Ο Παλαμάς για τον Μπάιρον και τον Σολωμό

του Παντελή Μπουκάλα
2 Νοεμβρίου 1932: Λίγα χρόνια πριν από την ανέγερση της προτομής του, ο Παλαμάς ξεκουράζεται στον Κήπο των Ηρώων, στο Μεσολόγγι (Αρχείο ΕΛΙΑ).
Στο Δημοτικό Μουσείο Ιστορίας και Τέχνης του Μεσολογγίου, τη Δημοτική Πινακοθήκη, που στεγάζεται στο παλιό δημαρχείο, συγκατοικούν χρόνια τώρα τα φάσματα τριών ποιητών που, με τον τρόπο του ο καθένας (τον τρόπο των αρμάτων ή των τρόπων των γραμμάτων), έχουν ταυτιστεί αξεχώριστα με την πόλη που τιμάται ως ιερή. είναι οι κορυφαίοι διαμορφωτές της εικόνας της αλλά και στοιχεία καίρια και απαραγνώριστα αυτής της εικόνας: ο Λόρδος Μπάιρον, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Κωστής Παλαμάς… Πιθανόν επειδή η συλλογική μνήμη, στην αυθόρμητη λειτουργία της ή στην επίσημη διαχείριση της, υπέθεσε ότι οφείλει να τιμήσει πρωτίστως τον τρόπο των αρμάτων παρά των γραμμάτων, αφιερώθηκε πλουσιότερη στον φιλέλληνα λόρδο παρά στον Έλληνα κόμη, στον Βύρωνα παρά στον Σολωμό. Μια ολόκληρη πτέρυγα του Μουσείου, λοιπόν, καταλαμβάνεται από τα ποικίλα βυρωνικά αφιερώματα, ανάμεσα στα οποία κι ένα άγαλμα του ποιητή πλασμένο από τον Δανό γλύπτη Thor Valdsen, ένα σαφώς μικρότερο τμήμα φυλάσσει κτερίσματα στη δόξα του Σολωμού, ενώ ορισμένα κειμήλια απαθανατίζουν τον Παλαμά. Δυσαναλογία ή όχι, δεν ισχύει αποκλειστικά υπό τη συνθήκη του Μουσείου. Πολυγραφότατος ο Παλαμάς, «τραγούδησε» και την ανέγερση της προτομής του στο Μεσολόγγι. «Σας βλέπω με τα ονείρατα τα πλάνα του βραδιού / και με της μέρας τους σκληρούς καθημερνούς αγώνες, / νερά ιερά της Κλείσοβας και τον Βασιλαδιού / μικρή πατρίδα που με ζης μεγάλη στους αιώνες» (πηγή: Γιώργος Ι. Κοκοσούλας, «Μεσολόγγι 1830—1990»). Και έξω από αυτό, ο ίσκιος του Βύρωνα είναι πυκνότερος από του Σολωμού, του δε Παλαμά οικειότερος, σαν η σκιά παππού αγαπημένου, ενός παραμυθά που δένει την ηδύτητα με τη διδαχή. Παρά τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», παρά τη «Γυναίκα της Ζάκυθος», παρά τις στροφές του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» που κεφαλαιοποιούν το Μεσολόγγι («Πήγες εις το Μεσολόγγι / την ημέρα του Χριστού...») και τις σχετικές αναφορές στο «ποίημα λυρικό» για τον «ανδρείο Τραγουδιστή», το «Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον» δηλαδή («Πού θα πάη; — Στο Μεσολόγγι / και άλλοι ας μη ζηλοφθονούν...»), η πόλη αυτή αυτοπροτείνεται ως η πόλη του Βύρωνα, όχι του Σολωμού. Το προσκλητήριο τηλεγράφημα του δημάρχου Μεσολογγίου ώστε να παραστεί ο Παλαμάς στα αποκαλυπτήρια της προτομής του, τον Ιούνιο τον 1937 (Αρχείο ΕΛΙΑ). 
2 Νοεμβρίου 1932: Λίγα χρόνια πριν από την ανέγερση της προτομής του, ο Παλαμάς ξεκουράζεται στον Κήπο των Ηρώων, στο Μεσολόγγι (Αρχείο ΕΛΙΑ).
«Εις την πόλιν όπου έζησα τα πρώτα έτη, η ανάμνησις του ποιητού διετηρείτο πλέον παρά ιερά. διετηρείτο γνώριμος και αισθητή εις κάθε βήμα. εις τας συνομιλίας των ανθρώπων, εις τα λείψανα των κτιρίων εις τα μνήματα των αγωνιστών, εις τους διακόσμους των καφενείων. Ο Μπάυρων πλέον είχε γίνει ο Βύρων. [...]
Το ευχαριστήριο τηλεγράφημα του Παλαμά προς τον δήμαρχο Μεοολογγίου για την ανέγερση της προτομής του (Αρχείο ΕΛΙΑ).
Και υπό τον τρόπον δι' ου ανέφεραν το όνομα του Βύρωνος οι κάτοικοι της πόλεως ελάνθανε και εύλογος αυταρέσκεια. ηρέσκοντο να μνημονεύουν, πάντοτε εις τας εορτάς των και εις τας εφημερίδας των, εκείνον όστις ήλθε να ζήση, να αγωνισθή και να αποθάνη μαζί των. Το πρώτον μέγα του προσόν, ο πολυτάλαντος. το δεύτερον, ο λόρδο. το τρίτον, όπως ήκουαν τουλάχιστον, ο μέγας ποιητής» γράφει ο Παλαμάς στην «Εφημερίδα» στις 19.2.1896, στο ίδιο κείμενο που δεν παραλείπει να σημειώσει ότι «ο βυρωνισμός συνεκράτησεν υπνωτισμένην επί γενεάς όλας την νεοελληνικήν ποίησιν» (15os τόμος των Απάντων, εκδ. Γκοβόστη, σελ. 337).

