Το τετράδιο του Τάσσου

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ

ΣΤΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ του ζωγράφου - χαράκτη Α. Τάσσου περιλαμβάνεται και ένα τετράδιο με σημειώσεις του -μεταξύ άλλων- για τη ζωγραφική και τη χαρακτική. Το τετράδιο αυτό, 120 σελίδων, διαστάσεων 21,8χ 17 εκ., γαλλικής προελεύσεως, έχει πάνω αριστερά στο εξώφυλλο μια ξυλογραφία η οποία απεικονίζει την «ελευθερώτρια της Γαλλίας», Jeanne d’ Arc, ενώ στα διαγραμμισμένα φύλλα του φαίνεται σε διάφορα σημεία υδατόσημο με δύο χέρια που κρατούν πελέκεις.

Οι σημειώσεις του τετραδίου έχουν γραφτεί μόνο στη μία, την κύρια όψη των φύλλων του, με μαύρη σινική μελάνη στις δεκατρείς πρώτες σελίδες του, ενώ παρεμβάλλονται στο μέσον του τρεις σελίδες γραμμένες με μολύβι στο αριστερό, όπως κοιτάζουμε, φαρδύ περιθώριό τους και πέντε στο τέλος του πάλι με μολύβι, αλλά ανάποδα, από κάτω προς τα πάνω, σαν το τετράδιο να αρχίζει από το τελευταίο φύλλο του.

Μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε, παίρνοντας ως γνώμονα τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά στοιχεία, ότι οι σημειώσεις δεν γράφτηκαν όλες την ίδια εποχή: Το πρώτο μέρος τους θα πρέπει να χρονολογηθεί γύρω στο 1938, το δεύτερο γύρω στο 1945, το τρίτο γύρω στο 1960.

Περί Ζωγραφικής

Η ενότητα αυτή παρουσιάζει πρακτικές οδηγίες για την οξείδωση του λινελαίου, τα βερνίκια, την προετοιμασία του μουσαμά. Οι οδηγίες θυμίζουν τις παλιές Ερμηνείες της ζωγραφικής -να έχουν κρατηθεί από μαθήματα στο Προκαταρκτικό Τμήμα της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών; Ένα δείγμα για το βερνίκι:

«Το βερνίκι είναι απαραίτητο υλικό για τη λαδοζωγραφική. Το λάδι έχει το ιδίωμα να στεγνώνει απ’ τα πάνω προς τα κάτω και, αντίθετα, το βερνίκι απ’ τα κάτω προς τ’ απάνω. Έτσι το στέγνωμα γίνεται κατά τον καλύτερο τρόπο. Βερνίκι χωρίς εξατμιζόμενα λάδια γίνεται κι όταν βράσου με μαστίχα και λινόλαδο. Νέφτι - Ρετσίνι = Βερνίκι. Η αναλογία είναι: 10 γραμμ. Νέφτι - 5 γραμμ. Ρετσίνι. Το βερνίκι αυτό είναι το κατάλληλο για την ανάμιξη και το άπλωμα των χρωμάτων πάνω στο μουσαμά. Η βασική αναλογία του βερνικιού για την ανάμιξη με τα χρώματα είναι 1 προς 2».

Περί Χαρακτικής

Στην ενότητα τούτη ο Τάσσος εκθέτει τις προσωπικές του απόψεις για τη χαρακτική. Κάποτε, μετά τη διατύπωσή τους, δείχνει να προβληματίζεται αν εκφράζει σωστά εκείνο που θέλει να πει -από υπέρ-κριτική διάθεση διστάζει.
Εξώφυλλο του τετραδίου του Α. Τάσσου με ξυλογραφία που απεικονίζει την Jeanne D’ Arc. Περιλαμβάνει σημειώσεις με πρακτικές, οδηγίες περί ζωγραφικής, ενώ σε αυτές που αφορούν τη χαρακτική, ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες, εκθέτει τις προσωπικές του απόψεις, οι οποίες όμως απηχούν τη διδασκαλία του Γ. Κεφαλληνού καθώς και διαβάσματα άλλων σχετικών κειμένων γύρω από τη χαρακτική.

