Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΩΪΜΗ ΑΓΓΛΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΣ | Η κυπριακή λογοτεχνική παραγωγή της πρώιμης αγγλοκρατίας (1878-1920) σημαδεύεται, αναπόφευκτα, από τις ιστορικές συγκυρίες, τις λογοτεχνικές, γλωσσικές, ιδεολογικές και άλλες ζυμώσεις και συγκρούσεις: ο αλυτρωτισμός και η έξαρση του ρομαντικού εθνικισμού, η όξυνση του γλωσσικού ζητήματος και η διάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών, καθώς και οι απόηχοι από ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα σφραγίζουν ή επηρεάζουν τα λογοτεχνικά κείμενα της εποχής.

Ποίηση

Το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής παραγωγής των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα κινείται στο κλίμα του (αθηναϊκού) ρομαντισμού. Τα περισσότερα καθαρευουσιάνικα ερωτικά ή πατριδολατρικά στιχουργήματα των Θρασύβουλου Ρώπα, Ονούφριου Ιασονίδη, Ιωάννη Καραγεωργιάδη και Θεμιστοκλή Θεοχαρίδη δύσκολα συγκινούν τον σύγχρονο αναγνώστη, κυρίως εξαιτίας του ρομαντικού στόμφου και της εξεζητημένης-επιτηδευμένης εκφραστικής τους.

Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικά πρώιμες προσπάθειες του ελληνομαθούς Γάλλου Γουσταύου Λαφόν, του Μικρασιάτη Χρίστου Παπαδόπουλου, της Πολυξένης Λοϊζιάδος, του Μενέλαου Φραγκούδη, κ.ά., να ξεφύγουν από τα δεσμά του ρομαντισμού και της καθαρεύουσας και να εκφράσουν -άλλοτε σε ανάλαφρο ανακρεόντειο ύφος και άλλοτε με αυστηρές παρνασσικές συνθέσεις- έναν πιο γνήσιο και συγκρατημένο λυρισμό.
Ο ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΒΑΡΛΑΑΜ, ΔΕΞΙΑ, ΥΠΕΓΡΑΨΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ, ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ ΤΟ 1892. ΗΤΑΝΤΟ ΕΡΓΟ «ΒΟΛΕΣΛΑΟΣ Η Ο ΚΛΕΠΤΗΣ ΤΩΝ ΙΤΑΛΙΚΩΝ ΑΝΑΚΤΟΡΩΝ». ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ (1885-90) ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΘΗΤΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΠΕΡΤΗ.

Η ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη αποτελεί, αναμφίβολα, την κορύφωση της κυπριακής ποιητικής παραγωγής κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και στις αρχές του 20ού, και μιαν από τις αξιόλογες ποιητικές φωνές του ελληνικού ρομαντισμού, αν εξαιρέσουμε, βέβαια, τις ξεχωριστές περιπτώσεις του Σολωμού και του Κάλβου. Ο Κύπριος ποιητής, παρόλο που αναλώνει μεγάλο μέρος των δυνάμεων του για να γράψει επικαιρικά και σατιρικά στιχουργήματα κατά το παράδειγμα των ιδιωματικών ποιητάρηδων ή κατά το πρότυπο του Αλ. Σούτσου ή του Αχ. Παράσχου, κατορθώνει να ξεφύγει από τον κλοιό στον οποίον είχαν εγκλωβιστεί τα ποιητικά του ινδάλματα του αθηναϊκού ρομαντισμού και να συνθέσει άρτια ποιητικά έργα.
ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΤΟΥ ΓΛΑΥΚΟΥ ΑΛΙΘΕΡΣΗ, ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΑ 1923 (ΑΡΧΕΙΟ ΦΟΙΒΟΥ ΣΤΑΥΡΙΔΗ).

Ο Δημήτρης Λιπέρτης, ο οποίος είχε γράψει τις πρώτες του ποιητικές συλλογές στην κοινή νεοελληνική επηρεασμένος από τις αρχές του ρομαντισμού, καταξιώνεται στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού με τα ιδιωματικά του ποιήματα.

Γύρω στα 1920 εμφανίζονται ομάδες παλαμικών, για παράδειγμα οι Γλαύκος Αλιθέρσης, Λεωνίδας Παυλίδης και Ξάνθος Λυσιώτης, και κυρίως νεορομαντικών-νεοσυμβολιστών ποιητών, όπως οι Παύλος Βαλδασερίδης, Δημήτρης Δημητριάδης, Παύλος Κριναίος, Γιάννης Λεύκης, Περσεφόνη Παπαδοπούλου, κ.ά.

