ΑΡΣΙΝΔΗ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ

ΤΟ ΕΤΟΣ 965, ο Νικηφόρος Φωκάς απάλλαξε την Κύπρο από τους Άραβες. Εν τω μεταξύ όμως η Σαλαμίνα—Κωνσταντία είχε εγκαταλειφθεί και η αρχιεπισκοπική έδρα είχε μεταφερθεί —άγνωστο πότε ακριβώς, πάντως στη διάρκεια των αραβικών επιδρομών— στη διάδοχο της Σαλαμίνας, την Αμμόχωστο. «Της Σαλαμίνος υπέρ τας δυο ώρας προς νότον κείται η πόλις Αρσινόη, η μετά ταύτα καλούμενη Αμμόχωστος... Το όνομα Αρσινόη έσχεν η πόλις από της Αρσινόης, αδελφής του Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου, όστις και άλλας πόλεις Αρσινόας εν Κύπρω προς τιμήν της αδελφής του έκτισεν. Αμμόχωστος δ' έπειτα ωνομάσθη ίσως εκ της έξω αυτής κειμένης πολλής άμμου» (Αθανάσιος Σακελλάριος, «Τα Κυπριακά», εν Αθήναις 1890,181). Οι Πτολεμαίοι ίδρυσαν ή μετονόμασαν τουλάχιστον τρεις πόλεις της Κύπρου προς τιμήν

Τα δύο χρονικά που αναφέρονται στα ιστορικά γεγονότα της μεσαιωνικής Κύπρου -του Λεόντιου Μαχαιρά και του Γεωρ. Βουστρώνιου- εκτός από πηγή πληροφοριών λειτούργησαν και ως πηγή έμπνευσης για νεότερους λογοτέχνες. Ο Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης έγραψε ένα διήγημα με τίτλο «Εξαρσις της γλυκείας χώρας Κύπρου» (περιέχεται στη συλλογή «Η κυρά της Ύδρας και άλλα διηγήματα», Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 1996, Α ΄έκδοση), με ήρωες τον Ισαάκιο Κομνηνό; το Νεόφυτο τον Εγκλειστο, τον Ακρίτα και τον Ριχάρδο. «Είχε δεν είχε μπει η άνοιξη. Στα 1184, καν στα ’85» ο χρόνος. «Από το Κίτι ανηφόρησε ως την Αμμόχουστο», ο τόπος της δράσης. Η Αμμόχωστος (με λανθασμένη έντυπη λεζάντα που τη συγχέει με τη Λευκωσία), χαλκογραφία του Le Maitre από το βιβλίο του Louis Lacroix, lies de la Grece, Paris 1853. Συλλογές Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου, Β. 41. 

της Αρσινόης Β΄ Φιλαδέλφου, η οποία θεοποιήθηκε μετά το θάνατο της (270 π.Χ.). Η μία από αυτές είναι η Αμμόχωστος. Ο Στράβωνας, που έζησε στο μεταίχμιο 1ου αι. π.Χ. και 1ου αι. μ.Χ., αναφέρεται στην Αρσινόη ως πόλη και ως λιμάνι («Γεωγραφικά», XIV, 3). Ο Στράβωνας, που έζησε στο μεταίχμιο 1ου αι. π.Χ. και 1ου αι. μ.Χ., αναφέρεται στην Αρσινόη ως πόλη και ως λιμάνι («Γεωγραφικά», XIV, 3). 
Αμμόχωστος, η πόλη και το λιμάνι, χαλκογραφία από το βιβλίο του Angelicus Maria Myller, «Peregrinus in Jerusalem, Vien & Nuremberg», 1735. Συλλογές Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου, C. 77. 

Λίγο αργότερα, στο 2ο αι. μ.Χ., ο Κλαύδιος Πτολεμαίος, στο πέμπτο βιβλίο της «Γεωγραφικής Υφηγήσεως», εκεί όπου δίνει το γεωγραφικό μήκος και πλάτος των ανατολικών ακτών της Κύπρου, γράφει: «μετά τους Θρόνους την άκραν, Πηδάλιον άκρον [Αμμόχωστος], Πεδιαίου ποταμού εκβολαί, Σαλαμίς, Ελαία άκρα, 
Ο κόμης Wilbrand του Oldenburg επισκέφτηκε την Αμμόχωστο το 1211 και μας πληροφορεί: «Η πόλις ήταν κτισμένη δίπλα στη θάλασσα, μ' ένα καλό λιμάνι, ελαφρά οχυρωμένο» («Exerpta Cypria», Cambridge, 1908). Το τείχος κατά μήκος του λιμανιού: ξυλογραφία του Tristram Ellis, «Twelve Etchings of the Principal Views and Places of interest in Cyprus», London 1879. Συλλογές Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου, Β. 84. 

