Αυτή η δεκαετία, η δεύτερη του αιώνα που ήδη εκπνέει, είναι πολύ φορτωμένη.Έχει πάνω της τεράστιους όγκους από ποικίλα γεγονότα. Πρώτα είναι αυτό που καταγράφει η Ιστορία. Από αυτή τη σκοπιά αντικρίζοντας τα πράγματα, βλέπουμε τη δεκαετία ανεξίτηλα και δραματικά σημαδεμένη από το μεγάλο παγκόσμιο αιματοκύλισμα (1914-1918). Ύστερα έρχονται τα «μικρά». Αυτά που η Ιστορία τα σκεπάζει με τη σιωπή της και ο χρόνος τα καλύπτει με τις πρόσχωσεις του. Κι ανάμεσα στα μεγάλα και τα «μικρά», ανθίζουν εκείνα που, τελικά, σώζουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου: τα έργα του στοχασμού, της τέχνης και του πολιτισμού. Και ευτυχώς, γιατί μόνο αυτά επικαλύπτουν και σβήνουν τα τεράστια μελανώματα της ντροπής πάνω στο σώμα της
Ο Κ. Καβάφης, ένας ποιητής από την περιφέρεια του παροικιακού ελληνισμού, εμφανίζεται ως αντίποδας του παλαμικού ρητορισμού και εισέρχεται στις αρχές της δεκαετίας 1910 στη φάση της τελικής ποιητικής του ωρίμανσης.
ανθρώπινης ιστορίας. Για τα ελληνικά πράγματα, το υφάδι της Ιστορίας πλέκει τα γεγονότα με ποικίλα χρώματα: και φωτεινά και αίθρια, αλλά και γκρίζα και σκοτεινά: στη χαραυγή σχεδόν της δεκαετίας, το ξεκίνημα της βενιζελικής περιόδου· τα μεγάλα νικηφόρα δρασκελίσματα στους Βαλκανικούς Πολέμους και το γεωγραφικό άπλωμα της Ελλάδας η έξοδος και η συμμετοχή μας στο μεγάλο πόλεμο. Παράλληλα, όμως, και ο εθνικός διχασμός και το ξεκίνημα της μικρασιατικής εκστρατείας (1919) με την τραγική της απόληξη και τον οριστικό θάνατο της μεγάλης ιδέας. Αυτή η συνοπτική αναφορά έχει το νόημα της, θέλοντας κανείς να μιλήσει για τα λογοτεχνικά πράγματα της δεκαετίας, δεν μπορεί να τα αγνοήσει όλα αυτά, που αδρομερώς έστω προαναφέρθηκαν. Τα έργα του έντεχνου λόγου δεν γράφονται ερήμην της Ιστορία. Όμως, και στα πνευματικά-λογοτεχνικά πράγματα, τα φωτεινά χρώματα διαπλέκονται με τα γκρίζα κι έτσι δημιουργούνται περίεργες αντιφάσεις Μέσα στο πρώτο κλίμα της αστικής αφύπνισης, η αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων (1911) ανακηρύσσει την καθαρεύουσα επίσημη γλώσσα του κράτους. Έτσι, όμως, αγνοεί τον οριστικό θρίαμβο της δημοτικής στο χώρο της λογοτεχνίας ή αγνοούνται η λογική και τα οράματα του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Από τότε επισημοποιείται και συνταγματικά το καθεστώς της διγλωσσίας και ο γλωσσικός διχασμός των Ελλήνων, που θα μας ταλαιπωρήσει πολιτικά, εκπαιδευτικά και. ιδεολογικά μέχρι το 1976. Εξάλλου, η δεκαετία στην ποιητική της διάσταση ξεκινάει με τη μεγαλόπνοη ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ (1910) του Παλαμά. Παράλληλα, όμως, οι ελάσσονες