Οι νεοσυμβολιστές ποιητές, οι οποίοι «συνομιλούν» με Ελλαδίτες ομότεχνους τους -λ.χ. με τους Κ. Ουράνη, Τ. Άγρα Κ. Γ. Καρυωτάκη- και σπανιότερα με Ευρωπαίους (συμβολιστές) ποιητές, τους οποίους μεταφράζουν στα ελληνικά, επιδιώκουν να εκφράσουν σε χαμηλούς και συνήθως απαισιόδοξους τόνους προσωπικά αισθήματα και να υποβάλουν ψυχικές καταστάσεις με την κατάλληλη επιλογή λεκτικών εικόνων και συμβολισμών.
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΡΟΜΑΝΤΙΚΟΥΣ-ΝΕΟΣΥΜΒΟΛΙΣΤΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΠΡΩΙΜΗΣ ΑΓΓΛΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Ο ΠΑΥΛΟΣ ΒΑΛΔΑΣΕΡΙΔΗΣ (1892-1972)

Προς το τέλος του 19ου αι., αρκετές δεκαετίες ύστερα από τα πρώιμα διηγήματα του Ιωάννη Καρατζά («Έρωτος αποτελέσματα», 1792) και το ρομαντικό μυθιστόρημα του Επαμεινώνδα Φραγκούδη («Ο Θέρσανόρος», 1847), δύο Κυπρίων που έζησαν και δημιούργησαν κυρίως στο χώρο της ελληνικής διασποράς, εμφανίζονται οι πρώτες μυθιστορηματικές προσπάθειες των Θεμιστοκλή Θεοχαρίδη, Θεόδουλου Κωνσταντινίδη και Γεωργίου Φραγκούδη και οι πρώτες συλλογές διηγημάτων των Ιωάννη Κηπιάδη, Δημοσθένη Σταυρινίδη και Ξενοφώντα Φαρμακίδη. Οι πρώτοι επίδοξοι μυθιστοριογράφοι, σαφώς επηρεασμένοι από τα ιδεώδη του ρομαντισμού και του ιστορισμού, μένουν μάλλον στα όρια της μυθιστορίας-χρονικού και του απομνημονεύματος και συνήθως δεν κατορθώνουν να αποστασιοποιηθούν από το υλικό τους και να το δαμάσουν με την τέχνη του λόγου.

Περισσότερο ενδιαφέρον από την πεζογραφική παραγωγή του τέλους του 19ου αι. και των πρώτων δεκαετιών του 20ού παρουσιάζει το διήγημα, η ανάπτυξη του οποίου ευνοείται τόσο από την έκδοση τοπικών εντύπων όσο και από τα λογοτεχνικά και τα ιδεολογικά αιτήματα της εποχής: οι Κύπριοι διηγηματογράφοι ευθυγραμμίζονται με τις επιταγές του λεγόμενου «ηθογραφικού» διηγήματος και επιχειρούν να αποδώσουν, συχνά με λαογραφική πρόθεση και εξωραϊστική διάθεση, στιγμιότυπα από την καθημερινή αγροτική ζωή. Για παράδειγμα, οι Γεώργιος Φραγκούδης, Ξενοφών Φαρμακίδης, Νίκος Χατζηγαβριήλ, κ.ά., καταγράφουν (κάποτε στο κυπριακό ιδίωμα) ήθη, έθιμα και ειδυλλιακές εικόνες από τη ζωή της υπαίθρου -κατά το παράδειγμα, ας πούμε, του Γ. Δροσίνη. Μερικοί άλλοι διηγηματογράφοι -αρχικά ο Ιωάννης Κηπιάδης και στη συνέχεια ο Δημοσθένης Σταυρινίδης και κυρίως ο Κώστας Ελευθεριάδης- ξεπερνούν το ηθογραφικό πλαίσιο, εμβαθύνουν σε προβληματισμούς γύρω από κοινωνικά θέματα και επιδιώκουν να απεικονίσουν με ρεαλιστική τόλμη προβλήματα και καταστάσεις της εποχής τους. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτα είναι τα διηγήματα του Κώστα Ελευθεριάδη, που φαίνεται να αφομοιώνει διδάγματα από την τέχνη του Παπαδιαμάντη.
Ο ΓΛΑΥΚΟΣ ΑΛΙΘΕΡΣΗΣ ΣΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΓΛΑΥΚΗ ΣΤΟΝ ΛΕΥΚΙΟ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ «Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ», ΛΕΥΚΩΣΙΑ 1991.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου κυριαρχεί το όνομα του Νίκου Νικολαΐδη. Από την ίδια περίοδο αξιοσημείωτα είναι επίσης μερικά διηγήματα του Γιάννη Σταυρινού Οικονομίδη, ο οποίος ανατέμνει με ρεαλιστική δύναμη στιγμιότυπα από τη σύγχρονη κυπριακή πραγματικότητα. Αξίζει να αναφερθεί, επίσης, η ιδιόμορφη περίπτωση του «λαϊκού» απομνημονευματογράφου Σάββα Τσερκέζη, ο οποίος καταγράφει με λιτό και άμεσο τρόπο στο «Ημερολόγιο» τις περιπλανήσεις του σε κέντρα της ελληνικής διασποράς ή την εθελοντική συμμετοχή του στην ελληνοτουρκική σύρραξη του 1897 ή στον ελληνοβουλγαρικό πόλεμο του 1912-1913.

