Βασίλης Γεωργιάδης (1921 Ελλήσποντος − 2000 Αθήνα)

του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΧΑΡ. ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ
Η ελληνική κλασική αρχαιότητα ανέδειξε τις έξι μεγαλύτερες Τέχνες της ανθρώπινης δημιουργίας. Δηλαδή την Αρχιτεκτονική τη Γλυπτική τη Ζωγραφική τη Λογοτεχνία, το Θέατρο και τη Μουσική. Η ευρωπαϊκή, μεσαιωνική αναγέννηση καλλιέργησε τις Τέχνες και πολλές από αυτές τις πλούτισε με νέα εξαίρετα δημιουργήματα. Στον ευρύτερο, όμως, παγκόσμιο χώρο, ο Εικοστός Αιώνας με τις τεράστιες δυνατότητες του ηλεκτρισμού, ανέδειξε μια νέα Τέχνη. Τον Κινηματογράφο. Την αναπαράσταση δηλαδή επί μιας μεγάλης επιπέδου σκηνής, ενός ζωντανού θεάματος, μέσω μιας κινηματογραφικής ταινίας. Ετσι ο Κινηματογράφος κατέκτησε κυριολεκτικά το ανθρώπινο ενδιαφέρον και αναγνωρίσθηκε επαξίως ως μια εκ των μεγαλυτέρων Τεχνών. Ηταν η Τέχνη των Τεχνών ή όπως ονομάστηκε, η Εβδόμη Τέχνη και ο δημιουργός της, ο Σκηνοθέτης. Αυτός που μετουσιώνει επί σκηνής τις άψυχες σελίδες ενός σεναρίου, σε ζωντανή οπτική πραγματικότητα. Στη χώρα μας, η διάδοση του Κινηματογράφου υπήρξε εκπληκτική, η άνοδος του κατακόρυφη και συνεπώς η επιτυχία του απροσδόκητη. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της επιτυχίας ανήκει δικαιωματικά στους Ελληνες σκηνοθέτες, σ' αυτούς τους αθέατους επί σκηνής δημιουργούς της Εβδομης Τέχνης. Αυτοί, με πενιχρά πάντοτε υλικά μέσα και κάτω από τις πλέον αντίξοες περιστάσεις, κατόρθωσαν — ιδίως τα μεταπολεμικά χρόνια— να αναδείξουν τον ελληνικό Κινηματογράφο στο λαμπρό κινηματογραφικό στερέωμα του ευρωπαϊκού, αλλά και του διεθνούς ενδιαφέροντος. Στους σκηνοθέτες του ελληνικού Κινηματογράφου ανήκει και ο Βασίλης Γεωργιάδης. Γεννήθηκε στα Δαρδανέλλια του Ελλησπόντου, κοντά στο Ιλιον της αρχαίας Τροίας, το 1921. Ηρθε οικογενειακώς στην Ελλάδα, μετά την άγρια εκδίωξη των ελληνικών πληθυσμών, από την τουρκική θηριωδία και εγκαταστάθηκε στο γραφικό Ξυλόκαστρο της Κορινθίας, όπου και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες, στην Πάντειο Σχολή, αλλά πολύ νωρίς στράφηκε στην κινηματογραφία. Τις θεωρητικές του γνώσεις για την Εβδόμη Τέχνη τις διδάχθηκε στην Ακαδημία Κινηματογραφικών Σπουδών και το 1956 παρουσιάζει την πρώτη κινηματογραφική του ταινία, με τον τίτλο: «Ασσοι του Γηπέδου», η οποία παρά το περιορισμένο θέμα του σεναρίου της, εντούτοις εντυπωσιάζει με τον εκφραστικό τρόπο της αφηγήσεως του έργου. Ακολουθούν οι ταινίες «Περιπλανώμενοι Ιουδαίοι» (1958), «Κρυστάλλω» (1960), «Η κατάρα της Μάνας» (1961), «Μην ερωτεύεσαι το Σάββατο» και «Οργή» (1962). Ολες οι ταινίες αποδίδουν με ιδιαίτερο ρεαλισμό συγκεκριμένες όψεις της ελληνικής κοινωνίας, της παλαιοτέρας, αλλά και της συγχρόνου. Το 1963 ακολουθεί η ρεαλιστική ταινία: «Τα κόκκινα φανάρια» και τον επόμενο χρόνο η εκπληκτική σατιρική παραγωγή «Γάμος α λα ελληνικά». Είναι δύο ταινίες οι οποίες προκαλούν την αυθόρμητη προσοχή του κοινού και αποσπούν τις πλέον ευμενείς κριτικές από τον ελληνικό Τύπο. Σταθμός όμως στη σκηνοθετική δημιουργία του Βασίλη Γεωργιάδη