Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΛΑΦΑΣ

Ο Κώστας Μπαλάφας με το όπλο στον ώμο και τη φωτογραφική του μηχανή κρεμασμένη στο στήθος, αντάρτης στην Ήπειρο. Ζαγόρι, 1943. 

Για τον φωτογράφο Κώστα Μπαλάφα, ο καλλιτέχνης που κάνει τέχνη για την τέχνη, είναι σαν τον άνθρωπο που φωνάζει για να ακούσει τον αντίλαλο της φωνής του. Ο ίδιος δημιούργησε φωτογραφίες-ντοκουμέντα, για να ακουστεί η φωνή της χώρας του. Με το φακό του απαθανάτισε τον άνισο αγώνα της γενιάς του '40 εναντίον Ιταλών και Γερμανών, το αντάρτικο στην Ήπειρο, τον Εμφύλιο που ακολούθησε και, στη συνέχεια, το μόχθο του ελληνικού λαού, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, για να ορθοποδήσει ξανά ο τόπος. Μελαγχολικές, χαρακτήριζαν παλαιότερα ορισμένοι συνάδελφοι του, τις φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα. Δεν καταλάβαιναν την εμμονή του, όπως έλεγαν, να βλέπει μόνο φτωχούς, όπως οι αγρότες και οι μαυροφορεμένες μάνες που πάλευαν με την άγονη γη, κρατώντας αγκαλιά τα ορφανά τους. Ούτε τις λιτές ασπρόμαυρες γραμμές του, καταλάβαιναν. «Γκριζάδες» έβλεπαν στις απέριττες συνθέσεις του, που άφηναν να αναδειχθεί η ουσία του θέματος, χωρίς επιτήδευση και τάση αισθητικοποίησης. Στάθηκε όμως αδύνατο να πτοήσουν τον Κώστα Μπαλάφα, που συστηματικά απέφυγε την εμπλοκή του στην επαγγελματική φωτογραφία και κάθε αμοιβή των φωτογραφικών του καρπών, για να επιδοθεί απερίσπαστος στη φωτογραφία κοινωνικού προβληματισμού. Και να αναγνωριστεί, χρόνια τώρα, ως ο μεγαλύτερος, ίσως, δημιουργός της χώρας μας στον τομέα αυτό. Ο καλλιτέχνης οφείλει να επιστρέφει στο σύνολο, ως αντίδωρο, το χάρισμα με το οποίο τον προίκισε η φύση. Αυτή την αρχή υπηρέτησε ο Κώστας Μπαλάφας, με τη συνέπεια και το πείσμα που τον χαρακτηρίζουν από μικρό παιδί. Γιος φτωχών αγροτών, του Γιώργου και της Αρχοντούλας, από το χωριό Χόσεπση Τζουμέρκων Άρτας, γεννήθηκε το 1920. Μικρός σε ηλικία, δέκα μόλις ετών, βρέθηκε βιοπαλαιστής στην Αθήνα. «Πρώτα κατέβηκα από το χωριό μου στην Άρτα» θυμάται. «Όπως όλα τα παιδιά που ήρθαν από εκεί, δεν είχα δει πολιτισμό. Έκπληκτος είδα για πρώτη φορά φώτα που δεν τα έσβηνε ο αέρας και η βροχή. Στην Αθήνα, όπου ταξίδεψα συνοδευόμενος από ένα δάσκαλο, αναζήτησα ένα συγχωριανό μου, θαυμάσιο άνθρωπο, που είχε ταβέρνα στην πλατεία Κουμουνδούρου. Όσοι κατεβαίναμε στην πρωτεύουσα, βρίσκαμε στο μαγαζί του ένα πιάτο φαγητό και φρόντιζε να μας βρίσκει δουλειά. Έτσι έγινε και με εμένα. Δουλειά τη μέρα, σχολείο το βράδυ, έως το 1936, οπότε πήγα για σπουδές στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων». Ύστερα από διετή φοίτηση, συνέχισε για ένα χρόνο σπουδές γαλακτολογίας στην Ιταλία. Το 1939 επέστρεψε στα Ιωάννινα και διορίστηκε έκτακτος υπάλληλος στην Γαλακτοκομική Σχολή. Η πρώτη επαφή του Κώστα Μπαλάφα με την Αντίσταση. 
«Στάσου να σε βγάλω μια φωτογραφία», του είπε ο Λέανδρος Βρανούσης όταν, μαζί με τον εικονιζόμενο αντάρτη, συνάντησαν και οδήγησαν τον εικοσιδυάχρονο τότε φωτογράφο, στο 85ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Χάνι του Καμπεραγα, Ζαγόρι, 1942. 

