ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ - Καλύτερη Λαμία

ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ

ΤΟ φωτογραφικό οδοιπορικό, μαρτυρία μαζί και χρονικό, «Το αντάρτικο στην Ηπειρο», του Κώστα Μπαλάφα, είναι γραμμένο με δύο χρώματα, το μαύρο και το άσπρο και με πολλές ενδιάμεσες διαβαθμίσεις του γκρι, αυτού που αποδίδει τον πόνο, τη θλίψη, την οδύνη και το φόβο του ανθρώπου στον πόλεμο. Είναι το χρώμα της 
καταχνιάς, που δεν προιωνίζει την έλευση ηλιόλουστων ημερών και που ταιριάζει στον κόσμο, την ψυχή και τη ζωή του αντάρτη, του οποίου ο εχθρός είναι αόρατος και η εμφάνισή του απρόβλεπτη, σχέση τραχύτητας στην οποία κυριαρχεί ο θάνατος. Η παρέμβαση μιας φωτογραφικής μηχανής αποσπάει εκφράσεις στις οποίες διακρίνε - ται η ανέχεια, η αγωνία, η αβεβαιότητα, ενώ αφήνονται να διολισθήσουν κάποιες αδιόρατης και ασχημάτιστης μορφής όψεις ελπίδας, αισιοδοξίας και ικανοποίησης, κάποτε και κάποια δειλή αίσθηση νοσταλγίας για τα αφημένα πίσω παλιά, μπορεί και κάποια έκλαμψη ελπίδας επιστροφής σ’ αυτά. 
Ο Κώστας Μπαλάφας δεν υπήρξε περαστικός από «εκεί». Ούτε επαγγελματίας ρεπόρτερ. Υπήρξε ένας από αυτούς. Μαχητής - τυφεκιοφόρος και φωτογράφος. Με μια μικρή Robot και με ασπρόμαυρο ιταλικό φιλμ, λεία του πολέμου που προηγήθηκε, φωτογράφισε το αντάρτικο της Ηπείρου. Ο ανορθόδοξος πόλεμος υπήρξε το θέμα μας προσωπικής εκδοχής του, στον οποίο εκτός από τα συμβατικά όπλα του θανάτου, το πιο αμυντικό ήταν η θωράκιση με θάρρος και το επιθετικότερο η πίστη στον αγώνα. Αυτά και κατέγραψε. 

ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΚΑΙ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ 