Ουρά βοός...». Δεν αναφέρεται στην Αρσινόη, και η Αμμόχωστος εξακολουθεί να θεωρείται ως μεταγενέστερη εμβολή στη «Γεωγραφία». Στο «Σταδιασμό», ανώνυμου γεωγράφου του 4ου αι. μ.Χ. διαβάζουμε: «Από δε του Πηδαλίον επί νήσους στάδιοι [80] πόλις εστίν έρημος, λεγομένη Αμμόχωστος. Έχει δε λιμένα παντί ανέμω. Έχει δε εν τη καταγωγή χοιράδας. Διαφυλάττου» («Σταδιασμός, ήτοι Περίπλους της Μεγάλης Θαλάσσης», 304). Το απόσπασμα αυτό μας πληροφορεί ότι «είναι μια πόλις έρημη, που τη λεν Αμμόχωστο και έχει λιμάνι όπου μπορείς να καταφύγεις με κάθε άνεμο. Πρόσεξε όμως γιατί έχει ξέρες». 
Τριακόσιες πενήντα σελίδες είχε έκταση το κείμενο του Λεόντιου Μαχαιρά, που έγραψε τον 15ο αιώνα και περιγράφει τη ζωή της μεσαιωνικής Κύπρου. Η «Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η πια λέγεται Κρόνακα, τουτέστιν (Χρονικ(ον)» είναι (μαζί με το Χρονικόν του Γεώργιου Βουστρώνιου) οι δύο σημαντικότατες γραπτές πηγές για τη μεσαιωνική Κύπρο. Τρία χειρόγραφα του «Χρονικού» του Μαχαιρά σώζονται σήμερα, στη Βενετία, στη Ραβέννα και στην Οξφόρδη. Στη φωτογραφία, ένα δείγμα του χειρόγραφου που βρίσκεται στην Οξφόρδη και συγκεκριμένα οι παράγραφοι 90-95. 

Σε ποια εποχή αναφέρεται; Πότε είχε ξεχαστεί η πτολεμαϊκή Αρσινόη, πότε έγινε γνωστή σαν Αμμόχωστος και γιατί ήταν έρημη μια πόλη που είχε ένα τόσο καλό λιμάνι; Κανένα από αυτά τα ερωτηματικά δεν θα απαντηθούν, εφόσον η τουρκική κατοχή μας έχει στερήσει, ανάμεσα σε άλλα, και το δικαίωμα της ανασκαφικής έρευνας. Αντιμετωπίζουμε ένα ιστορικό κενό διάρκειας 14 σχεδόν αιώνων, από τον 3ον αι. π.Χ. μέχρι το 1200 μ.Χ. περίπου, γιατί ούτε για τη βυζαντινή Αμμόχωστο υπάρχει επαρκής μαρτυρία. Η Αμμόχωστος αρχίζει να αποκτά σάρκα και οστά στις γραπτές πηγές στο τέλος του 12ου αι., όταν την Κύπρο κυβερνά ο αυτοανακηρυχθείς το 1181 ανεξάρτητος αυθέντης της νήσου, Ισαάκιος Κομνηνός. Το 1191, η ηγετική προσωπικότητα της Τρίτης Σταυροφορίας, ο βασιλιάς της Αγγλίας, Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, προσάραξε λόγω θαλασσοταραχής στις νότιες ακτές της Κύπρου. Επειδή δεν έτυχε της αρμόζουσας υποδοχής από τον Ισαάκιο, οι χρονικογράφοι του μας πληροφορούν ότι κινήθηκε δια ξηράς και θαλάσσης από τη Λεμεσό προς την Αμμόχωστο και εν συνεχεία προχώρησε στην ενδοχώρα και αιχμαλώτισε τον Ισαάκιο. Έτσι, έγινε άθελα του κύριος της Κύπρου, την οποία ξεπούλησε στο νεαρό πρώην βασιλιά των Ιεροσολύμων, Γουΐδο ντε Λουζινιάν. Κατ' αυτόν τον τρόπο πέρασε η Κύπρος, το 1192, από την Ανατολική Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) αυτοκρατορία στα χέρια των Φράγκων Σταυροφόρων του Οίκου των Λουζινιανών, που κατάγονταν από το Poitou της Βόρειας Γαλλίας. Έτσι ακριβώς, στο τέλος του 12ου αι. ιδρύθηκε στην Κύπρο ένα φράγκικο βασίλειο, που ενώ χρωστούσε τη γένεση του στους σταυροφόρους της Δύσης, έμελλε να ζήσει πολύ περισσότερο από τις σταυροφορίες. 
Η αρχιτεκτονική του Αγ. Γεωργίου των Λατίνων έχει έντονη την επίδραση από το υστερογοτθικό ύφος του Αγ. Νικολάου. Ο Αγιος Γεώργιος των Λατίνων σε πρώτο πλάνο και στο βάθος ο καθεδρικός από το λεύκωμα John Thomson, Through Cyprus with the camera in the autumn of 1878, London 1879. Συλλογές Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου, Β. 164. 

