Από την ξυλογραφία στην τσιγκογραφία

ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΕΓΧΡΩΜΕΣ ΦΩΤΟΤΣΙΓΚΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΤΥΠΩΘΗΚΑΝ ΜΕ ΕΓΧΡΩΜΑ ΦΙΛΜ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΗΤΑΝ ΤΟ «ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ», ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ Δ. ΧΑΡΙΣΙΑΔΗ. ΤΗ ΦΩΤΟΤΣΙΓΚΟΓΡΑΦΙΑ ΕΚΤΕΛΕΣΕ Ο ΤΣΙΓΚΟΓΡΑΦΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΓΚΟΥΖΟΣ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΟΜΟΤΕΧΝΟΙ ΤΟΥ, ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡ. «ΕΚΛΟΓΗ» (Τ. Η, ΤΧ. 75, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1952, Σ. 69). ΕΙΝΑΙ ΕΜΦΑΝΗ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΣΤΗ ΣΥΜΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΤΟΝΩΝ.
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ | Η εικονογράφηση βιβλίων, Πέριο | δικών και εφημερίδων στην Ελλάδα ως το 1890 περίπου γινόταν κυρίως με τη μέθοδο της ξυλογραφίας σε όρθιο ξύλο. Το σχέδιο που έπρεπε να τυπωθεί χαραζόταν ανάγλυφο πάνω σε σκληρή ξύλινη πλάκα, την οποία αποτελούσαν μικρά κομμάτια εγκάρσιας τομής θαμνοειδών φυτών, με καλέμια. Η μέθοδος, επινόηση του εκκεντρικού Αγγλου χαράκτη Τόμας Μπέγουικ (1753-1828) το 1771, προέκυψε από την ανάγκη της τυπογραφίας να αποτυπώνονται οι εικόνες στο ύψος των μεταλλικών στοιχείων του κειμένου, και όχι ως βαθυτυπίες, όπως συνέβαίνε ώς τότε με τις χαλκογραφίες. Την ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο άρχισε να διδάσκει στην Ελλάδα το 1843, στο Σχολείο των Καλών Τεχνών της Αθήνας, ο Αθωνίτης ιεροδιάκονος Αγαθάγγελος Τριανταφύλλου (τέλη 18ου / αρχές 19ου αι. - π. 1867), εφαρμόζοντας πρόγραμμα τριετούς διδασκαλίας: στο πρώτο διδασκόταν η ξυλογραφία από ξυλογραφία, στο δεύτερο η ξυλογραφία από χαλκογραφία και στο τρίτο η ξυλογραφία από ελαιογραφία. Διάδοχός του υπήρξε το 1865 ο Αριστείδης - Λουκιανός Ροβέρτος (1833-1892), που εξακολούθησε να διδάσκει σύμφωνα με το πρόγραμμα του προκατόχου του. Τον Ροβέρτο, τέλος, διαδέχτηκε ο Νικόλαος I. Φέρμπος (1851-1916), που δίδαξε από το 1892 ώς το 1914, οπότε με νομοθετικό διάταγμα καταργήθηκε η διδασκαλία της Χαρακτικής, με διακοπή ενός έτους (Απρίλιος 1905 - Σεπτέμβριος 1906). 0 Φέρμπος πρόσθεσε ένα έτος στη διδασκαλία της ξυλογραφίας, διαχωρίζοντας τα δύο προκαταρκτικά έτη σχεδίου (προτομογραφία - αγαλματογραφία). Μαθητές των τριών αυτών δασκάλων στάθηκαν οι περισσότεροι επαγγελματίες ξυλογράφοι ελληνικών εντύπων του 19ου αιώνα -ο Περικλής Σκιαδόπουλος (1833-1875), ο Παναγιώτης Πολύχρονης (1854-1941), ο Ιωάννης Οικονόμου (1860-1931), ο Ελευθέριος Καζάνης (1861-μετά το 1930), ο Κωνσταντίνος Καρυστινός (1863-1908), ο Αριστείδης Λάιος (1871/3-1965), ο Σωκράτης Σούρσος (1873-1944) κ.ά., που δημοσίευαν ξυλογραφίες τους στα περιοδικά Πανδώρα, Ευτέρπη, Η ΔιάπλαΣΙΣ των Παίδων, Ποικίλη Στοά και στις εφημερίδες Καιροί, Σκριπ, Εμπρός, αποδεικνύοντας την ικανότητά τους στην ακριβή μεταφορά των θεμάτων συνήθως από φωτογραφίες, καθώς και τεχνική δεξιότητα αξιοσημείωτη. Ο ζωγράφος - χαράκτης Αγγελος Θεοδωρόπουλος (1883-1965), που είχε μαθητεύσει κοντά στον Φέρμπο και τον Σούρσο, έλεγε σε συνέντευξή του στον Κλέωνα Παράσχο το 1938: «Οι ξυλογράφοι των χρόνων εκείνων (1830, 1840) παρασυρμένοι από την ευκολία της φωτογραφικής, και για να επαρκέσουν στις ανάγκες των περιοδικών και των εφημερίδων που τότε άρχιζαν να παίρνουν την σημερινή τους μορφή, έγιναν ξυλογράφοι βιοτέχναι, πράγμα που δεν τους εμπόδισε να δώσουν, στο είδος τους, κατά τα 1850-1860, θαυμάσια αποτελέσματα» (εφ. Τέχνη, 5 Μαΐου 1938). Γύρω στο 1890 εμφανίζονται σε περιοδικά της Αθήνας οι πρώτες αδέξιες τσιγκογραφίες και φωτοτσιγκογραφίες. Εδώ αντικαθίσταται η πλάκα ξύλου από πλάκα τσίγκου, για αντοχή σε πιο πολλά τυπώματα, ενώ χρησιμοποιούνται αντί για καλέμια χημικά οξέα (νιτρικό και θειικό), που διαβρώνουν την πλάκα. Μια ασαφής μνεία τσιγκογραφικής χάραξης σε πειραματικό στάδιο, χωρίς κάποιαν εμπέδωση, διασώζεται στον Κατάλογο των Ολυμπίων του 1870, όταν αναφέρονται χάλκινες πλάκες του καθηγητή της Εφηρμοσμένης Μηχανικής και Σιδηροδρομικής Ιάσονος Ζωχιού (π. 1840-1909). Η τεχνική του συνδύαζε τη χημική διάβρωση των πλακών με την ηλεκτρόλυση, το γαλβανισμό, για ενίσχυση των επιφανειών τους. Οι δύο πλάκες απεικόνιζαν ελληνικές θάλασσες και την Προποντίδα.

