Περικλής Γιαννόπουλος (1869 Πάτρα - 1910 Σκαραμαγκάς) - Καλύτερη Λαμία

Περικλής Γιαννόπουλος (1869 Πάτρα - 1910 Σκαραμαγκάς)

Πως θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε αυτό τον Ελληνολάτρη ουτοπιστή, που σπατάλησε τη ζωή του σα λαμπάδα για ένα ιδανικό άπιαστο και που τελικά την αφαίρεσε με το ίδιο του το χέρι, κατά τον πιο εντυπωσιακό τρόπο; Να τον πούμε «λόγιο» θα ’ταν πολύ, γιατί πίσω του δεν άφησε ολοκληρωμένο έργο, — δεν άφησε σχεδόν καθόλου έργο με τη μορφή κειμένων και βιβλίων που να καλύπτουν ένα χώρο του Πνεύματος. Να τον πούμε «κριτικό»; Δεν θα το ’θελε ούτε ο ίδιος, που απεχθανόταν, κατά τις μαρτυρίες που έχουμε, την όποια κριτική, με τη μορφή που είχε στην εποχή του. Ωστόσο, το πιο σωστό θα ’ταν έτσι να τον χαρακτηρίσουμε: ο Περικλής Γιαννόπουλος υπήρξε ο κριτικός των φιλολογικών και κοινωνικοπολιτιστικών πραγμάτων της εποχής του. Ήταν ο συνεχιστής του πολιτιστικού «πιστεύω» του Βλάση Γαβριηλίδη κι ο πρόδρομος του κατοπινού μεγάλου Νεοέλληνα κριτικού Φώτου Πολίτη. Όσο κι αν έμεινε άσχετος με την εποχή του, όσο κι αν η εποχή του τον παρεξήγησε, ο Γιαννόπουλος πολύ την κατανόησε ο ίδιος και πολλά πρόσφερε για την αναβίωση του νεοελληνικού πνεύματος, — παρόλο που οι αγώνες του στάθηκαν «ασυνάρτητοι», «σπασμωδικοί», χωρίς συγκρότηση, χωρίς τάξη. Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1870 κι ο πατέρας του ήταν γιατρός που καταγόταν απ’ το Μεσολόγγι, ενώ η μητέρα του βαστούσε απ’ τη Φαναριώτικη Βυζαντινή οικογένεια των Χαιρέτηδων. Τελειώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές του στην Πάτρα, ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου, αλλά μόνο για ένα χρόνο. Ύστερα έφυγε στο Παρίσι για σπουδές, όπου σχετίσθηκε με τους λογοτεχνικούς κύκλους και με την ξέφρενη, ξένοιαστη και γλεντζέδικια ζωή της γαλλικής πρωτεύουσας. Για δυο ολόκληρα χρόνια ο Περ. Γιαννόπουλος ζούσε έτσι ανέμελα, αφρόντιστα, έχοντας εγκαταλείπει τις σπουδές του. Ώσπου ήρθε ο θάνατος του πατέρα του για να τον προσγειώσει στην πραγματικότητα. Τότε ανακαλύπτει ότι είναι φτωχός, ότι δεν έχει κάνει τίποτα στη ζωή του, ότι σπατάλησε τα νιάτα του σε ανώφελες διασκεδάσεις. Η υγεία του έχει κλονισθεί: δε μπορεί πια να παρακολουθήσει μαθήματα ιατρικής. Φεύγει απ’ το Παρίσι σαν κυνηγημένος από εφιάλτες κι Ερινύες. Για ένα διάστημα καταφεύγει στο Λονδίνο, κοντά σ’ έναν εμπορευόμενο εκεί αδελφό του. Μα στα 1893 ξαναγυρίζει στην Ελλάδα, αποζητώντας μια σωτήρια αλλαγή. Στην ’Αθήνα της