Ίσως λοιπόν θα είχε ένα μικρό ενδιαφέρον να σταθούμε κι εμείς όπως πολλοί, εδώ όμως με αναγκαστική συντομία, στον τρόπο με τον οποίο ο νεότερος ποιητής, ο Παλαμάς, αναδέχτηκε την ιστορική, ιδεολογική και λογοτεχνική κληροδοσία των δύο προγενέστερων του, των δύο «όρων» που σημάδεψαν τον τόπο του.«Παράξενη, ανυπόταχτη, μεγάλη φαντασία»

«Παράξενη, ανυπόταχτη, μεγάλη φαντασία»

Και η βιαστικότερη ματιά, πάντως, στα Άπαντα του Παλαμά φανερώνει ότι οι εγγραφές του ποιητή με θέμα τον Σολωμό υπερτερούν αριθμητικά και ως προς την ουσία τους από τις εγγραφές που αφορούν τον Βύρωνα. Τον εθνικό μας ποιητή ο Παλαμάς δεν τον ευλαβείται μόνον επειδή ο ίδιος μεγάλωσε «στα αγιασμένα και από τους ύμνους του Σολωμού χώματα» του Μεσολογγίου αλλά και επειδή, κυρίως αυτό, τα ποιήματα του μαζί με τις ωδές του Κάλβου, «είναι τα πρώτα μαρτύρια του λυρισμού που ξαναγεννιέται στην Ελλάδα ύστερα από χαμό αιώνων». Ηδη το ποίημα «Σολωμός», που συγκαταλέγεται στην ενότητα «Τραγούδια τηςχαράς και της ζωής» της συλλογής «Τα τραγούδια της πατρίδος μου» του 1886, συνιστά ένα ακριβοδίκαιο εγκώμιο του Ζακύνθιου, της «παράξενης, ανυπόταχτης, μεγάλης» φαντασίας του, ένα εγκώμιο που δεν σπαταλιέται στη ρηχή, φιλολογικώς αυτοερεθιζόμενη ρητορεία, αλλά προτείνεται σαν η έμμετρη κριτική ανάγνωση των «σκόρπιων» «μισόπλαστων» στίχων, που «μαζί αστράφτουν και σβήνουν». Ας ακούσουμε τις τρεις τελευταίες από τις εννιά στροφές του ποιήματος:

Στης θάλασσας επάνω τα νερά
ένας τεχνίτης με μυαλό και γνώση
βαρύν αγώνα είχε μια φορά
παλάτι ξακουστό να θεμελιώσει.

