ΤΟ ΑΓΙΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΗΣ ΒΗΘΛΕΕΜ

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΑΓΑΜΕΜΝΩΝΑΣ ΤΣΕΛΙΚΑΣ | Ο δεύτερος κατά σειράν προσκυνηματικός τόπος της χριστιανοσύνης στην Αγία Γη είναι το Σπήλαιο της Γεννήσεως του Χριστού στη Βηθλεέμ. Αν μεγάλος πόθος κάθε προσκυνητή είναι να αξιωθεί να γονατίσει μπροστά στον Πανάγιο Τάφο στα Ιεροσόλυμα και να ανάψει το κερί του με το Άγιο Φως της Αναστάσεως, αμέσως κατόπιν παίρνει το δρόμο για τη Βηθλεέμ, κάνοντας μια ανάστροφη διαδρομή στο χρόνο και στα ιστορικά γεγονότα σχετικά με τη ζωή του Χριστού. Από το θάνατο και την Ανάσταση πάει στη Γέννηση, από τον λαξευτό με ανθρώπινα χέρια Τάφο πάει στο Άγιο Σπήλαιο, που η φύση αχειροποίητα πρόσφερε ως καθέδρα του νεογέννητου Βασιλέα. Βγαίνοντας από την Πύλη του Δαυίδ από τα Ιεροσόλυμα θα κατηφορίσει στους πρόποδες του λόφου της Σιών προς τα νότια, θα περάσει στην απέναντι πλευρά του χειμάρρου Γειών και θα βρεθεί στην κατάφυτη πλαγιά, που άλλοτε ονομαζόταν από τους αγιοταφίτες μοναχούς Νικηφορία. Από κει και κάτω ο δρόμος για τον πεζοπόρο προσκυνητή είναι ομαλός και ευχάριστος, αφού γνωρίζει ότι ούτε μισό γύρισμα του ήλιου δεν χρειάζεται για να φτάσει στον προορισμό του. Στα μισά σχεδόν του δρόμου θα περάσει από το Κάθισμα της Παναγίας και λίγο παραπέρα θα αντικρίσει επιβλητικό το καστρομονάστηρο του Προφήτη Ηλία περιστοιχισμένο από τον μεγάλο πατριαρχικό ελαιώνα. Εκεί θα ξαποστάσει για λίγο και θα φέρει στο μυαλό του τον προφήτη να τον ξυπνάει ο άγγελος και να του λέει «Ανάστα, φάγε και πιε ότι μακρά από σου η οδός». Για τον προσκυνητή όμως που έχει πάρει τον αντίθετο δρόμο, ο κόπος του ταξιδιού θα τελειώσει γρήγορα. Μόλις αφήσει πίσω του τον Τάφο της Ραχήλ, το προσκύνημα των Εβραίων, θα αντικρίσει στην απέναντι κορυφογραμμή τα σπίτια της Βηθλεέμ και στην άκρη της δεσπόζει πάνω από την κοιλάδα των Ποιμένων το μεγάλο συγκρότημα του προσκυνήματος με τη βασιλική της Αγίας Ελένης. Φτάνοντας στη μεγάλη λιθόστρωτη πλατεία, μπροστά στο ναό, δεν καταλαβαίνει πόσο αυτός είναι μεγάλος. Η σημερινή κύρια είσοδος είναι χαμηλή και στενή με έναν ογκόλιθο ως υπέρθυρο. Περνώντας τη βρίσκεται σε ένα σκοτεινό χώρο και αφού προχωρήσει λίγα βήματα συναντά μια μεγάλη πύλη και ήδη ξανοίγεται μπροστά του η τεράστια εκκλησία σε μια σειρά από διπλές κιονοστοιχίες δεξιά και αριστερά να καταλήγουν στο βάθος στο χρυσοποίκιλτο τέμπλο του υπερυψωμένου Ιερού Βήματος. Το λιγοστό φως που μπαίνει από τα παράθυρα κάτω από την ξύλινη στέγη, η αντήχηση των φωνών που δημιουργεί ο χώρος, οι σκοτεινές μορφές των αγίων που είναι ζωγραφισμένοι στις κολόνες προκαλούν δέος. Ο πόθος και αγωνία να φτάσει όσο γίνεται πιο γρήγορα στον τόπο της Γεννήσεως τον κάνει να μην προσέξει ούτε το αρχαίο βαπτιστήριο στα δεξιά, ούτε το μωσαϊκό διάκοσμο στο