Μετάφραση

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι οι μεταφραστικές επιλογές των Κυπρίων -και γενικότερα η στάση τους απέναντι στην ξένη λογοτεχνία- καθορίζονται, ως ένα βαθμό, από ανάλογες προτιμήσεις στον ευρύτερο χώρο του ελληνισμού. Γύρω στα 1900, παλαιότεροι μεταφραστές, όπως οι Ο. Ιασονίδης, Χρ. Χουρμούζιος και Ιερ. Βαρλαάμ, συνήθως επιλέγουν ονόματα ή κείμενα εκπροσώπων του ρομαντισμού και του κλασικισμού, κυρίως της αγγλικής και δευτερευόντως της γαλλικής λογοτεχνίας.

Γύρω στα 1920, οι λογοτεχνικές μεταφράσεις αυξάνονται και διευρύνονται σημαντικά. Νεότεροι μεταφραστές, όπως οι Δημ. Δημητριάδης, Γεωργία Λοφίτη, Γ. Λεύκης, Α. Ιντιάνος, Αιμ. Χουρμούζιος, στρέφουν το ενδιαφέρον τους και σε λογοτέχνες του ρεαλισμού, του συμβολισμού, του αισθητισμού αλλά και νεότερων τάσεων, όπως του εξπρεσιονισμού και του εικονισμού (Brooke, Baudelaire, Moreas, Poe. Wilde, Barbusse, Chekhow, Dostoyevski, Galsworthy, Gorky, Maupassant, κ.ά.).

Κριτική - μελέτη

Κατά την περίοδο που εξετάζουμε αρκετοί κριτικοί δείχνουν ζωηρό ενδιαφέρον για τα λογοτεχνικά πράγματα: παρακολουθούν την ελληνική και ξένη λογοτεχνία, δίνουν σχετικές διαλέξεις και γράφουν βιβλιοκριτικά και άλλα σημειώματα.

Η προσέγγιση τέτοιων κειμένων μας επιτρέπει να σκιαγραφήσουμε τις αντιλήψεις που είχαν διάφοροι λόγιοι για τη λογοτεχνία, όταν για παράδειγμα ήθελαν την ποίηση ηθοπλαστική, εμπνευσμένη από υψηλά (πατριδολατρικά) ιδεώδη ή στρατευμένη στον αγώνα του δημοτικισμού ή όταν έδιναν ιστορική, ηθογραφική ή άλλη κατεύθυνση στο διήγημα.

Τα ιστορικά και λαογραφικά αιτήματα των καιρών συνήθως αποδυναμώνουν ασφυκτικά τα κριτήρια με τα οποία αξιολογούνται τα λογοτεχνικά κείμενα.

Οι αιχμές του γλωσσικού ζητήματος περιορίζουν σημαντικά τους ορίζοντες της κριτικής, με αποτέλεσμα δημοτικιστές, όπως ο Μενέλαος Φραγκούδης, να εξυμνούν τα μέτρια πεζογραφήματα του Ψυχάρη και να παραβλέπουν τα σαφώς ανώτερα αφηγήματα του Βιζυηνού ή του Παπαδιαμάντη. Από τους κριτικούς της πρώιμης αγγλοκρατίας ξεχωρίζουν κυρίως ο παλαιότερος Ονούφριος Ιασονίδης και η νεότερη Περσεφόνη Παπαδοπούλου.


from ανεμουριον https://ift.tt/3j5vORN
via IFTTT
Από το Blogger.