εποχής ο Γιαννόπουλος κλείνεται στην αρχή στον εαυτό του, διαβάζοντας, μεταφράζοντας και δημοσιεύοντας στα έντυπα της εποχής αυτές τις μεταφράσεις του από τη Δυτικοευρωπαϊκή Λογοτεχνία. Ο νέος αυτός άνθρωπος με την τόσο ευαίσθητη ψυχή περνά στην Αθήνα, τότε, μια δεύτερη κρίση: ο φίλος του Αναστ. Γεννάδιος, γιος του Γεωργ. Γεννάδιου, τον παρακινεί να εγκαταλείψει αυτές τις μελέτες και να στραφεί προς τους Έλληνες κλασικούς. Ο Γιαννόπουλος ακολουθεί τούτη τη συμβουλή και μένει γοητευμένος από την επαφή του με το θαύμα της κλασικής αρχαιότητας. Απ’ αυτή την έκσταση και τη γοητεία θα τον βγάλει η καταστροφή του πολέμου του 1897. Είναι το γεγονός που θα τον κάνει ν’ αντιμετωπίσει σοβαρά τη γύρω του πραγματικότητα και θα τον πείσει πώς πρέπει να την αλλάξει. Κι ενώ προετοιμάζεται για τον αγώνα αυτό, που τον προβλέπει σκληρό, η Αθήνα προσπαθεί να συνέλθει απ’ την καταστροφή, από τη ντροπή και την ταπείνωση της πολεμικής ήττας, να θάψει όπως-όπως τους νεκρούς της και να ξεχάσει... Ο νέος αιώνας, ο 20ος, βρίσκεται στην ανατολή του και η Αθήνα της εποχής έχει σαν χαρακτηριστικό της δυο αντίθετους πόλους, γύρω απ’ τους οποίους περιστρέφεται η ζωή της. Ο ένας είναι η ξενομανία, η επίδειξη, τ’ αμάξια, οι περίπατοι στα Φάληρα και στη λεωφόρο ’Αμαλίας, οι δεξιώσεις κι οι θεατρικές παραστάσεις με την Βερώνη και την Παρασκευοπούλου, που ανεβάζουν τις αρχαΐζουσες τραγωδίες του Βερναρδάκη και κάνουν το «ευαίσθητο» κοινό να κλαίει καθώς απαγγέλλουν από σκηνής τα μακρυνάρια των καθαρευουσιάνικων μονολόγων». Ο άλλος πόλος είναι η πνευματική ζωή του τόπου: ο Κωστής Παλαμάς έχει αρχίσει κιόλας να βάζει τα πρώτα λιθάρια του έργου του για να δημιουργήσει τη Νεοελληνική Ποίηση, και γύρω του συγκεντρώνονται οι νέοι τότε ποιητές: ο Γρυπάρης, ο Δροσίνης, ο Μαλακάσης, οι Χατζόπουλοι, ο Πορφύρας κι άλλοι. Αλλ' αυτή η πνευματική κίνηση είχε πολύ να φροντίσει για τον εαυτό της, είχε πολλή δουλειά να κάνει για να επιβεβαιωθεί η ίδια, έτσι που να μη μπορεί ν’ ασχοληθεί με τα «κοινά». Μόνο ο Παλαμάς θα το επιχειρήσει πότε-πότε με τα ποιήματά του. Μα είναι μια φωνή, κι αυτή πολύ μελωδική, για να μπορέσει να ξυπνήσει τους Αθηναίους από το μακάριο λήθαργο της λησμονιάς. Κι ο Περικλής Γιαννόπουλος, ο αριστοκράτης, Δυτικοφερμένος, σίγουρα πιστεύει πώς δεν έχει να περιμένει τίποτα απ’ αυτούς τους «πληβείους» πνευματικούς ανθρώπους, που αποτραβηγμένοι στις φωλιές τους εργάζονται για δικό τους λογαριασμό, αδιάφοροι για το τι συμβαίνει γύρω τους.