Το ξακουστό παλάτι την ημέρα
στα κύματα χτιστό θαμποβολούσε,
μα όταν η νύχτ' απλωνόταν κει πέρα,
νεράιδα πεισματάρα το χαλούσε.

Ενίκησ' ως το τέλος ο τεχνίτης
κι ερίζωσε το θαύμα του στο κύμα...
— Εσύ πριν να νικήσεις την ορμή της,
αχ! η νεράιδα σ' έβαλε στο μνήμα!
To ποίημα που έγραψε ο Παλαμάς για την επέτειο των 100 χρόνων από την Εξοδο τον Μεσολογγίου. Αλλωστε, έβρισκε κάθε αφορμή να επισημάνει on «η δόξα του, τραγουδημένη από την ποιητικην Αγία Τριάδα των αιώνων που είναι ο Βύρων, ο Γκαίτε και ο Ουγκώ, δεν είναι ούτε του χθες, ούτε του σήμερα• είναι εκείνη των αιώνων, ζη παντοτεινά στην ιστορία, όσο κι αν μπορεί να μην το υποπτεύεται» (Αρχείο ΕΛΙΑ).
Δεν είναι αυτό βεβαίως το μοναδικό ποίημα του Παλαμά για τον «θείο Σολωμό». Στον «Ύμνο για τ’ άγαλμα που στήθηκε του Σολωμού στη Ζάκυθο» («Η πολιτεία και η μοναξιά», 1903), ο υμνητής εκτείνει σε σαράντα τετράστιχες στροφές τον έπαινο για τον «λειτουργό του Λόγου Ατάραχο / και προφήτη του Ρυθμού», μεριμνώντας, και εδώ, να τιμήσει ακεραιωμένο και ενιαίο τον προγονό του, τον λυρικό και τον σατιρικό, τον υμνωδό και τον δριμύτατο κριτή των «κοντόφωτων δασκάλων» και των «άσοφων σοφών», από κοινού και αδιάσπαστα: «Γλώσσα, στίχο, ιδέα, τον έρωτα, / μας τα πρόσφερες Εσύ! [...] / Με το αίμα των Αρχίλοχων / και των Πίνδαρων ο αϊτός — / η χαρά του τα μεγάλωσε / τα φτερούγια κι ο θυμός. [...] Όμως μέσα στους ανθότοπους / ψάχνοντας του ωραίου νησιού, / ηύρε κάπου και το μάζωξε / το φαρμάκι ενός φιδιού. // Και σαΐτες μέσα του έβαψε / (τι γυρεύετε, όχλοι, αυτού;) / για το σάλεμα του ανάξιου, / για το κοίμισμα του οκνού».
Η βόρεια πλευρά τον αρχοντικού Παλαμά στο Μεσολόγγι, όπως είναι σήμερα (πηγή: «Μεσολόγγι. Ο τόπος και οι άνθρωποι», εκδ. «Ολκός» 2002).
Όχι, δεν είναι μαγεμένος, άναυδος θαυμαστής του Σολωμού ο Παλαμάς. Γράφοντας για «Το Μεσολόγγι στην ποίηση» δεν διστάζει να σημειώσει: «Τον [ονειρεμένο επικολυρικό] παράδεισο αυτό [για τον μαντρότοιχο, που ήτανε το Μεσολόγγι] δε μας τον έδωκε η νεοελληνική ποίηση. Μονάχα από κάποια του σελαγίσματα υποψιαζόμαστε πως θα τον έπλαθε η φαντασία του Σολωμού. Φαντασία μεγαλεπήβολη, όμως ανίκανη να πραγματοποιήσει τα σχέδια της, να πάρει και να πλάσει τον αφρό, να δώσει στο νερό σάρκα. [...] Ο Σολωμός χάθηκε μέσα στην άβυσσο, αναζητώντας το χρυσό ποτήρι, καθώς ο Βουτηχτής του Σίλλερ. Και όμως από τα κομμάτια των "Ελεύθερων Πολιορκημένων" [...] μας γοητεύουν ως ωραία όνειρα. Το μέγα σύνολο το οικοδομικό, το αρχιτεκτονικά συντελεσμένο που ονειρευόμαστε, δεν ανυψώθηκε. Σκάφτηκαν τόποι, ριχτήκανε θεμέλια, κι αυτά, δίνοντάς μας τώρα τη φρεναπάτη των ωραίων χαλασμάτων, μας προξενουν την εντύπωση μιας άφραστης χάρης, και μας κάνουν να βλέπουμε ξεφυτρωμέν' ανάμεσα τους γαλανά λουλούδια. Οι στίχοι των "Ελευθέρων Πολιορκημένων" που σχεδόν τίποτε δεν μας εκφράζουν άμεσα, καθαρά, για τούτο ίσα ίσα μας υποβάλλουν χίλια μύρια, ορίζοντες μας ανοίγουν, και είναι, χωρίς να το θέλουν, κλασικά δείγματα της ποίησης που δεν είχε υπογραμμό της σαν άλλα αριστουργήματα, την αρχιτεκτονική, την πλαστική, τη ζωγραφική, αλλ' έχει τη μουσική. Και για τούτο εξακολουθεί ακόμα πλούσια να τρέφει την κριτική φαντασία».

