ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΥ (2012)

Ο περισσότερος κόσμος λόγω πωλήσεων το συμπεραίνω με ξέρει από τον ΑΡΗ λέει ο Διονύσης Χαριτόπουλος, όμως στο καφέ όπου συναντιόμαστε, νωρίς το πρωί της Κυριακής, οι σερβιτόροι, αλλά και άλλοι θαμώνες του μαγαζιού, τον ξέρουν πρωτίστως ως τον Διονύση που πίνει τον καφέ του κάθε μέρα στις 09.00. Απορούν καθώς τον βλέπουν άκαπνο. Το τασάκι στο υπόγειο, να μην ενοχλούμε το κορίτσι, εξηγεί, και καθ' όλη τη διάρκεια της κουβέντας μας αυτό θα παραμείνει στο πάτωμα, κάτω από το τραπέζι. Ένας τζέντλεμαν αλά Ελληνικά, στιβαρός, αλλά και προστατευτικός. Πειραιώτης. Το νέο βιβλίο του, ΕΚ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (εκδόσεις Τόπος), είναι αφορμή για τη συνάντηση μας: μια χαρτογράφηση της ανθρωπογεωγραφίας του Πειραιά την 20ετία '47 - '67, στην οποία πρωταγωνιστεί το παιδί. Ένας οκτάχρονος, ως επί το πλείστον, Χαριτόπουλος, ένας αλητάκος που γεύτηκε πολύ νωρίς τρία πολύ καθοριστικά για τη ζωή του πράγματα: τον πρώτο του αληθινό καβγά, το πρώτο φιλί, τον πρώτο αγώνα του Ολυμπιακού. Σε έναν Πειραιά και σε μια Ελλάδα όπως αυτή που βλέπουμε στις παλιές ασπρόμαυρες ταινίες του Κούνδουρου και του Κακογιάννη: πάμπτωχη, κουτοπόνηρη, λιμοκοντόρισσα, αλλά και αυθεντική, με τσίπα. Με προοπτική. Στον υπολογιστή του, 50.000 σελίδες από εφημερίδες του Πειραιά εκείνης της εποχής τον βοήθησαν να διασταυρώσει «τη μνήμη με γεγονότα» και έπειτα από πέντε χρόνια δουλειάς είναι έτοιμος να μιλήσει για την αφετηρία μιας άκρως ενδιαφέρουσας ζωής. 

Παλιά λέγατε «όλοι με ρωτάνε για τη διαφήμιση, κανείς δεν με ρωτάει για τα επαγγέλματα που έκανα όταν ήμουν πιτσιρικάς». Έφτασε, λοιπόν, η ώρα να μας μιλήσετε για εκείνη την περίοδο. 

Η διαφήμιση ήταν λαμπερή. Εγώ είχα πάει πάρα πολύ καλά, ήμουν λίγο "η Βουγιουκλάκη" της διαφήμισης. One man show. Ήταν μια δουλειά που έκανα για τα χρήματα και την άφησα όταν μπορούσα. Επέστρεψα στην παιδική ηλικία επειδή μόνο όταν μεγαλώσεις, έγραψε ο Κωστής Παπαγιώργης σε μια κριτική, όταν περάσεις τα 60, μπορείς να επανασημασιολογήσεις τη νεότητα σου. Τότε κατασταλάζουν τα πράγματα, ό,τι ήταν να κάνεις το έχεις κάνει περίπου, και μπορείς να δεις με μια καθαρή ματιά το παρελθόν σου. Άσε που συμπίπτει με τη διαμόρφωση όλης της Ελλάδας και όχι μόνο του Πειραιά αυτή η εικοσαετία του '47-'67. Ήθελα μέσα από τα μάτια μου να δει ο κόσμος τον Πειραιά και την ανθρωπογεωγραφία του εκείνη την εποχή. Το παρελθόν μας είναι, αυτό μας διαμόρφωσε και αυτό υπάρχει. Δεν βρεθήκαμε ξαφνικά στη ζωή. 

