικίες Ιουδαίων. Ο Βενιαμίν από την Τουδέλη βρήκε τους περισσότερους Ιουδαίους στη Θήβα, όπου υπήρχαν στις μέρες του τα «επιφανέστατα των καθ' άπασαν την Ελλάδα μεταξουργεία και υφαντήρια προφυρών ενδυμάτων». Μεταξύ των δύο χιλιάδων κατοίκων εκείνης της περίφημης πόλης υπήρχαν και πολλοί διάσημοι λόγιοι που ασχολούνταν με το Ταλμούδ. Στα μισά του 12ου αιώνα, ο Σικελός ναύαρχος Γεώργιος ο Αντιοχεύς, είχε πάρει τόσα λάφυρα από την πόλη που έφτασε το μερίδιο του για να χτιστούν στο Πάνορμο η εκκλησία Μαρτοράνα και η γέφυρα του Ναύαρχου, που έχει και σήμερα το όνομα του. Είναι αξιοσημείωτο ότι τότε που επισκέφτηκε την Ελλάδα αυτός ο αξιόλογος Ραβίνος, αναφέρεται η ύπαρξη παροικίας Ιουδαίων γεωργών στις πλαγιές του Παρνασσού, παράδειγμα αγροτικού Ιουδαϊσμού. Παρόμοια παροικία είδα στη σημερινή εποχή κοντά στη Θεσσαλονίκη.
Οι «απελευθερωτές» Φράγκοι
Η κυριαρχία των Φράγκων προκάλεσε πάντως σε πολλούς Έλληνες βαθιά ανακούφιση για την απαλλαγή της οικονομικής πίεσης της βυζαντινής διοίκησης. Εκείνη την εποχή η Ελλάδα συνθλιβόταν κάτω από το βάρος τριών φοβερών δεινών: τους εισπράκτορες των φόρων, τους πειρατές και τους ντόπιους τύραννους. Η αυτοκρατορική κυβέρνηση δε φρόντιζε καθόλου για τις επαρχίες. Τα χρήματα που προορίζονταν για την οχύρωση της Ελλάδας τα σπαταλούσε για τη ματαιόδοξη επίδειξη της βασιλεύουσας. Οι βυζαντινοί ανώτεροι υπάληλοι που στέλνονταν στην Ελλάδα, θεωρούσαν, σύμφωνα με την έκφραση του Νικήτα Χωνιάτη, την κλασική αυτή χώρα σαν πληκτικό τόπο εξορίας. Τα δύο ελληνικά θέματα διοικούνταν από πραίτορα, πρωτοπραίτορα ή στρατηγό, με έδρα τη Θήβα. Από το Μιχαήλ Ακομινάτο, έχουμε μια έντονη εικόνα των πιέσεων που ασκούσαν αυτοί οι τιτλούχοι. Θεωρητικά, η Αθήνα ήταν μια κοινότητα που απολάμβανε ιδιαίτερα προνόμια. Αυτοκτατορικό χρυσόβουλο απαγόρευε στον πραίτορα ν' ανέβει στην πόλη με συνοδεία ενόπλων, για να μην επιβαρύνεται η πόλη από την ενόχληση και τις δαπάνες της στάθμευσης των στρατιωτών. Η κανονική εισφορά της Αθήνας στο αυτοκρατορικό ταμείο περιοριζόταν σε έγγειο φόρο και συνηθιζόταν η αποστολή χρυσού στεφανιού ως προσφορά στο νέο αυτοκράτορα για τη στέψη του. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι τα προνόμια αυτά δε λαμβάνονταν υπόψη. Ο μητροπολίτης παραπονιόταν με αγανάκτηση, ότι ο πραίτορας με πρόσχημα το προσκύνημα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, όπως λεγόταν τότε ο Παρθενώνας, επισκεπτόταν την πόλη με μεγάλη ακολουθία. Οδύρεται για το γεγονός ότι κάποιος από εκείνους τους αυτοκρατορικούς διοικητές υποδούλωσε την πόλη με τρόπο πιο βάρβαρο και από τον Ξέρξη. Ότι καταμέτρησε ακόμα και τα φύλλα των δέντρων, ακόμα και τις τρίχες των άτυχων Αθηναίων. Λέει ότι η πραιτόρια αρχή, σαν τη Μήδεια που σκόρπισε φαρμάκια στη φυγή της από τη Θεσσαλία, έτσι κι αυτή σκόρπιζε στην Πελοπόννησο και στην άλλη Ελλάδα τις αδικίες σαν δηλητήριο. Αυτή η παρομοίωση δικαιολογείται από τη συνήθεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας να μη δίνει μισθούς στους διοικητές των ευρωπαϊκών θεμάτων. Τη συντήρηση τους την αναλάμβαναν μόνοι τους και τη συνήθεια αυτή ακολουθεί σήμερα και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το Βυζάντιο έπαιρνε χρήματα και για τη ναυπήγηση πλοίων προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την καταστολή της πειρατείας. Στην πραγματικότητα όμως, μάλλον για το βαλάντιο τους φρόντιζαν.
