Εκδότες με σεβασμό στην παράδοση

ΤΖΟΥΛΙΑ ΤΣΙΑΚΙΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 1996
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΥΜΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ | Κρατώ στη μνήμη μου δύο προσωπικότητες που δέσποζαν στα τυπογραφικά πράγματα γύρω στα 1980, λίγο πριν γίνει η κλασική τυπογραφία καλλιτεχνία και όχι καθημερινή πρακτική. Ο ένας είναι ο τσιγκογράφος Κώστας Χαλκιόπουλος στην οδό Αγίου Μάρκου. Περνάς μια στοά όπου κρέμονται μαντίλια, παίρνεις μια σκάλα σκοτεινή βαμμένη σαν ξενοδοχείο στις όχθες του Δούναβη, πρώτο πάτωμα, η αίθουσα του τσιγκογραφείου μ’ ένα μηχάνημα από χοντρά ξύλινα δοκάρια σαν αχυρώνας και σαν αργαλειός και γύρω γύρω άνθρωποι κοντά σε λάμπες να δουλεύουν επιφάνειες. Ο Χαλκιόπουλος, ίδιος ο Flaubert, και τα προπολεμικά έπιπλα του γραφείου του να πλαισιώνουν το βαρύ κορμί του με χάρη. Γλυκό ύφος, υπομονή και όταν πήρε στα χέρια του τις βινιέτες του τεύχους 14 του ΕΚΗΒΟΛΟΥ -αφιέρωμα στον Παλαμά- για να ευχαριστήσει τον καλλιτέχνη ξαναδούλεψε στο χέρι τους τσίγκους ώστε να πετύχει τις διαβαθμίσεις των τόνων. Το καλοκαίρι φέτος, μετακομίζοντας, βρήκα στον πάτο μιας σακούλας με χαρτιά τα κλισέ αυτά, είχαν μείνει πάνω τους χρυσοκίτρινα μελάνια απ’ το τύπωμα και άστραφταν μέσα στην αποθήκη που επειδή δεν είχε ρεύμα πια το σπίτι φωτιζόταν με κεριά. Στη λάμψη τους αυτή ένωσαν τα παιδικά μου χρόνια στο τυπογραφείο του πατέρα μου, τα 27 μου χρόνια στο τυπογραφείο που τότε ήταν του ΕΚΗΒΟΛΟΥ, τα τωρινά μου 45 στο ηφαίστειο υπόγειο των Αφών Παληβογιάννη, στην απλόχωρη σέρα του Χρήστου Μανουσαρίδη, στο αρχοντικό νοικοκυριό του Ταμπακόπουλου, στη ρομαντική φωλιά του Νίκου Κοπάτου, στο όμορφο χάος του Μιχάλη Μπορμπουδάκη.  Ο άλλος είναι ο Παναγιώτης Μέρμηγκας. Φρόντιζε τρεις δεκαετίες τις εκδόσεις του ΙΚΑΡΟΥ και ύστερα από τόσα και τέτοια βιβλία είχε φουσκώσει από την πείρα σαν το πουγκί του πιο μετρημένου σαράφη. Είχε πάντα μαζί του ένα σουγιαδάκι που χρησιμοποιούσε τις ιδιαίτερες εκείνες μέρες που πήγαινε από το αγαπημένο του γραφείο για να παρακολουθήσει επί τόπου στο τυπογραφείο εκτύπωση εξωφύλλου. Καθώς το πρώτο καθαρό φύλλο θα έβγαινε από το πιεστήριο, θα το δίπλωνε για να ελέγξει τα μέτρα και με το σουγιαδάκι θα έκανε την πρόχειρη πίκμανση, το τσάκισμα της ράχης. Στην επιστροφή θα έπαιρνε το κολατσιό του όπως κάθε μέρα απλώνοντας μια κόλλα χαρτί 70x100 εκ. πάνω στο γραφείο του και ανοίγοντας εκεί τα εκλεκτά, καλοτυλιγμένα πακέτα από το σπίτι. Μπορεί εκείνη τη στιγμή να έμπαινε ο Γ.Π. Σαββίδης: «Θα πάρετε λίγο ψωμοτύρι;» «Πολύ ευχαρίστως». Και μασουλούσαν σιωπηλά οι δύο αυτοί μεγάλοι γνώστες της τυπογραφίας για να σκύψουν μετά πάνω στα χαρτιά και να ερμηνεύουν ή να διαπραγματεύονται ο καθένας τα μικρά σημαδάκια του στο περιθώριο του κειμένου. Αυτά τα σημαδάκια θα έκαναν το τελικό αποτέλεσμα να έχει τη στιλπνότητα μιας μαρμαρένιας κρήνης. Η εποχή έχει αλλάξει μα οι λεπτομέρειες ακόμη υπάρχουν. Κυνηγώντας τη λεπτομέρεια τώρα στη μορφή και στο περιεχόμενο, κυνηγάς την παράδοση.