Γιατί δεν κάνετε λόγο για τη δική σας οικογένεια; Γράφετε ότι το «παιδί», δηλαδή εσείς, γεννήθηκε στα Μανιάτικα, αλλά ξεκινάτε την αφήγηση από όταν ήσασταν οκτώ χρόνων, οπότε μόνο να συμπεράνουμε μπορούμε από το μωσαϊκό των επαγγελμάτων που κάνατε (βοηθός μπογιατζή, οξυγονοκολλητή κτλ.) ότι κατάγεστε από φτωχή οικογένεια την οποία έπρεπε να στηρίξετε οικονομικά. 

Ναι, αλλά όχι για το φαγητό. Αυτό το τόσο στοιχειώδες, στοιχειωδώς υπήρχε. Αλλά ήμουν αγόρι και τα αγόρια θέλουμε να έχουμε τα δικά μας λεφτά. Κάπνιζα από πολύ μικρός, ήθελα να νιώθω ανεξάρτητος. 

Αυτό που κάνει επίσης εντύπωση είναι ότι αυτό το «παιδί» είναι τελείως ελεύθερο, δεν το ελέγχει κανείς. 

Ναι, δεν είχα αυτόν τον έλεγχο στο σπίτι. Γράφω κάπου "κανείς δεν σήκωσε χέρι ούτε να το χαϊδέψει ούτε να το χτυπήσει . Και έτσι ήταν. Για αυτόν τον λόγο δεν γράφω για την οικογένεια μου. 

Ποια είναι η πιο αγαπημένη ανάμνηση ανάμεσα σε όλες αυτές τις εικόνες που περιγράφετε; 

Το λιμάνι για μένα ήταν μαγικό. Συνέβαιναν πράγματα όχι κάθε μέρα, αλλά κάθε δέκα λεπτά. Εκεί υπήρχε πανσπερμία φυλών, ανθρωπότυπων. Έβλεπα σε μια εφημερίδα του '50 ότι οι κάτοικοι του Πειραιά ήταν κατά εκατοντάδες Κινέζοι, Γερμανοί, Άγγλοι, Γάλλοι, επειδή αυτή είναι η εικόνα ενός μεγάλου λιμανιού. Επίσης, η μαγεία της Τρούμπας. Εκεί όπου ήταν πλάι πλάι μαγαζιά, μπαρ, καμπαρέ με χρώματα, μουσικές, επιγραφές. Αν γινόταν με κάποιον τρόπο να επιστρέψω εκεί σήμερα, δεν θα εντυπωσιαζόμουν, αλλά, τότε, μια ολόκληρη συνοικία με φωνές, τραγούδια, γυναίκες ήταν κάτι μαγικό. Ένα καρουσέλ για μεγάλους. Με όλα τα μείον. 

Εκεί δεν είχατε, εξάλλου, την πρώτη σας επαφή και με τα βιβλία; 

Ναι, όπως γράφω ήταν στο "σπίτι" της περίφημης Σπανιόλας, και κάποιος από τους ναυτικούς είχε ξεχάσει εκεί τη ΓΕΦΥΡΑ ΤΩΝ ΣΤΕΝΑΓΜΩΝ, με μια πολύ ωραία ζωγραφιά στο εξώφυλλο. Εκείνη, νομίζοντας ότι ήταν βιβλίο του σχολείου, μου λέει "το θέλεις;". Το πήρα και ξετρελάθηκα, άλλος κόσμος, νομίζω σωτήριος για μένα. Δεν ξέρω που θα είχα καταλήξει αν δεν διάβαζα, τι θα είχα κάνει στη ζωή μου. 

