Μαρτυρία Τάσου Νίκαινα

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ Κ. ΡΟΥΣΣΑΡΗ ΜΕ ΤΙΤΛΟ Ο ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ ΣΤΗ ΛΕΒΑΔΕΙΑ ΤΟ 1943 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ ΑΘΗΝΑ 2008
Γεννήθηκα το 1919, τα γεγονότα του πολέμου, της κατοχής και της αντίστασης τα έζησα στη Λειβαδιά. Οι Γερμανοί ήρθαν στη Λειβαδιά τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα του 1941. Πριν από μια ημέρα εδώ ήταν τα έμπεδα, είχαν μετατεθεί τα έμπεδα της Θεσσαλονίκης και οι φαντάροι ήταν στη Μητρόπολη, πέρασε ένα αεροπλάνο και έριξε 3 βόμβες, η μια σκότωσε ένα φαντάρο εκεί οι άλλες έπεσαν προς το Λυκοχώρι και κάψανε σπίτια, μετά από αυτό διαλυθήκανε οι φαντάροι. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί ήμουν εκεί, κατέβηκα στο Ζάππειο, ήρθαν 9 η ώρα το πρωί, προηγούνταν στρατιωτικές μοτοσυκλέττες και μετά ακολουθούσαν τα τανκς. Ήρθαν από τη Λαμία, από τη σημερινή οδό Θεσσαλονίκης, τους Γερμανούς τους υπεδέχθει ο Δήμαρχος ο Καζάζης, ο Δεσπότης και μια επιτροπή κάτω στα πλατάνια του Πελέκη. Εκεί ήταν γύρω στα 50-100 άτομα, ένας Γερμανός αξιωματικός παρέλαβε από τον Καζάζη σημαία ελληνική. Οι Γερμανοί έφυγαν προς τη Θήβα χωρίς ν’ αφήσουν φρουρά ή στρατό, όταν κατέλαβαν και την Αθήνα μετά από λίγες ημέρες εδώ εγκατέστησαν ένα διερμηνέα κι ένα κατώτερο αξιωματικό. Αυτοί εγκαταστάθηκαν στο σπίτι του Λουκά του Μέγα, εκεί που άνοιξε κλινική ο Τσιγιάννης απέναντι από το Β' Δημοτικό Σχολείο. Ο διερμηνέας ονομαζόταν Καλλιακούδας, δεν είχε σχέση με το Μήτσο και το Νίκο τον Καλλιακούδα που εγώ ήξερα. Οι Ιταλοί ήρθαν μετά από ένα μήνα, ήταν ένα τάγμα με πυροβολικό, ιππικό και το εγκατέστησαν επάνω στην Κολιτσανόραχη κι έφτιαξαν εκεί στρατόπεδο. Το Διοικητήριο, το Φρουραρχείο, η Καραμπινιερία κλπ εγκαταστάθηκαν στο σπίτι του Καλπούζου στη γέφυρα, όταν μας πιάσαν εμάς και μας πήγαν στο υπόγειο που είχε τομάρια, μας έκαναν τις ανακρίσεις ο "Καραμπινιέρης" επάνω. Οι Ιταλοί μόλις ήρθαν άρχισαν να φτιάχνουν πολυβολεία, εκεί έβαλαν φρουρές, δίπλα φτιάχνανε ένα-δύο σπιτάκια που είχαν τους φαντάρους, ένα ήταν στο γήπεδο, ένα στον Άγιο Λουκά, ένα πιο κάτω στην Κάδη και σε άλλα σημεία. Υπήρχανε ακόμη οι θέσεις που κάνανε μπλόκο, μπλόκο κάνανε κάτω εκεί που στρίβεις για τον Άγιο Θανάση δίπλα στην τεχνική σχολή, κάνανε