Όμως οι σκέψεις του προκύπτουν περιεκτικές, διεισδυτικές και τολμηρές:

«Το σχέδιο στη χαραχτική είναι η βάση και έρχεται απ’ τα έξω προς τα μέσα και διαμορφώνεται οριστικά όταν το αντικείμενο που σχεδιάζουμε αποχτήσει χαραχτήρα, πλαστικότητα και χρώμα.

»Ο τόνος στη χαραχτική με τη ζωγραφική του αντίληψη δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο γραμμή μαύρη, η επιφάνεια μαύρου ακαθόριστου σχήματος που παλεύει με επιφάνειες άσπρου, επίσης ακαθόριστου σχήματος. Ο τόνος στη χαραχτική είναι οφθαλμαπάτη. Οι αιώνες μας έδωσαν δυο πλευρές της χαραχτικής. Η μια είναι η χαραχτική που κλείνει μέσα της το αισθητικό αποτέλεσμα ή την τάση προς την αφήγηση, αδιαφορώντας για την τεχνική. Η άλλη είναι η χαραχτική της απόλυτης τεχνικής, που έκανε σύμβολο την ευστροφία της γραμμής, την τελειότητά της στην αρχή της και στο τέλος της. (Αυτή η πλευρά οδήγησε τη χαραχτική σ’ αδιέξοδο). (...)
Ο Γιάννης Κεφαλληνός στο σχεδιαστήριό του το 1932. Με την ανάληψη της έδρας της Χαρακτικής στην Ανώτατη Σχολή των Καλών Τεχνών από τον Κεφαλληνό το 1932 και με την απόμακρη, πλην όμως ισχυρή, ακτινοβολία του Δημήτρη Γαλάνη, η χαρακτική απέκτησε καλλιτεχνική υπόσταση στην Ελλάδα. Το εργαστήριο του Κεφαλληνού τράβηξε και ανάθρεψε μια πλειάδα νέων καλλιτεχνών. Ο πόλεμος και η Κατοχή τούς βρήκε σε ανοδική πορεία με τη μυστική ή φανερή αντίσταση που είχαν κηρύξει. Ωστόσο, το ώριμο έργο των μαθητών του Κεφαλληνού αναδείχτηκε μεταπολεμικά. Ανάμεσά τους κι ένας από τους πρώτους σπουδαστές του εργαστηρίου, ο Α. Τάσσος. Και σήμερα είναι πλέον παραδοχή πως αν μιλάμε για νεοελληνική χαρακτική, ο κορμός της ριζώνει στη φωτισμένη διδασκαλία και στο εργαστήριο του Γιάννη Κεφαλληνού.

» Το ζήτημα του μαύρου στην ξυλογραφία πρέπει ν’ αποτελέσει το αντικείμενο των προσπαθειών μου.

» Το μαύρο είναι ευκολία: Εάν αποπειραθούμε ν’ αφαιρέσουμε το εφέ του μαύρου, τότε θα διαπιστώσουμε πως δεν ήτανε λιοντάρι μα γαϊδούρι.

» Οι πριμιτίφ χαράχτες κλείσανε στην τέχνη τους το παν με το τίποτα. Ετσι ασφαλώς θα ’γίνε κι ο κόσμος που θαυμάζουμε. Συνηθίσαμε να λέμε πως το απλό είναι το σωστό, το αληθινό. Πώς όμως θ’ αρχίσουμε; Το απλό όλοι το ξέρουμε (κι εγώ το ξέρω). Κείνο ασφαλώς που δεν ξέρουμε είναι πώς φτάνει σ’ αυτό το απλό κανείς. Αν αρχίσουμε απ’ το αληθινό, αμφιβάλλω για το αποτέλεσμα -οι νατουραλιστές είναι αληθινοί μα δεν είναι απλοί.
Δύο εκδοχές του έργου του Α. Τάσσου «Ο τρελός» (ξυλογραφία σε πλάγιο ξύλο, 33,4x28,8 εκ.), που σχολιάζει ο Τάσσος στο τετράδιό του. Το πρώτο τύπωμα (αριστερά), στη συλλογή του Νίκου Γρηγοράκη, διαφοροποιείται από το δεύτερο (δεξιά) της συλλογής της Εταιρείας Εικαστικών Τεχνών «Α. Τάσσος», ως προς το κόκκινο χρώμα στο μαντίλι, που λείπει από το δεύτερο τύπωμα. Η ξυλογραφία χωρίς το κόκκινο λουλούδι -το οποίο προστέθηκε το 1942, προσδίδοντας στο έργο συμβολικό χαρακτήρα- φιλοτεχνήθηκε το 1938 και εκτέθηκε στη Β' Επαγγελματική Καλλιτεχνική Έκθεση  που διοργανώθηκε το 1942 στη δεξιά πτέρυγα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Στην ίδια έκθεση παρουσίασαν έργα τους που περιέγραφαν τις τραγικές συνθήκες της Ελλάδας υπό τους κατακτητές ο Γιάννης Κεφαλληνός, ο Αλέξανδρος Κορογιαννάκης και ο Αντώνης Κανάς, οι οποίοι γι’ αυτό συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στις φυλακές Αβέρωφ. Χάρη στην καλλιτεχνική φύση του Ιταλού διευθυντή των φυλακών, εξασφάλισαν, όσο έμειναν κρατούμενοι, χαρτιά, μολύβια, γομολάστιχες για να εργαστούν!