Ούτε το διάβασμα σας βοήθησε να στεριώσετε όμως 

Ναι, ξεκίνησα σπουδές, πέρασα, αλλά δεν πήγα πουθενά. Ταξίδεψα. Ήμουν από τους πρώτους, πώς να το πω επειδή χίπης δεν υπήρξα , που έλεγαν "φεύγω τώρα". Δεν άντεχα το μάντρωμα. Αυτό το "καθ' υπαγόρευσιν". Όταν έχεις μεγαλώσει στον δρόμο, δεν το αντέχεις. Έπαιζα ποδόσφαιρο και θα μπορούσα να είχα κάνει κάτι, αλλά όταν ερχόταν η ώρα να το επισημοποιήσουμε, έφευγα. Δεν ήθελα να ανήκω κάπου. Γι' αυτό δεν ήμουν ποτέ σε κανένα κόμμα. Και αν έμεινα στη διαφήμιση, είναι γιατί είναι ο πιο ελεύθερος χώρος που θα μπορούσα να βρω. Η διαφήμιση της δικής μου εποχής τουλάχιστον, επί χούντας, ήταν το καταφύγιο για τους αριστεροαναρχικοελεύθερους τύπους. Στις τρεις τέσσερις διαφημιστικές εταιρείες είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Από τον Καμπανέλλη, τον Διαγόρα Χρονόπουλο, τον Χασάπογλου, τον Μάριο τον Ποντικά. Γιατί εκεί δεν σου ζητούσαν φρονήματα. Δεν σου έλεγε κανείς τίποτε αν πήγαινες στις 10:00. Ήταν ελεύθερα. Και μπορούσαμε να βοηθήσουμε και άλλους. Το ραδιόφωνο και η τηλεόραση είχαν λίστες απαγορευμένων εκφωνητών και ηθοποιών. Εμείς φωνάζαμε αυτούς που δεν είχαν λεφτά, ας πούμε τους ηθοποιούς από το Ελεύθερο Θέατρο, και τους βάζαμε να παίζουν σε διαφημιστικά χωρίς να γράφουμε το όνομα τους. Μέχρι να έρθουν οι γιάπηδες το '8ο, η διαφήμιση ήταν αλλιώς. 

Ήσασταν, λοιπόν, ο ανένταχτος της ζωής, που έγινε ο «ακατάταχτος» της λογοτεχνίας. Φαντάζομαι πως το γεγονός ότι σε ηλικία 12 ετών πήγατε σχολείο στο 2ο Αρρένων με παιδιά από ευκατάστατες οικογένειες συνέβαλε στον αποπροσανατολισμό σας; 

Ένιωθα ότι δεν ανήκα ούτε στους μεν ούτε στους δε. Μιλούσα δύο διαφορετικές γλώσσες, είχα δύο διαφορετικές συμπεριφορές. Ενώ στη γειτονιά μου μπορούσα να τσακωθώ αν με στραβοκοίταζες, στο σχολείο ήμουν πιο υπομονετικός. 'Οχι ότι δεν τσακωνόμουν και εκεί. 

Δεν εμπεριέχει μοναξιά αυτό το «ανένταχτος»; 
Είμαι και ως άνθρωπος μονήρης, αλλά είναι και μέρος της δουλειάς μου. Όλοι οι συγγραφείς ήταν μονήρεις, όλοι τα έκαναν λίγο έως πολύ σκατά με τις οικογένειες τους. Δεν σε δυναστεύει η μοναξιά, την επιδιώκεις. Εκεί γαληνεύεις. Ο Σεφέρης είχε μια καρέκλα και καθόταν, το μυαλό του έφευγε και η Μάρω Σεφέρη τον τρέλαινε με τα "τι σκέφτεσαι τώρα;". Ήταν σε έναν κόσμο που δεν μπορούσε εκείνη να μπει. θα της τον αποκάλυπτε έπειτα από μήνες, μέσα από ένα γραπτό. Ούτε εγώ τα έχω πάει καλά με τα προσωπικά μου. Ήμουν ανυπόφορος. Το καταλαβαίνω αυτό. 

Με ποια έννοια; 

Δεν με ενδιέφερε η καθημερινότητα. Έδινα λεφτά για να εξαγοράζω την ησυχία μου. Εξαφανιζόμουν στο βουνό για μήνες. Δεν είμαι άνθρωπος ή, τουλάχιστον, δεν ήμουν, για να έχει κανείς μια φυσιολογική σχέση μαζί του. 