δάπεδο και στους τοίχους του μεσαίου κλιτούς. Μέσα από την ευαγγελική περιγραφή και την εικονογραφία της Γέννησης έχει φτιάξει στη φαντασία του ένα βράχο ψηλόν, απομονωμένο στην ερημιά, έχοντας στη μέση το Σπήλαιο, αρκετά μεγάλο και ευρύχωρο, με τη φάτνη των αλόγων ζώων. Η διαμόρφωση του χώρου με το κτίσιμο της βασιλικής κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται σ’ αυτό που περιμένει να δει. Ο προσκυνητής θα οδηγηθεί προς τα δεξιά ή τα αριστερά του ναού, πίσω από τη θέση των αντίστοιχων χορών κοντά στο Άγιο Βήμα και θα βρεθεί σε μια ημικυκλική πέτρινη κλίμακα, που καταλήγει στον πραγματικό τόπο της Γέννησης, μέσα στο Άγιο Σπήλαιο. Κατεβαίνοντας κάθε ήχος και θόρυβος χάνεται και μια γλυκειά θαλπωρή αναδύεται από το Σπήλαιο. Ήδη βρίσκεται μπροστά στο σημείο που η Παρθένος έφερε στον κόσμο τον Μεσία, στο σημείο που ο προαιώνιος Λόγος έγινε σάρκα. Τότε, όταν γονατίσει και προσκυνήσει τον αστέρα, ως ένδειξη του αγιασμένου τόπου και γυρίσει τη ματιά του προς τα δεξιά, στο μικρό κοίλωμα του βράχου με τη Θεία Φάτνη και ακόμα γύρω στον υπόλοιπο χώρο, τότε και μόνο καταλαβαίνει πόσο ταπεινά ήρθε στον κόσμο ως άνθρωπος ο Ιησούς. Ο επάνω ναός και η μεγαλοπρέπειά του έχει ξεχαστεί και ο νους θεωρεί ότι μόνο αυτός ο χώρος υπάρχει, έτσι γαλήνιος, ήσυχος, υπερκόσμιος. Σιγά σιγά ανακαλεί στη σκέψη του το γεγονός. Η Παναγία εδώ, το Θείο Βρέφος δίπλα στη φάτνη, τα ζώα, ο Ιωσήφ παραπέρα, οι ποιμένες οδηγημένοι από την αγγελική φωνή, που έτρεξαν πρώτοι να προσκυνήσουν, το υπέρλαμπρο φως του αστεριού, ο δοξαστικός ύμνος των αγγέλων, όλα γίνονται μια πραγματικότητα. Και να τώρα ύστερα από τόσα χρόνια συμμετέχει και αυτός σ’ αυτό το θείο θαύμα. Αυτό το μικρό σπήλαιο ξαφνικά παίρνει διαστάσεις ουράνιες και γίνεται το κέντρο του σύμπαντος. Είναι ακριβώς αυτό το σημείο από το οποίο σύμφωνα με τον μεγάλο υμνογράφο Ρωμανό τον Μελωδό η Εύα άκουσε σαν πρωινό κελάηδισμα χελιδονιού την υμνολογία της Θεοτόκου προς τον Ιησού και ανασκίρτησε ξυπνώντας τον Αδάμ από τον ισοθάνατο ύπνο του και λέγοντάς του: Τα αρχαία γαρ παρήλθε και νέα πάντα δείκνυσιν ο της Μαριάμ γόνος Χριστός... ως στάχυς ορθώτη- τί· το γαρ έαρ σε έφθασεν Ιησούς Χριστός ως αύρα γλυκερά. Λένε πως τη νύχτα των Χριστουγέννων, όταν τελείται η Θεία Λειτουργία και στον ναό και στο Σπήλαιο τα αστέρια στον ουρανό είναι πιο λαμπερά και η παγωνιά του χειμώνα γλυκαίνει. Κι όταν η λειτουργία τελειώσει ο Αυγερινός που μένει μόνος του στο στερέωμα ολόλαμπρος μοιάζει σαν εκείνο το αστέρι των Μάγων να στέκεται πάνω από το Σπήλαιο και πάνω από τον κόσμον όλον στέλνοντας παντού το μήνυμα Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία. Το Ιερό Προσκύνημα της Βηθλεέμ ως χώρος λατρείας έχει και αυτό τη δική του ιστορία μέσα στο πέρασμα των αιώνων από την ίδρυση του Ορθόδοξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων ως σήμερα. Ανέκαθεν εθεωρείτο τόπος που ανήκε στην απόλυτη δικαιοδοσία του και με αυτήν την ιδιότητα συμπεριλαμβάνεται στο κείμενο της συνθήκης του Ομάρ Χατάπ, του Άραβα χαλίφη κατακτητή των Ιεροσολύμων και της βυζαντινής επαρχίας της Παλαιστίνης γενικότερα, προς τον πατριάρχη Σωφρόνιο το έτος 638: Μια παλαιό μετάφραση του ορισμού αυτού αναφέρει: Και να φυλάττετε τας εκκλησίας τους και τα μοναστήρια τους και τα προσκυνήματά τους οπού είναι εις τα χέρια τους, μέσα και έξω, τον Άγιον Τάφον και την Αγίαν Βηθλεέμ εις την Γέννησιν του Χριστού και να είναι επάνω τους ειρήνη μεγάλη, την εκκλησίαν και το σπήλαίον με τες πόρτες του νότου, της μεσημβρίας και της δύσεως. Κατά την πρώτη περίοδο της αραβοκρατίας η βασιλική παραμένει στα χέρια των Ορθοδόξων και παρά τους διωγμούς των χριστιανών, ιδίως επί της χαλιφείας του Χακήμ, η βασιλική εκ θαύματος διασώζεται. Ο μεταξύ Ορθοδόξων και Λατίνων ανταγωνισμός για την κυριότητα των προσκυνημάτων δεν αφήνει ανέπαφη και τη Βηθλεέμ. Επί της Σταυροφορικής εποχής, το έτος 1099 κατά την ημέρα των Χριστουγέννων, έγινε η εκλογή του Λατίνου πατριάρχου, εγκατεστάθη επίσης Λατίνος επίσκοπος και το έτος 1101 ο Βαλδουΐνος στέφθηκε εκεί βασιλέας. Παρά ταύτα δεν έλειψε εκ μέρους του αυτοκράτορος του Βυζαντίου Μανουήλ Κομνηνού το ενδιαφέρον για τον καλλωπισμό του ναού. Το μαρτυρεί η ελληνική επιγραφή του έτους 1169 σε ένα από τα μωσαϊκά της. Ο Σαλαδίνος το έτος 1187 εκδιώκει τους Σταυροφόρους από τη Βηθλεέμ και αντί πολλών χρημάτων η βασιλική και το Σπήλαιο επανέρχονται στο Ορθόδοξο Πατριαρχείο. Το έτος 1457 ο πορθητής της Κωνσταντινουπόλεως Μωάμεθ παραδίδει στον πατριάρχη Αθανάσιο Δ’ φιρμάνι με το οποίο αναγνωριζόταν η κυριότητα του Προσκυνήματος και η κατοχή των κλειδών του στους Ορθοδόξους. Αρκετά χρόνια αργότερα, το έτος 1517, ο κατακτητής της Παλαιστίνης σουλτάνος Σελήμ Α' εκδίδει ανάλογο ορισμό αναφέροντας ότι ο πατριάρχης των Ρωμαίων Δωρόθεος να κάμει ζάπτι (να κατέχει)... και τον τόπον όπου ο Χριστός εγεννήθη εις την Βηθλεέμ, το Σπήλαιον και των δύο θυρών της κατά δύσιν και κατά μεσημβρίαν τα κλειδιά και τα ολόγυρα της μεγάλης εκκλησίας δύο κομμάτια τον μπαχτσέ και τας ελαίας και τα μνήματα. Αλλά και ο διάδοχος του Σελήμ ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, που περιτείχισε την Ιερουσαλήμ, εξέδωσε το έτος 1526 παρόμοιον ορισμό αφαιρώντας όμως, την ορθομαρμάρωση από τους τοίχους της βασιλικής. Από τα μέσα του 16ου αιώνα αναφαίνονται τα προβλήματα με την παρουσία των Λατίνων, οι οποίοι το έτος 1565 κατέλαβαν για μικρό διάστημα το Σπήλαιο και τα κλειδιά των θυρών του. Η κρίση από τις αρχές του 17ου αιώνα, όταν με την επιρροή που ασκούσε η Γαλλία στην Υψηλή Πύλη το έτος 1625 εμποδίστηκαν οι Ορθόδοξοι Έλληνες να ιερουργούν, παίρνει μεγάλες διαστάσεις.
