ΤΑΚΗΣ ΛΑΠΠΑΣ - Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Γράφει ο ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ
Στόχος αυτού του κειμένου είναι μια παρουσίαση του έργου και της ζωής του Τάκη Λάππα. Παρουσίαση έτσι κι αλλιώς σύντομη -πώς να κλείσεις μέσα σε λίγες σελίδες ένα τόσο σημαντικό έργο;
Δεν έχω, πάντως, σκοπό να κάνω μια φιλολογική προσέγγιση στα βιβλία του Τάκη Λάππα. Κι αυτό γιατί ούτε ο πιο ειδικός είμαι, αλλά και γιατί το έργο του Λάππα δεν κλείνεται μέσα στις τρεις, τέσσερις σελίδες ενός αφιερώματος. Θα προτιμούσα οι αράδες αυτές να διαβαστούν ως μια πρόταση επαναφοράς κοντά μας της προσωπικότητας ενός γνήσιου Έλληνα... Ελάτε, να θυμηθούμε όλοι μαζί εκείνον που λάτρεψε τη Λιβαδειά, εκείνον που πίστεψε στο νόημα του ’21, εκείνον που έφερε στο φως της δημοσιότητας και στο γραφείο της έρευνας πλήθος χαμένων στοιχείων για το πρόσφατο παρελθόν μας, εκείνον τέλος που με τα βιβλία του κράτησε συντροφιά - συντροφιά ρωμαίικη σε μικρούς και μεγάλους.

Σκέφτομαι πως θα ήταν ενδιαφέρον να ξαναδιαβάσουμε τις αναμνήσεις του -έτσι όπως ο ίδιος κάποτε τις είχε καταγράψει- για κάποιες καίριες στιγμές της ζωής του, να θυμηθούμε τι είχαν γράψει για το έργο του κριτικοί και συγγραφείς και τέλος να απολαύσουμε το δικό του τρόπο γραφής. Γιατί μπορεί οι συγγραφείς με την ανθρώπινη ιδιότητά τους να φεύγουν από κοντά μας, αλλά με τα κείμενά τους μένουν για πάντα δίπλα μας -μας μιλούν και τους μιλάμε.

Προσωπικά γνώρισα τον Τάκη Λάππα από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια. Όπως άλλωστε και το κάθε παιδί εκείνων των χρόνων. Στην βιβλιοθήκη μου υπήρχαν τρία και τέσσερα από τα "παιδικά" βιβλία του, με τη ζωή και τα κατορθώματα των ηρώων του ’21. Αργότερα τον πλησίασα περισσότερο καθώς είχα μια στενή σχέση με την καλή του φιλενάδα και μεγάλη του θαυμάστρια, τη Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη. Όμως δεν είχε τύχει να τον συναντήσω προσωπικά. Έπρεπε πρώτα να γίνω στενός φίλος με τα δυο παιδιά του -την Αθηνά και τον Ηρακλή- για να έχω την τύχη να επικοινωνήσω ζωντανά με το συγγραφέα των παιδικών μου χρόνων.

Ο Τάκης Λάππας ήταν -να μη σας τον περιγράφω, οι περισσότεροι από εσάς ή θα τον είχατε γνωρίσει ή θα έχετε δει φωτογραφίες του. Το μόνο που θέλω να επισημάνω είναι πως η εικόνα που έστελνε ο Τάκης Λάππας ήταν εκείνη που μέσα στη φαντασία μας έχει ο τυπικός Έλληνας συγγραφέας. Λιτός, αδρός, ανθρώπινος, πατρικός, πνευματώδης, φιλόξενος και ευγενικός.

Υπήρξε ένας θαυμάσιος οικογενειάρχης -σύζυγος και πατέρας.

Γεννήθηκε στη Λιβαδειά, το 1904, πατρίδα του πατέρα του.