ποιητές, όσοι κινούνται κάτω από τη βαριά σκιά του Παλαμά», καλλιεργούν πιο συχνά το ολιγόστιχο ποίημα- αυτό του χαμηλόφωνου και κλειστού ή συνοφρυωμένου λυρισμού. Αυτός ο λυρισμός θα αρχίσει να βρίσκει το πιο οριστικό του σχήμα με το πρώτο ποιητικό ξεκίνημα του Καρυωτάκη στην εκπνοή περίπου της δεκαετίας (Ο ΠΟΝΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ, 1919). Στα επόμενα χρόνια, θα ενισχυθεί ακόμη πιο πολύ και θα διαποτισθεί και από το μικρασιατικό ιστορικό άλγος (1922). Παράλληλα, βέβαια, ο μεγαλόστομος παλαμικός ρητορισμός συμπληρώνεται από το άλλο ιοοδύναμο και ισοβαρές σκέλος του εύρωστου και δυναμικού λυρισμού που το εκφράζει ο Αγγελος Σικελιανός (ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ, 1915, ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ, 1917). Στις αρχές της δεκαετίας (γύρω τα 1911), ο αντίποδας του παλαμικού ρητορισμού. ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης, εισέρχεται στη φάση της τελικής ποιητικής του ωρίμανσης και ενηλικίωσης. Είναι μια άλλη φωνή χωρίς ρητορικές μεγαλοστομίες, οικεία και καθημερινή, όχι φωναχτή και κραυγαλέα, σχεδόν αντιλυρική, αλλά με μια υπόγεια μαγεία και γοητεία, αρχίζει λίγο λίγο από την περιφέρεια του παροικιακού Ελληνισμού να εισβάλλει όλο και πιο δυναμικά στην αθηναϊκή ποιητική αγορά. Γύρω στα 1918, η παρουσία του Καβάφη είναι αρκετά αισθητή στην ποιητική μητρόπολη του ελληνισμού. Αυτή η ιδιότυπη φωνή με τη διαφορετική της ποιητική θεματική και με τους διαφορετικούς ποιητικούς τρόπους, αθόρυβα και υπόγεια θα υποσκάψει και θα προκαλέσει τις πρώτες ρωγμές στο ελλαδικό ποιητικό κατεστημένο. Αν, μάλιστα, ο Καβάφης δεν ακολουθούσε την προσωπική του «εκδοτική» ιδιορρυθμία, θα μπορούσαμε να φανταστούμε και άλλες πιο γενναίες και χρονικά ταχύτερες ανατροπές και ανανεώσεις στο οικοδόμημα της ελληνικής ποίησης. Αργότερα, βέβαια, και κυρίως στις επόμενες δεκαετίες, η ποιητική ανανέωση που θα προκαλέσει ο Αλεξανδρινός, μαζί με εκείνη του Καρυωτάκη, θα οδηγήσει την ελληνική ποίηση στους δρόμους της ριζικής ανανέωσης. Δίκαια, λοιπόν, στο ποιητικό δίδυμο Καβάφη - Καρυωτάκη προσγράφονται οι απαρχές του ποιητικού μας νεωτερισμού.
Πάσχα 1905. Φιλολογικά συντροφιά της Κέρκυρας. Από αριστερά, όρθιοι: Κ. Θεοτόκης, Στ. Δεσύλλας, Λ. Μαβίλης, Αν. Κεφαλλήνος. Καθιστοί: Σ. Μαρτζούκος, Ηλ. Σταύρου, Ειρ. Δενδρινού, Αλεξ. Πάλλης, Μ. Χαΐμης. Ο Λ. Μαβίλης, ρομαντική φύση, έπεσε το '12 μαχόμενος στο Δρίσκο για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Ο Κ. Θεοτόκης, από τους ανανεωτές της πεζογραφίας, βρίσκεται αυτή τη δεκαετία στην πιο γόνιμη περίοδο του.