Έτσι ο Γιαννόπουλος θα ξεκινήσει τον αγώνα μόνος του. 'Ωστόσο, θα βρει συμπαράσταση από τον Τύπο, απ’ όλες σχεδόν τις εφημερίδες της εποχής που του ανοίγουν τις στήλες τους. Και η σειρά των πύρινων άρθρων αρχίζει. Γράφει ασταμάτητα, χρησιμοποιώντας ένα πλήθος ψευδώνυμα, και συχνά το ίδιο τ’ όνομά του. Γράφει και φωνάζει στους Αθηναίους της εποχής του, στους Νεοέλληνες: «Εγώ τίποτε δεν σας ζητώ και τίποτε δεν Έχετε να μου δώσετε. Επαίνους δεν θέλω. Δόξαν σας την χαρίζω. Εγώ θα σας αδειάσω εις το κεφάλι ό,τι είναι χρήσιμον, κινητικόν, ηδονικόν της ζωής σας (..). Θα κάνω ό,τι είναι δυνατόν για να σας πείσω να τα πάρετε, για να σας πείσω ότι είναι χρήσιμα για σας. Θέλετε να τα πάρετε; Πάρετε τα, είναι δικά σας. Δεν τα θέλετε; Τύφλα σας! (..). Το κτύπημα της ξενομανίας είναι το πρώτον κίνημα, ο πρώτος άγων των ποθούντων να αγωνισθούν δια μιαν αρχήν Ελλάδος. Η ξενομανία είναι χωριατιά, είναι προστυχιά, είναι κουταμάρα, είναι αφιλοτιμία, είναι αφιλοκαλία. Και είναι ξιππασιά. Και είναι αμάθεια». Αρχίζει συστηματικά τις επιθέσεις του με τα άρθρα αυτά, ενάντια στους διάφορους τομείς της κοινωνικοπολιτικής ζωής. Και πρώτ’ απ’ όλα ζητά τη δημιουργία μιας σωστής κριτικής, γιατί αυτήν που υπήρχε την αποκαλεί «σκορβουτική». Ύστερα επιτίθεται κατά της Αρχιτεκτονικής, κατά της διακόσμησης των σπιτιών φωνάζει στους Αθηναίους να παρατήσουν τα χαλιά που έφερναν απ’ το εξωτερικό και να ξαναγυρίσουν στα ελληνικά υφαντά. Δεν αφήνει καμιά πλευρά της νεοελληνικής κοινωνίας που να μη την καυτηριάσει. Την τότε μουσική ζωή την θεωρεί πλημμυρισμένη από «μουζικάντηδες», κι ονομάζει τα Ωδεία, «Φονεία». Τα άρθρα του αυτά ο Γιαννόπουλος θα τα συγκεντρώσει στα 1906 και θα τα εκδώσει σ’ ένα φυλλάδιο με τίτλο «Νέο Πνεύμα». Την άλλη χρονιά θα κυκλοφορήσει ένα δεύτερο φυλλάδιο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Έκκλησις προς το Πανελλήνιον κοινόν». Αλλά οι αγώνες αυτοί δε βρίσκουν άμεσα τουλάχιστον καμιά ανταπόκριση. Η κοινωνία της Αθήνας, που στην αρχή αντιμετωπίζει αυτόν τον εικονοκλάστη καλοπροαίρετα, σιγά-σιγά θ’ αγανακτήσει. Κι επειδή δεν έχει όπλα να τον πολεμήσει, επειδή στο βάθος της αντιλαμβάνεται το δίκιο του, θα καταφύγει σε δυο λύσεις: στη σπίλωση και στην αδιαφορία. Θα τον πουν «κίτρινο λιβελλογράφο», «Δον Κιχώτη», «Επιθεωρητή του Υμηττού», κι ύστερα θα του γυρίσουν περιφρονητικά την πλάτη και θα σωπαίνουν γύρω του οι πάντες. Και ο Περ. Γιαννόπουλος, που από νέος είχε κλονισμένη υγεία και τσακισμένα νεύρα, θα κουραστεί γρήγορα. Από το 1904 κιόλας θα πει «Τον τωρινό Έλληνα δεν τον πείθεις ούτε δια το χρώμα του ελληνικού ουρανού. Διότι όταν πειστεί, τότε θα αναγκαστεί να κινηθεί, να ενεργήσει, να εργαστεί. Και αυτός θέλει να κάθεται εις το καφενείον». Η απογοήτευση, η πικρία, τον κερδίζουν αργά μα σταθερά. Και σ’ όλ’ αυτά έρχεται να προστεθεί μια δεύτερη τραγωδία: ο Περ. Γιαννόπουλος, που ήταν ωραίος