-->

Μέγας Αλέξανδρος - Εκστρατεία στην Ινδία (327 - 325 π.Χ.)

Μετά την καταστολή της εξέγερσης σε Βακτρία και Σογδιανή, ο Αλέξανδρος άρχισε να προετοιμάζει την εισβολή στην Ινδία. Οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτή την απόφαση ήταν οι εξής. Η Ινδία θεωρείτο τότε ακραία περιοχή της Ασίας, πολύ μικρότερη σε έκταση από την πραγματική, και με την κατάκτησή της ο Αλέξανδρος πίστευε, όπως γράφει ο Αρριανός, πως θα εξασφαλίζονταν οι ανατολικές σατραπείες από ενδεχόμενη εισβολή ή αποστασία. 

Ακόμη ήταν γνωστός ο πλούτος της χώρας και συνυπολογίζονταν και τα ωφέλη από το εμπόριο. Άλλοι λόγοι ήταν η επιθυμία του, ως πραγματικού Μεγάλου Βασιλιά, να καταλάβει τις χώρες που είχε υποτάξει ο Δαρείος Α΄, να γίνει πρωταθλητής της ιστορίας του οποίου τα κατορθώματα κανείς δεν θα ξεπερνούσε.

Τέλος, ο Αλέξανδρος, ως μαθητής του Αριστοτέλη, είχε το πάθος να ανακαλύψει νέες χώρες, να διευρύνει τις γεωγραφικές γνώσεις της εποχής του (ήθελε να επαληθεύσει αν ο Ινδός ταυτιζόταν πράγματι με τον άνω Νείλο και ότι η Ινδία ενωνόταν με την Αιθιοπία) και να βαδίσει στα χνάρια του Διονύσου και του Ηρακλή, στη χώρα των θαυμάτων, όπως νόμιζαν τότε οι Έλληνες την Ινδία. 

Έτσι απέρριψε την πρόταση του συμμάχου του βασιλιά των Χωρασμίων (το μετέπειτα Χορασάν), Φαρασμάνη, να εκστρατεύσει στην περιοχή του Πόντου και άρχισε να προετοιμάζεται για την εκστρατεία στην Ινδία. Τότε, κατά τον Πλούταρχο, άρχισε να πιστεύει πως προοριζόταν να εκπολιτίσει και συναδελφώσει τα έθνη ιδρύοντας ένα δίκαιο οικουμενικό κράτος, σκοπό για τον οποίο αποφασιστικό βήμα θα ήταν η κατάκτηση της Ινδίας.

Έμαθε πως η Ινδία ήταν προσβάσιμη από την κοιλάδα του ποταμού Κωφήνα (σημ. Καμπούλ, στο Αφγανιστάν) και πως υπήρχαν μεγάλοι ποταμοί πέρα από τον Ινδό, δεν γνώριζε όμως τότε ότι αυτοί κατέληγαν στον πρώτο. Επίσης πληροφορήθηκε για την πολιτική κατάσταση στην Ινδία και συγκεκριμένα για τη διάσπαση των Ινδών σε πολλά μεγάλα κράτη που συχνά μάχονταν μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας στις μάχες τους πολλούς ελέφαντες. Ιδιαίτερα έμαθε πως ο Ταξίλης, βασιλιάς της χώρας μεταξύ των ποταμών Ινδού και Υδάσπη, ήταν εχθρός του Πώρου, βασιλιά της χώρας που εκτεινόταν από τον Υδάσπη ως τον Ακεσίνη, και επιθυμούσε να συμμαχήσει με τους Μακεδόνες.

 Επειδή ο πόλεμος που θα ακολουθούσε θα απαιτούσε παρατεταμένες και δύσκολες πορείες σε ορεινές περιοχές, ποταμούς και φρούρια όπου θα έπρεπε να αφήνει φρουρές, ο Αλέξανδρος αύξησε την αριθμητική δύναμη του στρατού του και το έκανε πιο ευέλικτο. Ήδη το θεσσαλικό ιππικό και οι περισσότεροι από τους άλλους Έλληνες είχαν επιστρέψει στην Ελλάδα, ενώ πολλοί παλαίμαχοι Μακεδόνες και μισθοφόροι είχαν παραμείνει σε φρουρές στις κατακτημένες χώρες. Ο στρατός τώρα περιλάμβανε ενισχύσεις από πεζούς και ιππείς από τη Μακεδονία, καθώς και από Έλληνες μισθοφόρους. 