μπλόκο κάτω στο σπίτι του Βρακά πιο πάνω από τη στροφή του Δάλκα, το άλλο ήταν στο γήπεδο στη γωνία απέναντι από το νεκροταφείο, άλλο ήταν στο Κάστρο στη Δεξαμενή, άλλο ήταν στου Κουτσούρη το σπίτι επάνω στο Ζαγαρά, είχανε άλλα 1-2 σημεία που κάνανε μπλόκο. Ο Γερμανός αξιωματικός με τον διερμηνέα τον Καλλιακούδα συνέχιζαν να παραμένουν, αν είχες διαφορές με τους Ιταλούς πήγαινες στους Γερμανούς για να βρεις λύση. Εγώ είχα έρθει από τους πρώτους σ’ επαφή με τους Ιταλούς. Γιατί συνεργαζόμουν με το Λευτέρη τον Τόλια και φτιάχναμε κεφτέδες, παίρναμε σταφύλια και άλλα φρούτα και τα πηγαίναμε και τα πουλούσαμε στους Ιταλούς στην Κολιτσανόραχη με χάρτινα φράγκα, που είχαν βγάλει τότε. Αυτή τη δουλειά την κάναμε επί 5 μήνες. Αυτή τη δουλειά μας άφηναν και την κάναμε γιατί οι ελιές, το οικόπεδο που είχαν το στρατόπεδο οι Ιταλοί ήταν του Τόλια. Στη Λειβαδιά κάναμε το πρώτο αντάρτικο του 1942 ήταν άνοιξη ή φθινόπωρο, δεν θυμάμαι (Μάρτιο ή Οκτώβριο), εμένα ένας Λουκάς Νάνος μου είχε δώσει όπλα ιταλικές αραβίδες, χειροβομβίδες κλπ, τα οποία εγώ έθαψα στις κάσες πεθαμένων στον Άι Λουκά, έβγαλα τους νεκρούς, έβαλα τα όπλα κι από πάνω τα σκέπασα με τους νεκρούς. Οταν ιδρύθηκε το αντάρτικο, έτυχε λόγω του αδερφού μου που ήταν εξορία επί Μεταξά, να είμαι γραμματέας της Κουμ. Νεολαίας Λειβαδιάς είχα το ταμείο και όλα αυτά κι όταν ιδρύθηκε το πρώτο αντάρτικό πήγα να πάρω τα όπλα, μπήκα μέσα στο Νεκροταφείο 12 η ώρα τη νύχτα, στην κοκαλοθήκη είχα ένα φακό κι άκουσα πατήματα (ήρθε ο Νίκος ο Σπίτσας κι ο Γιάννης ο Κομπότης ο Κατσώνης να φορτώσουν τα όπλα) και τρόμαξα από το πέταμα μιας κουκουβάγιας κι από τα πατήματα των αλόγων του Κατσώνη, που είχαν έρθει να φορτώσουν τα όπλα. Φορτώσαμε τα όπλα και τα μεταφέραμε στην περιοχή του Άη Φανούρη στη Λειβαδιά. Ακόμη είχαμε πάρει από τις βενζιναποθήκες των Ιταλών χειροβομβίδες και δυναμίτη, των οποίων τα κλειδιά είχε ο πατέρας μου γιατί ήταν λατόμος και χρησιμοποιούσε υλικά για τη δουλειά του, αφού τα πήραμε μετά στραβώσαμε με λοστό και σπάσαμε την κλειδαριά για να μην φανερωθεί ο πατέρας μου. Μ’ αυτά τα υλικά ανατινάξαμε τη γέφυρα στην Αράχωβα. Του Αγίου Παντελεήμονος γιορτάζαμε το 1942 στην εκκλησία και εκεί που χορεύαμε ήρθαν 9 Ιταλοί, εκεί ένας Γαζής Βοβόλης λεγόμενος τον οποίο σκότωσαν στον Καρακόλιθο, εκνευρίσθηκε γιατί