Η Ελλάδα της μετανάστευσης

ΚΑΤΩ από τις δύσκολες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της μεταπολεμικής Ελλάδας στο διάστημα των δεκαετιών ’50-60, η παλιά «πληγή» της μετανάστευσης ξανανοίγει και αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις. Σύντομα, η «έξοδος» του πιο νέου και δυναμικού μέρους του ελληνικού πληθυσμού εξελίσσεται στο κατ’ εξοχήν ειδοποιό στοιχείο της εποχής: είτε ως πολυπόθητη λύση στα μεταπολεμικά αδιέξοδα ή ως αβάστακτη πραγματικότητα της «ξενιτιάς», η μετανάστευση εμφανίζεται να κυριαρχεί στα λογοτεχνικά έργα της εποχής, αλλά κυρίως στα λαϊκά τραγούδια και στον κινηματογράφο της πρώτης και δεύτερης μεταπολεμικής δεκαετίας. Οπωσδήποτε, το πρόβλημα της δημογραφικής αιμορραγίας δεν είναι καινούργιο για την ελληνική κοινωνία. Από τους ιστορικούς χρόνους οι πενιχροί πόροι και η πολυτάραχη διαδρομή αυτής της χώρας οδήγησαν συχνά τους κατοίκους της στην αναζήτηση μιας καλύτερης μοίρας έξω από τα σύνορα της Ελλάδας.
ΤA ΤΡΕΝΑ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΤΟ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ.
Στην περίπτωση αυτή, όμως, το φαινόμενο πήρε διαστάσεις που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Στο αποκορύφωμα της εξόδου, το 1965, περίπου 117 χιλιάδες Ελληνες θα αναχωρήσουν προς διάφορες ευρωπαϊκές ή υπερπόντιες χώρες, ενώ το μέγιστο ετήσιο ύψος της μετανάστευσης για την προπολεμική περίοδο, που σημειώθηκε το 1914, ήταν 37 χιλιάδες άτομα. Συνολικά, στο διάστημα 1960-69 εγκατέλειψαν τη χώρα περισσότεροι από 500 χιλιάδες άνθρωποι, δηλαδή κάτι παραπάνω από το 1/3 του συνόλου των μεταναστών κατά την 30ετία 1946-77. Μάλιστα, στην τριετία 1963-65, οι ραγδαίοι ρυθμοί της «εξόδου» θα υπερκεράσουν τη φυσική αύξηση του ελληνικού πληθυσμού. Οι διαφορές που χαρακτηρίζουν το μεταναστευτικό ρεύμα της εποχής αυτής συνδέονται με τα ίδια τα αίτια της «μεγάλης φυγής» και αφορούν κυρίως τους στόχους και την κατεύθυνση. Μέχρι την προπολεμική περίοδο, οι μετανάστες από την Ελλάδα στρέφονταν κυρίως προς τις υπερπόντιες περιοχές (Αμερική, Καναδός, Αυστραλία) σε αναζήτηση καλύτερων προοπτικών και είχαν ως στόχο τη μόνιμη εγκατάσταση. Αντίθετα, στις δύο κρίσιμες μεταπολεμικές δεκαετίες, το «κύμα» συνδέεται κυρίως με την αδυναμία της ελληνικής αγοράς να απορροφήσει την υπερπροσφορά εργασίας και κατευθύνεται προς τις ευρωπαϊκές χώρες. Η συγκυρία εξωτερικών και εσωτερικών παραγόντων αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευνοϊκή, αφού η εσωτερική μετανάστευση τρέφει το αποδημητικό κύμα που βρίσκει ευνοϊκή υποδοχή στις ευρωπαϊκές χώρες. Μπορεί η Ελλάδα να σημειώνει έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ της εποχής και να αναφέρεται ως υπόδειγμα από τον ΟΟΣΑ, παρά όμως τις μεγάλες προσδοκίες, προς το παρόν η χώρα βρίσκεται εγκλωβισμένη στον φαύλο κύκλο των νέων προβλημάτων που δημιουργεί η προσπάθεια να δοθεί λύση στα παλιά. Οι αδυναμίες στην υποδομή (δρόμοι, συγκοινωνίες, λιμάνια, επικοινωνίες), που