Το επί πολλά χρόνια άγνωστο έργο του, εμφανίστηκε το 1991 σε μια έκδοση ιδιωτική (με έξοδά του δηλαδή), στην οποία ξεδιάλεξε μια μεγάλη σειρά εικόνων του ιδιότυπου πολέμου, τον οποίο αποκάλυψε και μαζί αποκαλύφθηκε ο ίδιος ως δημιουργός και κάτοχος ενός πολύτιμου υλικού. Είναι πολλές και ποικίλες οι σκέψεις και οι διαπιστώσεις που προκαλεί η θέασή του. Μια πρώτη εντυπωσιακή διαπίστωση είναι πως όλες οι ανάλογες φωτογραφικές περιγραφές αντάρτικων από άλλα μέρη της γης κι άλλους ανθρώπους, μοιάζουν καταπληκτικά. Οι μαχητές του αντάρτικου γίνονται όλοι ίδιοι, κι οι άμαχοι που τους περιβάλλουν παίρνουν την ίδια όψη και δε διαφέρουν από τη μια ήπειρο στην άλλη. 
Ο Μπαλάφας μάς επιδεικνύει τη δική μας Ηπειρο, τη διασαλευμένη επί τέσσερα χρόνια (1940 - 1944) από την απώλεια της ειρήνης και μεσολαβεί να γνωρίσουμε από πολύ κοντά ανθρώπους του τότε με στολή και χωρίς στολή, με πρόσωπα βασανισμένα, τραχειά, γεμάτα εγκαρτέρηση κι αλήθεια. Οι χώροι που κινούνται μοιάζουν κι αυτοί να ακολουθούν την πορεία και τη μοίρα των ταραγμένων καιρών. Σπάνια το ελληνικό τοπίο που διακρίνεται ολόγυρά τους εμφανίζεται τόσο αγέλαστο, χωρίς όμως και να τους στερεί τη θαλπωρή του. Δονεί η ψυχική συστοιχία του ανθρώπου με το περιβάλλον. Η ξεραΐλα έχει διαβρώσει τα πρόσωπα και η γη τα περιβάλλει με την αίσθηση του άγονου. Ο φωτογράφος ζώντας εκεί καταγράφει αυτό που αισθάνεται μέσα από αυτό που βλέπει, κατά τον τρόπο που γνωρίζει. Δεν ωραιοποιεί και ποτέ δεν στήνει τους ανθρώπους σε πόζες αναληθείς. Ενα χαμόγελο, έτσι, μοιάζει να έρχεται από τα βάθη, δεν είναι επίπλαστο και συγκαταβατικό, γι’ αυτό και σπανίζει. Υπερέχει η σκληρότητα της ζωής, η οποία ορίζεται από το τράβηγμα μιας σκανδάλης, για να διασωθεί ή για να αφαιρεθεί. Επισημαίνεται η «φτώχεια» της τεχνικής του. Αλλά, πού καιρός για στησίματα, καδραρίσματα και επιλογές θεμάτων... Τα θέματα είναι εκεί γύρω, έτοιμα σε διαρκή εναλλαγή, κι ο φωτογράφος για να τα αποτυπώσει πρέπει να αφήσει το όπλο του καταγής για να τραβήξει τη φωτογραφία του. Και δεν χάνει τις ευκαιρίες. Η σύμπραξή του στα συμβαίνοντα, η ετοιμότητά του, η γνώση του χώρου και των ανθρώπων και των πράξεών τους οικεία. Αντίθετα με έναν ρεπόρτερ, αυτός βρίσκεται και πίσω από το φακό του και μπροστά απ’ αυτόν. Νοερά τον φανταζόμαστε να φωτογραφίζει και να φωτογραφίζεται ταυτόχρονα: είναι μόνιμα μέσα στα πλάνα του κι ο ίδιος. Τόσο προσωπικές είναι οι προσεγγίσεις των θεμάτων του. Η αμεσότητα της επαφής μας με τις φωτογραφίες του εξασφαλίζεται από την αμεσότητα των λήψεών του. Δεν είναι υποδεέστερος πολλών διάσημων ξένων συναδέλφων του. 
Ας θυμηθούμε τον μεγάλο Ρόμπερτ Κάπα στην Ισπανία. Σημειώνω μερικές φωτογραφίες - εικόνες χωρίς στολίδια και προετοιμασίες: την ομάδα των ορφανών που πλαισιώνουν την πονεμένη μάνα, τον κύκλο των γυναικών που οδύρονται, με τους καρτερικούς άντρες πίσω τους, το βλέμμα του καπετάνιου που «ποζάρει» στο γραφείο του, τους μαχητές που πλένονται στη γούρνα, την ικανοποίηση του αντάρτη που επιδεικνύει το διάτρητο από σφαίρες γερμανικό κράνος, τους αξιωματικούς που παρακολουθούν την έκβαση μιας μάχης, την εκπληκτική εικόνα του πολυβολητή τη στιγμή που σκοτώνεται, τελευταίο επεισόδιο της ζωής του που δεν έμαθε ποτέ ο ίδιος και που εμείς γνωρίζουμε μέσα από την τελευταία φωτογραφία του. Η αξία της μαρτυρίας που μας κληροδοτεί ο άξιος μαχητής και καλλιτέχνης, βρίσκεται στη γνησιότητά της, στον παραμερισμό του μεγαλόστομου και στην εστίαση των πιο ανθρώπινων εκδηλώσεων, στις λεπτομέρειες οι οποίες προσφέρουν περισσότερα για εκτίμηση, ανάλυση και αξιολόγηση. Οι επιλογές του είναι του παράμερου, του φαινομενικά ασήμαντου, του δευτερεύοντος, εκείνου που η ζωή προσπερνάει, πλην βασίζεται σε αυτό. 
Το στοιχείο του ηρωισμού απουσιάζει εντελώς. Ο ηρωισμός του αντάρτη είναι προσωπικός και προσγράφεται από τον ίδιο στα ατομικά του κατάστιχα. Συχνά περνάει απαρατήρητος. Η συμβατική ομορφιά λείπει, γιατί απλά το αντάρτικο δεν είναι φωτογενές. Ο Μπαλάφας φαίνεται να το υπογραμμίζει αυτό. Η σεμνότητά του ως δημιουργού τον οδήγησε να αναζητήσει τη σεμνότητα των αφανών κι αυτήν σταμάτησε στο χρόνο. Αλήθεια, πόσα μουσεία διεκδικούν το υλικό αυτό; 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΝΤΕΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΛΑΦΑΣ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ


from ανεμουριον https://ift.tt/3nwS2Od
via IFTTT
Από το Blogger.