Είχε ενταχθεί επίσης σημαντικός αριθμός Ασιατών (Βάκτριοι, Σόγδιοι, Σκύθες, Αραχωτοί, Δάες κ.α.) οι οποίοι δρούσαν ως ιππείς, ιπποτοξότες και ιππακοντιστές. Για τον διάπλου των ποταμών προστέθηκαν πολλοί ναυπηγοί και κωπηλάτες από την Καρία, την Κύπρο, τη Φοινίκη και την Αίγυπτο. Ωστόσο, παρόλο που το εκστρατευτικό σώμα δεν είχε πια την παλιά εθνική και γλωσσική ομοιογένεια, αποδείχθηκε αποτελεσματικό, χάρη στις ικανότητες των Μακεδόνων διοικητών του και την άριστη ηγεσία του Αλεξάνδρου.

Διάβαση της κοιλάδας του Κωφήνα και άφιξη στον Ινδό ποταμό

Την άνοιξη του 327 π.Χ. ο μακεδονικός στρατός ξεκίνησε για την κατάκτηση της Ινδικής χερσονήσου. ο Αλέξανδρος άφησε τον Αμύντα στη Βακτρία, και περνώντας από την Αλεξάνδρεια έφτασε στον ποταμό Κωφήνα όπου διαίρεσε τον στρατό του. Έστειλε τον Ηφαιστίωνα με τον Περδίκκα να ακολουθήσουν τον συντομότερο δρόμο, αυτόν μέσα από την κοιλάδα του Κωφήνα, για να προετοιμάσουν την προέλασή του μέχρι τον Ινδό ποταμό. 

Ο ίδιος ακολούθησε διαφορετική, ορεινή πορεία ώστε να διαφυλάξει τα πλευρά του κύριου εκστρατευτικού σώματος από ενέδρες. Έτσι έφτασε, την άνοιξη του 326 π.Χ., στον Ινδό. Κατά τη διάρκεια της πορείας αυτής, υπέταξε τη χώρα των Ασπασίων, όπου ισοπέδωσε για παραδειγματισμό την πρώτη πόλη που αντιστάθηκε και εξόντωσε όσους κατοίκους της δεν κατάφεραν να διαφύγουν. Η τελική υποταγή των Ασπασίων έγινε μετά από μάχη τριπλή μάχη, κατά την οποία αιχμαλωτίστηκαν 40.000 Ασπάσιοι και περιήλθαν στην κατοχή των Μακεδόνων 230.000 βοοειδή. 

Στη συνέχεια έφτασε στη χώρα των Ασσακηνών, οι οποίοι ήταν οι ισχυρότεροι Ινδοί της περιοχής, όπου πολιόρκησε την πρωτεύουσά τους, Μάσσαγα (σημ. Chakdara του Πακιστάν). Οι Ασσακηνοί συνεπικουρούνταν από 7.000 Ινδούς μισθοφόρους και επιχείρησαν να δώσουν μάχη έξω από την πόλη, όπου νικήθηκαν. Ακολούθησε δύσκολη πολιορκία πέντε ή έξη ημερών μετά από την παρέλευση των οποίων οι πολιορκημένοι ζήτησαν διαπραγματεύσεις. 

Όμως ο Αλέξανδρος κατάφερε να διαπραγματευτεί χωριστά με τους Ινδούς μισθοφόρους, πείθοντάς τους να αφήσουν την πόλη. Εκεί τη νύχτα τους κύκλωσε και τους εξόντωσε μετά από σκληρή μάχη. Κατά τον Πλούταρχο και τον Διόδωρο, η εξόντωση των Ινδών μισθοφόρων αποτελεί μελανή κηλίδα της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στη συνέχεια τα Μάσσαγα καταλήφθηκαν χωρίς δυσκολία. Η επόμενη οχυρή πόλη των Ασσακηνών, τα Βάζιρα, αντιστάθηκε και αυτή μέχρις ότου οι κάτοικοί της την εγκατέλειψαν νύχτα, καταφεύγοντας στην Άορνο Πέτρα, φυσικά οχυρή θέση που ταυτίζεται με το Πιρ-Σαρ, στο Πακιστάν, τον χειμώνα του 327 π.Χ προς την άνοιξη του 326 π.Χ. 