αρχίζουν να θεραπεύονται με ένα εκτεταμένο πρόγραμμα δημόσιων έργων, περιορίζουν την ανάπτυξη στην περιφέρεια των μεγάλων αστικών κέντρων και ιδιαίτερα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Με τη σταδιακή συρρίκνωση του γεωργικού τομέα, εκεί καταφεύγει αργότερα και μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού της υπαίθρου χωρίς εναλλακτική λύση απασχόλησης, η οποία θα αποτελέσει την πρώτη ύλη για τη δημιουργία της σημερινής «τερατούπολης» της Αθήνας. Οι κυβερνήσεις της εποχής επισημαίνουν το πρόβλημα, αλλά αποτυγχάνουν στην προσπάθειά τους να δώσουν λύση. Ούτε η εκβιομηχάνιση ούτε τα αναπτυξιακά προγράμματα (1953-56, 1959-63, 1960-64) κατορθώνουν να εξουδετερώσουν τις συνέπειες αυτής της άτακτης φυγής από την ύπαιθρο και η νεαρή ελληνική βιομηχανία αδυνατεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας με τους γρήγορους ρυθμούς που απαιτούν οι συνθήκες της εποχής. Ακόμη, η επιλογή να δεσμευθούν στη στέγαση πόροι που σε άλλη περίπτωση θα είχαν διοχετευθεί σε επενδύσεις με ευρύτερη προοπτική φέρει μέσα της τα «σπέρματα» των προβλημάτων που θα βασανίσουν αργότερα τη χώρα. Έτσι, η αντιμετώπιση της ανεργίας αναδεικνύεται σε κεντρική προτεραιότητα της μεταναστευτικής πολιτικής των μεταπολεμικών ελληνικών κυβερνήσεων -πολύ περισσότερο αφού η μετανάστευση δεν εκτονώνει μόνο την εσωτερική κοινωνική πίεση απορροφώντας το πλεονάζον εργατικό δυναμικό, αλλά επιπλέον προσφέρει και πολύτιμο συνάλλαγμα. Μοναδική διέξοδος, λοιπόν, για το πλεονάζον δυναμικό, το οποίο αναζητεί μια προσωρινή λύση στο βιοτικό πρόβλημά του είναι να κατευθυνθεί προς τις κοντινές χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Στις χώρες αυτές, οι αναγεννημένες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οικονομίες βρίσκονται σε φάση απογείωσης και δημιουργούν συνεχώς νέες θέσεις εργασίας, τις οποίες αδυνατεί να καλύψει η εσωτερική προσφορά. Άλλωστε και αυτή είναι συγκριτικά χαμηλή λόγω της δραματικής μείωσης του ευρωπαϊκού πληθυσμού κατά τον πόλεμο και της υπογεννητικότητας. Ο ανεπτυγμένος Βορράς έχει ανάγκη από φθηνό «εργατικά χέρια» τα οποία προσφέρει σε αφθονία ο ευρωπαϊκός Νότος.
ΚΑΡΑΒΙΕΣ ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ, ΚΟΠΕΛΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΦΘΑΝΟΥΝ ΜΕ ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ, ΟΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΕΛΛΕΙΨΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ ΓΑΜΟΥ, ΜΕ ΣΤΟΧΟ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΚΑΠΟΙΟΝ ΝΑ ΠΑΝΤΡΕΥΤΟΥΝ...
ΚΑΡΑΒΙΕΣ ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ, ΚΟΠΕΛΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΦΘΑΝΟΥΝ ΜΕ ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ, ΟΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΕΛΛΕΙΨΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ ΓΑΜΟΥ, ΜΕ ΣΤΟΧΟ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΚΑΠΟΙΟΝ ΝΑ ΠΑΝΤΡΕΥΤΟΥΝ...