σαν Απόλλωνας, βλέπει το Χρόνο να περνά πάνω του και να τον μαραίνει. Απ’ αυτή την εποχή έχει κιόλας αποφασίσει: θα πεθάνει κατά τον ίδιο λεβέντικο τρόπο που έζησε. Για ένα διάστημα, την τελευταία χρονιά της ζωής του, συγκινείται με την Επανάσταση του 1909. Πιστεύει πως θα φέρει την Αναγέννηση της Ελλάδας που τόσο την περιμένει. Γίνεται ο πολιτικός σύμβουλος των επαναστατών λοχαγών του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» κι αναγνωρίζει από τότε κιόλας στο πρόσωπο του Ελευθερίου Βενιζέλου το μελλοντικό μεγαλοφυή πολιτικό. Μα η ψυχική και σωματική φθορά έχει αρχίσει. Σε μια στιγμή απελπισίας για την αδιαφορία της κοινωνίας θα κάψει τα χειρόγραφά του. Και μια μέρα του 1910 κατέβηκε στο Σκαραμαγκά μ’ ένα αμάξι, ντυμένος στα άσπρα. Ζήτησε να του ξεζέψουν ένα άλογο, το καβαλίκεψε κι αφού στόλισε το κεφάλι του μ’ αγριολούλουδα κι αλείφτηκε με μύρα, μπήκε στη θάλασσα καβάλα στ’ άλογο. Προχώρησε ως εκεί που τον πήγαινε το άλογο, μέχρι που να το σκεπάσουν τα κύματα. Μετά έβγαλε το περίστροφό του και πυροβολήθηκε στον κρόταφο, ενώ το άλογο αγριεμένο, βγήκε φρουμάζοντας από τη θάλασσα. Δεκαπέντε μέρες αργότερα, εκείνη την Άνοιξη του 1910, χωρικοί της Ελευσίνας βρήκαν το πτώμα του στην ακτή. Ήταν άθικτο και μαρμαρωμένο, έτσι που στην αρχή, οι απλοϊκοί αυτοί άνθρωποι νόμισαν πώς είχαν να κάνουν μ’ ένα αρχαίο άγαλμα. Ο συγκλονιστικός αυτός θάνατος κι οι λεπτομέρειές του που έγιναν γνωστές αναστάτωσαν την Αθήνα της εποχής. Για βδομάδες οι εφημερίδες μιλούσαν για το γεγονός. Κι ο Περ. Γιαννόπουλος «ξανακέρδισε με το θάνατό του τη δημοτικότητα που είχε χάσει με το έργο του», όπως λέει ο Τάσος Αθανασιάδης σ’ ένα του σχετικό κείμενο. Ο Γιαννόπουλος δε μπόρεσε να πείσει την εποχή του γιατί βέβαια οι θεωρίες του στάθηκαν στα γενικά τους πλαίσια ουτοπιστικές. Και γιατί ο ίδιος κατέφυγε στον αγανακτισμένο μονόλογο, αντί να μεταχειριστεί το διάλογο με τους σύγχρονούς του. Μα στις λεπτομέρειές του το κήρυγμά του, που ήταν σωστό, βρήκε οπαδούς και συνεχιστές. Από τις ιδέες του για επιστροφή στην ελληνικότητα ξεκίνησαν ο Άγγελος Σικελιανός στην Ποίηση, ο Ίωνα Δραγούμης στην Πολιτική, η Αγγελική Χατζημιχάλη με το λαογραφικό κι ιστορικό της έργο, ο Φώτος Πολίτης στην Κριτική, ο Δημ. Πικιώνης στην Αρχιτεκτονική. Το πνεύμα του Γιαννόπουλου ρίζωσε περισσότερο από το Λόγο του, και μέχρι σήμερα πολλοί είν’ αυτοί που καταφεύγουν στα κηρύγματα και στα επιχειρήματα του για να υποστηρίξουν ότι η δημιουργική επιστροφή στην ελληνική παράδοση είν’ αυτό που χρειάζεται στην αναγεννημένη Ελλάδα. Στα 1963 κυκλοφόρησαν σε δυο τόμους όλα τα σωζόμενα έργα του Περ. Γιαννόπουλου: άρθρα, επιστολές κι άλλο σχετικό υλικό, έτσι που σήμερα να ’χουμε συγκεντρωμένο ό,τι έγραψε αυτός ο μεγάλος ουτοπικός.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ ΑΘΗΝΑ 1976


from ανεμουριον https://ift.tt/2SmLUKX
via IFTTT
Από το Blogger.