Χρυσόστομος Γανιάρης (1894 Καλλιμασιά Χίου - 1966 Αθήνα)

Ποιητής της παράδοσης, από τους τελευταίους που επέμειναν στην ορθόδοξη ομοιοκαταληξία. Γεννήθηκε στη Χίο. Σπούδασε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και στα 1920 ήρθε στην Αθήνα, όπου ίδρυσε τον ομώνυμο εκδοτικό οίκο. Δεν θα ξέραμε να πούμε αν ή προσφορά του Γανιάρη σαν ποιητή ήταν μεγαλύτερη απ' την προσφορά του σαν εκδότη. Γιατί είν’ αλήθεια πως με τις εκδόσεις του μια ολόκληρης 20ετίας γνώρισε στο ελληνικό κοινό μια ολόκληρη σειρά από 200 λογοτεχνικά έργα, Ελλήνων και ξένων (με προσεγμένες μεταφράσεις) που για πρώτη φορά εκδίδονταν στην Ελλάδα. Ακόμη, μαζί με το γιο του Τάκη Ταγκόπουλου, ό Γανιάρης επιχείρησε να ξαναεκδώσει το «Νουμά», γύρω στα 1930, μια προσπάθεια όμως οικονομικά ασύμφορη. Σαν ποιητής ό Γανιάρης εμφανίστηκε στα 1946 με τη συλλογή «Ευφημία» (φέρει το όνομα της γυναίκας του, που την εξετέλεσαν οι Γερμανοί). Το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο, «Τα Καλλιμασιώτικα», είναι κι αυτό συναισθηματικό γέννημα, μια που τα ποιήματα που περικλείονται στις σελίδες του είναι αναμνήσεις απ' το χωριό του Γανιάρη, την Καλλιμασιά της Χίου. Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε στα 1949 και μαζί του σώπασε πια ο ευαίσθητος αυτός άνθρωπος.

ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑ

Νἄταν νά ξημερώνομουν ἓνα πρωΐ τοῦ θέρου
στό γονικό μου τό χωριό, στό πατρικό μου σπίτι,
ν’ ἀνοίξω τήν αὐλόπορτα νά μέ γαυγίσει ὁ σκύλος,
νά φτερουγίσει ὁ κόκορας, νά δράμουν οἱ πουλάδες,
νά μοῦ τεντώσει τό λαιμό γιά χάδεμα ἡ δαμάλα
καί νά μπροβάλει ἡ μάννα μου στόν κόρφο της νά γείρω!
Ἡ ψυχοπαίδα, ἀνάλαφρη, ἀπ’ τή δροσάτη στέρνα,
νά μ’ ἀνεσύρει βρόχινο, νά στρώσει τό τραπέζι,
νά φάγω δίκροκον αὐγό, σταρένιο παξιμάδι
καί πά στά κληματόφυλλα μιζίθρα μέ τό μέλι.
Κι ἀπέ, στόν ἴσκιο τῆς ἐλιᾶς, στό νιόκοπο γρασίδι,
νά ξαπλωθῶ, νά κοιμηθῶ ὥς νά χλωμιάνει ὁ ἥλιος
καί νά ξυπνήσω, νά νιφτῶ, νά βάλω τά καλά μου,
στήν πατωσιά νά πεταχτῶ, νά μπῶ στό πανηγύρι.
Κι ἄμα θ’ ἀρχίσουν τά βιολιά, οἱ γκάϊντες, τά λαγοῦτα,
τόν τρίπατο καί τό συρτό, τή σούστα καί τόν μπάλλο,
τίς χωριανές μου νά χαρῶ τίς χαμηλοβλεποῦσες,
τίς λεμονιές, τίς πουλουδιές καί τίς τριανταφυλλένιες,
νά στέλνουν στούς λεβεντονιούς πού παραστέκουν γύρα,
μέ τ’ ἀναμμένα μάγουλα φωτιά στά σωθικά τους,
ἀπ’ τήν καρδιάν ἀνασασμούς, μέ τίς ματιές ελπίδες
καί μέ τίς ἄσπρες μπόλιες τους σινιάλα τῆς ἀγάπης.
Κι ὅταν, κατά τό χάραμα, θά φτάσω πιά στό σπίτι
καί θά γυρίσω πίσω μου τήν πόρτα ν’ ἀμπαρώσω,
νά σβήσω τό «σ’ ἀφίνω γειά» ποὕχω γραμμένο ἀπάνω.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ ΑΘΗΝΑ 1976


from ανεμουριον https://ift.tt/2y9nHRM
via IFTTT
Από το Blogger.