Η μάστιγα της πειρατίας
Η πειρατεία ήταν τότε, όπως και πολλές φορές στο παρελθόν, πληγή για τα νησιά και τις πολυσχιδείς παραλίες της Ελλάδας. Ο Βενέδικτος από το Πίτερμποροου, μας δίνει μια γραφική εικόνα της Ελλάδας του 1211, στο αγγλικό χρονικό του. Από εκεί μαθαίνουμε ότι πολλά νησιά ήταν ακατοίκητα από το φόβο των πειρατών και άλλα ήταν περιζήτητα καταφύγια τους. Η Κεφαλλονιά και η Ιθάκη, που παρουσιάζεται τότε με το μεσαιωνικό όνομα Βά ντε Κομπάρε για πρώτη φορά από το Γενουάτη ιστορικό Γκοφάρο το πρώτο μισό του 12ου αιώνα, είχαν ιδιαίτερα κακή φήμη. Πρέπει να ήταν παράτολμος ένας ναυτικός για να διακινδυνεύσει να περάσει τον πορθμό μεταξύ των δύο νησιών. Κοντά στην Αθήνα, η Αίγινα και Σαλαμίνα ήταν ορμητήρια πειρατών που έβλαπταν τα κτήματα της αθηναϊκής εκκλησίας και τραυμάτισαν θανάσιμα τον ανηψιό του μητροπολίτη. Αλλά και τα μέτρα που λαμβάνονταν για τον περιορισμό της πειρατείας ήταν σχεδόν χειρότερα από αυτή την ίδια. Ο έντρομος μητροπολίτης έγραψε σε επιστολή του στο ναύαρχο (Στρυφνός), ότι και αυτή η θάλασσα που η γειτονία της προκαλούσε πριν ευτυχία στους Αθηναίους, τώρα είναι η καταστροφή τους. Οι Έλληνες όμως, εκτός από τους δημόσιους λειτουργούς και τους πειρατές είχαν και τρίτο είδος βασανιστών, τους ντόπιους τύραννους. Ενώ ο αυτοκράτορας ονομαζόταν κυρίαρχος, την πραγματική εξουσία είχαν οι ντόπιοι άρχοντες, που τις παραμονές της Φραγκοκρατίας είχαν αναβιώσει τις μικρές τυραννίδες της αρχαίας Ελλάδας. Στους χρόνους της δυναστείας των Κομνηνών, που μιμήθηκαν και εφάρμοσαν έθιμα του ιπποτισμού της Δύσης, ο τιμαριωτισμός είχε διαδοθεί πλατιά στην Ανατολή. Όταν έγινε η τέταρτη σταυροφορία, ντόπιες οικογένειες κάτεχαν μεγάλες εδαφικές εκτάσεις που τις διοικούσαν σχεδόν σαν ανεξάρτητοι ηγεμόνες.
Ένας κακός απόγονος του Λεωνίδα
Ο ισχυρότερος από όλους αυτούς τους άρχοντες, όπως τους ονόμαζαν, ήταν ο Λέων ο Σγουρός. Είχε διαδεχτεί τον πατέρα του σαν κύριος του Ναυπλίου και είχε επεκτείνει την κυριαρχία του στην πόλη της Κορίνθου και στην Ακροκόρινθο. Είχε λάβει τον πομπώδη βυζαντινό τίτλο «πανυπερσέβαστος» και ως προστάτη είχε εκλέξει τον άγιο Θεόδωρο το Στρατηλάτη του οποίου την εικόνα αποτύπωσε στη σφραγίδα του. Τα ήθη των αρχόντων συναγωνίζονταν σε αγριότητα εκείνα των Δυτικών βαρόνων της ίδιας εποχής. Κάποτε ο Σγουρός κάλεσε σε δείπνο τον αρχιεπίσκοπο της Κορίνθου, τον τύφλωσε και μετά τον γκρέμισε από τους βράχους της Ακρόπολης. Έτσι ήταν τα πράγματα στην Ελλάδα, όταν ο Βονιφάτιος και η στρατιά του βγήκαν από την κοιλάδα των Τεμπών και μέσα από το θεσσαλικό κάμπο, βάδισαν προς τη Λάρισα. Την πόλη αυτή παραχώρησε ο μαρκίονας σε κάποιο Λογγοβάρδο ευπατρίδη που από τότε ονομάστηκε Γουλιέλμος ο Λαρισαίος (ντε Λάρσα). Το Βελεστίνο, οι αρχαίες Φερές, ο χώρος του θρύλου της Άλκηστης και του Αδμήτου και η κονίστρα της μάχης του 1907, δόθηκε στο Μπερτόλδο Κατσενελενβόγεν. Το όνομα του σίγουρα θα δυσκολεύονταν να το πούνε οι Θεσσαλοί υπήκοοι του. Κατόπιν η στρατιά, ακολουθώντας το δρόμο που περνά από τα Φάρσαλα και το Δομοκό, γνωστά ονόματα από την αρχαία και τη νέα πολεμική ιστορία της Ελλάδας, κατέβηκε στη Λαμία. Από εκεί έφτασε στις Θερμοπύλες, μέσω του πεδίου της Τραχίας, όπου και συναντήθηκε με το Σγουρό. Οι αναμνήσεις του Λεωνίδα όμως δε φαίνεται να ενέπνευσαν τον άρχοντα του Ναυπλίου, ώστε να μιμηθεί το παράδειγμα του. Ο Χωνιάτης λέει, ότι και μόνον η θέα των σιδερόφρακτων Λατίνων ιπποτών, ήταν αρκετή για να το βάλει στα πόδια και να κρυφτεί στην Ακροκόρινθο, αφήνοντας ανυπεράσπιστο το στενό των Θερμοπυλών. Επειδή ο Βονιφάτιος κατάλαβε πόσο οχυρό μέρος ήταν —τότε οι Θερμοπύλες ήταν πολύ στενότερες από τώρα— αποφάσισε να τις εξασφαλίσει μόνιμα από τις επιθέσεις. Γι’ αυτό έδωσε στο μαρκίονα Γουίδονα Παλαβιτσίνι, που οι Έλληνες τον έλεγαν Μαρκεζόπουλο, το τιμάριο της Βοδονίτσας, που βρισκόταν στο άλλο άκρο του στενού. Έτσι ιδρύθηκε η περίφημη μαρκιονία της Βοδονίτσας, που άκμασε κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας συνεχώς για δύο αιώνες, σαν φύλακας των βορείων άκρων. Οι απόγονοι τους σήμερα αποτελούν τον οίκο του Ζώρζη στη Βενετία και αντιπροσωπεύονται, όπως μου είπε ο κ. Οράτιος Μπράουν, από τριάντα περίπου μέλη.