Αυτό που δεν είχατε ως παιδί δεν θελήσατε να το δημιουργήσετε ως ενήλικος; 

Νοικοκυράκος δεν έγινα ποτέ. Δεν μπορούσα. Γιατί τα πρώτα 20 χρόνια της ζωής σου σε διαμορφώνουν. Εγώ ήθελα να είμαι ρεμπέτασκέρ. 

Αυτό που περιγράφετε στο βιβλίο είναι πως όταν κάποιος σας έλεγε κάτι, ή σας μάλωνε, φεύγατε. 

Ναι, έφευγα. Ακόμη και από το σχολείο. Δεν το άντεχα. Ή θα έπρεπε να τους χτυπήσω. Είχα μια τέτοια λογική, την οποία έχω πληρώσει ως μεγάλος. Τα αγκάθια της γειτονιάς σου μπορείς να τα βγάλεις, και έχω βγάλει αρκετά. Δεν μπορείς, όμως, να τα βγάλεις όλα, γιατί δεν θα είσαι αυτός που είσαι. 

Το γράψιμο βοήθησε; 

Ήταν ψυχοθεραπεία. Πρώτα κατανοώ τον εαυτό μου μέσα από το γράψιμο και έπειτα τον κόσμο. Ο,τι έχω γράψει, εκτός από τον ΑΡΗ, είναι βιωματικό. 

Αλήθεια, πώς προέκυψε αυτή η παρένθεση στο αυτοναφορικό γράψιμο; 

Οι βιογραφίες, λένε, θέλουν αγάπη και αίμα να καταθέσεις. Εγώ τα κατέθεσα και τα δύο. Και δεν κρύβω την αγάπη μου. Για μένα ήταν ένας ξεχασμένος ήρωας τον οποίο ήθελα να ανακαλύψω πρώτα εγώ. Είχα την ανάγκη να καταλάβω γιατί τον θάψαμε, γιατί δεν μιλάει κανείς για αυτόν. Είστε μικρή για να το θυμάστε, αλλά μέχρι να βγει το βιβλίο είχε σχεδόν ξεχαστεί. Έμενε μόνο σε κάποιες καρδιές. 

Γιατί τον «θάψαμε» λοιπόν; 

Το ΚΚΕ έθαψε τον Γοργοπόταμο επειδή τον έκανε ο Άρης Το ΚΚΕ έκανε τη μεγάλη ζημιά στον Άρη αλλά και η Δεξιά που δεν ήθελε να ακούει. Καμία παράταξη δεν ήθελε να ακούει. Όπως θάψαμε και την Αντίσταση, και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων των νικητών του πολέμου, ενώ θα μπορούσαμε να έχουμε διεκδικήσει πολλά πράγματα έχοντας τόσα χρόνια Αντίσταση. Γιατί το είχε κάνει η Αριστερά. Και μετά η Ελλάδα κυβερνήθηκε από τους δωσίλογους για ένα μεγάλο διάστημα. 

Τι σηματοδοτεί ο Άρης για την Ιστορία του τόπου; 

Είναι ένας Καραϊσκάκης, ένας Κολοκοτρώνης της εποχής της σύγχρονης. Δημεγέρτης, κατάφερε και έβγαλε στο βουνό 130.000 ανθρώπους, δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά. Μέσα από το παράδειγμα του έγινε αυτό το μαζικότατο κίνημα. Για μένα είναι ο τελευταίος μεγάλος λαϊκός ήρωας που είχε η χώρα. 
Αν ζούσε σήμερα τι θα έκανε; 