Παράλληλα με την άνδρωση της καβαφικής ποίησης και στις αρχές περίπου της δεκαετίας θα κάνει την πρώτη της εμφάνιση και μια άλλη ιδιότυπη φωνή: ο ποιητής Τάκης Παπατσώνης (το 1913 πρωτοδημοοιεύει ποιήματα στην εφημερίδα «Ακρόπολις»). Ο μεταγενέστερος όμως νεοελληνικός κριτικός λόγος έχει σχεδόν σκεπάσει με μια περίεργη και ανεξήγητη σιωπή την πραγματικά πρωτότυπη, στους τρόπους και στην ποιητική ιδεολογία, φωνή του Τ. Παπατσώνη. Ίσως να φταίει το γεγονός ότι η ποίηση του, γλωσσικά και θεματικά ιδιότυπη, δεν γίνεται εύκολα αναγνώσιμη και. προσιτή στην όραση που δεν διαθέτει το πρόσθετο στοιχείο και μιας άλλης ενοποιητικής μύησης. Πάντως, η γραμματολογική δικαιοσύνη, που τον εντάσσει στο μεσοπόλεμο, αναγνωρίζει και στον Τάκη Παπατσώνη και του αποδίδει το εύσημο της πρώιμης ποιητικής πρωτοπορίας για το συνολικό του έργο. Φυσικά, πλάι στις μεγάλες ποιητικές φωνές, κρατούν το δικό τους χώρο και δίνουν, στη διάρκεια της δεκαετίας, το εκδοτικό τους παρόν και άλλοι ποιητές που γραμματολογικά τους εντάσσουμε στους minores: Γ. Δροσίνης (ΦΩΤΕΡΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ, 1915, ΚΛΕΙΣΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ, 1918), Α. Πάλλης (ΚΟΥΦΙΑ ΚΑΡΥΔΙΑ, 1915), Ι. Γρυπάρης (ΣΚΑΡΑΒΑΙΟΙ ΚΑΙ ΤΕΡΡΑΚΟΤΕΣ, 1919), Λ. Πορφύρας (ΣΚΙΕΣ, 1920). Σήμερα, βέβαια, το έργο αυτών των ποιητών, όπως και άλλων πολλών, έχει κυριολεκτικά σαρωθεί από τη νεότερη ποιητική μοντερνικότητα. Διαβάζεται μόνο στις σχολικές αίθουσες και από όσους έχουν το πάθος της γραμματολογικής ενημέρωσης και διακατέχονται, από τη νοσταλγία του παλιού και την αγάπη για το μαλακό και εύπεπτο λυρισμό. Περνώντας από την ποίηση στην πεζογραφία, θα ήταν ουσιαστική παράλειψη να μη σημειωθεί η απώλεια του Αλ. Παπαδιαμάντη. Ο θάνατος του σημάδεψε το ξεκίνημα της δεκαετία, (3 Ιανουαρίου 1911). Το έργο του, βέβαια, ανήκει σε προηγούμενες δεκαετίες. Σημειώνεται όμως το γεγονός του θανάτου του, για να υποδηλωθεί έστω μια μέγιστη συγγραφική απώλεια με την οποία σχεδόν ανοίγει η δεκαετία 1910-1920. Ο χώρος, πάντως, της πεζογραφίας, συγκριτικά με εκείνον της ποίησης, φαίνεται να πάσχει από ένδεια και πενία κειμένων. Εξάλλου, πάντα στην Ελλάδα υπήρχε μια αφθονία και ένας ποιητικός πληθωρισμός, αντίθετα, ο πεζός λόγος, χωρίς να είναι σπάνιο είδος, ποσοτικά τουλάχιστον ήταν πάντα πιο πενιχρός. Γι' αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι τα δύο ελληνικά Νόμπελ λογοτεχνίας ανήκουν στην περιοχή της ποίησης. Η πεζογραφική έκρηξη, πληθωρική ποσοτικά αλλά περιορισμένη ποιοτικά, σημαδεύει τις στερνές μόνο δεκαετίες του εικοστού αιώνα.
Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος σε σκίτσο του Ζαχ. Παπαντωνίου. Ο Χατζόπουλος, ανάμεσα στους ανανεωτές της πεζογραφικής μας παράδοσης, γίνεται ο εισηγητής του πεζογραφικού συμβολισμού στην Ελλάδα.