Καζάνης και Λάιος

Ευρύτερα καλλιεργούν την τσιγκογραφία στην Ελλάδα παλιοί ξυλογράφοι, όπως ο Ελευθέριος Καζάνης και ο Αριστείδης Λάιος, που ερίζουν με διαφημίσεις τους μέσα από τον ημερήσιο και τον περιοδικό Τύπο για την ποιοτική στάθμη της δουλειάς τους. Ο Καζάνης εργάζεται στην Αθήνα (οδό Λέκκα 20), γνωστός ήδη από τις καλές ξυλογραφίες του σε όρθιο ξύλο για το περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων και βραβευμένος αρκετές φορές σε διεθνείς εκθέσεις χαρακτικής. Αργότερα στράφηκε στη φωτοτσιγκογραφία. Το μυστικό της επιτυχίας του βρισκόταν στην αριστοτεχνική φωτογράφηση των προς αντιγραφήν θεμάτων του, που συνιστούσε ένα είδος μυστικής τελετουργίας στο σκοτεινό θάλαμο. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι τη φωτογράφηση την έκανε πάντα ο ίδιος· σε κανέναν από τους βοηθούς του δεν δίδαξε όσα γνώριζε. Ετσι κρατούσε το μονοπώλιο της αγοράς. Αφησε πολλές τσιγκογραφίες και φωτοτσιγκογραφίες σε περιοδικά των αρχών του 20ού αιώνα (Πινακοθήκη, Παναθήναια κ.ά.). Αντίθετα με τον Καζάνη, ο Λάιος, με σπουδές ζωγραφικής δίπλα στον Ιακωβίδη και κατόπιν στον Γύζη στη Γερμανία, όπου σπούδασε και γραφικές τέχνες, ήταν πιο ανοιχτός στους νέους, μεταλαμπαδεύοντας στους επιδεκτικούς τα μυστικά της τέχνης του. Και ο Λάιος δουλεύει στην Αθήνα, στην οδό Μουσών (Καραγεώργη Σερβίας) 1 και μετά στην οδό Κολοκοτρώνη 55α. Φιλοτέχνησε τσιγκογραφίες και φωτοτσιγκογραφίες για πολλά περιοδικά και εφημερίδες - κατ’ εξοχήν για το περιοδικό Εθνικόν Ημερολόγιον Κωνσταντίνου Σκόκου. Κοντά του πήρε πολλούς βοηθούς -τον Ευάγγελο Χαλκιόπουλο (1888-1960), που άνοιξε στη συνέχεια το δικό του φωτοτσιγκογραφείο στην Αθήνα, στην οδό Αγίου Μάρκου· τον Κωνσταντίνο Χαλκιόπουλο, που δούλευε ύστερα στην οδό Ευριπίδου 5· τον Ιωάννη Μπαγούρδα, δυνατό στις τριχρωμίες· τον Γεράσιμο Λάιο (1912) κ.ά. Ικανότερος, κατά γενικήν ομολογία, στα έγχρωμα αποτυπώματα (κλισέ), ο Ιωάννης Μαγκούζος (1893-1967), μαθητής του Ιακωβίδη και με σπουδές χαρακτικής στην Ιταλία, από το 1915 εργάζεται στην πλατεία Αγίων Θεοδώρων, φτιάχνοντας τα αποτυπώματα της εφημερίδας Η Βραδυνή. Αλλοι τσιγκογράφοι - φωτοτσιγκογράφοι στην Αθήνα το πρώτο μισό του 20ού αιώνα ήσαν οι Θ. Μολιανός, Φρ. Πρίντεζης, Β. Βεντούρης.