Ο Παλαμάς υποκλίνεται στο «μεγαλείον της ποιήσεως του Σολωμού», το προσδιορίζει («Το μεγαλείον της ποιήσεώς του δεν έγκειται ούτε εις την μετ' ακριβολογικής ευκρινείας αναπαράστασιν του εξωτερικού κόσμου, ούτε εις την πρωταρχικήν επικράτησιν του πνεύματος, αποσπασματικήν και αποσιωπητικήν. Εγκειται εις την μυστηριακήν χάριν την μεταμορφώνουσαν εις ωραιότητα τα παντοία στοιχεία επί των οποίων επικρατεί»), εντούτοις σημειώνει για τον πρόδρομο, τον «εξάγγελο», ότι «δεν ηυτύχησε να υποτάξη, καθώς εδογμάτιζε, την φαντασίαν και το πάθος εις το νόημα της τέχνης, παρ' όλον τον καιρόν και τον κόπον του». Εν πάση περιπτώσει, συνοπτικά η γνώμη του Παλαμά δόθηκε το 1930, σαν ακαριαία απάντηση στο ερώτημα του περιοδικού «Ο Θεατής»: «Ποίον είναι το σημαντικώτερον φιλολογικόν και καλλιτεχνικόν γεγονός της τελευταίας εκατονταετίας»: «Μαζί με την παλιγγενεσίαν του έθνους απέβαλε το σάβανον και η ποίησίς μας με την βοήθειαν των δύο μεγάλων παιδιών της: του Σολωμού και του Κάλβου».