Ο Βονιφάτιος επελαύνει
Ακολουθώντας μετά το δρόμο που οδηγεί από τη Λαμία στον Κορινθιακό κόλπο, εγκατέστησε νέο αμυντικό σταθμό στο στενό της Γραβιάς που δοξάστηκε μετά από πολλούς αιώνες στον αγώνα για την ανεξαρτησία. Παραχώρησε το στενό αυτό ως τιμάριο, στους δυο αδελφούς Νικόλαο και Ιάκωβο Σαϊντομέρ. Έπειτα, στους πρόποδες του Παρνασσού, στη θέση της αρχαίας Άμφισσας, ίδρυσε τη βαρονία των Σαλώνων που διάρκεσε όσο σχεδόν και η μαρκιονία της Βοδονίτσας. Πρίν από δεκαπέντε αιώνες, ο Φίλιππος ο Μακεδόνας, είχε γκρεμίσει την αρχαία Ακρόπολη της Άμφισσας, που ήταν φτιαγμένη από κυκλώπειους λίθους. Πάνω σ' αυτά τα χαλάσματα, ο Θωμάς Στρομογκούρ έχτισε φρούριο, που τα μεγαλοπρεπή ερείπια του, ίσως τα ωραιότερα φραγκικά λείψανα στην Ελλάδα, υπάρχουν ακόμα πάνω στο λόφο που υψώνεται πάνω από την πόλη. Σήμερα η πόλη εξακολουθεί να ονομάζεται Σάλωνα απ' το λαό, παρά τις συνηθισμένες προσπάθειες των επισήμων να επαναφέρουν τα αρχαία τοπωνύμια. Ο άρχοντας των Σαλώνων επέκτεινε μετά από λίγο την κυριαρχία του μέχρι το λιμάνι του Γαλαξειδίου. Η βαρονία αυτή έγινε τόσο σπουδαία, ώστε δύο τουλάχιστον βαρόνοι από τον οίκο Στρομογκούρ έκοψαν δικά τους νομίσματα που σώζονται μέχρι σήμερα. Κατόπιν ο Βονιφάτιος εισέβαλε στη Βοιωτία, όπου ο λαός υποτάχτηκε αμέσως, ανακουφισμένος από την απαλλαγή της πίεσης του Σγουρού. Η Θήβα άνοιξε μετά χαράς τις πύλες της και οι επιδρομείς βάδισαν προς την Αθήνα. Ο μητροπολίτης Μιχαήλ Ακομινάτος θεώρησε ανώφελη την υπεράσπιση της πόλης και μετά από λίγο η φράγκικη φρουρά εγκαταστάθηκε στην Ακρόπολη. Οι σταυροφόροι δε σεβάστηκαν τη μεγάλη μητροπολιτική εκκλησία που βρισκόταν πάνω στον ιερό βράχο. Τους τυχοδιώκτες εκείνους ελάχιστα συγκινούσαν οι δόξες του Παρθενώνα και η ιερότητα της ορθόδοξης εκκλησίας. Λεηλάτησαν τον πλούσιο θησαυρό της μητρόπολης, έλιωσαν τα ιερά σκεύη και διασκόρπισαν τη βιβλιοθήκη που είχε φτιάξει ο μητροπολίτης. Ο Ακομινάτος μην μπορώντας να βλέπει αυτό το θέαμα εγκατέλειψε την πόλη που είχε δράσει για τόσο καιρό. Περιπλανήθηκε για ένα διάστημα και μετά εγκαταστάθηκε τελικά στην Κέα, απ' όπου μπορούσε να βλέπει τουλάχιστον τις ακτές της αγαπημένης του Αττικής.
