Η κωμωδία στον Ελληνικό Κινηματογράφο

της ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Το κινηματογραφικό προϊόν ως αποτέλεσμα πολυεπίπεδων διεργασιών στο καλλιτεχνικό, κοινωνικοπολιτιστικό αλλά και οικονομικό επίπεδο είναι φυσικό να επηρεάζεται άμεσα από τις γενικότερες συγκυρίες της εποχής που το παράγουν. Η θεματολογία των ταινιών, το ύφος που τις διαπερνά, τα στερεότυπα που αναπαράγουν εξαρτώνται από τις γενικότερες πολιτιστικές συμπεριφορές και συνήθειες που κυριαρχούν τη συγκεκριμένη περίοδο. Είναι λογικό οι ταινίες να δημιουργούν μια αμφίδρομη σχέση με το κοινό αντλώντας στοιχεία από τα ενδιαφέροντά του αλλά και επηρεάζοντας οι ίδιες το γούστο και την αισθητική αντίληψη του μέσου θεατή.

Αν αυτά ισχύουν γενικώς για κάθε απόπειρα κινηματογραφικής αποτίμησης, πόσο μάλλον για αυτές που δεσπόζει το κωμικό στοιχείο που είναι κάτι άμεσα συνδεδεμένο με επικρατούσες τάσεις και αντιλήψεις σε ιδεολογικό και κοινωνικό επίπεδο αλλά και με τις βασικές αισθητικές και καλλιτεχνικές προτιμήσεις των αποδεκτών. Οι κωμωδίες αποτελούν ένα κινηματογραφικό είδος που η βιομηχανία του θεάματος αξιοποίησε όσο πιο πολύ μπορούσε για ψυχαγωγικούς και εμπορικούς βέβαια σκοπούς, εκμεταλλευόμενη την ευρύτητα του κοινού που μπορεί να αγκαλιάσει αλλά και την ανάγκη των θεατών για φυγή από μια καθημερινότητα γεμάτη προβλήματα και υποχρεώσεις. Παράλληλα, η Έβδομη Τέχνη έχει να επιδείξει μια σειρά από ταινίες οι οποίες με καυστικό τρόπο φέρνουν στην επιφάνεια στιγμές της πραγματικότητας που σε άλλα είδη αποσιωπούνται. Η διεισδυτικότητα και η ειλικρίνεια που τις χαρακτηρίζει βοηθά να φωτισθούν πλευρές της καθημερινότητας που συνήθως αποσιωπούνται ή παρουσιάζονται συγκαλυμμένες και με υπονοούμενα που συσκοτίζουν παρά αποκαλύπτουν τις πραγματικές καταστάσεις.

Η ελληνική κωμωδία έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της κινηματογραφικής παραγωγής αλλά έχει και η ίδια επηρεαστεί από τις δικές της κατευθύνσεις. Άλλη είναι η αφηγηματική της δύναμη τη δεκαετία του '50 με τις πρώτες ταινίες του Αλ. Σακελλάριου να δεσπόζουν και άλλη αυτή του ’60, που τη χαρακτήρισε μεν ποσοτική έκρηξη που συνοδεύτηκε από εισπρακτική επιτυχία, αλλά ομολογουμένως χωρίς τη στόφα των μεγάλων κωμικών θα περνούσαν απαρατήρητες. Η θεαματική στροφή στη φόρμα και στη θεματολογία που εμφανίζεται μετά το ’70 οδήγησε στην απουσία για μερικά χρόνια του κωμικού στοιχείου. Η λιτή αλλά διεισδυτική ματιά των ταινιών του Β. Βαφέα και η πηγαία δύναμη των πρώτων ταινιών του Ν. Περάκη αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της τάσης που διαμορφώθηκε.