στάθηκε η μεγάλη ταινία του «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» το 1965. Είναι η πρώτη ελληνική ταινία σε στυλ αμερικανικού κινηματογράφου τύπου «γουέστερν». Συνδυάζει με απαράμιλλη ομοιογένεια την ελληνική πραγματικότητα της εποχής του αγροτικού κινήματος με τη θυελλώδη δράση των αμερικανικών κινηματογραφικών υπερπαραγωγών. Κινεί διαρκώς το φακό του οπερατέρ σε διαφορετικά συνεχώς οπτικά πλάνα, ενώ συγχρόνως, ένας μεγάλος αριθμός ηθοποιών και κομπάρσων αποδίδουν με ταχύ ρυθμό τις συνεχώς εναλλασσόμενες σκηνές του ενδιαφέροντος σεναρίου. Ετσι, ο θεατής συνδέεται ψυχικά με την εξέλιξη του έργου και συμμετέχει στα πάθη των πρωταγωνιστών της ταινίας. Με τον τρόπο αυτό, η φανταστική κινηματογραφική ιστορία γίνεται ανεπαίσθητα το ζωντανό βίωμα για τον θεατή. Οταν κάποτε στην Αμερική ένας κινηματογραφικός παραγωγός ρώτησε τον Βασίλη Γεωργιάδη: «Αλήθεια, πόσα εκατομμύρια δολάρια στοίχισε αυτό το μικρό θαύμα» ο Βασίλης Γεωργιάδης του απάντησε με ένα πικρό χαμόγελο: «Μα ούτε εκατό χιλιάδες δολάρια…». Και ο έκπληκτος Αμερικανός παραγωγός παρατήρησε με θαυμασμό: «Μα αυτό πραγματικά είναι το μεγάλο θαύμα αυτού του θεάματος…». Το περιστατικό, αρκετά χαρακτηριστικό, δίνει μια εικόνα των τεραστίων υλικών μέσων, τα οποία διαθέτουν οι ξένες παραγωγές, σε σχέση με τα πενιχρά μέσα που έχουν στη διάθεση τους οι Ελληνες σκηνοθέτες. Και όμως πολλές ελληνικές ταινίες ανεδείχθησαν εφάμιλλες και σε πολλές περιπτώσεις και πολύ καλύτερες από τις ξένες. Ακολουθεί το έτος 1969 η χαρακτηριστική ταινία «Κορίτσια στον ήλιο» η οποία παρουσιάζει τις απροσδόκητες ψυχολογικές μεταπτώσεις μιας ξένης τουρίστριας που έρχεται να περάσει τις καλοκαιρινές διακοπές της σε ένα γραφικό ελληνικό νησί. Οι ταινίες του Βασίλη Γεωργιάδη έχουν εκπροσωπήσει τη χώρα μας επισήμως, σε πολλά ξένα κινηματογραφικά φεστιβάλ. Ο ίδιος είχε προταθεί δύο φορές για την απονομή του αμερικανικού Οσκαρ για την καλύτερη ξενόγλωσση κινηματογραφική ταινία. Η πρώτη φορά όταν προτάθηκε γιά το Οσκαρ ήταν το έτος 1964 με την ταινία του «Τα κόκκινα φανάρια» και η δεύτερη το μεθεπόμενο έτος 1966 με την ταινία «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο». Εχει τύχει όμως πολλών άλλων τιμητικών διακρίσεων από διεθνείς Οργανισμούς και θεωρείται διεθνώς ως ο αντιπροσωπευτικός τύπος του σύγχρονου Ελληνα σκηνοθέτη, ο οποίος κατορθώνει να αποδίδει στον κινηματογράφο με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο τη ζωντανή πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Με τη διάδοση της τηλεοράσεως και μοιραίως τη συρρίκνωση της κινηματογραφικής παραγωγής, ο Βασίλης Γεωργιάδης έχει στραφεί ήδη από το έτος 1972 στη μικρή οθόνη. Έχει σκηνοθετήσει αξιόλογα έργα της ελληνικής λογοτεχνίας στην τηλεόραση, όπως «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη, «Γιούγκερμαν» του Μιχ. Καραγάτση, «Οι Πανθέοι» του Τ. Αθανασιάδη, καθώς και άλλων γνωστών δημιουργών της λογοτεχνίας μας.
Ελλάδα 20ός αιώνας Απογευματινή Αθήνα


















from ανεμουριον https://ift.tt/2xXBzhK
via IFTTT
Από το Blogger.