ΓΡΑΦΕΙ Η ΤΖΟΥΛΙΑ ΤΣΙΑΚΙΡΗ | Για πρώτη φορά καλούμαι να αιτιολογήσω γιατί αποφάσισα να ξαναζωντανέψω δύο χώρους παραδοσιακής τυπογραφίας, παρά το δυσανάλογο κόστος παραγωγής σε σχέση με τις σύγχρονες μεθόδους. Δεν νομίζω όμως ότι είμαι σε θέση να δώσω μια πειστική απάντηση υπέρ της παραδοσιακής ή της σύγχρονης τυπογραφίας αφού θεωρώ ότι οι σύγχρονες μέθοδοι παραγωγής δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η φυσιολογική εξέλιξη των παλαιότερων. Όμως πιστεύω ότι ένας εκδότης θα έπρεπε να είχε τη δυνατότητα να επιλέγει, ανάλογα με το βιβλίο που έχει προς έκδοση, ποια μέθοδο θα χρησιμοποιήσει, μιας και το ίδιο το κείμενο του δείχνει τις ανάγκες του. Δυστυχώς όμως, κυρίως στον τόπο μας, το καινούργιο έρχεται να καταργήσει το παλιό, ακόμα κι όταν στηρίζεται εξ ολοκλήρου σε αυτό. Το αποτέλεσμα, όσο κι αν φαντάζει υπερβολικό, είναι η απώλεια της ιστορικής συνέχειας. Η απόκτηση και επαναλειτουργία λοιπόν του τυπογραφείου της οδού Καλλέργη (παλιό τυπογραφείο των εκδόσεων ΔΙΟΓΕΝΗΣ του Κώστα Κουλουφάκου) ήταν μάλλον μια αναγκαία πράξη που μου επιτρέπει να αντιμετωπίζω εκδοτικά, όσο πιο σωστά μπορώ, τα κείμενα που εκδίδω. Θα ήταν εντελώς παράταιρα τα βιβλία του Νάσου Δετζώρτζη τυπωμένα με σύγχρονες μεθόδους, όπως, αντίστοιχα, θα ήταν κακοτυπωμένα τα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ σε επίπεδο πιεστήριο με κλισέ. Είναι πλασματική επομένως η διάκριση παλαιών και συγχρόνων μεθόδων τυπογραφίας. Αυτό που πραγματικά υπάρχει είναι η γνώση ή η άγνοια αυτής καθεαυτήν της τυπογραφίας. Της τυπογραφίας που έχει μια παράδοση πεντακοσίων χρόνων συνεχούς εξέλιξης και μια βάση κανόνων σχεδόν ίδια από την ανακάλυψή της, που η τήρησή τους όσο κι αν δεν είναι εμφανής στο μάτι του καλού αναγνώστη είναι αυτή που παράγει βιβλία ελκυστικά και όμορφα. Οι αυτόματες μηχανές δεν αντικαθιστούν την άγνοια αυτών των κανόνων, όπως ίσως οι νεώτεροι νομίζουν. Ωραίες και σωστές εκδόσεις που σέβονται το κείμενο, που υπηρετούν, βγαίναν και παλιά με χειροκίνητα μηχανήματα και σήμερα με ηλεκτρονικά και αυτόματα. Κακά βιβλία με λάθη και στραβές σελίδες βγαίναν και από τις χειροκίνητες μηχανές, αλλά και σήμερα από τις σύγχρονες υπεραυτόματες μηχανές. Καλά λοιπόν βιβλία εκδίδεις όταν σε προβληματίζει η τυπογραφική μορφή που θα δώσεις στα κείμενα για ν’ αναδειχθούν όταν επιλέγεις τα κατάλληλα χαρτιά, όταν τα καλοτυπώνεις και τα βιβλιοδετείς με προσοχή και για να το πετύχεις αυτό πρέπει να γνωρίζεις και να μπορείς να χρησιμοποιήσεις όλα τα μέσα που υπάρχουν, παλαιότερα και νεώτερα. Γι’ αυτό ίσως και, παρά το κόστος, αρκετά από τα βιβλία που εκδίδω γίνονται στο παραδοσιακό τυπογραφείο της οδού Καλλέργη.

«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ» ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» ΑΘΗΝΑ 1996


from ανεμουριον https://ift.tt/2BHaHE9
via IFTTT
Από το Blogger.