Μαθητής και δάσκαλος

Με τις αλλεπάλληλες αναγνώσεις του (από τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε και κατέθεσε την άποψη του για τους «Πατέρες», τον Ρήγα και τον Σολωμό, στις αρχές του 20ού, με τα Προλεγόμενα του στην έκδοση «Απάντων των Ευρισκομένων» του Σολωμού της Βιβλιοθήκης Μαρασλή, και ως τον Μεσοπόλεμο), ο Παλαμάς δικαιώνει τον κατοπινό χαρακτηρισμό του ως θεμελίου λίθου της Νεοελληνικής Κριτικής και ως του στοχαστή που μας (ξανα)γνώρισε και τον Σολωμό και τον Κάλβο. Ερευνά λοιπόν (θα 'λεγα σαν ένας μαθητής που σταδιακά αναδέχεται το χρέος του δασκάλου), σε ευθύβολα σύντομα κείμενα ή σε λεπτομερώς αναλυτικά, τον τρόπο με τον οποίο η ποίηση του Σολωμού, του «ποιητή των ποιητών», κατόρθωσε να αποβεί «λαμπρή ενσάρκωση τριών μεγάλων εθνοπλαστικών ιδεών: της ιδέας της πατρίδος, της ιδέας του ωραίου, της ιδέας της γλώσσας» και να εναρμονίσει τις «δύο δυνάμεις, το αισθάνεσθαι και το νοείν». Ας σταματήσω όμως εδώ, υπακούοντας στις προσταγές του χώρου, προσθέτοντας ότι ο Παλαμάς συναριθμεί τον Σολωμό στους «Πατέρες» και σε στιχουργημένη γενεαλόγησή του, μαζί με τον Ρήγα πάλι αλλά και τον Βηλαρά, τον Ψυχάρη και τον Βαλαωρίτη, στο ποίημα «Πατέρες» των «Βωμών» (1915) κι έτσι όμορφα τον ζωγραφίζει:

— Κι εσύ ο ασύγκριτος! Μ' εσέ πρωτόφαντος ο στίχος,
μαζί, η πολέμια χλαλοή και η κλάψα της τρυγόνας
και η χάρη που άγιο λείψανο τ' ωραίο συντρίμμι κάνει.

Στο ζεύγος Σολωμός—Κάλβος που υπάρχει στο στοχασμό του Παλαμά αντιστοιχεί, σχηματικά το εννοώ, το ζεύγος των «γιγάντων», του Μπάιρον και του Σέλλεϋ. Για τον Μεσολογγίτη, ο «Αγγλοέλληνας» είναι ο ήρωας—ποιητής αξεχώριστα. Είναι (στο κείμενο του «Byron, Ronsard, Βαλαωρίτης» του 1924) «ο πρώτος, ο παγκόσμιας φήμης ψάλτης της εωσφορικής ακαταδεξιάς, συνταιριασμένα με το παθητικότερο ξέσπασμα που δόθηκε του ρομαντικού φιλελληνισμού ν' απολάψει. [...] Ο ποιητής ο ανήσυχος, ο τρικυμισμένος, του σαρκασμού και της ανταρσίας, και του ατομισμού που αντιστέκεται και του προσωπικού που όλο κι εκδηλώνεται, τούτο μονάχα. Κι ο ποιητής ο γαλήνιος της καλλιτεχνικής πανθεΐας, του φυσιολατρικού ξετυλιγμού, του καθολικού που όλο ρυθμικά ξεχύνεται». Για να προσθέσει σε ένα από τα κείμενα του όπου βιογραφεί συνοπτικά τους «Κατά ξηράν ήρωες» του «Νεοελληνικού Πανθέου»: «Οταν δεν εχαροκόπει εστιχούργει. Εγραφε στίχους, ως άλλοτε οι πατέρες ημών εφλεβοτομούντο διά να ανακουφισθώσιν. [...] Εις το χαρέμιον της φαντασίας του η Ελλάς ήτον η Ευνοούμενη του. Οι στόνοι τούς οποίους απέσπα της λύρας του ήσαν οι πάντων περιπαθέστατοι. Ο ελληνικός ουρανός εθαυματούργει επί της ψυχής του εκ της ομιχλώδους Αλβιώνος ψάλτου».