Η κατάληψη της Αόρνου Πέτρας ήταν κατόρθωμα που προσέδωσε στον Αλέξανδρο τη φήμη του ακατανίκητου κατακτητή που ήταν κανός για υπεράνθρωπα κατορθώματα. Μετά από εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και δύσκολη πορεία στο ορεινό βόρειο τμήμα της χώρας των Ασσακηνών, έφτασε στον Ινδό όπου συναντήθηκε με τον υπόλοιπο στρατό του, την άνοιξη του 326 π.Χ. Η διάβαση του Ινδού έγινε μέσω της γέφυρας που είχε ετοιμάσει ο Ηφαιστίωνας και πολλών μικρών πλοίων.

Πορεία από τον Ινδό μέχρι τον Ύφαση

Πριν συνεχίσει την πορεία, ο Αλέξανδρος τέλεσε μεγαλοπρεπείς θυσίες και γυμνικούς και ιππικούς αγώνες δίπλα στον ποταμό. Την άνοιξη του 326 π.Χ., ο στρατός πέρασε στην απέναντι όχθη, μέσω μεγάλης γέφυρας που είχε κατασκευαστεί για τον σκοπό αυτό και θεωρείται τεχνικό κατόρθωμα. Στην αντίπερα όχθη εκτεινόταν το κράτος του συμμάχου του, Ταξίλη. 

Το εκστρατευτικό σώμα το υποδέχθηκε τιμητικά ο ίδιος ο Ταξίλης στην πρωτεύουσά του, τα Τάξιλα (σημ. Σαχ Ντέρι, στο Πακιστάν), πολυάνθρωπη και πλούσια πόλη και μεγάλο κέντρο του Βραχμανισμού. Ο Αλέξανδρος αντάμειψε με μεγάλο χρηματικό ποσό τον Ταξίλη για τις υπηρεσίες του, τον κατέστησε όμως υποτελή και άφησε φρουρά στα Τάξιλα. Εκεί οι επιστήμονες που ακολουθούσαν τον στρατό του Αλεξάνδρου άρχισαν να μελετούν τη χλωρίδα της Ινδίας, ενώ εντύπωση τους προκάλεσαν οι γυμνοί μοναχοί, τους οποίος ονόμασαν «γυμνοσοφιστάς». 

Τότε ο Αλέξανδρος έστειλε τον Ονησίκρητο, μαθητή του Διογένη, για να συζητήσει μαζί τους. Ένας από αυτούς, ο Κάλανος, ακολούθησε τον στρατό στη μετέπειτα πορεία του. Στα Τάξιλα τότε κατέφθασαν πρεσβείες από τις γύρω χώρες, δηλώνοντας υποταγή, εκτός από τον θαρραλέο Πώρο ο οποίος έστειλε το μήνυμα πως θα περιμένει, ένοπλος, τον Αλέξανδρο στον Υδάσπη. Ακολούθως ο Αλέξανδρος συνέχισε την πορεία του προς τον ποταμό Υδάσπη, όπου ο βασιλιάς Πώρος περίμενε στην απέναντι πλευρά με συγκεντρωμένο στρατό, ώστε να τον εμποδίσει να περάσει. 

Ο Αλέξανδρος έστειλε στρατιώτες να μεταφέρουν αποσυναρμολογημένα τα πλοία που είχαν χρησιμοποιηθεί στη διάβαση του Ινδού, και με την υπόλοιπη δύναμη και ενισχυμένος από 5.000 Ινδούς συνέχισε για τον Υδάσπη.

Η διάβαση του ποταμού ήταν δύσκολη, αλλά τελικά έγινε με επιτυχία τον Ιούλιο του 326 π.Χ., ώστε να ακολουθήσει μεγάλη μάχη μεταξύ του στρατού του Αλεξάνδρου και του στρατού του Πώρου ο οποίος ανερχόταν σε 4.000 ιππείς, 300 άρματα, 200 πολεμικούς ελέφαντες και 30.000 πεζούς. Οι Μακεδόνες, οι οποίοι διέθεταν 15.000-20.000 πεζούς και 5.000 ιππείς, αντιμετώπισαν με ευκολία το ιππικό του Πώρου και τελικά κατάφεραν να υπερισχύσουν στην πρωτόγνωρη γι' αυτούς μάχη εναντίον μεγάλου αριθμού ελεφάντων, κερδίζοντας δύσκολη και σπουδαία νίκη. 