»Η Σχολή των Καλών Τεχνών είναι ο διαφθορέας που καταστρέφει την έμφυτη απλότητα των ταλέντων- τους μαθαίνει. Από τη στιγμή που το ταλέντο πληροφορείται, χάνει την αδρότητά του και την πηγαία του έκφραση. Κατόπιν η επιστροφή στην απλότητα είναι ζήτημα γνώσεων και λογικής, οπότε και δεν είναι απλότητα πηγαία μα εξεζητημένη».

Διάκριση

Οπωσδήποτε οι σημειώσεις του Τάσσου για τη χαρακτική απηχούν τη διδασκαλία του Γιάννη Κεφαλληνού στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και διαβάσματα κειμένων άλλων συναδέλφων του που γονιμοποιούν τη δική του σκέψη.

Η διάκριση του Τάσσου σε χαρακτική «που κλείνει μέσα της το αισθητικό αποτέλεσμα ή την τάση προς την αφήγηση, αδιαφορώντας για την τεχνική» και σε χαρακτική «της απόλυτης τεχνικής, που έκανε σύμβολο την ευστροφία της γραμμής, την τελειότητά της στην αρχή της και στο τέλος της» ενδεχομένως υπονοεί την gravure originale, την πρωτότυπη χαρακτική που ζητούσε ο Κεφαλληνός από τους μαθητές του, (Γιάννη Κεφαλληνού, Αλληλογραφία [1913-1952] - Κείμενα. Συγκέντρωση - φιλολογική επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλης, Αθήνα 1991, ο. 285), δηλαδή όχι τη χάραξη ορισμένου σχεδίου μα το σχέδιο για τη χάραξη.

Εξάλλου, εδώ πιθανόν υποφώσκει και η διάκριση ανάμεσα στις μεθόδους της ξυλογραφίας σε πλάγιο ξύλο, όπου οι γραμμές είναι συνήθως πιο ελεύθερες και της ξυλογραφίας σε όρθιο ξύλο, όπου οι γραμμές φαίνονται πιο πειθαρχημένες, να ακολουθούν κλειστά γεωμετρικά σχήματα. Όπως επισημαίνει ο ζωγράφος-χαράκτης Άγγελος Θεοδωρόπουλος τον οποίο ο Τάσσος σεβόταν και εκτιμούσε -του είχε αφιερώσει δύο άρθρα: ένα το 1953 στο περ. Νέα Εστία (τχ. 614, ο. 202-203) και το άλλο το 1961 στο περ. Ζυγός (τχ. 68-69, ο. 5-6)- «μετά την Αναγέννηση [...] οι ξυλογράφοι χάνονται στις λεπτομέρειες. Μερικά ξύλα δουλεύονται με την τεχνική της χαλκογραφίας. Μια πλανς (=σανίδα) γίνεται ένας κυκεώνας από μικρές σταυρωτές γραμμές. Οι ξυλογράφοι πελαγώνουν στο παίξιμο των τόνων, το γκρίζο χρώμα που τόσο μεταχειρίζονται αρχίζει να εξαφανίζει το άσπρο και το μαύρο, και προσπαθούν να μιμηθούν το βελούδο και το μετάξι» («Περί Χαρακτικής [Ιστορία της Τέχνης του Ξύλου], Ελληνικόν Ημερολόγιον «Ορίζοντες», τ. Γ, 1944, ο. 892).