Ο ίδιος είχε γράψει σχετικά με την επίδραση του πατέρα του στα προσωπικά του και αργότερα συγγραφικά του ενδιαφέροντα. «Ο πατέρας μου, που ήταν βαμβακέμπορος και βιομήχανος, αλόγιστα ξόδευε χρήματα, φτάνει να έκανε δικό του κάποιο ασημένιο γιαταγάνι ή πάλα ή ένα καλοδιατηρημένο καριοφίλι. Μπορούσε να πάει στο πιο μακρινό χωριό, αρκεί να μάθαινε πως είχε κάποιος για πούλημα ασημοκουμπούρα.

Έτσι στο πάνω πάτωμα του σπιτιού μας, στο πιο μεγάλο δωμάτιο από τους τοίχους του κρέμονταν κάθε λογής άρματα. Χώρια εκείνα που ήταν κλεισμένα σε ντουλάπια. Το δωμάτιο αυτό, το λέγαμε "οπλοθήκη".

Ύστερα που ορφάνεψα από πατέρα, οχτάχρονο παιδόπουλο, για μερικό καιρό έβρισκα παρηγοριά μέσα στην οπλοθήκη. Ούτε και νοιαζόμουνα να παίξω με τα γειτονόπουλα μου τον τόσο αγαπημένο μου καραγκιόζη. Για ώρες βρισκόμουνα κλεισμένος στο δωμάτιο με τα άρματα. Κάρφωνα το βλέμμα μου πάνω σε κάποιο καριοφίλι, μπαλάσκα, γιαταγάνι, χαντζάρα. Το έπαιρνα ύστερα στα χέρια μου και το καλοεξέταζα από όλες τις μεριές. Καμιά φορά κουβέντιαζα μαζί του, λες κι ήταν ο αγωνιστής που κάποτε το κρατούσε. Κι άθελά της, η ξέφρενη παιδιάστικη φαντασία μου έπλαθε κάποιο ολόσωμο αγωνιστή, να κρατάει και να έχει ζωσμένη πάνω του τη βαριά αρματωσιά του. Κάποτε, και εγώ δεν ξέρω πώς, ο παραλογισμένος μου νους μου παρουσίαζε αρματωμένο μπροστά μου το γιγαντόκορμο Πατέρα μου.

Γενικά ένοιωθα κάποιο παράξενο κι ανεξήγητο συναίσθημα σαν βρισκόμουνα δωμέσα. Τι ήταν εκείνο που με τραβούσε; καρδιά δε μου έκανε να ξεκολλήσω. Μέρα δεν άφηνα να περάσει χωρίς νάμπω και να βρεθώ ανάμεσα στ’ άρματα που τόσο είχαν σφιχτοδεθεί μαζί μου. Τα αγαπούσα. Τ’ αγαπούσα πολύ και μαζί μ’ αυτά κι εκείνη την ταραγμένη και τρισένδοξη εποχή τους.

Από τα οχτώ μου κιόλας χρόνια είχα δεχτεί το μπόλιασμα του εικοσιένα που συγκλόνισε το μικρό μου είναι, θέριεψε μέσα μου με τον καιρό. Έγινε βίωμα κι ολοζώντανο βάστηξε ως το βασίλεμά μου...».

Να, λοιπόν, από πού και πώς ξεκίνησε εκείνο το πάθος που θα διαρκούσε μια ολάκερη ζωή και που θα δημιουργούσε ένα τόσο σημαντικό ιστορικό και λογοτεχνικό έργο.