Ο Αλέξανδρος φέρθηκε τιμητικά στον ηττημένο Ινδό βασιλιά και τον άφησε να βασιλεύει στη χώρα του, ως σύμμαχός του, αφού με τον συμφιλίωσε με τον Ταξίλη. Οι αρχαίοι συγγραφείς παραδίδουν πως ο Αλέξανδρος φέρθηκε με αυτόν τον τρόπο επειδή εντυπωσιάστηκε από την υπερήφανη στάση του Πώρου. Όμως είναι γνωστό πως φέρθηκε με τον σκληρότερο τρόπο σε άλλους ηττημένους, όπως στην Τύρο, τη Γάζα και τη Σογδιανή Πέτρα. Έτσι είναι πιθανότερο πως δεν πείραξε τον Πώρο από πολιτικό υπολογισμό, καθώς επιθυμούσε να έχει ένα ισχυρό συμμαχικό βασίλειο ως ασπίδα των δικών του συνόρων.

Στις όχθες του Υδάσπη ίδρυσε δύο πόλεις, τη Νίκαια και τη Βουκεφάλα (προς τιμή του αλόγου του που πέθανε εκεί). Αφήνοντας τον Κρατερό να επιβλέπει το χτίσιμο των πόλεων, συνέχισε την πορεία του προς τους ποταμούς Ακεσίνη και Υδραώτη (σημ. Ράβι, στο Πουντζάμπ). Στη συνέχεια ανάγκασε τους Γλαυγανίκες (ή Γλαύσες), κατοίκους πολυάνθρωπης χώρας, να συνθηκολογήσουν μαζί του και να υπαχθούν στο κράτος του Πώρου. Τότε έμαθε πως οι Ασσακηνοί είχαν επαναστατήσει και σκότωσαν τον ύπαρχο (διοικητή της χώρας) και έστειλε εναντίον τους τον σατράπη Φίλιππο του Μαχάτα να καταστείλει την εξέγερση. 

Όταν έφτασε στον Υδραώτη, έμαθε πως ο πολεμικότατος λαός των Καθαίων ήταν έτοιμος να τον αντιμετωπίσει αν εισέβαλλε στη χώρα τους, ορμώμενος από την οχυρή πόλη Σάγγαλα. Ακολούθησε σκληρή μάχη κατά την οποία οι Καθαίοι, οχυρωμένοι πίσω από τριπλή σειρά από άμαξες, ηττήθηκαν και κατέφυγαν στην πόλη τους. 

Από εκεί επιχείρησαν επανηλειμμένα έξοδο αλλά αποκρούστηκαν. Τελικά οι Μακεδόνες κατέλαβαν την πόλη και την ισοπέδωσαν εντελώς. Οι απώλειες των Καθαίων ήταν, κατά τον Αρριανό, 17.000 νεκροί και 70.000 αιχμάλωτοι ενώ από τους Μακεδόνες 100 νεκροί και 1.200 βαριά τραυματισμένοι.

Στη συνέχεια ο στρατός έφτασε, εν μέσω της εποχής των μουσώνων, στον ποταμό Ύφαση. Επιθυμία του Αλέξανδρου ήταν να συνεχίσει περνώντας τον ποταμό και την έρημο που εκτεινόταν μετά από αυτόν, συνάντησε όμως την έντονη αντίδραση του στρατού του. 

Οι κουρασμένοι σωματικά και ψυχικά στρατιώτες του συγκεντρώθηκαν στο στρατόπεδο και διαμαρτυρήθηκαν έντονα λέγοντας πως δεν ήθελαν να συνεχίσουν. Τελικά ο Αλέξανδρος αποφάσισε να επιστρέψει. Τα στρατεύματα πέρασαν τον ποταμό και ο Αλέξανδρος ίδρυσε στην αντίπερα όχθη του την ανατολικότερη όλων των Αλεξανδριών, την Αλεξάνδρεια επί του Ύφαση. Μετά από τα τελετουργικά της αποχώρησης και αφού έχτισε δώδεκα μεγαλοπρεπείς στύλους καθ'έναν αφιερωμένο σε έναν θεό του Ολύμπου, διαίρεσε σε τμήματα τον στρατό του και επέστρεψε στη Νίκαια και τη Βουκεφάλα.