Ο βασιλιάς της Θεσσαλονίκης παρέδωσε τη Θήβα μαζί με τη Βοιωτία και την Αθήνα μαζί με την Αττική στον πιστό συναγωνιστή του Όθωνα ντε λα Ρος. Έτσι λοιπόν, ο Όθων ντε λα Ρος, γιος ενός Βουργουνδού ευπατρίδη, έγινε ως εκ θαύματος, σύμφωνα με τα λεγόμενα κάποιου μοναχού χρονογράφου, δούκας των Αθηναίων και των Θηβαίων. Έκανε λάθος όμως ο χρονογράφος όσον αφορά την προσωνυμία που αποδίδει στον ευνοημένο από την τύχη Γάλλο, που είχε γίνει έτσι διάδοχος των ενδόξων ηρώων και σοφών της Αθήνας. Και βέβαια, ο Όθωνας στα επίσημα έγγραφα ονόμαζε τον εαυτό του μετριόφρονα «Κύριος ,των Αθηνών». Αυτή την προσωνυμία οι Έλληνες τη μεγαλοποίησαν αποδίδοντας την με το «Μέγας Κύρ» και ο Δάντης, που είχε πιθανόν ακούσει ότι αυτή ήταν η προσωνυμία του πρώτου Φράγκου άρχοντα της Αθήνας την απέδωσε με ποιητικό ετεροχρονισμό, στον Πεισίστρατο.
Η δυστυχία της «ένδοξης» Αθήνας
Μισό αιώνα μετά την κατάκτηση, ο διάδοχος του Όθωνα, Γουίδονας Α', πήρε από το βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο IX την προσωνυμία του Δούκα. Ακόμα, ο Σαίξπηρ στο « Όνειρο θερινής νυκτός» και ο Σοσέρ στο «Μύθος του Ιππότη» απέδωσαν με όμοιο ετεροχρονισμό την προσωνυμία του ντε λα Ρος στο Θησέα, το μυθικό ιδρυτή της Αθήνας. Μέσα από τις μαρτυρίες των ιστορικών της εποχής δεν αναφέρεται πουθενά ότι οι Έλληνες πρόβαλαν οποιαδήποτε αντίσταση στον άρχοντα της Αθήνας. Μεταγενέστεροι όμως Βενετοί συγγραφείς, ίσως από πατριωτικά ελατήρια, άφησαν άλλα ντοκουμέντα. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, οι Αθηναίοι έστειλαν πρεσβευτές για να προσφέρουν την πόλη τους στη Βενετία. Το σχέδιο τους όμως ματαιώθηκε από τους Καμπανούς στρατιώτες με την καθοδήγηση του άρχοντα ντε λα Ρος, μετά από αιματηρή μάχη. Γεννιέται εύλογα το ερώτημα ποια ήταν η όψη και η κατάσταση της περιφημότερης πόλης του αρχαίου κόσμου στις μέρες του Όθωνα ντε λα Ρος. Το ογκώδες συγγραφικό έργο του Μιχαήλ Ακομινάτου που ήταν τότε μητροπολίτης της, ρίχνει φως στην Αθήνα του δέκατου τρίτου αιώνα. Τότε οι μόνες τέχνες ήταν η σαπωνοποιία και η κατασκευή ράσων, δηλαδή μάλλινων υφασμάτων. Τα πλοία όμως του Πειραιστον Πειραιά, αφού ο βυζαντινός ναύαρχος αναφέρει ότι βρήκε σκάφη στο λιμάνι. Το λιμάνι φρουρούσε εκείνο το πελώριο λίθινο λιοντάρι που βρίσκεται τώρα έξω από το Νεώριο (Αρσενάλε) της Βενετίας, από το οποίο προήλθε η μεσαιωνική ονομασία του Πειραιά, Πόρτο Λεόνε. Μπορούμε ακόμα να συμπεράνουμε από την αναφορά της Αθήνας στις εμπορικές συνθήκες που συνάπτονταν μεταξύ Βενετίας και Βυζαντίου, ότι οι πολυμήχανοι Βενετοί, περίμεναν να κερδίσουν οπωσδήποτε χρήματα από την πόλη. Αλλά η Αττική ήταν και τότε άγονη όπως και στις μέρες του Θουκυδίδη και παρήγε μόνο λάδι, μέλι και κρασί που το ανακάτευαν με άφθονο ρετσίνι, όπως κάνουν και σήμερα. Ο θερισμός ήταν πάντα ανεπαρκής και οι σοδειές φτωχές. Ακόμα και τα πιο απαραίτητα δεν ήταν εύκολο να βρεθούν πάντα. Ο Ακομινάτος, δεν μπόρεσε να βρει επιδέξιο αμαξοποιό και στην απόγνωση του λόγω της έλλειψης σιδεράδων και μαστόρων του χαλκού, αναγκάστηκε να επαναλάβει τις λέξεις του Ιερεμία «δεν υπήρχε φυσερό να φουντώσει τη φωτιά». Η μετανάστευση, που εξακολουθούσε να είναι πληγή της Ελλάδας, απορροφούσε τους πιο φτωχούς, ο πληθυσμός είχε ελαττωθεί πολύ και η πόλη κινδύνευε να γίνει «σκυθική ερημεία» όπως έλεγε κάποτε ο Αριστοφάνης. Από εξωτερική εμφάνιση υπήρχε μια φανερή αντίθεση μεταξύ των λαμπρών μνημείων της αρχαιότητας και της θλιβερής όψης της μεσαιωνικής πόλης. Αλλά το χέρι του επιδρομέα και ο χρόνος είχαν φανεί επιεικείς στα μνημεία της Αθήνας.