Ακμή και κάμψη

Η κορύφωση της ακμής της τσιγκογραφίας και της φωτοτσιγκογραφίας στην Ελλάδα παρατηρείται την περίοδο του Μεσοπολέμου. Εργαστήρια οργανώνονται και εξοπλίζονται με καινούργια μηχανήματα από την Ευρώπη - παράδειγμα, το φωτοτσιγκογραφείο της «Πρωίας». Ο καταμερισμός των φάσεων εργασίας επιβάλλεται. Μεταπολεμικά, η τσιγκογραφία μπαίνει σε περίοδο κάμψης. Οι νέες φωτομηχανικές μέθοδοι εκτύπωσης -φωτοτσιγκογραφία, φωτολιθογραφία, τετραχρωμία- πλήττουν καίρια τη «χειροτεχνία» των αναπαραγωγών εικόνων. Το 1946 ιδρύεται η Ενωσις Τσιγκογράφων Αθηνών Συν.Π.Ε., με έδρα την οδό Μιλτιάδου 37 και 52 μέλη. Οι τσιγκογράφοι έχουν επιλέξει εκ των πραγμάτων τη φωτοτσιγκογραφία με φιλμ, όπου η παρέμβαση με το χέρι (ρετούς - ζωγραφική) έχει μειωθεί εις βάρος του καλλιτεχνικού αποτυπώματος. Από τους ελάχιστους καλλιτέχνες τσιγκογράφους των μεταπολεμικών χρόνων είναι ο Γεράσιμος Λάιος, ανιψιός του Αριστείδη, που δούλευε στην οδό Χαβρίου 9 αποτυπώματα για την εφημερίδα Εστία, το περιοδικό Θέατρο και γαλλικές εκδόσεις. Στον σεβαστό, σήμερα παλαίμαχο τσιγκογράφο, ο οποίος δεν κουράζεται να δίνει γνώσεις και να αφηγείται εμπειρίες, αφιερώνεται το άρθρο τούτο.

Βιβλιογραφία:

Φ. Γιοφύλλη, Ιστορία της νεοελληνικής τέχνης (ζωγραφικής, γλυπτικής, χαρακτικής, αρχιτεκτονικής και διακοσμητικής) 1821-1941, τ. Β; Αθήνα 1963, σ. 343-347. A. I. Γενοβέλη, «Η εικονογράφησις των εφημερίδων. Ξυλογραφίες και κλισέ», στο Δημοσιογραφικά Χρονικά. Αναμνήσεις και ανέκδοτα, Αθήνα χ.χ. (1971), σ. 96-98. - Χρ. Χρήστου, Ελληνική Τέχνη. Νεοελληνική Χαρακτική, επιμ.- βιογρ. σημ. Δ. Παυλόπουλος, Αθήνα 1994, σ. 18-19, 20, 218-220, 221-222. - Κυρ. Ντελόπουλου, Παιδικά και νεανικά βιβλία του 19ου αιώνα. Σχολιασμένη και εικονογραφημένη βιβλιογραφική καταγραφή. Πρώτη προσέγγιση. Συμβολή στην μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα 1995, σποραδικά. - Δ. Παυλόπουλου, Χαρακτική -Γραφικές Τέχνες. Ιστορία - Τεχνικές - Μέθοδοι, Αθήνα 1995, σ. 72-75, 79-80, 128-141, 216-220, 226-234.


from ανεμουριον https://ift.tt/30wdnz5
via IFTTT
Από το Blogger.