Στην πεζογραφική, πάντως, παραγωγή της δεκαετίας 1910-1920, αν μπορούσαν κυρίως να προσμετρηθούν δύο σημαντικά έργα: το ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ (1917) του Κ. Χατζόπουλου και Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΒΕΛΑ (1920) του Κ. Θεοτόκη, Οι δημιουργοί αυτών των έργων, άνθρωποι με ευρωπαϊκή παιδεία και με πρώιμη σοσιαλιστική ιδεολογία, δίνουν έργα που ανανεώνουν την πεζογραφική μας παράδοση. έβαια, κατ' εξοχήν πεζογράφος είναι ο πολύγλωσσος αριστοκρατικής καταγωγής, αλλά με εμμονές σε ιδιότυπα σοσιαλιστικά ιδεώδη. Κερκυραίος Θεοτόκης. Ο Χατζόπουλος, αν εξαιρέσουμε κάποια διηγήματα και το «ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ» προσγράφεται κυρίως στους ποιητές. Με το ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ, όμως ο Χατζόπουλος γίνεται ο εισηγητής του πεζογραφικού συμβολισμού στην Ελλάδα, με έντονες βέβαια τις ξενικές επιδράσεις, Ο Θεοτόκης πάλι με τα έργα που δημοσιεύει κατά τη διάρκεια της δεκαετίας (Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ, 1914, Ο ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ, 1919 και το σημαντικότερο Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΒΕΛΑ, 1920), ακολουθεί διαφορετικό δρόμο από εκείνον του Χατζόπουλου: ανήκει περιοσόττερο στον πεζογραφικό ρεαλισμό, τα έργα του έχουν σαφή κοινωνικό προβληματισμό και οι χαρακτήρες του είτε εξιδανικευμένοι (ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ) είτε ωμά ρεαλιστικοί (ΚΑΡΑΒΕΛΑΣ) σκιαγραφούνται με χαρακτηριστική πειστικότητα. Στην εκπνοή, ακριβώς, της δεκαετίας πρωτοεμφανίζονται συγκεντρωμένα σε τόμο τα σκόρπια σε ποικίλα έντυπα διηγήματα του Δ. Βουτυρά. Σήμερα, αδίκως βέβαια, είναι σχεδόν λησμονημένος. Είναι όμως από τους πρώτους πεζογράφους που εισάγει ένα είδος ρεαλισμού της καθημερινής ζωής των εργατών, των φτωχών, των λησμονημένων, των μεροκαματιάρηδων και των προλετάριων της πόλης. Τελικά όμως είναι δύσκολο, και σχεδόν ακατόρθωτο, σε ένα σημείωμα στενόχωρης έκτασης να σκιαγραφήσει κανείς και να δώσει όλους τους χρωματισμούς που συνθέτουν μια ολόκληρη δεκαετία. Για να φανεί αυτή η δυσκολία, θα αρκούσε να ληφθεί υπόψη ένα μόνο γεγονός ιδιαίτερης βαρύτητας: στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας συνεχίζουν να κυκλοφορούν ή πρωτοκυκλοφορούν 71 συνολικά περιοδικά λόγου και τέχνης. Δεν είναι, βέβαια, αυτή η μόνη δυσκολία. Είναι και οι στενές διαπλοκές και αλληλοεισχωρήσεις της μιας δεκαετίας μέσα στην άλλη. Συνεχίζεται λ.χ. από την προηγούμενη δεκαετία η παλαμική ποιητική μονοκρατορία, αλλά και ο λυρισμός του χαμηλού τόνου προσπαθεί να σηκώσει το δικό του ανάστημα. Συνοψίζοντας, πάντως, τις όποιες μας διαπιστώσεις και επισημάνσεις, μπορούμε να αποκρυσταλλώσουμε ένα πρώτο αθροιστικό συμπέρασμα: σ' αυτήν τη δεκαετία ανδρώνονται και ωριμάζουν, αλλά και πρωτοακούγονται φωνές που στα επόμενα χρόνια θα συντελέσουν στο να μεταβληθεί ριζικά το ποιητικό κυρίως τοπίο στην Ελλάδα.
ΝΙΚΗΤΑΣ ΠΑΡΙΣΗΣ
from anemourion https://ift.tt/3cDydQy
via IFTTT