Οι πρώτες ταινίες όπως «Η Θεία από το Σικάγο», «Ο μεθύστακας», το «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», κ.ά. αποτελούν ενδεικτικές περιπτώσεις της ζωντάνιας και της επιτυχημένης σύμπλευσης μιας λαϊκότητας και μιας γραφικότητας στο χειρισμό των θεμάτων που αγαπήθηκε από το κοινό. Η εμπορική τους όμως επιτυχία οδήγησε στην παραγωγή μιας σειράς κακέκτυπων, αυτών που μέσα από κοινοτοπίες και επαναλήψεις εξαντλούν τα θέματα και καταντούν βαρετές απομιμήσεις. Το μόνο στοιχείο που τις χαρακτηρίζει και δικαιολογεί τη μέχρι στις μέρες μας προβολή τους από τα τηλεοπτικά κανάλια είναι η αμεσότητα των ερμηνειών και η γλαφυρότητα της μεταφοράς των κοινωνικά αποδεκτών προτύπων. Σε μια λογοκρατούμενη κινηματογραφία, με ανύπαρκτα ουσιαστικά σενάρια και με τους σκηνοθέτες πιεζόμενους από την ανάγκη του παραγωγού για εισπρακτική επιτυχία, οι κωμωδίες διασώζουν κάποιες πτυχές της μικροαστικής νοοτροπίας. Η ειδυλλιακή εικόνα της αυλής και της γειτονιάς που πέρασε από την κατά βάση συντηρητική δομή της οικογένειας και αποσιώπησε όλες τις άλλες παραμέτρους της ζωής σε μια πόλη
που αλλάζει, άφησε εντούτοις κάποιες στιγμές πηγαίων εκρήξεων που στηρίζονται σε ηθοποιούς όπως η Γεωργία Βασιλειάδου, ο Ορέστης Μακρής, ο Μίμης Φωτόπουλος, ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Κώστας Χατζηχρήστος και τόσοι άλλοι. Αυτοί με τη δύναμη των εκφραστικών τους δυνατοτήτων κατάφεραν να μεταφέρουν ατόφια κάποια στοιχεία αυτής της μετατροπής της μικρής πόλης σε μεγαλούπολη, όπου συγχωνεύονται άνθρωποι απ’ όλη την Ελλάδα. Από τη νοσταλγική ματιά για την Αθήνα που έσβηνε μέχρι τη νεοπλουτίστικη επιθυμία για γρήγορη ανέλιξη, που χαρακτηρίζει τις κωμωδίες του ’60, μεσολαβεί μια αλλαγή στη νοοτροπία των ηρώων αλλά και του ύφους. Τώρα κυριαρχεί η ανάγκη για επιχειρηματική δραστηριοποίηση και αφομοίωση των νέων μοντέλων συμπεριφοράς, από τον τρόπο ντυσίματος και διασκέδασης μέχρι τις διαπροσωπικές σχέσεις. Η ειδυλλιακή αυλή με τις ανθρώπινες σχέσεις των κατοίκων της γειτονιάς αντικαθίσταται από την απρόσωπη συγκατοίκηση στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας ή την πολυτελή διαμονή στις μονοκατοικίες των προαστίων.

Οι κωμωδίες αυτές παρέχουν στον σύγχρονο θεατή την εικόνα μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ενσωματώσει τους εσωτερικούς μετανάστες που έχουν κατακλύσει την πρωτεύουσα, αλλά και να ικανοποιήσει τη δική της αγωνία για γρήγορο πλουτισμό. Η εμφάνιση ενός μοντέλου κοινωνικής καταξίωσης μέσω της επίδειξης παρατηρείται στο σύνολο των κωμωδιών που έχουν ως ήρωες ανερχόμενους επιχειρηματίες. Οι κοινωνικές ανισότητες είναι κάτι που θεραπεύεται με πλούσιο γάμο, την ευσπλαχνία του εργοδότη και, βέβαια, με την απρόσμενη έλευση του πλούσιου θείου ή θείας από την Αμερική. Η επιδερμική και ανώδυνη προσέγγιση των φαινομένων αλλά και η αφελής δραματουργική εξέλιξη αντισταθμίζονται από την εγγραφή στη μνήμη του θεατή των μεγάλων κωμικών, οι οποίοι έχουν στιγμές που αυτοσχεδιάζοντας φέρνουν στην επιφάνεια ηθελημένα ή αθέλητα στοιχεία που σήμερα αποτελούν πηγή γνωριμίας με τις ευρύτατα διαδεδομένες τότε πολιτιστικές συμπεριφορές και επικρατούσες αντιλήψεις.

Τη δεκαετία του '70 οι γενικότερες αναζητήσεις στο χώρο του περιεχομένου, της γραφής από μια νέα γενιά σκηνοθετών, αλλά και η παντελής αλλαγή του τρόπου παραγωγής και χρηματοδότησης των ταινιών, καθώς και η απομάκρυνση του κοινού από τις αίθουσες με την εμφάνιση της τηλεόρασης, οδήγησαν τον ελληνικό κινηματογράφο σε μια εσωστρέφεια. Ο αριθμός των κωμωδιών μειώθηκε εμφανώς. Ο Κατσουρίδης είναι από τους ελάχιστους που συνεχίζει με απόλυτη επιτυχία, ενώ κάποιοι, όπως ο Μαραγκός ή ο Τσιώλης, δίνουν εκδοχές των δικών τους οπτικών. Από αυστηρά προσωπικό ύφος κυριαρχείται και η δουλειά του Σπετσιώτη πάνω στον Ροΐδη. Περιπτώσεις νέων σκηνοθετών όπως ο Γιατζουτζάκης είναι χαρακτηριστικές, αλλά δεν συναντώνται συχνά. Ο Αβδελιώδης επίσης ακολουθεί μια μοναχική και αυθεντική πορεία με πολλά στοιχεία σάτιρας.