Τα απομεινάρια της παλιάς αίγλης
Ο Παρθενώνας, που από παλιά είχε μετατραπεί σε μητροπολιτικό ναό της Παναγίας, είχε ελάχιστες βλάβες σαν να είχε χτιστεί μόλις τώρα. Οι μετόπες, τα αετώματα και η ζωοφόρος ήταν άθικτα ακόμα και μετά δύο αιώνες, όταν επισκέφτηκε την Αθήνα ο πρώτος αρχαιολόγος, ο Κυριάκος ο Αγκωνίτης. Αυτός, σχεδίασε εκείνο το διάγραμμα του Παρθενώνα που σώζεται ακόμα στο Βερολίνο και αντίγραφο του, φτιαγμένο από το Σάνγκαλο, έχει η βιβλιοθήκη του Βατικανού.
Στους τοίχους υπήρχαν τοιχογραφίες —ίχνη τους σώζονται και σήμερα— που είχαν ζωγραφιστεί με διαταγή του αυτοκράτορα Βασιλείου Β' του Βουλγαροκτόνου, σχεδόν πριν δύο αιώνες. Πάνω από την Αγία Τράπεζα βρισκόταν χρυσό περιστέρι που παρίστανε το Άγιο Πνεύμα και κινιόταν συνεχώς με κυκλική κίνηση. Υπήρχε στην εκκλησία και λύχνος που δεν έσβηνε ποτέ, εφοδιαζόταν συνεχώς με λάδι και προκαλούσε το θαυμασμό των προσκυνητών. Τόσο πολύ ήταν απλωμένη παντού η φήμη της αθηναϊκής μητρόπολης ώστε και αυτοί οι μεγιστάνες της Κωνσταντινούπουλης, μόλο που περιφρονούσαν την επαρχία και απέφευγαν τις μετακινήσεις, έρχονταν για προσκύνημα στην Παναγία την Αθηνιώτισσα. Από όλα τα κτίσματα που βρίσκονταν πάνω στον ιερό βράχο, ο ναός της Αθηνάς Νίκης, της Απτέρου όπως λεγόταν, είχε μεταβληθεί πιθανόν σε κατοικία του Μητροπολίτη, που όπως ξέρουμε είχε την έδρα του στην Ακρόπολη. Ολόκληρη η Ακρόπολη είχε για αιώνες μετατραπεί σε φρούριο, το μόνο οχυρό που είχε τότε η Αθήνα. Και ναι μεν υπήρξε αρκετά ισχυρό για ν' αποκρούσει τον Έλληνα άρχοντα Σγουρό, οπωσδήποτε όμως δεν μπόρεσε να αποκρούσει τη λατινική στρατιά. Ήδη είχαν αρχίσει να δημιουργούνται παράδοξοι θρύλοι και να αποδίδονται νέα ονόματα σε μερικά από τα αρχαία μνημεία. Έτσι το χορηγικό μνημείο του Λυσικράτη ήταν ήδη γνωστό στο λαό ως «Φανάρι του Διογένη». Με το όνομα αυτό ήταν γνωστό και αργότερα στους χρόνους της Τουρκοκρατίας, όταν μεταβλήθηκε σε μονή των Καπουτσίνων. Το 1811 χρησιμοποιήθηκε από το λόρδο Βύρωνα σαν μελετητήριο και από εκεί εκτόξεψε το πικρό ποίημα του «Η κατάρα της Αθηνάς» εναντίον του άρπαγα των ελγινείων μαρμάρων. Παρ' όλα αυτά όμως, στις αρχές του δέκατου τρίτου αιώνα, ο λαός χρησιμοποιούσε ακόμα πολλά από τα αρχαία τοπωνύμια. Όμως νέα, βάρβαρα ονόματα, είχαν αρχίσει να εμφανίζονται. Έτσι η συνθήκη του 1204, που αφορούσε την διανομή μεταξύ των σταυροφόρων, ονομάζει την Σαλαμίνα Κούλουρη, όνομα που προέρχεται από το σχήμα του νησιού και που χρησιμοποιείται και σήμερα στην Αττική. Για την πνευματική κατάσταση της Αθήνας θα σχηματίζαμε κακή γνώμη αν κρίναμε μόνο από τα παράπονα του γλαφυρού Βυζαντινού λόγιου, που η τύχη τον είχε αναδείξει μητροπολίτη της πόλης. Ο Ακομινάτος είχε δει ότι τα ρητορικά του σχήματα, οι κομψές περίοδοι και οι αναφορές αρχαίων χωρίων ξεπερνούσαν κατά πολύ την παιδεία των Αθηναίων. Γιατί την ώρα που αυτός μιλούσε, εκείνοι συνδιαλέγονταν μεταξύ τους, μέσα στη μητρόπολη, παρ' όλο που αυτή η Μητρόπολη ήταν ο Παρθενώνας. Έγραφε ότι η μακρόχρονη παραμονή του στην Ελλάδα τον είχε εκβαρβαρίσει. Έχουμε όμως αποδείξεις ότι εκείνη την περίοδο η Αθήνα ήταν πόλη σπουδών, όπου Ίβηρες, από τη Γεωργία της Ασίας, και Άγγλοι, από τη Δύση, έρχονταν για να πάρουν πλατιά εκπαίδευση. Ο Ματθαίος Αρίς, αναφέρει πως ο Ιωάννης Μπέιζινγκστοουν, αρχιδιάκονος της Λεικεστρίας στους χρόνους του βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Γ', θεωρούσε ότι όφειλε όλες τις επιστημονικές του γνώσεις στη διδασκαλία της κόρης του αρχιεπισκόπου της Αθήνας. Η νέα αυτή κοπέλλα μπορούσε ακόμα να προδεί θύελλες, εκλείψεις και σεισμούς.