Γιατί οι Άραβες ανακατέλαβαν τους Αγίους Τόπους και κατέλυσαν τα χριστιανικά κράτη της Συρίας και Παλαιστίνης. Μέχρι την πτώση της Ακρας το 1291, η Αμμόχωστος παραμένει ένα ασήμαντο χωριό. Η θεαματική της εξέλιξη θα πραγματοποιηθεί σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, μετά την άφιξη των χριστιανών προσφύγων από την Ακρα, επί βασιλείας Ερρίκου Β΄ (1285—1324), στον οποίο ο χρονικογράφος Στέφανος Λουζινιάν αποδίδει την έναρξη των οχυρωματικών έργων της πόλης. Σ' αυτή την περίοδο η Αμμόχωστος γίνεται η πλουσιότερη και ενδοξότερη πόλη της Μεσογείου, η βάση της οικονομίας του κράτους των Λουζινιανών και το μήλον της έριδος μεταξύ των θαλασσοκράτειρων Δημοκρατιών της Γένουας και της Βενετίας, που εμπορεύονται στο λιμάνι της, το οποίο για ένα σημαντικό χρονικό 
Προτομή της Αρσινόης Β' Φιλαδέλφου σε χρυσό οκτάδραχμο του Πτολεμαίου Ε΄ Επιφανούς (204—3 π.Χ.) από το νομισματοκοπείο της Σαλαμίνας. Νομισματική Συλλογή Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου. 

διάστημα του 14ου αι. μονοπωλεί, ως διαμετακομιστικός σταθμός, όλο το εμπόριο της Ευρώπης με την Εγγύς Ανατολή. Από τότε δεν υπάρχει ταξιδιώτης που να πέρασε από την περιοχή χωρίς να περιγράψει την Αμμόχωστο. Οι ταξιδιωτικές περιγραφές που σώζονται για τη Famagusta του πρώτου μισού του 14ου αι. μοιάζουν περισσότερο με παραμύθια από τις «Χίλιες και μια νύχτες». Ο κληρικός Ludolf von Suchen, που επισκέφτηκε την πόλη το 1336, περιγράφει την προίκα της κόρης ενός Αμμοχωστιανού εμπόρου, λέγοντας ότι μόνο τα κοσμήματα της —που τα είδαν και τα αξιολόγησαν οι 
Χάρτης της μεσαιωνικής Αμμοχώστου με σημειωμένα τα κυριότερα μνημεία και τις εκκλησίες. «Παφής εχτίστ’ η Τζιβωτός τζαι θεμελιώθην κόσμος τζι’ εχτίστην το τετράποδον οπού κρατεί τον κόσμον, εχτίστην τζι’ η Αγιό Σοφκιά, της Τζύπρου το ρηάτον, τζι’ εχτίστην τζι’ Αμόχουστος με το Κωνσταντινάτον, τότες εδείχτην έρωτας, εδείχτην το ζιννάπιν, εδείχτηκεν τζαι το φιλίν τζι’ η πικραμμένη αγάπη» (Από τα Εκατόλ Λόγια της Αγάπης). 