Εκεί τον βρήκε ο πόλεμος και η Κατοχή. Φωτογραφική μηχανή πρωτόπιασε στα χέρια του έφηβος, σε μια εκδρομή στην Πάρνηθα, όταν χρειάστηκε να φωτογραφίσει Ελληνοαμερικανούς συγγενείς του αφεντικού του. Μαγεύτηκε και η απόκτηση μιας φωτογραφικής μηχανής του έγινε έμμονη ιδέα. Τα κατάφερε όταν σπούδαζε στα Ιωάννινα. Αγόρασε μια «Τζούνιορ Κόντακ», την οποία αντικατέστησε με μια «Ρομπότ», όταν επέστρεψε από την Ιταλία. Με αυτήν κατέγραψε την πορεία του στρατού μας προς το αλβανικό μέτωπο και τον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ εναντίον των κατακτητών στην Ήπειρο. Για φιλμ προνόησε η τύχη. Στις 4 Νοεμβρίου 1940, ελληνικό αντιαεροπορικό κατέρριψε ιταλικό βομβαρδιστικό. Στα συντρίμμια του βρέθηκε σφραγισμένο μεταλλικό κουτί με πολλά μέτρα φιλμ «Φεράνια Καπέλι». 
Φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης και κορυφαίος στη φωτογραφία κοινωνικού προβληματισμού, ο Κώστας Μπαλάφας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση ανθρώπου που η ζωή και το έργο του συνθέτουν μια αδιάσπαστη ενότητα. Το φωτογραφικό πορτρέτο είναι από τον Θεσσαλό φωτογράφο Τάκη Τλούπα. Φίλοι από το 1945, συχνά εξορμούν μαζί για φωτογράφηση. Φωτογραφία του 1978. 

Το πήρε με αντίτιμο λίγες οκάδες καλαμποκάλευρο, περιζήτητο μέσο συναλλαγής στην Κατοχή. Με το φιλμ αυτό φωτογράφισε τα εγκλήματα των Γερμανών στα Ιωάννινα. Ενδεικτική φωτογραφία που αποκαλύπτει την παράτολμη ιδιοσυγκρασία του, είναι εκείνη με τους Τόδουλο και Φαρίδη, καθώς αιωρούνται κρεμασμένοι ανάμεσα σε δύο πλατάνια, δίπλα στη λίμνη Ιωαννίνων. Για λόγους εκφοβισμού και παραδειγματισμού, οι Γερμανοί άφησαν το πλήθος να πλησιάσει στη φρουρούμενη από χωροφύλακες περιοχή. Πλησίασε και ο Κώστας Μπαλάφας, υπολόγισε τις αποστάσεις και ξαναγύρισε αμέσως μετά κρατώντας στην αγκαλιά του μια σακούλα με κρεμμύδια. Μέσα είχε κρύψει τη φωτογραφική του μηχανή, με ανοιγμένη μια τρύπα μπροστά στο φακό. Έτσι τράβηξε την ιστορική αυτή φωτογραφία. Το 1942 πέρασε ιταλικό στρατοδικείο στο Μεσολόγγι. «Όχι για κάποιο ανδραγάθημα, αλλά από μια απροσεξία» θυμάται με τη χαρακτηριστική του σεμνότητα. «Είχα αγοράσει από Αλβανούς μαυραγορίτες ένα ασφράγιστο ραδιόφωνο. Το κρύψαμε σε ένα υπόγειο, όπου μαζευόμασταν μερικοί φίλοι και ακούγαμε ΒΒC. Σιγά σιγά ξεθαρρέψαμε και κυκλοφορούσαμε ένα δελτίο με τα νέα που ακούγαμε. Μαθεύτηκε και μας έπιασαν. Το στρατοδικείο επέβαλε ποινή τριών μηνών με αναστολή. Τότε έφυγα στο βουνό και κατατάχτηκα στον ΕΛΑΣ». 

ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ 

Η πρώτη επαφή έγινε στο Χάνι του Καμπέραγα, στο Ζαγόρι. Εκεί συνάντησε τον Λέανδρο Βρανούση, μετέπειτα διευθυντή του Κέντρου Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Μαζί του ήταν ένας αντάρτης της αντικατασκοπείας του ΕΛΑΣ, ο οποίος «έγδυσε» με τα μάτια τον εικοσιδυάχρονο τότε Κώστα Μπαλάφα, που κατέφθασε «οπλισμένος» με τη φωτογραφική του μηχανή. Εντάχθηκε στο 85ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και είχε την ευκαιρία να κινείται ελεύθερα από τόπο σε τόπο με τους αξιωματικούς και τον Λέανδρο Βρανούση, τον νεότερο εθνοσύμβουλο της ΠΕΕΑ. Ο Βρανούσης με ένα μπλοκάκι να κρατάει σημειώσεις και ο Μπαλάφας να ντοκουμεντάρει με φωτογραφίες. Το μπλοκάκι, τεκμήριο στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν, καταστράφηκε από τον πατέρα του Βρανούση. «Εσείς οι νεότεροι δεν μπορείτε να καταλάβετε τι αγώνας ήταν αυτός. Ούτε εμείς να σας το μεταδώσουμε» λέει ο Κώστας Μπαλάφας. «Ο χάρος δεν τους ήθελε. Τόσο παλικάρια ήταν» θα πει για τον Γιώργο Καλλιανέση, Διοικητή του 85ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, και άλλους συμπολεμιστές του. Με ανάλογα λόγια μιλάει για όλους τους αντάρτες που φωτογράφισε, κατάκοπους σε ατέλειωτες πορείες, καταδικασμένους σε πολύωρη τυραννική ακινησία μέσα στο χιόνι πριν από τη μάχη και στη συνέχεια μέσα στη φωτιά της μάχης. 
Ιταλοί αιχμάλωτοι του ελληνικού στρατού. Τρεμπεσίνα, 1941. 

Με τις σφαίρες των Γερμανών να σφυρίζουν γύρω τους και τη φωτογραφική μηχανή να τρέμει στα χέρια του, καθώς η γη τρανταζόταν από τις οβίδες. Το φωτογραφικό αυτό υλικό διασώθηκε χάρη στην Ιουλία Γοργόλη, η οποία το έκρυψε, το 1944, στο ξύλινο πάτωμα ενός σπιτιού στα Ιωάννινα. Ένα μέρος καταστράφηκε από τα νερά σφουγγαρίσματος, αλλά το υπόλοιπο ήταν άθικτο όταν ο Κώστας Μπαλάφας μπόρεσε επιτέλους να το ανακτήσει, το 1975. Δηλαδή, τριάντα ένα χρόνια αργότερα, όταν το επέτρεψαν οι καιροί. 
Οι αγωνιστές Τόδουλος και Φαρίδης κρεμασμένοι από τους Γερμανούς, δίπλα στη λίμνη Ιωαννίνων, 1944. Τη φωτογραφία αυτή, που αποκαλύπτει την παράτολμη ιδιοσυγκρασία του, ο Κώστας Μπαλάφας την τράβηξε σε φρουρούμενη περιοχή, κρύβοντας τη μηχανή του μέσα σε μια σακούλα με κρεμμύδια. 