ένας Ιταλός ήθελε να χορέψει με το έτσι θέλω και πλάκωσε στα σκαμπίλια τον Ιταλό, οι Ιταλοί προέταξαν τα όπλα οπισθοχώρησαν και έπειτα και εμείς διαλυθήκαμε. Τότε οι Ιταλοί πιάσανε 20-25, μεταξύ των οποίων και εμένα, χωρίς να υπάρξουν άλλες επιπτώσεις, γεγονός όμως είναι ότι οι Ιταλοί ήταν πιο βίαιοι, πιο επιθετικοί και πιο γυνσικάδες. Οι Γερμανοί ήταν τυπικοί δεν σ' ενοχλούσαν, αν σ’ έπιαναν για κάτι θα σε οδηγούσαν για σκοτωμό, αλλά κατά τ’ άλλα δεν σ’ ενοχλούσαν καθημερινά, όπως οι Ιταλοί. Οι Ιταλοί ας πούμε πήγαιναν να ψωνίσουν σταφύλια, έπαιρναν 4 κιλά έκαναν 8 δραχμές σου έδιναν 2 ή 3 δραχμές κι αν δεν τα ‘παιρνες σου ‘ριχναν και ξύλο. Ιδρυτές του ΕΑΜ. στη Λειβαδιά είμαστε μεταξύ άλλων εγώ, ο Ζήσιμος Παπαϊωάννου, ο Νίκος ο Καλλιακούδας, ο Γιώργος ο Κατσώνης από το Δραχμάνι, ο Τιμολέων Μωραΐτης, ο οποίος αργότερα έφερε το Κώστα τον Καλογερή και τον Απόστολο Λιανό. Ο Τιμ. Μωραΐτης ήξερε έναν ανταποκριτή της Κουμουνιστικής Νεολαίας Αθηνών, τον οποίο έφερε στη Λιβαδειά, εγώ σκάλιζα στον Τσίκητη τα χωράφια, κάτω από το Ζάππειο και τον έφερε εκεί και μ' έβγαλε φωτογραφία όπως έσκαβα μ’ ένα σκαλιστήρι και έκανε άρθρο στην Κουμουνιστική Νεολαία στην Εφημερίδα το 1942, με τίτλο "Μαθητής και τώρα σκάβει”. Πριν από τη συνθηκολόγηση (Σεπτέμβριος 1943) μια διλοχία των Ιταλών, που ήταν στον Ορχομενό έκανε εισήγηση εδώ στην οργάνωση του Κουμ. Κομ. Λειβαδιάς να παραδοθεί εδώ και να συνεργασθεί με τους αντάρτες. Πήγανε οι αντάρτες σ’ ένα Ντόρυ εγγλέζο αξιωματικό που ήταν στην Αλβανίτσα και του το ανέφεραν ότι η Διλοχία των Ιταλών ήθελε να παραδοθεί κι αυτός όπως φαίνεται ήταν προδότης (αυτό το μάθαμε αργότερα), πήγε το ανέφερε στη Γκεστάπο στη Λιβαδειά κι οι Γερμανοί τους έπιασαν τους Ιταλούς μια εβδομάδα πριν τη συνθηκολόγηση τους έβαλαν στο τρένο και πήγαν τους πέταξαν στην Κόρινθο και τους έπνιξαν. Οι Γερμανοί είχαν μυριστεί ότι οι Ιταλοί θα συνθηκολογούσαν κι από την άνοιξη του 1943 είχε έλθει ένας λόχος στη Λιβαδειά. Ήδη οι Ιταλοί είχαν φύγει από το σπίτι του Καλπούζου, εκεί είχαν παραμείνει οι στρατιώτες (σαν στρατόπεδο) και η Καραμπινιερία είχε έλθει στο σπίτι του Βούλγαρη, απέναντι από την κλινική του Νίκαινα της Ηλέκτρας το σπίτι. Στο σπίτι της Ηλέκτρας έμενε αξιωματικός της Γκεστάπο. Οι Γερμανοί εγκαταστάθηκαν οι μισοί στο σπίτι του Απόστολου Λιανού και