Αυτή, λοιπόν, η συλλογή του πατέρα θα παίξει αργότερα το ρόλο της. Θα είναι κάπου γύρω στα 1917 ή 1918 που η πατρική συλλογή των όπλων θεωρήθηκε από τους τότε κυβερνώντες ως συλλογή όπλων που μπορούσαν να πλήξουν την κυβέρνηση και κάποια από αυτά κατασχέθηκαν. Ο δεκατριάχρονος Τάκης Λάππας δεν δίστασε να υπερασπιστεί την πατρική κληρονομιά. Άραγε συνειδητοποιούσε πως σιην ουσία υπερασπιζότανε το ίδιο του το μέλλον, την ίδια του τη μοίρα;

Το 1920 αφήνει για πάντα τη Λιβαδειά. "Δεκαπέντε χρόνια έζησα όλα κι όλα σ’ αυτήν τη χώρα", γράφει, "μα τούτα τα πρώτα μου χρόνια σημάδεψαν για πάντα τη ζωή μου. Μπορεί να έζησα άλλα εξηνταπέντε στον άξενο τόπο, μα ο νους μου ήταν πάντα στην αρχοντική πολιτεία της Ρούμελης. Μήτε για μια στιγμή η πρωτεύουσα δεν μπόρεσε να καταπιεί, να παραμερίσει από μέσα μου την πόλη που πρωτόζησα. Είχα αφήσει πίσω τόσες και τόσες αναμνήσεις. ΓΓ αυτό και προσπαθούσα, όσες φορές μου ήταν μπορετό να βρίσκομαι κοντά της. Με δένανε μαζί της και κάμποσοι τάφοι. Με είχε κυριεύσει τότε αρρωστημένη νοσταλγία. Ακόμη και πρεσβύτης, σαν τον γίγαντα Ανταίο, αγγίζοντας τη γη της πατρίδας μου, ξαναβρίσκω τη δύναμή μου για τη ζωή".

Λοιπόν, είναι χαρακτηριστικό αυτό που βγαίνει μέσα από τούτο το κείμενο. Δεν είναι μόνο η αγάπη του Τάκη Λάππα για την πόλη που τον γέννησε, είναι και η αντικειμενικότητα με την οποία πλησιάζει και εκφράζει τα συναισθήματά του -"αρρωστημένη νοσταλγία". Αυτή η αντικειμενικότητα θα χαρακτηρίζει όλες του τις πράξεις και ως συγγραφέα και ως ανθρώπου.

Τελικά βρέθηκε στην Αθήνα. Και για να είμαστε αντικειμενικοί η Αθήνα του χάρισε τις ομορφιές της, τις δυνατότητες να αναπτύξει τις πνευματικές του ανησυχίες. Βέβαια, υπήρχε το πρόβλημα του βιοπορισμού. Την Εταιρία Υδάτων θα τη χαρακτηρίσει κάποια στιγμή "κάτεργο" και τις συνθήκες εργασίας τραγικές. Μα πώς αλλιώς μπορούσε να βιώσει ένα πνεύμα τόσο ανεξάρτητο σαν το δικό του, ένα πνεύμα που λαχταρούσε τη συνεχή γνώση, την ισοπέδωση της υπαλληλικής ζωής; Στην Αθήνα αρχίζει να ανακαλύπτει τα βιβλία που τον ενδιαφέρουν, να χώνεται σε βιβλιοθήκες και μουσεία. Και θα είναι αυτές οι εξορμήσεις του που θα τον φέρουν κοντά σε κάποια γνωστά πρόσωπα της πνευματικής ζωής του τόπου μας εκείνα τα χρόνια. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου που θα τους προσφέρει την ιδέα να ασχοληθεί με τον Αντρούτσο. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης που του άνοιξε τα άδυτα των Αρχείων του Κράτους. Ο ζωγράφος Βάσος Γερμενής που και τον πάντρεψε και του βάφτισε την κόρη. Ο Δημήτρης Καμπούρογλου που τον έμπασε στα μυστικά των προσωπικών αρχείων και τελικά του κληροδότησε το περίφημο δικό του.

Όλοι αυτοί και άλλοι πολλοί από τα πρώτα ονόματα της εποχής του, στάθηκαν οι δάσκαλοί του, αλλά και οι πρώτοι του θαυμαστές. Έμελλε κάποια στιγμή το έργο του Τάκη Λάππα να σταθεί ισάξια δίπλα στο δικό τους, να τιμήσει το δημιουργό του, όπως τιμά το όνομα Λάππας και το όπλο του Διάκου που ο συγγραφέας/ιστορικός δώρισε στο Ιστορικό Μουσείο.