Η πρόταση του Τάσσου «Οι πριμιτίφ χαράχτες κλείσανε στην τέχνη τους το παν με το τίποτα» παραπέμπει πάλι στον Άγγελο Θεοδωρόπουλο, ο οποίος γράφει ότι «οι “πριμιτίφ”, Βυζαντινοί και Ευρωπαίοι, που έκαμαν ξυλόγλυφες εικόνες με θρησκευτικά θέματα, που δούλεψαν το χαλκό και το ξύλο και έφτιασαν στολίδια και μινιατούρες για τη διακόσμηση των βιβλίων, ήσαν οι πρώτοι καλλιτέχνες χαράκτες» (Κλέωνος Παράσχου, «Συνέντευξις με τον κ. Αγγελον Θεοδωρόπουλον. Σκέψεις και γνώμαι του περί της ξυλογραφίας και της χαλκογραφίας», εφ. Τέχνη, τχ. 8, 5 Μαΐου 1938, ο. 4). Και με άλλη αφορμή ο Θεοδωρόπουλος θα προσθέσει για τους πριμιτίφ: «Είχαν ένα αυστηρό σχέδιο, μια σύνθεση που ερχότανε σε τέλεια συνεννόηση με τις ανάγκες της όλης, σε μια γραμμική τεχνική, τολμηρή και δυνατή. Η χαραγμένη επιφάνεια είναι ένα ισορροπημένο σύνολο, από όπου θα ήταν αδύνατο ν’ αποσπασθεί και το πιο ασήμαντο κομματάκι. Η εργασία αυτών των καλλιτεχνών έχει έναν χαρακτήρα μνημειώδη» (Αγγέλου Θεοδωρόπουλου, «Περί Χαρακτικής», ο.π., σ. 890).

Το αίτημα για απλότητα επιστρέφει συχνά στη σκέψη του Τάσσου. Σε άρθρο του με τίτλο «Ο παλμός της ζωής στο ελληνικό ύπαιθρο», δημοσιευμένο στο περ. Νεοελληνικά Γράμματα (τχ. 144, 2 Σεπτεμβρίου 1939, σ. 5), παρατηρεί: «Όταν κατορθώσουμε να δούμε την απλότητα των πραγμάτων κι όταν λυτρωμένοι απ’ τις επιδράσεις σταθούμε ειλικρινά σ’ οποιοδήποτε σημείο της ελληνικής φύσης, θα δώσουμε το αποτέλεσμα που δίνει η αληθινή τέχνη και στο πιο ασήμαντο δέντρο και στο κοινό χωράφι, στη γνωστή θάλασσα και στην ακόμη πιο γνωστή ζωή μας».

Αλλά και τη σχετλιαστική φράση του «Η Σχολή των Καλών Τεχνών είναι ο διαφθορέας που καταστρέφει την έμφυτη απλότητα των ταλέντων- τους μαθαίνει» την επαναλαμβάνει ο Τάσσος μέσα από την πρόταση ότι η διδασκαλία της Σχολής Καλών Τεχνών «αποσκοπεί να αφομοιώσει τους σπουδαστές σε ορισμένες φόρμες» (ο.π., σ. 4).

Σκληρή αυτοκριτική

Δεν λείπουν και οι στιγμές σκληρής αυτοκριτικής από το τετράδιο του Τάσσου, όπως συμβαίνει σε όλους τους γνήσιους καλλιτέχνες, αυτούς που έχουν ισχυρό πνευματικό δυναμικό. Έτσι γράφει: «Σήμερα αμφιβάλλω στα σοβαρά αν έχω ταλέντο. Φοβάμαι μήπως ό,τι κάνω είναι υποθέσεις ευκολίας κι όχι ταλέντου. Φοβάμαι μήπως δεν ξανακαταπιαστώ με τη χαραχτική, τουλάχιστο για λίγο καιρό - δεν είναι απίθανο να περνάω καμιά άγονη περίοδο και οι αμφιβολίες μου να μην είναι σωστές».


from ανεμουριον https://ift.tt/2yFg8Cg
via IFTTT
Από το Blogger.