οι υπόλοιποι στο σπίτι του Κουτρούμπα δίπλα στου Ναπολέοντα το φούρνο. Δύο αξιωματικοί έμεναν στο Ξενοδοχείο ΕΛΙΚΩΝ. Οταν μαθεύθηκε η συνθηκολόγηση εμείς ανοίξαμε τις Ιταλικές αποθήκες των όπλων που ήταν στο ξυλουργείο του Λευτέρη του Βέργου και τα διοχετεύαμε στον Άγιο Παντελεήμονα, στον Προφήτη Ηλία, στον Ελικώνα, αποθήκες επίσης με σιτάρι ήταν στη συνέχεια εκεί που ήταν του Λαζαράκη το μαγαζί και πιο πέρα μέχρι εκεί που είναι το μαγαζί (χρυσοχοείο των Γέρου και Μαλούχου). Καμμιά δεκαριά Ιταλοί καθώς κι ο διερμηνέας τους πήγαν στο βουνό με τους αντάρτες. Τα όπλα από τις αποθήκες τα πήραμε πρωΐ, επάνω στο πρόκυμα - επάνω προς τον Προφήτη Ηλία, ο Φώτης ο Μεραναίος μ ένα λόχο ανταρτών, κατέβηκε για να παραλάβει τα όπλα. Οι Γερμανοί κτυπούσαν με δύο κανόνια που είχαν εγκαταστήσει στην περιοχή του Κάστρου κι από εκεί πυροβολούσαν προσπαθώντας να μην αφήσουν τους Έλληνες να κουβαλήσουν τα όπλα προς το βουνό. Σ’ αυτή τη μάχη σκοτώθηκαν ο Δούμας κι ο Σπύρος ο Πελεκάνος στη μάχη μεταξύ Γερμανών και του Εφεδρικού ΕΛΛΑΣ. Οι Ιταλοί είχαν παραδοθεί στους Γερμανούς χωρίς μάχη. Ο Τάσος ο Τσιροπούλας σκότωσε ένα Γερμανό κι έπειτα τον πέταξε και τον έκρυψε σ’ ένα αποχωρητήριο δίπλα στο σπίτι του στο Ζαγαρά. Οι Γερμανοί άρχισαν τις συλλήψεις, γύριζαν σαν λυσσασμένοι στο Ζαγαρά κι έπιασαν 5 Λειβαδίτες το Σωτήρχαινα, τον Αγραφιώτη, τον Κρανιώτη, το Νικολάου και τον μαστρο-Γρηγόρη το Λατόμο και τους σκότωσαν στο καλύβι του μαστρο-Γρηγόρη, εκεί που είναι σήμερα το 3ο Δημοτικό Σχολείο. Μετά άρχισαν να συλλαμβάνουν νέους κυρίως από το Ζαγαρά και τους συγκέντρωσαν στην πλατεία Μητροπόλεως μπροστά στο εργοστάσιο του Πανουργιά και τους έβαλαν στη σειρά. Εκεί φώναξαν ποιοι είναι από το Ζαγαρά και έβγαλαν 10 παλληκάρια, τα οποία κρέμασαν τη νύχτα στην κεντρική πλατεία, τα κρέμασαν σε δύο μπαλκόνια, στο ένα μπαλόνι του γιατρού του Περίνη και στο άλλο πάνω από το ουζερί του Λιανού. Τους κρέμασαν στα δύο μπαλκόνια, εγώ δεν τους είδα γιατί είχα φύγει στο βουνό μαζί με το Σκουρολιάκο το Τζαμτζή, αλλά το ξέρω καλά αυτό γιατί το έλεγε όλη η Λιβαδειά γι’ αρκετά χρόνια. Εκτός από τα παιδιά που κρέμασαν οι Γερμανοί έκαψαν αρκετά σπίτια στο Ζαγαρά. (απαγγέλλει στίχους και ποιήματα του Λιανού και του Μωραϊτη συγκινημένος)


from ανεμουριον https://ift.tt/2MhohjA
via IFTTT
Από το Blogger.