Δεν ήταν άνθρωπος της ειρήνης και δεν ήταν πολιτικός, ασχέτως αν έβλεπε τα πράγματα από σωστή πολιτική οπτική. Δηλαδή όταν χαιρόταν όλο το ΚΚΕ ότι ήρθε ρωσική αποστολή στα βουνά, αυτός έλεγε του πατέρα Ανυπόμονου: "Μην χαίρεσαι, όλα τα γουρούνια την ίδια μούρη έχουν". Μια λέξη θα τον χαρακτήριζε: πατριδολάτρης. Ούτε, όμως, στον Εμφύλιο ήταν ο ρόλος της Αριστεράς αυτός που θα έπρεπε να είναι. Δεν θα έπρεπε καν να γίνει Εμφύλιος. Είναι από τα ολέθρια λάθη της Αριστεράς. Πιστεύω ότι ενώ ο κόσμος υπέμεινε τους δωσίλογους, δεν πήγε στην πραγματικότητα με την Αριστερά γιατί δεν τους άντεχε. Ήταν το χάλι τους το μαύρο εκείνη την εποχή, όπως είναι και σήμερα. Ένας υπαρχηγός του Άρη ο Περικλής, μου το έλεγε καθαρά: "Ευτυχώς που δεν νικήσαμε, Διονύση, θα είχαμε σφάξει τον κόσμο". Από τότε το έλεγε και γι' αυτό τον είχαν στείλει να σπάει πέτρες. 

Συχνά έχετε αμφιλεγόμενες απόψεις, κάποτε είχατε χαρακτηρίσει τη μήνυση για σεξουαλική παρενόχληση «υπερβολή» 

Είναι υπερβολή. Ένα λεπτό, όμως, δεν δικαιολογώ τη χυδαιότητα και την ενόχληση. Αυτό που λέω είναι ότι αν σου πω "τι κούκλα που είσαι", είναι υπερβολή να με μηνύσεις. 

Οι μηνύσεις δεν γίνονται για μια φιλοφρόνηση. 

Στην Ελλάδα όχι, αλλά στο εξωτερικό ναι. Κοίτα, εγώ δούλευα σε έναν χώρο με μοντέλα, ηθοποιούς και δεν επεδίωκα ποτέ σχέση μαζί τους, γιατί θα ήταν εκμετάλλευση θέσης. Μου ήταν αδιανόητο. Σε χαλάει και σένα τον ίδιο να ξέρεις ότι η κοπέλα με την οποία τρως ή συνευρίσκεσαι σε θέλει για κάποιον άλλον λόγο και όχι επειδή σε θεωρεί λεβέντη. Ξέρω, όμως, από φίλους ή από τους γιους μου, που σπούδαζαν στο εξωτερικό, απίστευτα πράγματα, άντρες να μηνύουν τις γυναίκες. 

Εσείς γιατί επιλέξατε την Ελλάδα; 

Έχω μείνει στη Φλωρεντία, στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο από λίγο. Γυρνούσα πίσω. Δεν θα μπορούσα να ζήσω έξω. Καλύτερα στον Κορυδαλλό παρά έξω. Μου αρέσει πάρα πολύ αυτός ο τόπος και τον αγαπάω πάρα πολύ. Όπου και να βρισκόμουν έκανα συγκρίσεις με την Ελλάδα. Είναι μαγική χώρα και, επειδή την έχω γυρίσει κάμποσο, μπορώ να το πω. Όταν ήμασταν νέοι και βλέπαμε ένα ωραίο τοπίο, λέγαμε όμως "ε, ρε, και να το είχαν αυτό οι Ιταλοί!". Εμείς τα καταστρέφουμε όλα. 

Παρασυρθήκατε από το κλίμα ευδαιμονίας το οποίο αποτελεί πλέον παρελθόν; 

Εκανα κι εγώ τις βλακείες μου. Τον περισσότερο καιρό όμως τον περνάω σε ένα σπίτι που έχω χτίσει στο βουνό, στο Μικρό Χωριό της Ευρυτανίας, εδώ και 30 χρόνια. Είχα τρία χρόνια να κατεβώ στην Αθήνα. Επέστρεψα για τους γιούς μου. Αυτή η γενιά ωριμάζει φυσιολογικά. Κάποιος που είναι 30 χρόνων θεωρείται παιδί ακόμη. 