Η κατάκτηση της Πελοποννήσου
O Όθων ντε λα Ρος έδειξε την ευγνωμοσύνη του στον ευεργέτη του βασιλιά της Θεσσαλονίκης, συνοδεύοντας τον στην επίθεση που έκανε στην Πελοπόννησο εναντίον των οχυρών του Σγουρού. Οι Φράγκοι νίκησαν τους Έλληνες κοντά στον Ισθμό της Κορίνθου. Ο Όθων παρέμεινε πολιορκώντας την Ακροκόρινθο και ο Βονιφάτιος επιτέθηκε στο Ναύπλιο. Εκεί συναντήθηκε με τον άνθρωπο που επρόκειτο να γίνει ο κατακτητής και κυρίαρχος της Πελοποννήσου. Πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπουλης από τους Φράγκους, ο Γοδεφρείδος Βιλεαρδουΐνος, ανηψιός του χρονογράφου της τέταρτης σταυροφορίας, είχε πάει για προσκύνημα στην Παλαιστίνη. Μόλις έφτασε στη Συρία, άκουσε για τα κατορθώματα των σταυροφόρων και αποφάσισε αμέσως να πάει μαζί τους. Το πλοίο όμως που τον μετέφερε βγήκε από την πορεία του, λόγω ισχυρής τρικυμίας και ο Γοδεφρείδος αναγκάστηκε να καταφύγει στο λιμάνι της Μεθώνης. Κατά το χειμώνα του 1204 κάποιος Έλληνας άρχοντας τον κάλεσε να τον βοηθήσει για να επιτεθούν εναντίον των κτήσεων των Ελλήνων γειτόνων. Ο Βιλεαρδουΐνος ανταποκρίθηκε πρόθυμα και η περίεργη αυτή συμμαχία στέφθηκε από επιτυχία. Αλλά ο Έλληνας άρχοντας πέθανε και ο γιος του διέλυσε την επικίνδυνη αυτή συμμαχία. Ήταν όμως πολύ αργά. Ο Βιλεαρδουΐνος είχε ανακαλύψει το φοβερό μυστικό: οι Έλληνες της Πελοποννήσου δεν ήταν φυλή πολεμική και η χώρα μπορούσε να κυριευτεί εύκολα από λίγους τολμηρούς Φράγκους. Τότε έμαθε ότι ο Βονιφάτιος πολιορκούσε το Ναύπλιο. Έφυγε λοιπόν αμέσως και σε έξι μέρες ήταν εκεί για να ζητήσει τη βοήθεια του. Στο στρατόπεδο βρήκε τον παλιό του φίλο και συμπολίτη Γουλιέλμο Σαμπλίτη που ήταν πρόθυμος να τον βοηθήσει. Περιέγραψε στο Σαμπλίτη τον πλούτο της χώρας που την ονόμαζαν Μοριά. Τότε παρουσιάζεται για πρώτη φορά αυτό το όνομα στην ιστορία. Αρχικά φαίνεται ότι αναφερόταν στην παραλία της Ηλείας μετά όμως αποδόθηκε σε όλη τη Πελοπόννησο. Το ίδιο πράγμα δηλαδή που είχε συμβεί και με το όνομα Ιταλία, που αρχικά χρησιμοποιόταν για ένα μέρος της χώρας και μετά γενικεύτηκε για όλη τη χερσόνησο. Ο Βιλεαρδουΐνος δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος να αναγνωρίσει το Σαμπλίτη κυρίαρχο με αντάλλαγμα τη βοήθεια του και ο Βονιφάτιος συμφώνησε μετά από κάποιους δισταγμούς. Έτσι οι δυο φίλοι εξόρμησαν με εκατό ιππότες και λίγους ένοπλους από το στρατόπεδο του Ναυπλίου, για να κατακτήσουν την Πελοπόννησο. Η κατάκτηση της Πελοποννήσου παρομοιάστηκε με την κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς. Και στις δυο περιπτώσεις μια και μόνη μάχη «εκ του συστάδην» έκρινε την τύχη της χώρας. Ο μικρός φράγκικος στρατός με 500-800 άντρες, νίκησε εύκολα τους γεμάτους αυτοπεποίθηση Έλληνες. Ο Ελληνικός στρατός με τη βοήθεια των Σλάβων του Ταϋγέτου έφτανε συνολικά τους 4.000-6.000 άντρες.