Παράλληλα φτιάχνει την οικογένειά του. Είναι ιδιαίτερα συγκινητικό το πόσο συχνά και με τι τρυφερότητα αναφέρεται στην γυναίκα του με το χαρακτηρισμό "σύντροφός μου". Με την κυρία Βούλα, λοιπόν, έκαναν δυο παιδιά, την Αθηνά και τον Ηρακλή και ήταν η κυρία Βούλα εκείνη που έχει δακτυλογραφήσει όλα του τα βιβλία. Πραγματική σύντροφος.

Μια μεγάλη περίοδο της ζωής του συνεργάζεται με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Θα γράψει κάμποσες δεκάδες θεατρικά μονόπρακτα που θα τα ερμηνεύσουν τα πιο μεγάλα ονόματα της σκηνής μας (Κατράκης, Κατσέλη, Καρούζος κ.ά.). Κι εκεί μέσα στους ραδιοφωνικούς θαλάμους θα γνωριστεί με τον Αλκή Τροπαιάτη και την Αντιγόνη Μεταξά, οι οποίοι και θα σταθούν αφορμή να ξεκινήσει την καριέρα του στο χώρο του ιστορικού βιβλίου για παιδιά και νέους.

"Στο μυαλό μου όλο και στριφογύριζε μια τέτοια ιδέα", σημειώνει ο ίδιος. "Όχι, βέβαια, να γράψω βιβλίο να διαβάζεται μόνο από παιδιά. Να γράψω κάτι για μεγάλους που να διαβάζεται και από εφήβους. Ή αντίστροφα "παιδικά βιβλία για μεγάλους". Γιατί μήπως του Ιούλιου Βερν τα βιβλία που είναι για νέους, δε διαβάζονται και από μεγάλους; Κάτι τέτοιο, λοιπόν, ήθελα να φτιάξω. Δύσκολο λιγάκι. Πώς μπορείς να πεις το τι ταιριάζει να μάθει το παιδί από την ιστορία, δίχως παράλληλα και να την αλλιωτέψεις; Γιατί πιστεύω πως στην ιστορία πρέπει να λέγονται όλα, αλήθειες και ψέματα βασισμένα πάνω σε ντοκουμέντα. Άλλο η κοσκινισμένη ιστορία, αυτή που θέλουν να ταιριάσουν στα μέτρα τους οι διάφορες ιδεολογίες και να τη χρησιμοποιήσουν για προπαγάνδα... Και κάτι άλλο ακόμα. Αλλοίμονο αν ο νέος από 12 έως 16 χρόνων καταλάβει πως γράφεις γι’ αυτόν μόνο, κοσκινισμένα θέματα, φτιασιδωμένη ιστορία και του κρύβεις την αλήθεια. Τότε το πέταξε το βιβλίο. Πιστεύει πως βρίσκεται σε ηλικία που μπορεί να διαβάζει ότι κι ένας μεγάλος.

Κι όταν καταπιάστηκα να γράψω για εφήβους τότε κατάλαβα το πόσο δύσκολο είναι... Ότι κι αν έγραψα σ’ αυτήν τη σειρά, ποτέ δεν έκανα διακρίσεις για μεγάλους ή εφήβους. Το ξαναλέω. Τα έγραψα όλα σαν να ήταν να μελετηθούν από διαφόρους, μα να μπορούν να διαβαστούν ΚΑΙ από νέους".

Λόγια που κρύβουν μια αλήθεια και μια πίκρα. Και οι δυο εξακολουθούν να ισχύουν. Στα παιδιά λέμε και γράφουμε πάντα με κριτήριο την αλήθεια μας, αλλά παράλληλα η κοινωνική αναγνώριση πάντα δεν είναι πλουσιοπάροχη απέναντι στο συγγραφέα που ασχολείται με το παιδί.