Και είναι αυτό «φυσιολογικό»; 

Εμείς πιεστήκαμε να ωριμάσουμε από τις ανάγκες και το περιβάλλον. Εβλεπες μια ωριμότητα σε 15χρονα που δεν τη φαντάζεσαι σήμερα. Την εποχή που περιγράφω στο βιβλίο, αυτά τα 15χρονα συντηρούσαν οικογένειες. Τα σημερινά παιδιά και οι δικοί μου γιοι, που είναι πάνω από 30, έχουν άλλη αντίληψη για τη ζωή. Αραγε, τους καλομάθαμε; Είναι όλα λυμένα. Δεν το βρίσκω κακό ότι αργείτε να ωριμάσετε, είναι πιο φυσιολογικό από το να πιέζεσαι λόγω βιοτικών αναγκών. 

Στο ΕΚ ΠΕΙΡΑΙΩΣ περιγράφετε τους μάγκες της εποχής. Υπάρχουν μάγκες σήμερα; 

Υπάρχουν. Σοβαροί άντρες, δωρικοί, που δεν ενοχλούν, αλλά ατύχησες αν τους ενοχλήσεις. Δεν λείπουν οι καλοί άντρες. Συρρικνώθηκαν, αλλά υπάρχουν. Και δεν εννοώ το κουτσαβάκι που μαχαιρώνει. 

Αυτοί, όμως, έχουν έρθει στο προσκήνιο τώρα. 

Ναι, είναι από αυτούς που λέγαμε κάν' του "φου" και φεύγει. Εγώ μάγκα θεωρώ τον άντρα που δεν είναι χαζοχαρούμενος. Που είναι υπεύθυνος για αυτά που λέει και κάνει. Ξέρεις, τότε η μεγάλη αξία ήταν η αξιοπρέπεια. Τώρα δεν είναι. Εχω δει ανθρώπους που το πρωί αποφυλακίστηκαν για κυριλέ κλοπές και το μεσημέρι κάνουν βόλτες και χαιρετούν λες και είναι ήρωες. Στην εποχή μου δεν θα ήξεραν πού να κρυφτούν. Τότε είχαμε λόγο. Δεν μπορούσες να κάνεις ματσαραγκιές και να σε δέχεται ο άλλος. Στον Πειραιά αυτό ήταν πιο έντονο. Οι Πειραιώτες έχουμε και καλό και κακό όνομα. Ερχόμασταν σε κάποιο πάρτι και έλεγε μια ψηλομύτα "δεν μιλάω με Πειραιώτες, αλλά μίλα μου εσύ...". 

Σας τρομάζει η άνοδος της Χρυσής Αυγής με τους «τζάμπα μάγκες»; 

Ντρέπομαι, αλλά δεν τους φοβάμαι. Επειδή έχω δει ποιοι την έχουν ψηφίσει. Ολοι οι φουκαράδες. Για μένα ευθύνονται τα κόμματα για τη Χρυσή Αυγή. Εννοώ ότι υπάρχουν κάποια πράγματα βαθιά ριζωμένα σε κάθε άνθρωπο. Ενα από αυτά είναι η πατρίδα του, γιατί από εκεί κρατιέται. Δεν μιλάω για τον εθνικισμό που είναι ντροπή γιατί απορρίπτεις όλους τους άλλους. Η Χρυσή Αυγή και ο Καρατζαφέρηςπιο παλιά, λερώνουν αυτές τις έννοιες, "πατρίδα", "σημαία",τη φιλοξενία που μπορούμε να παρέχουμε σε κάποιους ανθρώπους οι οποίοι έχουν λιγότερα από εμάς. Κατάφεραν η Αριστερά και οι εκσυγχρονιστές να κάνουν την πατρίδα μια λέξη που δεν μπορούσες να την προφέρεις. Επειτα άφησαν την Ελλάδα ξέφραγο αμπέλι με τους μετανάστες. Δεν είπα να μην έρθουν. Φυσικά θα έρθουν, πεινάνε οι άνθρωποι. Οχι όμως όποιος θέλει μπαίνει, όποιος θέλει βγαίνει. Αν υπήρχε μια στοιχειώδης εθνική πολιτική για το μεταναστευτικό ή για τα εθνικά θέματα, δεν θα υπήρχε Χρυσή Αυγή. 