Εκστρατεία εναντίον των Μαλλών

ιτα, λαμβάνοντας ενισχύσεις από την Ελλάδα (5.000 πεζούς, 7.000 ιππείς, καθώς και πανοπλίες και φάρμακα), στράφηκε προς τον νότο με σκοπό να ακολουθήσει τον ρου του Ινδού έως τη θάλασσα. Ναυπήγησε στόλο από 80 τριακοντόρους και πολύ περισσότερα μικρά πλοία (χωρίς τα πολύ μικρά πλοία και τις σχεδίες, το σύνολο πρέπει να έφτανε τα 1.000 πλεούμενα) και, πλέοντας τους ποταμούς Υδάσπη και Ινδό, με τμήματα του στρατού του στην αριστερή και δεξιά όχθη, έφθασε στη χώρα των Μαλλών. Εκεί οι κάτοικοι αποφάσισαν να αντισταθούν, μαζί με τους γείτονές τους, Οξυδράκες. Τότε ο Αλέξανδρος διαίρεσε τον στρατό του σε τρία τμήματα. 

Το δικό του τμήμα θα επιχειρούσε εναντίον των Μαλλών ενώ τα άλλα δύο θα αιχμαλώτιζαν όσους θα προσπαθούσαν να διαφύγουν. Η εκστρατεία πήρε από την αρχή χαρακτήρα εξόντωσης των ντόπιων οι οποίοι είτε αμύνονταν μέχρι τέλους στις πόλεις τους είτε διέφευγαν προς άλλες οχυρές πόλεις της περιοχής. Στην τελευταία πολιορκία τραυματίστηκε σοβαρά ο ίδιος ο Αλέξανδρος, από βέλος στο στήθος, όταν ανέβηκε στο τείχος, προκειμένου να ενθαρύνει τους άντρες του. 

Γύρω του έγινε μεγάλη μάχη και οι σύντροφοί του κατόρθωσαν να τον διασώσουν, άλλοι σκαρφαλώνοντας στο τείχος και άλλοι παραβιάζοντας την πύλη του. Ακολούθησε σφαγή των Ινδών ενώ ο Αλέξανδρος χρειάστηκε αρκετές ημέρες για να αναρρώσει, κατά τη διάρκεια των οποίων οι στρατιώτες του αγωνιούσαν μη πιστεύοντας τις ειδήσεις πως ο βασιλιάς τους είναι ζωντανός. 

Η εκστρατεία τελείωσε με επιτυχία αφού οι Μαλλοί που απέμειναν δήλωσαν υποταγή, όπως και οι γείτονές τους, Οξυδράκες. Όμως οι επιχειρήσεις αυτές έχουν χαρακτηριστεί ως η πιο αιματηρή από όλες τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καθώς προκάλεσε την καταστροφή πολλών πόλεων και την εξολόθρευση ολόκληρων πληθυσμών.

Πορεία προς τις εκβολές του Ινδού

Μετά από ενίσχυση του στόλου του, ο Αλέξανδρος έπλευσε από τον Υδραώτη μέχρι τη συμβολή του με τον Ακεσίνη και μέσω του τελευταίου έφτασε ξανά στον Ινδό. Εκεί στη συμβολή του Ακεσίνη και του Ινδού έδωσε εντολή να χτιστεί μία Αλεξάνδρεια η οποία θα διέθετε και νεωσοίκους (στέγαστρα για τα ανελκυσμένα πλοία). 

Μετά προχώρησε στη χώρα των Σόγδων, οι οποίοι είχαν συμμαχήσει μαζί του, ιδρύοντας και εκεί μία Αλεξάνδρεια. Κατόπιν προχώρησε νοτιότερα, στις επικράτειες των σατραπών Μουσικανού, Οξυκανού και Σάμβου τις οποίες και υπέταξε. Μαθαίνοντας ότι ο Μουσικανός επαναστάτησε, ο Αλέξανδρος έστειλε εναντίον του τον Πείθωνα, τον οποίο είχε ορίσει σατράπη της περιοχής αυτής. 