ΝΑΞΟΣ - ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΔΟΥΚΩΝ
Έτσι, οι Φράγκοι κατέλαβαν τις πόλεις τη μια μετά την άλλη και εφάρμοσαν στους κατακτημένους εκείνη την εύστοχη πολιτική που εμείς οι Άγγλοι πιστεύουμε ότι αποτελεί την ουσία της επιτυχίας μας σε σχέση με τις κατακτημένες φυλές. Οι Έλληνες, με τον όρο να σεβαστούν τη θρησκεία τους, δέχτηκαν σχετικά πρόθυμα την κυριαρχία των Φράγκων και οι Φράγκοι, που δεν ήταν ιδιαίτερα θρήσκοι, δε δυσκολεύτηκαν να συμφωνήσουν. Γύρω στο 1212 όλη η χερσόνησος ήταν φραγκική εκτός από τη βραχώδη και δυσκολοκατάκτητη Μονεμβασιά, όπου η Ελληνική σημαία κυμάτιζε ακόμα, και τη Μεθώνη και Κορώνη, όπου η Βενετία είχε υψώσει τη σημαία με το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου. Σήμερα βέβαια αυτές οι δυο πόλεις είναι άσημες τότε όμως ήταν πολύτιμες για το βενετικό εμπόριο και υπάρχουν πολλά στοιχεία γι' αυτό στα αρχεία της Βενετίας. Όλες οι γαλέρες πλεύριζαν στα λιμάνια τους, όταν ταξίδευαν προς την Κρήτη και τη Συρία. Οι προσκυνητές που πήγαιναν στους Άγιους Τόπους φιλοξενούνταν εκεί, στο «Γερμανικό Οίκο», που ιδρύθηκε από τους ιππότες του Τευτονικού Τάγματος. Μέχρι το 1532 υπήρχε χριστιανός διοικητής στην Κορώνη. Τότε ήταν που οι κάτοικοι μετανάστευσαν στη Σικελία και απόγονοι τους είναι οι Αλβανοί μοναχοί της Κρυπτοφέρης στη Ρώμη.
Διαμάχη με τους Βενετούς για τα νησιά
Περιέγραψα ήδη την κατάκτηση της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τώρα μένει να μιλήσω για τα νησιά που με τη συνθήκη της διανομής δόθηκαν στη Βενετία. Η έμπειρη αυτή πολιτεία κατανόησε ότι οι οικονομικές της δυνατότητες δεν ήταν επαρκείς για να καλύψουν τα έξοδα της κατάκτησης και της διοίκησης του μεγάλου συμπλέγματος των Κυκλάδων. Γι' αυτό αποφασίστηκε να επιτραπεί σε Βενετούς ιδιώτες το έργο της κατάληψης. Οι Βενετοί εκείνων των χρόνων δε στερούνταν επιχειρηματικού πνεύματος και στην τράπεζα του προξενικού συμβουλίου, όπως θα λέγαμε σήμερα, ήταν επικεφαλής ο κατάλληλος άνθρωπος, ο Μάρκος Σανούδος, ανηψιός του δόγη Δάνδολου. Ο Σανούδος μάζεψε γύρω του ένα στίφος ριψοκίνδυνων ανθρώπων εξόπλισε οκτώ γαλέρες και μετά από λίγο κυρίευσε δεκαεπτά νησιά. Μερικά από αυτά αργότερα πρόκειτο να μοιραστούν μεταξύ των συμμάχων ως τιμάρια. Μόνο η Νάξος αντιστάθηκε και το 1207 ο κατακτητής ίδρυσε το δουκάτο της Δωδεκανήσου, όπως το ονόμαζαν οι Βυζαντινοί. Αυτό το δουκάτο αργότερα ονομάστηκε δουκάτο της Νάξου ή του Αρχιπελάγους, όπως βλέπουμε να αναφέρεται σε βενετικό έγγραφο του 1268, σαν παραφθορά του ονόματος του Αιγαίου πελάγους. Το ωραίο αυτό δουκάτο μέχρι το 1566 βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Σανούδων πρώτα και έπειτα κάτω από την κυριαρχία του οίκου Κρίσπη. Επτά νησιά έμειναν κάτω από την κυριαρχία των Βλαδίνων μέχρι το 1617. Η Τήνος τέλος, έμεινε Βενετική μέχρι το 1718, όπου παραχωρήθηκε στους Τούρκους με τη συνθήκη του Πασάροβιτς. Τα δύο μεγάλα νησιά, Κρήτη και Εύβοια, είχαν τελείως διαφορετική τύχη. Η Κρήτη είχε πουληθεί από το Βονιφάτιο στους Βενετούς και παρέμεινε βενετική κτήση για πέντε σχεδόν αιώνες. Η Εύβοια —ή Νεγρεπόντε όπως λεγόταν κατά το Μεσαίωνα— διαιρέθηκε από το Βονιφάτιο σε τρεις μεγάλες βαρονίες.