Ας είναι. Ο Τάκης Λάππας έγραψε συνολικά 35 παιδικά βιβλία. Γι’ αυτό του ειδικά το έργο τιμήθηκε και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού βιβλίου και από πολλά άλλα σωματεία. Όλοι αναγνώρισαν αυτό που ο ίδιος είχε προσπαθήσει να κάνει."... Δεν έγραψα ιστορικά βιβλία και μελέτες να διαβαστούν μονάχα από καμιά πενηνταριά, όπως γίνεται με τις επιστημονικές ιστορίες. Δεν γέμισα με υποσημειώσεις τις σελίδες μου (να δείξω την πολυμάθειά μου), να καμώνομαι το πόσο κόπιασα και να δείξω το τι και τι δε διάβασα. Έγραψα όλα τα βιβλία μου να διαβαστούν από τους πολλούς, από το λαό μας, από αυτόν που διψάει για τέτοια".

Ναι, φρέσκα βιβλία μας χάρισε, βιβλία που δεν έδειχναν τη σκόνη των παλιών αρχείων που τα πνευμόνια του συγγραφέα τους είχαν ρουφήξει καθώς τα ερευνούσε.

Οι θέσεις αυτές του Λάππα οι σχετικές με το παιδικό / νεανικό βιβλίο παραμένουν πάντα επίκαιρες. Όπως πάντα επίκαιρα παραμένουν και όλα του τα βιβλία. Κι αυτά που τον κατέταξαν ανάμεσα στις σημαντικότερες παρουσίες της ΠΛ, όσο και εκείνα που είναι καθαρώς ιστορικά.

Συνολικά τα βιβλία που κυκλοφόρησε είναι 85. Και αναρίθμητα τα άρθρα και τα κείμενα που δημοσίευσε σε περιοδικά και εφημερίδες. Όταν υπάρχει ταλέντο και εργατικότητα μπορεί από μια μόνο ζωή να παραχθεί έργο και ποσοτικό και ποιοτικό, που άλλοι θα χρειαζόντουσαν δυο ζωές και διπλό ταλέντο για να το δημιουργήσουν. Παράλληλα ανέπτυξε μια έντονη κοινωνική δράση. Μέλος πολλών σωματείων και ενεργός παρουσία σε ότι είχε να κάνει με την ιστορία μας και ειδικότερα με το έπος του ’21.

Κριτικές για το έργο του έγραψαν πολλοί και ανάμεσά τους ας αναφέρουμε τους Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο, Κ. Δημαρά, Π. Χάρη, Γ. Χατζίνη, Μ. Κλάρα, Κλ. Παράσχο κ.ά.

Η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε δυο φορές. Το 1946 για το βιβλίο του "Θανάσης Διάκος" και το 1981 με το βραβείο Ουράνη για το συνολικό έργο του στο χώρο του εφηβικού βιβλίου. Ακόμα βραβεύτηκε και από άλλα σωματεία, τιμήθηκε με μετάλλια, διοργανώθηκαν εκδηλώσεις για το έργο του. Και η γενέτειρα γη ποτέ δεν τον ξεχνάει.

Ναι, ο Τάκης Λάππας γνώρισε την αναγνώρισε και το θαυμασμό.

Αλλά εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι πως τα βιβλία του παραμένουν πάντα ζωντανά. Και θα παραμείνουν. Γιατί δημιουργήθηκαν από έναν άνθρωπο που συνδύαζε το ταλέντο με την έρευνα. Το πάθος του συγγραφέα, με την αντικειμενικότητα του ερευνητή.
ΒΟΙΩΤΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΔΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΒΟΙΩΤΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΕΥΧΟΣ 12 ΙΟΥΛΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2001


from ανεμουριον https://ift.tt/2Yc9RIa
via IFTTT
Από το Blogger.