Γάλλοι ιππότες που ήταν μαζί του— ήταν πολυτιμότερα από αυτά της βασίλισσας της Γαλλίας. Το μεγαλύτερο μέρος των τειχών και ειδικά το τείχος κατά μήκος της θάλασσας και οι τάφροι είχαν ολοκληρωθεί από τον Αμάλριχο, αδελφό του βασιλιά Ερρίκου Β΄, ο οποίος ανέλαβε τη διακυβέρνηση το 1306. Μια κύρια οδική αρτηρία που οδηγούσε από την Πύλη της Ξηράς (ή Λεμεσού) στην κεντρική πλατεία, όπου ήταν το παλάτι, και από κει στην Πύλη της Θάλασσας, χώριζε αδρά την πόλη σε δύο περιοχές: βορειοδυτικά στο τμήμα των Λατίνων και νοτιοανατολικά στο τμήμα των Ορθοδόξων. Τα δυο χρονικά που αναφέρονται στα ιστορικά γεγονότα της μεσαιωνικής Κύπρου —του Λεόντιου Μαχαιρά και του Γεωρ. Βουστρώνιου— εκτός από πηγή πληροφοριών λειτούργησαν και ως πηγή έμπνευσης για νεότερους λογοτέχνες. Ο Θανάσης Πετσάλης—Διομήδης έγραψε το διήγημα «Εξαρσις της γλυκείας χώρας Κύπρου» (περιέχεται στη συλλογή «Η κυρά της Ύδρας και άλλα διηγήματα», βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 1996, Α΄ έκδοση), με ήρωες τον Ισαάκιο Κομνηνό, το Νεόφυτο τον Έγκλειστο, τον Ακρίτα και τον Ριχάρδο. «Είχε δεν είχε μπει η άνοιξη. Στα 1184, καν στα '85» ο χρόνος. «Από το Κίτι ανηφόρησε ως την Αμμόχουστο», ο τόπος της δράσης. Η Αμμόχωστος (με λανθασμένη έντυπη λεζάντα που τη συγχέει με τη Λευκωσία), χαλκογραφία του Le Maitre, από το βιβλίο του Louis Lacroix, «lies de la Grece», Paris 1853. Συλλογές Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου, Β. 41. Σ' αυτή την περίοδο της ευημερίας, κτίστηκαν οι μνημειωδέστερες από τις 300 τόσες εκκλησίες της Αμμοχώστου. Ο περίφημος καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου, αρχίζει να οικοδομείται γύρω στο 1311 και η ανέγερση διαρκεί δεκαετίες. Ο Αγιος Νικόλαος οικοδομήθηκε σύμφωνα με τα πλέον σύγχρονα σχέδια υστερογοτθικού καθεδρικού ναού, όπως αυτά είχαν εξελιχθεί εκείνα τα χρόνια στην Ευρώπη. 
Στον καθεδρικό ναό του Αγ. Νικολάου στην Αμμόχωστο γινόταν η στέψη των Λουζινιανών Βασιλιάδων ως Βασιλιάδων των Ιεροσολύμων, ύστερα από τη στέψη που γινόταν στη Λευκωσία, όπου έπαιρναν τον τίτλο του Βασιλιά της Κύπρου. Οι στέψεις γίνονταν στον Αγιο Νικόλαο από το 1269 μέχρι το 1460. Tristram Ellis, Twelve Etchings of the Principal Views and Places of interest in Cyprus, London 1879. Συλλογές Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου, Β. 84. 

Η εκτέλεση έγινε από ειδικευμένο εργοτάξιο, που ήρθε επί τούτου στην Κύπρο. Η επίδραση της αρχιτεκτονικής του είναι εμφανής στον Άγιο Γεώργιο των Λατίνων (γύρω στα 1325), ενώ ο καθεδρικός του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων, το πλέον φιλόδοξο και λαμπρό εκκλησιαστικό οικοδόμημα των Ελληνορθόδοξων, άρχισε να κτίζεται σε ένα μικρό γοτθικό στυλ μετά τα μέσα του 14ου αι. (σίγουρα πριν από το 1370), με εισφορές των Ελλήνων εμπόρων της Αμμοχώστου. Το μονοπώλιο του μεσογειακού εμπορίου στο οποίο βασίστηκε η ευημερία της Αμμοχώστου, ανετράπη μετά τα μέσα του 14ου αι. Πρώτα ήταν, το 1348, ο «Μαύρος Θάνατος» (=πανώλη) που σκότωσε στην Ευρώπη περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Η Αμμόχωστος αρχίζει τότε να φθίνει, αφού πέφτουν κατακόρυφα οι εξαγωγές προς την Ευρώπη. Το τελειωτικό κτύπημα όμως επήλθε, μετά τη δολοφονία του Πέτρου Α΄ (1369), από την αναπόφευκτη σύγκρουση Γενουατών και Ενετών, που σιγόβραζε για χρόνια στην Αμμόχωστο.

ΜΑΡΙΑ ΙΑΚΩΒΟΥ
ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ: 23 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΗ ΦΑΝΤΑΣΜΑ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
1997


from ανεμουριον https://ift.tt/32wNv66
via IFTTT
Από το Blogger.