Αντιθέτως, φιλμ που θεώρησε ακίνδυνα για να κρυφτούν, όπως εκείνα με τη μαζική μεταφορά των Εβραίων των Ιωαννίνων σε γερμανικά στρατόπεδα, κατασχέθηκαν το 1944 από τις ελληνικές αρχές ασφαλείας. Δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ. Από το 1945 έως το 1951 εργάστηκε διερμηνέας σε μια βρετανική ομάδα μηχανικού που έκανε αποκαταστάσεις συγκοινωνιών σε όλη τη χώρα. Χάθηκαν έτσι τα ίχνη του και διέφυγε το κυνηγητό και την εξορία. Το 1948 η μονάδα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Μπαλάφας βρήκε την ευκαιρία να ασχοληθεί, στον ελεύθερο χρόνο του, με τη Γαλακτολογία, κάνοντας καλλιέργειες σε ένα βιολογικό εργαστήριο στην οδό Σωκράτους. Η επιθυμία να σταδιοδρομήσει στη Γαλακτολογία και να μελετήσει τις κλινικές ιδιότητες του γάλακτος στο Ινστιτούτο Παστέρ της Γαλλίας, με υποτροφία του ελληνικού κράτους, δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω πολιτικών φρονημάτων. Το 1951 προσλήφθηκε στην αμερικανική εταιρία «Ebasco», η οποία πέρασε το 1955 στη νεοσύστατη ΔΕΗ, από όπου και πήρε σύνταξη, διευθύνοντας το τμήμα ανατυπώσεων. Το 1958 παντρεύτηκε με την Ευαγγελία Μαργαρίτου, στην οποία εξήγησε ότι η φωτογραφία ήταν γι' αυτόν τρόπος ζωής, μονοπωλούσε τον ελεύθερο του χρόνο. Αποκτήσαν δύο παιδιά, τη Στέλλα και τον Γιώργο. «Παράπονο τους είναι ότι ποτέ δεν κάναμε διακοπές μαζί» λέει ο φωτογράφος. «Τις λίγες μέρες που είχα ελεύθερες, τις ήθελα για τη φωτογραφία». 

KΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΤΗΣ 

Στη ΔΕΗ, της οποίας φωτογράφισε ορισμένα έργα, του δόθηκε η ευκαιρία να ξεκινήσει μια άλλη αγαπημένη του δραστηριότητα. Την κινηματογράφηση. Στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του 1960, η ΔΕΗ έκανε για πρώτη φορά πειραματικές εκπομπές τηλεόρασης. Ο Μπαλάφας ήταν ο πρώτος καμεραμάν. Με τα μηχανήματα που χρησιμοποίησαν τότε στήθηκε, πέντε χρόνια αργότερα, το πρώτο κανάλι της ΕΙΡΤ. Στις πειραματικές τηλεοπτικές εκπομπές της ΔΕΗ πρόβαλε το πρώτο ολοκληρωμένο φιλμ που γύρισε το 1960, με θέμα τα πρώτα Δωδώνια. 
Τα αδέλφια Στάθης, αριστερά, και Λέανδρος Βρανούσης. Ο Στάθης, από τους οργανωτές του πρώτου αντάρτικου στο Ζαγόρι. Ο Λέανδρος, ο νεότερος εθνοσύμβουλος της ΠΕΕΑ, υπήρξε στενός φίλος και συνοδοιπόρος, σε ατέλειωτες πορείες, του Κώστα Μπαλάφα. Στον ακαδημαϊκό του βίο ήταν διευθυντής του Κέντρου Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. 

Ακολούθησαν 50 με 55 περίπου ταινίες, που περιμένουν, μαζί με χιλιάδες φωτογραφίες και φιλμ, την αξιοποίηση τους, στοιβαγμένα σε κάθε γωνιά του σπιτιού του, στο Χαλάνδρι. Μια μονοκατοικία φιλόξενη, πλαισιωμένη από κάθε λογής δέντρα, που με τους καρπούς τους φιλεύει πάντα ο φωτογράφος τους επισκέπτες. 

ΜΕΤΕΩΡΑ 

Το 1974 βρέθηκε στα Μετέωρα, όπου έκπληκτος διαπίστωσε το μέγεθος της καταστροφής από την εγκατάσταση δικτύου ηλεκτροδότησης με κολόνες της ΔΕΗ. Για την τοποθέτηση τους, ο εργολάβος στον οποίο ανέθεσε το έργο η ΔΕΗ προχωρούσε και σε ανατινάξεις. Τη δαπάνη του έργου, 40 εκατ. δρχ., είχαν αναλάβει τα μοναστήρια. Αμέσως ενημέρωσε τη διεύθυνση της ΔΕΗ, αντιπροτείνοντας την τοποθέτηση καλωδίων κατά μήκος ρωγμών των βράχων. 
Από τότε κέρδισε την αγάπη των μοναχών, που του παραχώρησαν μόνιμο κατάλυμα στα Μετέωρα, επιτρέποντας του να φωτογραφίζει τη μοναστική κοινότητα σε κάθε θρησκευτική εκδήλωση της, αλλά και στην καθημερινότητα. Με την ίδια ευαισθησία αποτύπωσε μοναστήρια, παλιά κτίρια, γειτονιές και γεφύρια σε όλη την Ελλάδα, εξαίσια έργα της παραδοσιακής μας αρχιτεκτονικής. 