Η ΔΕΞΙΑ ΗΜΙΚΥΚΛΙΚΗ ΚΛΙΜΑΚΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΙΟ ΣΠΗΛΑΙΟ

Αλλεπάλληλα διαβήματα και προσπάθειες των Λατίνων να οικειοποιηθούν το Προσκύνημα, άλλες φορές με μικρότερη και άλλες με μεγαλύτερη επιτυχία, βρίσκουν τη σθεναρή αντίδραση και αντίσταση όχι μόνο των πατριαρχών Ιεροσολύμων αλλά και ολοκλήρου του Γένους. Σε ένα διάλειμμα των διενέξεων αυτών άρχισαν επί πατριάρχου Νεκταρίου οι ενέργειες για την επισκευή του ναού με τη γενναία χορηγία του ευεργέτη του Γένους Μανωλάκη Καστοριανού. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν από τον μεγάλο πατριάρχη Δοσίθεο, ο οποίος οργάνωσε γιγαντιαία επιχείρηση μεταφοράς της απαραίτητης ξυλείας από το λιμάνι της Ιόππης στη Βηθλεέμ με άμαξες και διάνοιξη δρόμων στα δύσβατα μέρη. Και πράγματι έγινε κατορθωτό με τη συμμετοχή Χίων τεχνιτών να επισκευαστεί η στέγη και οι τοίχοι του ναού και να κατασκευασθούν τρεις θυρίδες για το Άγιο Σπήλαιο. Το έτος 1672 έγιναν με λαμπρότητα τα εγκαίνια της Βασιλικής και ταυτόχρονα συνεκροτήθη Σύνοδος η οποία εξέδωσε και Ομολογία Ορθοδόξου Πίστεως. Οι διενέξεις με τους Λατίνους συνεχίστηκαν και κατά τον 18ο αιώνα, οπότε προστέθηκε και το ζήτημα του αστέρος επί του τόπου της Γεννήσεως, τον οποίον αυτοί τοποθέτησαν εκεί, αλλά κατόπιν αντικαταστάθηκε από την Υψηλή Πύλη. Οι προσπάθειες των Λατίνων να επιβληθούν με κάθε τρόπο και μέσο στο προσκύνημα δεν εκόπασαν, παρά τον νέον υπέρ των Ελλήνων ορισμό του σουλτάνου Οσμάν Γ’ του έτους 1757. Μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα εμφανίζονται στο προσκήνιο και οι Αρμένιοι, οι οποίοι το έτος 1812 έλαβαν άδεια εκ μέρους της Υψηλής Πύλης να λειτουργούν στην αριστερή πτέρυγα του ναού. Από την εποχή αυτή το προσκυνηματικό καθεστώς παίρνει νέα τροπή και δεν έλειψαν κατά συχνά χρονικά διαστήματα νέα διαβήματα προς την Υψηλή Πύλη με την ανάμειξη τόσο της Γαλλίας όσο και της Ρωσίας, ως προστάτιδος των Ορθοδόξων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το έτος 1853 με την έκδοση ειδικού φιρμανίου, του γνωστού ως Status Quo, αναγνωρίζεται υπέρ των Ελλήνων Ορθοδόξων η κυριότητα επί της Βασιλικής και του Σπηλαίου, γεγονός που επικυρώθηκε και από το Συνέδριο των Παρισίων μετά τη λήξη του Κριμαϊκού πολέμου το έτος 1856, κατόπιν του Βερολίνου το έτος 1878 και τέλος από την Αγγλική Εντολή το έτος 1917. Πρόσφατα δε το έτος 1983 οι γενικές επισκευές της στέγης και η αντικατάσταση των υαλοπινάκων στα παράθυρα κατά μήκος της στέγης έγιναν με αποκλειστική πρωτοβουλία και φροντίδα του Ελληνικού Ορθοδόξου Πατριαρχείου.

«ΒΗΘΛΕΕΜ» 7 ΗΜΕΡΕΣ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» ΑΘΗΝΑ 1997


from ανεμουριον https://ift.tt/36oeDUe
via IFTTT
Από το Blogger.