Οικοδομικός πυρετός

Η ελληνική οικονομία, την περίοδο 1965-1970, αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς, αν και χαμηλότερους σε σύγκριση με την προηγούμενη πενταετία. Ο δευτερογενής τομέας υποσκελίζει τον αγροτικό σε ειδικό βάρος για το σύνολο της οικονομίας. Η μέση ετήσια εξωτερική μετανάστευση ξεπερνά τώρα τη φυσική αύξηση του πληθυσμού, οι κατασκευές διαδραματίζουν όλο και πιο σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή της χώρας, αποτελώντας τον δυναμικότερο παράγοντα της βιομηχανικής επέκτασης, ενώ οι εξαγωγές βιομηχανικών ειδών αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο ποσοστό στις συνολικές εξαγωγές, όταν την ίδια στιγμή η ποσοστιαία συμμετοχή της κατηγορίας «τρόφιμα-αγροτικά προϊόντα» στη συνολική δαπάνη μειώνεται σημαντικά - εξέλιξη που καταδεικνύει τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στις καταναλωτικές συνήθειες και σηματοδοτεί την εισοδηματική επαύξηση. Πλάι, λοιπόν, στις κοινωνικές και πολιτικές ανατροπές της περιόδου, έχουμε μια σοβαρή ανατροπή της στατικής εικόνας της οικονομίας, θετικές μεταβολές στους δείκτες των οικονομικών μεγεθών και ανατροπές στην τάξη μεγέθους και στο ειδικό βάρος των τομέων της οικονομικής δραστηριότητας στο σύνολο της οικονομίας. Τα διαρθρωτικά προβλήματα δεν έχουν το ίδιο βάρος σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία - ωστόσο, έχουν έντονη παρουσία σε κάθε κρίση την οποία θα πυροδοτούν εξωτερικοί παράγοντες. Η οικονομία αναπτύσσεται τώρα από την πίεση σοβαρών εξωτερικών και εσωτερικών οικονομικών και πολιτικών γεγονότων.
Άποψη της Αθήνας των αρχών της δεκαετίας του '60, από τον Λυκαβηττό. Τη δεκαετία αυτή σημειώθηκε η μεγαλύτερη πληθυσμιακή συγκέντρωση σε Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη, συγκριτικά με την προηγούμενη, αλλά και την επόμενη δεκαετία (φωτ.: Βασ. Καραμανώλης).

Οι επιπτώσεις των εσωτερικών εξελίξεων της περιόδου 1965-1967 διευκολύνουν την είσοδο ξένου κεφαλαίου και συμβάλλουν στην επέκταση της ζήτησης, ανοίγοντας το δρόμο στις αυξητικές τάσεις του τιμαρίθμου, που θα εκδηλωθούν πιο έντονα την επόμενη δεκαετία. Οι οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις την περίοδο 1965-1970 καταδεικνύουν μια αναντιστοιχία ανάμεσα στην οικονομική επέκταση και στους αναγκαίους θεσμούς, από τη μια, και στην πολιτική δυναμική και τους πολιτικούς θεσμούς, από την άλλη. Ο ενδεικτικός προγραμματισμός, με τη μορφή των πενταετών προγραμμάτων που αυτή την περίοδο βελτιώνονται τεχνικά, στην ουσία αποτελεί κανονιστικό πλαίσιο μάλλον, παρά εργαλείο συνεκτικής κρατικής παρέμβασης. Η εκ των υστέρων απόδοση ευθυνών στον ενδεικτικό προγραμματισμό της δεκαετίας του '60 για μελλοντικές στρεβλώσεις των δυνάμεων της αγοράς θα είναι άστοχη, καθώς η οικονομία αναπτύχθηκε υπό την επίδραση εξωτερικών καθοριστικών παραγόντων και με ιδιαίτερες μορφές κεφαλαιακής συσσώρευσης. Στην πενταετία 1965-1970, το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 6,5% και οι υψηλότεροι ρυθμοί σημειώνονται την περίοδο 1967-1970. Την ίδια πενταετία, η αγροτική παραγωγή αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 1,7%. Έτσι, το ποσοστό της γεωργίας στη σύνθεση του ΑΕΠ θα μειωθεί δραστικά, σε αντίθεση με τον δευτερογενή τομέα, και ιδίως τη μεταποίηση. Ωστόσο, η υποχώρηση αυτή του αγροτικού τομέα δεν συνδέεται με σοβαρές αλλαγές στις σχέσεις εκμετάλλευσης της γης, στο καθεστώς και στην κατανομή της ιδιοκτησίας γης.