Ο Πείθωνας κυρίευσε τις πόλεις των επαναστατών, μετέτρεψε τους κατοίκους, Βραχμάνες, σε δούλους και εγκατέστησε φρουρές, τιμωρώντας σκληρά τον Μουσικανό. Τελικά έφτασε στις εκβολές του Ινδού, στην πόλη Πάτταλα. Οι κάτοικοί της είχαν φύγει αλλά οι περισσότεροι από αυτούς πείστηκαν τελικά να γυρίσουν. Ο Αλέξανδρος ήθελε να μετατρέψει την πόλη σε ναυτική βάση του και γι αυτό έδωσε εντολή να οχυρωθεί με ακρόπολη, και να κατασκευαστούν πηγάδια και ναύσταθμος με νεωσοίκους. Εν τω μεταξύ ο ίδιος επιδόθηκε σε εξερεύνηση του ανατολικού βραχίονα του Ινδού.

Ο δρόμος της επιστροφής

Για την επιστροφή ο Αλέξανδρος χώρισε το στράτευμά του σε τρία μέρη. Το πρώτο με αρχηγό τον Κρατερό ακολούθησε πορεία προς την Αλεξάνδρεια Αραχωσίας (Κανταχάρ) και μέσω της κοιλάδας του Ετύμανδρου εγκαταστάθηκε στην Καρμανία όπου περίμενε τον Αλέξανδρο. Το δεύτερο ήταν ο στόλος, που με αρχηγό τον Νέαρχο, παρέπλευσε τις ακτές της Περσίας όπου βρίσκονταν οι χώρες των Ωρών, των Γεδρωσίων και των Ιχθυοφάγων, προς τον μυχό του κόλπου.

Το τρίτο μέρος του στρατεύματος με τον Αλέξανδρο ξεκίνησε από τα Πάτταλα (τέλη Αυγούστου 324 π.Χ.) για να διασχίσει την έρημο της Γεδρωσίας. Στο πρώτο μέρος της πορείας δεν υπήρξαν δυσκολίες αλλά στην έρημο της Γεδρωσίας ο καύσωνας και η έλλειψη νερού προκάλεσαν μεγάλες απώλειες. Μετά από 60 μέρες σταμάτησε για ανάπαυση στην πρωτεύουσα της Γεδρωσίας, Πούρα, και προχώρησε στην Καρμανία (σημ. Κερμάν του Ιράν) όπου συνάντησε τον Κρατερό. Στην Καρμανία έφτασε και ο Νέαρχος όπου έδωσε αναφορά για την πορεία του, και συνέχισε τον περίπλου ως τις εκβολές του ποταμού Τίγρη. 

Ο Αλέξανδρος πήρε ένα μέρος του στρατεύματος και αφού πέρασε από τους Πασαργάδες προχώρησε στην Περσέπολη όπου διόρισε σατράπη τον Πευκέστα ο οποίος είχε σώσει τη ζωή του Αλέξανδρου στη μάχη στους Μαλλούς της Ινδίας.

Την άνοιξη του 324 π.Χ. έκανε γιορτές στα Σούσα για την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Περσίας. Οργάνωσε μικτούς γάμους Μακεδόνων με Περσίδες και ο ίδιος πήρε ως δεύτερη σύζυγο τη Στάτειρα, την κόρη του Δαρείου Γ΄. Εξόφλησε τα χρέη των Ελλήνων στρατιωτών του, ποσό που ανήλθε σε 20.000 τάλαντα, και μοίρασε δώρα και τιμές σε όσους είχαν ανδραγαθήσει. Οι σατράπες της επικράτειας έφεραν εκεί και 30.000 έφηβους Πέρσες που είχαν εκπαιδευτεί και οπλισθεί μακεδονικά, τους οποίος ονόμασε «Επιγόνους».

Άρχισε να οργανώνει νέες εκστρατείες και αφού έστειλε τον Ηφαιστίωνα να εξερευνήσει τις ακτές του Περσικού κόλπου, ο ίδιος με επίλεκτες μονάδες κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα μέσω του ποταμού Ευλαίου. 

Στην Ώπι ανακοίνωσε την απόλυση των ηλικιωμένων και των τραυματιών και τη συνέχιση της εκστρατείας, αλλά συνάντησε την αντίδραση των στρατιωτών του που δεν ήθελαν να συνεχίσουν μαζί του. Ο Αλέξανδρος τότε μοίρασε αξιώματα σε Πέρσες και ορισμένους τους ονόμασε συγγενείς του, πράγμα που ανάγκασε τους Μακεδόνες να του ζητήσουν συγνώμη και να τον ακολουθήσουν.



Πληροφορίες αντλήθηκαν από την πηγή





from Αρχαία Ελλάς https://ift.tt/3nfQHwt
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.
-->