Τα τελευταία χρόνια, μετά την επιτυχία των τηλεοπτικών κωμικών σειρών που στηρίζονται σε ανάλαφρα μικρά καθημερινά στιγμιότυπα, υπήρξε μια ξαφνική αύξηση και των αντίστοιχων κινηματογραφικών ταινιών με εντυπωσιακά εισπρακτικά αποτελέσματα. Οι Ρέππας, Παπαθανασίου, ο Λαζόπουλος, ο Καφετζόπουλος,
αλλά και μερικοί νέοι στράφηκαν στην κωμωδία και μάλιστα βρήκαν έντονη ανταπόκριση του κοινού, που πολλοί σκηνοθέτες κυρίως μίλησαν για αναβίωση της χρυσής εποχής του ’60. Θεωρούμε ότι είναι πολύ νωρίς να εξαχθούν συμπεράσματα για τη μακροχρόνια πορεία του φαινομένου. Είναι γεγονός ότι ακόμα και αν υπάρχουν αντιστοιχίες δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι αυτή η άνθηση προέκυψε μέσα από ήρωες τηλεοπτικών προγραμμάτων ήδη γνωστούς και αγαπητούς στο ευρύ κοινό. Η απροσδιοριστία και η έλλειψη σταθερότητας σε αυτό το επίπεδο δεν εγγυάται την ανάλογη συνέχεια και επίτευξη ποσοτικών εκρήξεων και για το μέλλον. Οι κοινωνικοπολιτιστικές συμπεριφορές σήμερα είναι εντελώς διαφορετικές και οι καταναλωτικές προτιμήσεις αλλάζουν από μέρα σε μέρα. Η ανάλαφρη χρήση της σάτιρας και η αποσπασματικότητα των ευφυολογημάτων δεν καλύπτει τη σκληράδα της νέας πραγματικότητας. Οι μετανάστες πια είναι πολυεθνείς και τα φαινόμενα της καθημερινότητάς τους περικλείουν μια βία πολυεπίπεδη σε οικονομικό, ψυχολογικό, ακόμα και θεσμικό επίπεδο, οι οικογενειακές σχέσεις δεν έχουν πια καμιά κοινή παράμετρο με την αφέλεια και απλοϊκότητα των καλοσυνάτων μπαμπάδων που προσπαθούν να παντρέψουν τα ανύπαντρα κορίτσια τους χωρίς προίκα.

Αν οι κωμωδίες μείνουν στις εκδοχές του εντυπωσιασμού και του φραστικού εξτρεμισμού, της επιπόλαιης καταγραφής ανούσιων συμβάντων και της επιτηδευμένης πρόκλησης, θα καταγράφουν ευκαιριακές επιτυχίες, αλλά δεν πρόκειται να αποκτήσουν μια βαρύτητα και προτεραιότητα στις σταθερές επιλογές του κοινού. Και μην ξεχνάμε ότι οι εναπομείναντες πιστοί στην κινηματογραφική αίθουσα είναι ήδη γνώστες της διαφορετικότητας της θέασης σε αυτήν. Δεν θα ακολουθήσουν για πολύ μια μόδα που απλώς τους αλλάζει τη διάθεση, όταν το ίδιο ακριβώς προσπαθούν να κάνουν τα κανάλια επί εικοσιτετραώρου βάσεως και μάλιστα με αμέτρητες εναλλαγές. Αυτοί δε που ελπίζουν στην επιστροφή μέσω των κωμωδιών ευρύτερου κοινού ας μην ξεχνούν ότι αυτό είναι ευμετάβολο και ασταθές. Κάποιες απόπειρες νέων κυρίως για μαύρες κωμωδίες σκόνταψαν στην ανωριμότητα της σκηνοθετικής τους ικανότητας αλλά και στις δυσκολίες που παρουσιάζει το εγχείρημα διεθνώς, καθώς απαιτεί πολύ δυνατά σενάρια και μεγάλους ηθοποιούς που έχουν εσωτερικεύσει τα αδιέξοδα της εποχής για να μπορέσουν μετά να τα μεταφέρουν με τρόπο πικρά κωμικό. Ειδικά ο τρόπος που έχει κατά καιρούς σκιαγραφηθεί το περιθώριο, οι άνθρωποι της νύχτας, το φαινόμενο των ναρκωτικών, η ομοφυλοφιλία, η ξενοφοβία και άλλα κατεξοχήν μεγάλα ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας μάλλον απογοητεύει τον θεατή και δεν δίνει ελπίδες για μια συνολική στροφή σε τέτοια εγχειρήματα. Ο ελληνικός κινηματογράφος κρατάει ακόμα την πολυτέλεια των μεμονωμένων αξιοσημείωτων ταινιών, χωρίς να μπορεί να δημιουργήσει μια τάση ή ρεύμα γύρω από την κινηματογραφική αποτύπωση του κωμικού. Αυτό που κυριαρχεί ακόμα είναι το ταλέντο και η ευαισθησία ξεχωριστών περιπτώσεων που από τη δική του πλευρά ο καθένας προσεγγίζει την έτσι κι αλλιώς, πολύνθετη ελληνική πραγματικότητα.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 2002


from ανεμουριον https://ift.tt/2W9ria8
via IFTTT
Από το Blogger.