Εχετε κάτι να ψηφίσετε; 

Οχι. Με ρώτησαν κάποια στιγμή και απάντησα "ΚΚΕ", και μου έμεινε η στάμπα, θα έλεγα ότι είναι το κόμμα μου αν μιλάγαμε για έναν σοσιαλισμό ανθρώπινο που δεν συνθλίβει το άτομο για χάρη του συνόλου, θα έλεγα επιγραμματικά ότι καμία ιδεολογία δεν αξίζει όσο η ανθρώπινη ζωή, έστω και μόνο μία. 

Πιστεύετε στον θεό; 

Οχι, δεν με απασχόλησε ποτέ το θέμα. Σαν να μην υπήρξε το ζήτημα της θρησκείας. 

Ησασταν, όμως, υπέρ της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. 

Οχι, ήμουν υπέρ του δημοψηφίσματος. Δεν με ενδιαφέρει τι γράφει η ταυτότητα. Η δική μου τα γράφει όλα λάθος. Είχα πεισμώσει με την άρνηση του Σημίτη να κάνει δημοψήφισμα. Και πήγα και υπέγραψα. Το τι άκουσα για αυτό... Διάβαζα ότι ψέλνω στον Αγιο Διονύσιο... Ο,τι θέλουν γράφουν. Εμένα με βρίζουν από το '76 που έγραψα το πρώτο μου βιβλίο. Δεν έχω απαντήσει ποτέ σε κανέναν. Είναι αρχή μου. Δεν κάνω συνομιλητή κάποιον επειδή θέλει αυτός. 

Οι Ελληνίδες πώς σας φαίνονται; 

Πιστεύω σε αυτές πάρα πολύ. Περισσότερο από ό,τι στους Ελληνες. Στη διαφημιστική εταιρεία που είχα και στην οποία ήμουν ο μεγαλομέτοχος αν και δεν μπορώ να πω "την είχα", γιατί ήταν πολυεθνική τα περισσότερα πρώτης γραμμής στελέχη ήταν γυναίκες. Τις πιστεύω έμπρακτα. Οι Ελληνίδες, μετά τον πόλεμο και τον Εμφύλιο, έσωσαν την οικογένεια. Οι άντρες ήταν είτε νεκροί, είτε εξόριστοι, είτε με τα αφτιά κατεβασμένα. Τους έδωσαν κουράγιο, μεγάλωσαν παιδιά. Είναι ό,τι καλύτερο έχει αυτή η χώρα. Εμείς είμαστε μπούρδες. Στα δε ερωτικά, έχουμε τα χάλια μας τα μαύρα. Εσείς είστε πιο προχωρημένες. Είστε πιο περίπλοκες, εμείς είμαστε ζώα μπροστά σας. Είστε πιο αισθαντικές, θα ήθελα να έχω μια κόρη. 

Εσείς ανήκετε στη μειονότητα των αντρών που δεν τις φοβούνται κιόλας. Υπήρξατε εξάλλου μαζί με μια πανέξυπνη γυναίκα, τη Μαλβίνα Κάραλη. 

Υπάρχει πιο ωραίο πράγμα από το να έχεις μια ωραία και έξυπνη γυναίκα απέναντι σου; Πρέπει να είναι μαλάκας ο άντρας που θα τη φοβηθεί. Να σε καμαρώνει μια κότα δεν σημαίνει τίποτε. Σημασία έχει να σε αγαπήσει ή να σου αναγνωρίσει ένα δυο καλά στοιχεία μια έξυπνη γυναίκα. Με τη χαζή, είτε εσύ είτε κάποιος άλλος, δεν κάνει διαφορά. Το να έρθει "να κουμπώσει", όμως, ένας άντρας με μια γυναίκα είναι πάρα πολύ δύσκολο. Και σπάνιο. 
Γιατί γράφατε το βιβλίο Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΟΥΒΑΡΙ με τις ερωτικές επιστολές της Μαλβίνας; 