Πράγματι, όπως μαρτυρούν τα επίσημα στοιχεία, το 60% των μεταπολεμικών Ελλήνων μεταναστών διοχετεύθηκε σε περιορισμένο αριθμό χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Συγκεκριμένα, οι χώρες όπου κατευθύνθηκε ο κύριος όγκος του μεταναστευτικού ρεύματος ήταν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ιταλία, η Βρετανία, η Ελβετία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Αυστρία, η Σουηδία και η Ολλανδία. Ιδιαίτερα εντυπωσιακοί είναι οι αριθμοί για τη Γερμανία, η οποία δέχθηκε στο διάστημα 1960-1976 περισσότερους από 623.300 Ελληνες «φιλοξενούμενους εργάτες» (Gastarbeiter), δηλαδή περίπου το 84% του συνολικού μεγέθους της ελληνικής μεταπολεμικής μετανάστευσης στην Ευρώπη. Για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις του φαινομένου είναι δύσκολο να εκτιμηθούν πλήρως ακόμη και σήμερα. Στην εσωτερική αγορά εργασίας, η επίδραση ήταν καταλυτική και σίγουρα ξεπέρασε κάθε προσδοκία των εμπνευστών της πολιτικής τής διοχέτευσης του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού προς τα έξω. Η αύξηση της ζήτησης εργασίας βελτίωσε βραχυπρόθεσμα τους εργασιακούς και μισθολογικούς όρους, αλλά παράλληλα αποστέρησε τη χώρα από πολύτιμο εργατικό δυναμικό και μάλιστα σε μια φάση έντονα αναπτυξιακή. Μακροπρόθεσμα η έξοδος προκάλεσε την έλλειψη ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, με αποτέλεσμα στην δεκαετία του 70 η Ελλάδα για πρώτη φορά στην νεότερη ιστορία της να μετατραπεί από χώρα αποστολής σε χώρα υποδοχής μεταναστών. Έτσι, σε τελική ανάλυση, η αρχική εκτόνωση και βελτίωση κατέληξε στην επιδείνωση των συνθηκών απασχόλησης και αμοιβής της εργασίας τουλάχιστον σε ορισμένους παραγωγικούς τομείς. Στο εσωτερικό, η κατάρρευση της τοπικής οικονομίας λόγω της μετανάστευσης οδήγησε στην αποψίλωση του τοπικού πληθυσμού ή ακόμη και στην ολοκληρωτική ερήμωση ορισμένων περιοχών της χώρας, η οποία από τις μέχρι σήμερα ενδείξεις δεν φαίνεται να είναι αναστρέψιμη.
ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ ΤΗΣ ΜΕΛΒΟΥΡΝΗΣ. ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΟΡΜΟΥΝ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΜΟΛΙΣ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ «ΠΛΟΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΝΥΦΕΣ, ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΟΤΙ ΘΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΝ ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ ΚΑΠΟΙΑ ΚΟΠΕΛΑ ΓΙΑ ΣΥΖΥΓΟ, ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΗΔΗ «ΛΟΓΟΔΟΣΜΕΝΕΣ».
Προκειμένου να αντιληφθεί κανείς καλύτερα την «αποψίλωση» της Ελλάδας από το νέο και δυναμικό τμήμα του πληθυσμού της, θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι η αναλογία των Ελλήνων μεταναστών στο νεαρό εργατικό δυναμικό της Γερμανίας από 16% το 1953 ανήλθε σε 71% το 1956. Αντίθετα με ό,τι συνέβαινε κατά την προπολεμική περίοδο κατά την οποία οι μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό αφορούσαν την Πελοπόννησο, τώρα το ισχυρότερο πλήγμα από τη μετανάστευση υφίσταται η Μακεδονία, η «ραχοκοκαλιά» της ελληνικής οικονομίας. Υπολογίζεται ότι στη δεκαετία του '60 το 45-50% των μεταναστών προέρχονται αποκλειστικά από τη Βόρεια Ελλάδα. Τέλος, ένα ακόμη. στοιχείο που αξίζει να σημειωθεί είναι η αλλαγή του προσώπου της Ελληνίδας μετανάστριας στο ρεύμα των δεκαετιών ’50-60, αλλά και η αύξηση του ποσοστού της γυναικείας συμμετοχής στην μετανάστευση, το οποίο φθάνει το 42%. Συγκεκριμένα, στην προηγούμενη περίοδο, ο ρόλος της γυναίκας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συμπληρωματικός καθώς πλαισίωνε την οικογένεια και περιοριζόταν συνήθως στα οικιακά καθήκοντά της. Αντίθετα, στη μεταπολεμική εποχή, η γυναίκα ως μέλος της οικογένειας αναλαμβάνει εργασία παράλληλα με τα άρρενα μέλη της οικογένειας ή και μεταναστεύει αυτόνομα σε αναζήτηση απασχόλησης στις χώρες φιλοξενίας.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
1998


from ανεμουριον https://ift.tt/3b7DoXh
via IFTTT
Από το Blogger.