Οι δοκιμιογραφικές αποτιμήσει ς συνυπάρχουν με τα ποιητικά εγκώμια, προπάντων με το ποίημα «Μπάυρον» της συλλογής «Δειλοί και σκληροί στίχοι» του 1928. Αντίθετα με την αυστηρή, κριτική λογική που οργανώνει τα παλαμικά ποιήματα που αφορούν τον Σολωμό, το «Μπάυρον» αφιερώνεται ορμητικό, ενθουσιασμένο, λατρευτικό: στη φωνή του Βύρωνα ο Παλαμάς συνενώνει ακάθεκτος τον Αρχίλοχο, τη Σαπφώ, τον Τυρταίο: «Σ' εσέ του Αρχίλοχου η χολή και της Σαπφώς η φλόγα, / της βιβλικής σου χώρας ο οίστρος ο σαιξπηρικός, / άμοιαστης Μούσας βύζαξες τρικυμισμένης ρώγα, Ι στη γη μας ήρθες θεόσταλτος Τυρταίος ρομαντικός». Επιπλέον, δεν αμελεί να ψέξει και να καταδικάσει σαν άστοχους όσους «λοστό το κάνουν το κοντύλι / το κριτικό» για «να ρίξουν» του Μπάιρον, τον «ασκλάβωτο της Αύρας βασιλιά».
Τραγούδησε τον τόπο καταγωγής —όπου έζησε και τα πρώτα χρόνια της ζωής του, το Μεσολόγγι— ο Κωστής Παλαμάς. «Σε μια καλύβα μες στη λίμνη καθιστή/ τη νύχτα θα φωλιάζουμε αποσταμένοι» (πηγή: «Μεσολόγγι. Ο τόπος και οι άνθρωποι», εκδ. «Ολκός» 2002).
Αν γυρεύαμε καλά και σώνει μιαν αιτία που το αίσθημα του Παλαμά αποδίδεται πληθωρικό στον Βύρωνα και μετρημένο, έλλογο στον Σολωμό (ίδια περίπου όπως συμβαίνει με το έκτοτε αίσθημα των Μεσολογγιτών εν γένει), ίσως να την εντοπίζαμε στην προτελευταία στροφή του ποιήματος «Μπάυρον», όπου σημειώνεται ότι η βυρωνική συμβολή δεν εξαντλήθηκε στο τραγούδι, στην ποίηση, όπως θα μπορούσε να πει κανείς πως έγινε στην περίπτωση του Σολωμού, αλλά κορυφώθηκε με τη στράτευση και τη θυσιασμένη ζωή: Δεν ήρθες με του τραγουδιού σου τον ωραίο θυμό· / ήρθες την ίδια σου ζωή στης ιερής θυσίας / να φέρεις το βωμό, / κι αν έζησες Διόνυσος, ξεψύχησες Μεσσίας.
To μαθητολόγιο τον Γυμνασίου Μεσολογγίου, το σχολικό έτος 1874-75. Στον αριθμό 1 του μαθητολογίου το όνομα του Κωστή Παλαμά (πηγή: Γιώργος Ι. Κοκοσούλας, «Μεσολόγγι 1830—1990»).
Το αίσθημα λοιπόν του Κωστή Παλαμά, το σέβας του τόσο για τον Διονύσιο Σολωμό όσο και για τον Βύρωνα, δεν λογοκρίνει το στοχασμό του, δεν τον χειραγωγεί και δεν τον προσανατολίζει. Στον Σολωμό τιμά τον Ποιητή—Πατέρα, χωρίς τον οποίο το έθνος που γεννήθηκε με την Επανάσταση μπορεί και να 'ταν άλλο σε σπουδαιότατες πτυχές του, στη γλώσσα του και στην ποίηση του λόγου χάρη. Στον Βύρωνα τιμά τον Ηρωα που υπήρξε και ποιητής, χωρίς τον οποίο το έθνος μπορεί και να μην είχε γεννηθεί στον καιρό που γεννήθηκε.


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΤΟΥ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 2003




from ανεμουριον https://ift.tt/2QmaieY
via IFTTT
Από το Blogger.