«Χάθηκε ο λαϊκός πολιτισμός και ορφάνεψε η γενιά μας από την παράδοση της» λέει ο φωτογράφος, που με επιμονή διέσωσε επίσης, ως παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές, εικόνες από λαογραφικά θέματα «που φθείρει ο χρόνος και τρώει ο πολιτισμός: παλιά έθιμα, Αναστενάρια, πανηγύρια και όλα τα σημαδιακά γεγονότα στη ζωή του απλού Έλληνα, από τη γέννηση ως το θάνατο.» Κύριος τόπος των φωτογραφικών του αναζητήσεων η Ήπειρος, ο γενέθλιος τόπος από τον οποίο ποτέ δεν έκοψε τον ομφάλιο λώρο. Εκεί φωτογράφισε τις υπέροχες Ελληνίδες μάνες, στωικές και ακατάβλητες στην Κατοχή και στη μεταπολεμική Ελλάδα, φορτωμένες με πολεμοφόδια ή με τα ορφανά τους, στον αγώνα για ελευθερία και επιβίωση.
Η ΣΧΕΣΗ ανάμεσα στο δημιουργό και το έργο του ήταν πάντα μια σχέση ερεθιστική. Αυτή η διαλεκτική ανάμεσα στην «προσωπικότητα» και το «δημιούργημα» μπορεί να είναι διαφωτιστική και, όπως στην περίπτωση του Κώστα Μπαλάφα, ακόμα και αποκαλυπτική. Ο Μπαλάφας ανήκει στη γενιά των πατεράδων μας, αυτών που υπήρξαν μάρτυρες, υπέφεραν και υπέμειναν - όπως οι βουβοί χαρακτήρες της φωτογραφικής του σκηνής - κοινωνικές, πολιτικές και προσωπικές τραγωδίες που η ιστορία κληροδοτεί μόνο σε λίγες γενιές. Η γενιά αυτή υπήρξε το τελευταίο όχημα των παλαιών εκείνων παραδόσεων και αξιών που άρχισαν να ξεθωριάζουν με την έλευση της αστικοποίησης. Αν ακούσουμε ή διαβάσουμε προσεκτικά τον Μπαλάφα, μπορούμε να διακρίνουμε αξίες, ιδανικά και συναισθήματα που ξαναζωντανεύουν τον παραδοσιακό ελληνικό κόσμο και τον πολιτισμό του. Η συναισθηματικά φορτισμένη σκέψη του, αντιλαμβάνεται και απεικονίζει τόσο την ανθρώπινη φύση όσο και τον φυσικό κόσμο δια μέσου των ανθρωπομορφικών παραδόσεων των δημοτικών μας τραγουδιών. Ετσι, ο κόσμος υφίσταται μια μεταμόρφωση. Τα πάντα γύρω του, ακόμα και οι βουνοπλαγιές και οι πέτρες, διαποτίζονται με συνείδηση και δύναμη ζωής που τα καθιστούν συμμέτοχους του ηρωικού αγώνα του ανθρώπου. Αυτή η καζαντζακική πνευματική ενότητα του έμψυχου και του άψυχου, αυτός ο καθολικός δεσμός του φτωχού και του κοινού με το πεπρωμένο, βρίσκεται βαθιά ριζωμένα μέσα του.
Ο Μπαλάφας διακρίνεται ως άνθρωπος για μια έμφυτη ειλικρίνεια και ευθύτητα, άλλοτε συνειδητή κι άλλοτε ασυνείδητη, που αποτελεί το απόσταγμα πανάρχαιων πολιτιστικών αξιών - το αγνό και ασυμβίβαστο ιδεώδες της συμπόνοιας και της ανθρωπιάς, την πίστη στην ευγένεια, την αίσθηση του καθήκοντος που μπορεί να φτάσει στον ηρωισμό σε περίπτωση ανάγκης. 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ

