Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου ΟΙ ΤΥΦΛΟΙ

του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου
Οι τυφλοί με καθηλώνουν, κυριολεκτικά, και με διαλύουν. Περπατώντας στους δρόμους της πόλης, συμβαίνει αρκετά συχνά (συνήθως κοντά στα φανάρια) να ακούω τον χαρακτηριστικό ρυθμικό (και κάπως κούφιο) ήχο, που προκαλεί κάποιος τυφλός, χτυπώντας το πεζοδρόμιο με την άκρη του μικρού, λευκού μπαστουνιού του. Σταματώ αμέσως και αναζητώ τον συγκεκριμένον αυτόν διαβάτη. Κυττάζω τα μάτια του, την έκφραση του, τα ρούχα του (κυρίως τα παπούτσια) και παρακολουθώ τις κινήσεις του. Προσπαθώ να πάρω μια ιδέα από τον κόσμο του, από τις συνήθειες, τα αισθήματα του, τις δυσκολίες του βίου του. Τι σκέφτεται, πώς ζει; Δεν τα καταφέρνω. Κάποιος εμφανίζεται ξαφνικά, του ακουμπά ελαφρά και με οικειότητα τον αγκώνα, ανάβει το πράσινο και ο τυφλός περνάει δρομαίως απέναντι - και χάνεται.

...Τι κρύβουν μέσα στην καρδιά;

Τυφλή ήταν η γιαγιά μου, η μητέρα της μάνας μου: έτσι την γνώρισα, και την θυμάμαι μια ζωή να περιφέρεται στο σπίτι με μισοτεντωμένα τα χέρια, να ψαχουλεύει συνέχεια τους τοίχους, τις πόρτες, τα έπιπλα, κάθε τόσο να σκοντάφτει και καμιά φορά να χτυπάει και να μωλωπίζεται. Όταν τύχαινε να χύσει τον καφέ της ή το γάλα, εμείς δυσφορούσαμε - και τότε η γιαγιά έσπευδε να λουφάξει, τρομαγμένη, σε ένα μικρό σκαμνάκι, όπου προτιμούσε να κάθεται και εκεί παρέμενε ώρες ατέλειωτες, κυττάζοντας με θολά και απλανή μάτια τον κόσμο, προσπαθώντας (μάταια, συνήθως) να πιάσει λίγη κουβέντα με όποιον περνούσε από δίπλα της. Έτσι κατάντησε να μιλάει μόνη της, μουρμουρίζοντας παληές ιστορίες, φράσεις μπερδεμένες από παρωχημένα συμβάντα ή διηγούμενη προς εαυτήν βίους και κατορθώματα αγίων, οπότε, κατά την κορύφωση του εξιστορουμένου μαρτυρίου, ανασηκωνόταν ελαφρά, έκανε μια βαθειά μετάνοια και άρχιζε να σταυροκοπιέται. Την θυμάμαι, επίσης, όταν της πηγαίναμε το φαγητό της: ρωτούσε τι είναι και με τον δείκτη του αριστερού χεριού ψαχούλευε τα κομματάκια το κρέας, τις πατάτες, τα μακαρόνια. Έπινε πάντα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, μέσα στο οποίο βουτούσε την τελευταία μπουκιά από το λευκό ψωμί, που της άρεσε. Ύστερα επέμενε αμέσως να πλυθεί. Ήταν εξαιρετικά καθαρή, έκανε μπάνιο κάθε πρωί με κρύο νερό, ακόμη και τον χειμώνα. Καμιά φορά την συμπονούσα, καθόμουν δίπλα της, της μιλούσα και την χάιδευα. Ψαχούλευε, τότε, τα ρούχα μου, τα παπούτσια μου, εμένα. Μεγάλωσες, μου έλεγε και με ρωτούσε για τα πράγματα του κόσμου, χαμένη μέσα στον δικό της χρόνο. Στο τέλος έκλαιγε - και εγώ την αγκάλιαζα: καθώς το δέρμα της έλαμπε και μοσχοβολούσε, την φιλούσα και άρχιζα να την παρηγορώ.

- Γιαγιά, της έλεγα, μη στενοχωριέσαι, όταν μεγαλώσω, θα γίνω γιατρός και θα σε κάνω καλά!

- Μακάρι, γιόκα μου, μου απαντούσε και μου φιλούσε τα χέρια.

Μεγάλωσα, έγινα γιατρός (δεν έγινα οφθαλμίατρος), σπάνια έβλεπα πια τη γιαγιά - και το μόνο που κατάφερα ήταν να της κλείσω τα μάτια, όταν ένα απογευματάκι, στο μικρό διαμέρισμα που έμενε με τη μητέρα μου, πέθανε ξαφνικά (ήταν περίπου εκατό ετών) από ανακοπή της καρδιάς.

ΤΑ ΝΕΑ
ΑΘΗΝΑ 2000



from ανεμουριον https://ift.tt/2UkkDuh
via IFTTT
Από το Blogger.