Οι βαρονίες αυτές παραχωρήθηκαν σε τρεις Λογγοβάρδους συγγενείς που ονομάζονταν τριτιμάριοι. Μετά από λίγο όμως η Βενετία εγκατέστησε παροικία στη Χαλκίδα, πρωτεύουσα του νησιού, και η μεταγενέστερη ιστορία της Εύβοιας δείχνει τη βαθμιαία επίδραση των Βενετών στους Λογγοβάρδους. Τα Επτάνησα διαιρέθηκαν σε τρεις ομάδες: τα Κύθηρα, που βρίσκονταν μακριά στο Νότο, την.κεντρική ομάδα που την αποτελούσαν η Ζάκυνθος, η Κεφαλλονιά, η Ιθάκη και η Λευκάδα και τέλος η Κέρκυρα με τους Παξούς στα Βόρεια. Το πρώτο κομμάτι δόθηκε σε απόγονο του μεγάλου βενετικού οίκου-των Βενιέρι που ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από την Αφροδίτη και αξίωναν την κατοχή των Κυθήρων, μια και εκεί πρωτοφάνηκε η Αφροδίτη. Η τύχη της Ζακύνθου, της Κεφαλλονιάς και της Ιθάκης υπήρξε πολύ περίεργη και σκοτεινή για πολύ καιρό, αλλά τώρα έχει ξεκαθαρίσει τελείως. Βρίσκονταν δηλαδή στην κυριαρχία του κόμη Μαίου ή Ματθαίου Ορσίνι από το μεγάλο ομώνυμο ρωμαϊκό οίκο. Όπως μαθαίνουμε από την Αραγωνική διασκευή του χρονικού του Μορέως ήλθε από την Απουλία της Μονόπολης και διαδέχτηκε το βασίλειο του Οδυσσέα που από τότε είναι γνωστό ως Παλατινή κομητεία της Κεφαλλονιάς.
Το ελληνικό δεσποτάτο της Ηπείρου
Η Κέρκυρα με τους Παξούς παραχωρήθηκε αρχικά σε δέκα Βενετούς ευγενείς αντί ετήσιας πληρωμής. Αλλά πριν περάσει πολύς καιρός τα δυο αυτά νησιά μαζί με την Λευκάδα πέρασαν στην κυριαρχία ενός Έλληνα ηγεμόνα, του νόθου Μιχαήλ Αγγέλου. Αυτός είχε αποδράσει από το στρατόπεδο του Βονιφάτιου, είχε παντρευτεί τη χήρα του τελευταίου διοικητή της Ηπείρου και αναδείχτηκε ανεξάρτητος δεσπότης. Η σύζυγος του ήταν Ηπειρώτισσα και ο πατέρας του υπήρξε διοικητής της Ηπείρου. Ο Μιχαήλ επικαλέστηκε τα εθνικά αισθήματα των ντόπιων που η ορεινή πατρίδα τους είχε διασωθεί όλους αυτούς τους χρόνους από τις επιθέσεις των ξένων στρατών.
ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΗΣ ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑΣ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα και επέκτεινε την κυριαρχία του από την πρωτεύουσα Άρτα μέχρι το Δυρράχιο στο Βορρά και μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο στο Νότο. Οι κτήσεις του σχημάτισαν το γνωστό δεσποτάτο της Ηπείρου —που χρησίμευσε ως ενωτικό σημείο του Ελληνισμού— και μαζί με τη Μονεμβασιά ήταν το μόνο μέρος που έμενε ακόμα ελληνικό. Θα αρκεστώ μόνο να προσθέσω συμπερασματικά ότι η Φράγκικη κατάκτηση της Ελλάδας δίνει το κλειδί για τη λύση ενός από τα πιο δύσκολα προβλήματα της νέας λογοτεχνίας. Εννοώ το δεύτερο μέρος του Φάουστ του Γκαίτε, που όπως απόδειξε ο λόγιος Αμερικανός Τζον Σμιτ, το εμπνεύστηκε από τις διηγήσεις που περιέχονται στο χρονικό του Μορέως. Το χρονικό αυτό εκδόθηκε το 1825, όταν ο Γκαίτε ασχολιόταν με αυτό το μέρος της περίφημης τραγωδίας. Η προέλευση του γίνεται φανερή από τους επόμενους στίχους που τους βάζει στο στόμα του ήρωα του.
Ως δούκας να σας χαιρετίσω με προστάζει / της Σπάρτης η βασίλισσα. Και παραγγέλλει: / δικά της τα βουνά και τα λαγκάδια θέλει, / και τ' άλλο κράτος της σας το μοιράζει.Συ Γερμανέ, την Κόρινθον υπερασπίσου / και με προχώματα, μα και με το σπαθί σου. / Και με τις μύριες τις χαράδρες την Αχαΐαν, / Γότθε, την συνιστώ στην τόλμην σου κι' ανδρείαν.Των Φράγκων ο στρατός στην Ήλιν ας οδεύση / στον Σάξωνα η Μεσσήνη ας κληρωθή, / κι' η Αργολίς στα χέρια του ας κραταιωθή.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΤΟΤΕ...» | ΤΕΥΧΟΣ Νο. 4 | ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1983


from ανεμουριον https://ift.tt/2JLXPhn
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.