Υποστηρίζει και διακηρύσσει το ιδεώδες, αν και υπήρξε μάρτυρας της τραγωδίας του πραγματικού. Παρ’ όλο που έχει έρθει αντιμέτωπος με τη φρίκη του πολέμου, τον φοβερό φόρο αίματος, τις σφαγές και τα στυγερά εγκλήματα, το αδιάλλακτο, παθιασμένο μίσος, αυτός συνεχίζει να πιστεύει και να δίνει έμφαση στο ανθρωπιστικό βάθος των συναισθημάτων του. Τόση ήταν η δύναμη της συσσωρευμένης πολιτιστικής μας κληρονομιάς, της λιτής ζωής και της αυταπάρνησης, ώστε δεν έχασε την πίστη του στον ηρωισμό του αγώνα που εξευγενίζει τον άνθρωπο. Αυτή είναι η πνευματική στάση που προσωποποιεί ο Μπαλάφας.
Μετά απ’ αυτή τη σύντομη εκτίμηση της προσωπικότητάς του, ας δούμε πώς έχουν περάσει αυτές οι αξίες στον κόσμο που απεικονίζει στις φωτογραφίες του. Γιατί, αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύει ο περισσότερος κόσμος, ο φωτογράφος που έχει ένα όραμα, δεν το καταγράφει απλώς, αλλά αναζητά και απομονώνει τα θραύσματα που θα δημιουργήσουν τον κόσμο εκείνο που ζει στο νου του. Ο Μπαλάφας κατέγραψε, χωρίς ρητορική προσποίηση αλλά με μια ειλικρινή ευθύτητα, την Αντίσταση στην Ηπειρο. Μας έχει κληροδοτήσει εύγλωττες εικόνες της, που σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνουν την ιστορικότητα εκείνου του αγώνα, για να μεταμορφωθούν σε διαχρονική φωτογραφική κληρονομιά. Αν όμως η Αντίσταση υπήρξε η μαθητεία του στη φωτογραφία, στάθηκε ταυτόχρονα και το σχολείο του στις κακουχίες. Από εκεί βγήκε έχοντας αποκτήσει μια απόλυτη και ειλικρινή ταύτιση με τη γη εκείνη και τους ανθρώπους της· τη γη που είδε να λεκιάζουν τα δάκρυα και το αίμα. 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ

Στην ψυχρή, δυνατή καταγραφή της αγροτικής ζωής της μεταπολεμικής Ηπείρου, αναζήτησε, μέσα στις καθημερινές, κοινές πράξεις των φτωχών ανθρώπων, τις μαρτυρίες της ανθρώπινης κατάστασης. Πρόκειται για ένα κοινωνικό ντοκουμέντο, που αποκτά όμως ποιητικές διαστάσεις χάρη στον τρόπο που εκμεταλλεύεται την ατμόσφαιρα και την αίσθηση της πλαστικότητας. Οι άνθρωποί του έχουν το ήθος της δουλειάς - λιτοδίαιτοι, στωικοί, εύγλωττα βουβοί στις χειρονομίες, τις μορφές και τις εκφράσεις τους, σημαδεμένοι από τα κατάλοιπα του πολέμου, αντιστέκονται.
Ο αγώνας ενάντια στον εχθρό, εσωτερικό κι εξωτερικό, και ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση, είναι ένα και το αυτό. Ο κύκλος της ζωής είναι ένας και είναι ολοκληρωμένος. Η καρδιά του, ο τόπος όπου διαφυλάσσονται οι αξίες των προηγούμενων γενεών, τα έθιμα, οι κοινωνικές συνθήκες της ζωής και οι ανθρώπινοι δεσμοί, είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από το όραμά του. Οι εικόνες των τυφλών παιδιών που διαβάζουν σε Μπράιγ, αλλά και της μάνας που πάνω στο βουνό μεταφέρει το παιδί της δεμένο στην πλάτη της, ενώ την ακολουθεί ένα γουρούνι, εξυψώνουν σε σύμβολο το σθένος ενάντια στην απελπισία. Μέσα από τη γενναιοδωρία της καρδιάς του, ο Μπαλάφας μας ενώνει και μας εξυψώνει, κατορθώνοντας να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΡΑΪΟΥ
ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΛΑΦΑΣ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/36DzAMJ
via IFTTT
Από το Blogger.