Κάποια στιγμή κληρονόμησα από τη Μαλβίνα ένα χαρτόκουτο το οποίο είχε όλα τα γράμματα, όλα τα σημειωματάκια που μου είχε στείλει. Εγώ τα άφηνα στην άκρη σαν μπουμπούνας και εκείνη τα μάζευε. Κάθησα και τα ξαναδιάβασα και έμεινα έκθαμβος. Οχι μόνο επειδή με αφορούσαν προσωπικά. Οπως είπαν ο Κωστής Παπαγιώργης και ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, δεν είχαν διαβάσει καλύτερα ερωτικά γράμματα. Καλύτερα και από αυτά της καθολικής καλόγριας στον γάλλο αξιωματικό. Της είχα υποσχεθεί ότι κάποια στιγμή θα γράψω για εκείνη και, αντί για βιογραφία, έγραψα αυτό το βιβλίο με τα γράμματα της, για να διασωθούν. Δεν έχω αλλάξει τίποτε και, για να είμαι εντάξει, φώναξα τη Μελίτα, την κόρη της, να το διαπιστώσει. "Δεν σε ξέρω, ρε Διονύση;" μου είπε. 

Γιατί, όμως, να δημοσιεύσετε κάτι τόσο προσωπικό; 

Πρώτον, γιατί ήταν μεγάλη επιθυμία της να γίνει ηρωίδα ενός βιβλίου. Δεύτερον, γιατί της το υποσχέθηκα και κάτι τής όφειλα. Τους δυο τελευταίους μήνες τής έλεγα κάθε μέρα ψέματα στο νοσοκομείο. Την τάιζα μια γρανίτα φράουλα που της άρεσε πολύ, γιατί τη δρόσιζε, και της έλεγα ότι το γράφω το βιβλίο. Οι φεμινίστριες παραλίγο να με φάνε ζωντανό. Ούτε μία δεν είδε την αξία αυτών των επιστολών, τι αριστουργήματα έχει γράψει αυτό το κορίτσι; Τους είχε τρέλανει η Μαλβίνα όταν βγήκε και δήλωσε "είμαι πάνω απ' όλους και κάτω από αυτόν". Αν την άφηνα, θα είχε πει και θα είχε κάνει πολλά. Της φώναζα όταν μίλαγε για μας. Δεν ήθελα. Εγώ πάντα απομονωμένος ήμουν και λόγω Μαλβίνας βρισκόμουν ξαφνικά στο προσκήνιο. Μιλούσαν για μένα άνθρωποι που δεν ήθελα να ξέρουν ότι υπάρχω. 

Θα την κάνετε τελικά αληθινή ηρωίδα ενός βιβλίου, όπως επιθυμούσε και η ίδια; 

Δεν ξέρω. Εχω πολλές ενοχές με τη Μαλβίνα. Επρεπε να της έχω φερθεί καλύτερα. Και στην πρώτη μου γυναίκα το ίδιο. Μην πιστέψεις εκείνους που λένε "αυτός έδερνε τη γυναίκα του". Προς θεού. Κατ' αρχάς, τον άντρα που δέρνει τις γυναίκες θέλω να τον σφάξω στο γόνατο, τον σιχαίνομαι. Αυτό που συνέβη, μόνο μια φορά, είναι το εξής: Εγώ ήθελα να τελειώσει αυτή η ιστορία, αλλά εκείνη δεν ήθελε να πάρουμε διαζύγιο. Δίναμε, λοιπόν, ραντεβού στον δικηγόρο και εκείνη δεν ερχόταν. Μια, δυο, τρεις, την τέταρτη φορά, να σου κοπεί το χέρι που λένε, αλλά της έδωσα δυο χαστούκια. Επειδή με έστηνε. Εχω πει στους γιους μου "δύο πράγματα δεν θα κάνετε ποτέ: να πληρώσει γυναίκα όταν είστε μαζί και να σηκώσετε χέρι. Θα σας καταραστώ διά βίου".

ΜΑΡΙΛΕΝΝΑ ΑΣΤΡΑΠΕΛΟΥ
ΒΗΜΑMEN
ΑΘΗΝΑ
2012


from ανεμουριον https://ift.tt/3kxyKq2
via IFTTT
Από το Blogger.