Η Σαντορίνη στα τέλη της δεκαετίας του '60, οπότε σημειώνεται μεγάλη επέκταση του τουριστικού κλάδου, που, στις επόμενες δεκαετίες θα αποτελέσει την κατ' εξοχήν οικονομική δραστηριότητα για πολλά γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας (φωτ.: Γ. Σκουρογιάννης).

Η διατήρηση των δομών αυτών δημιουργεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναπτυχθούν συγκεκριμένες πηγές εισοδημάτων στον αγροτικό τομέα, που συνδέονται με παρόμοιες μορφές στον αστικό τομέα. Η βιομηχανική παραγωγή την πενταετία 1965-1970 θα κινηθεί ανοδικά με υψηλότερους ρυθμούς σε σύγκριση με την προηγούμενη πενταετία. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός θα φθάσει το 9,7%, ενώ ο κλάδος της μεταποίησης θα αναπτυχθεί με ακόμη υψηλότερους ρυθμούς, προσεγγίζοντας το μέσο ετήσιο ποσοστό 11%, με βιομηχανίες αιχμής τις υφαντουργικές, τις χημικές και τις βασικές μεταλλουργικές. Οι κατασκευές συνιστούν σημαντικό κλάδο του δευτερογενή τομέα και συμβάλλουν με υψηλό ποσοστό στη σύνθεση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, τόσο την πρώτη πενταετία όσο και τη δεύτερη. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι οικοδομές αντιπροσωπεύουν το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό της συνολικής αξίας των κατασκευών και το κυριότερο μέρος τους αφορά τις κατοικίες. Η ανάπτυξη των «κατοικιών» συνδέεται με την υπερδιόγκωση της αστυφιλίας και τη μεγάλη αγροτική φυγή. Τη δεκαετία του '60 σημειώνεται η μεγαλύτερη πληθυσμιακή συγκέντρωση στα αστικά κέντρα Αθήνα, Πειραιάς και Θεσσαλονίκη σε σύγκριση με τη δεκαετία του '50, αλλά και τη δεκαετία του '70. Υπό αυτές τις συνθήκες, δημιουργείται μεγάλη ζήτηση στέγης, κατ' αρχάς, στα μεγάλα, κυρίως, αστικά κέντρα και, ταυτόχρονα, με την αγροτική έξοδο προσφέρονται στον αστικό τομέα εργατικά χέρια που θα μπορέσουν να απασχοληθούν στον οικοδομικό κλάδο. Η μεγάλη επέκταση της οικοδομικής δραστηριότητας στα αστικά κέντρα, τη συγκεκριμένη περίοδο, συνδέεται με το σύστημα της αντιπαροχής. Ο μηχανισμός της αντιπαροχής, ο οποίος θα επεκταθεί αργότερα και στα επαρχιακά κέντρα, γίνεται αναγκαίος εξαιτίας τόσο της μεγάλης ζήτησης κατοικιών όσο και της αδυναμίας των επιχειρηματικών φορέων να εξασφαλίσουν τα αναγκαία κεφάλαια για την οργάνωση μιας μορφολογικά καπιταλιστικής παραγωγής και της ταυτόχρονης αδυναμίας του κράτους να θέσει σε εφαρμογή ένα μεγάλο στεγαστικό πρόγραμμα. Η συμβολή του συστήματος αντιπαροχής στην επίλυση του στεγαστικού προβλήματος υπήρξε σημαντική, καθώς τη δεκαετία του '60 η οικιστική δραστηριότητα έλαβε τεράστιες διαστάσεις και αυξήθηκε υπέρμετρα τόσο ο αριθμός των νέων κατοικιών όσο και ο όγκος τους σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Σύμφωνα με σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις, το σύστημα της αντιπαροχής δεν αποτελεί τελείως σύγχρονο επινόημα, αλλά πρόκειται για μεταφορά στον αστικό τομέα μορφών και σχέσεων εκμετάλλευσης της γης (αγροληπτικό και εμφυτευτικό σύστημα), που ίσχυαν παλαιότερα στον ελληνικό αγροτικό τομέα, με ταυτόχρονη συνοδεία από ένα σύστημα υπεργολαβίας. Στην ουσία, πάντοτε σύμφωνα με τις θεωρήσεις αυτές, πρόκειται για πρακτική που υποδηλώνει την αδυναμία του κεφαλαίου να προχωρήσει με κλασικό τρόπο στην οργάνωση της παραγωγής. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι στα δύο συστήματα, αντιπαροχής και αγροληπτικό, οι ταυτίσεις αφορούν το διακανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται. Έτσι, τα εισοδήματα που προσπορίζουν στους εταίρους είναι πολύ διαφορετικά στις δύο περιπτώσεις. Βασικό στοιχείο του δευτέρου συστήματος δεν είναι πάντοτε η μικρή ιδιοκτησία γης. Η επέκταση του συστήματος αντιπαροχής διαμορφώνει τους όρους για τη δημιουργία πολυάριθμης τάξης μικρομεσαίων εισοδηματιών, κατ' αρχάς στα αστικά κέντρα και ύστερα στα επαρχιακά: ιδιοκτήτες γης, κατασκευαστές, υπεργολάβοι, βιοτέχνες παραγωγής οικοδομικών υλικών, εργάτες στην οικοδομή, κ.ά. Πολλά από τα εισοδήματα που εξασφαλίζουν ορισμένες από τις προηγούμενες ομάδες έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα. Κατά παρόμοιο τρόπο, συμπληρωματικά εισοδήματα εξασφαλίζονται και από άλλες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες συνδέονται με τον τουρισμό ή κερδίζουν από την υπεραξία των ακινήτων ή εισπράττουν μεταναστευτικά εμβάσματα. Ο τουρισμός συνιστά, εκτός από τη μεγάλη οργανωμένη μορφή του, μία άλλη πηγή συμπληρωματικών εισοδημάτων στην αγροτική περιφέρεια. Η επέκταση του τουριστικού κλάδου, την περίοδο 1965- 1970, είναι πολύ μεγάλη, όπως εμφαίνεται από τους δείκτες του κατά κεφαλήν εισερχόμενου τουριστικού συναλλάγματος. Τις επόμενες δεκαετίες, ο τουρισμός θα αποτελέσει την κατ' εξοχήν οικονομική δραστηριότητα για πολλά γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας. Τα εισοδήματα από την υπεραξία των ακινήτων, διαμερίσματα, αστική και αγροτική γη, είναι σημαντικά καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '60, αν και τη δεύτερη πενταετία παρατηρείται σχετική κάμψη στις αξίες των διαμερισμάτων και της αγροτικής γης, όταν την ίδια περίοδο εμφανίζεται ενισχυμένη η εισροή άδηλων πόρων από μεταναστευτικό και ταξιδιωτικό συνάλλαγμα. Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί μεταφοράς και κατανομής εισοδήματος λειτουργούν σε μεγάλο ποσοστό υπέρ των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και έρχονται να αντισταθμίσουν τα αποτελέσματα μεταφοράς και κατανομής εισοδημάτων και πόρων, που λαμβάνουν χώραν την ίδια περίοδο και συνδέονται με την απόσπαση και μεταφορά οικονομικού πλεονάσματος από τον αγροτικό τομέα στον αστικό, την επιδείνωση των όρων εμπορίου μεταξύ των δύο τομέων εις βάρος του αγροτικού και από την ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση των κερδών του κεφαλαίου εις βάρος των μισθών. Οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνέπειες των μηχανισμών αυτών είναι προφανείς. Τις επόμενες δεκαετίες, οι οικονομικές δομές θα βελτιωθούν, αλλά καινούργιες μορφές αναδιανομής και συμπληρωματικού εισοδήματος θα κάνουν εμφανή την παρουσία τους.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1965-1970 ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 12 ΔΕΚ 1999


from ανεμουριον https://ift.tt/396JyW5
via IFTTT
Από το Blogger.