MARIA HILBRANDT
ΤΩΡΑ ΠΑΜΕ ΕΛΛΑΔΑ...
ΟΙ ΒΑΥΑΡΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ ΕΚΔ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 1993
Ο Φραΐχερ φον Τραϊσμπέργκ περιγράφει ως εξής την άφιξη του Έλληνα βασιλιά στο Ναύπλιο: «Στις 30 Ιανουαρίου αντικρίσαμε το Παλαμίδι, το κάστρο του Ναυπλίου, που δεσπόζει της πόλεως ψηλά πάνω σε ένα βράχο... Όταν η ΜΑΔΑΓΑΣΚΑΡΗ πλησίασε το Παλαμίδι μεταφέροντας τους βασιλείς που περίμεναν από καιρό, χαιρέτησαν από το κάστρο με ομοβροντία κανονιοβολισμών, χαιρετισμός στον οποίο απάντησαν τα πλοία με τα κανόνια τους. Αυτή η εντυπωσιακή άποψη των αμοιβαίων κανονιοβολισμών μας έδωσε κατά κάποιο τρόπο την εντύπωση μιας ναυμαχίας... Δεν είχε προλάβει ακόμη η νηοπομπή να ρίξει άγκυρα, οπότε κύκλωσαν τη βασιλική φρεγάτα ένα σωρό βάρκες φορτωμένες με χαρούμενους Έλληνες και Ελληνίδες...».
ΒΑΥΑΡΟΙ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΕΛΕΧΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΟΥΝ ΣΕ ΧΩΡΙΣΤΕΣ ΠΑΡΕΕΣ. Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΕΑ ΕΥΧΕΤΑΙ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΕΑ «ΕΙΣ ΥΓΕΙΑΝ» (L. KOLLNBERGER). ΕΘΝ. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ.
Στη Βαυαρία η συγκέντρωση εθελοντών συνεχιζόταν με μεγάλο ζήλο. Ο Γιόχαν Γιάκομπ Κάϊζερ από το Λάντσχουτ τοποθετήθηκε στις υπηρεσίες της βασιλικής αυλής. «Εκείνη την εποχή», γράφει, «εθελοντές από όλα τα μέρη της Γερμανίας συνέρρεαν υπό τις σημαίες του βασιλιά Όθωνα. Με χαρά εγκατέλειπε κανείς την πατρίδα του προκειμένου να περιδιαβεί τη γη που ήταν ευλογημένη από τέτοιες σημαντικές αναμνήσεις»[1].
Στο Αντίρριο
Ο Κάιζερ αποτύπωσε τα όσα έζησε από μνήμης και σε αυτό το σημείο επικαλείται ήδη μια απογοήτευση που επρόκειτο σύντομα να αμβλύνει τον ενθουσιασμό του: «Ο καθένας από εμάς είχε το σπόρο της ελπίδας στην καρδιά του και δεν παρέλειπε να τον καλλιεργεί με υποσχέσεις. Γι’ αυτό και η απογοήτευση τόσο πολλών φιλελλήνων, γι’ αυτό και η νοσταλγία πολλών για τον τόπο από τον οποίο προήλθαν, αυτό το τρομακτικά αργό αλλά αποτελεσματικό στην επίδρασή του δηλητήριο μιας ανίατης αρρώστιας στη διάθεση». Όταν ο Κάϊζερ ανέλαβε τη διοίκηση του κάστρου του Αντίρριου, και επιθεώρησε την περιοχή γύρω από το κάστρο βρέθηκε αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα: «Ενας σωρός από θραύσματα, οβίδες ήταν σκορπισμένα γύρω από το τείχος και ξεπλένονταν από τα κύματα.Εδώ και εκεί ξεπρόβαλε μέσα από τις τάφρους μία νεκροκεφαλή το οποίο υπογράμμιζε με τον δικό του τρόπο την εντύπωση της εγκατάλειψης του τόπου αυτού, μίας εγκατάλειψης που αιχμαλώτιζε ακόμα περισσότερο εκείνον που περνούσε τη γέφυρα του τρένου για να αναζητήσει εδώ την τύχη του».
Τα στρατόπεδα
Καθώς δεν υπήρχαν αρκετά στρατόπεδα έπρεπε αξιωματικοί και στρατιώτες να εγκατασταθούν σε παράγκες και ερείπια όταν δεν στρατωνίζονταν με τους Έλληνες: «Οι γρεναδιέροι μου μένουν σε άθλιες παράγκες, άσχημα καλυμμένοι από τις ισχυρές αυτή την περίοδο καταιγίδες. Σακιά με άχυρο δεν υπάρχουν. Οι στρατιώτες κοιμούνται πάνω στο σκληρό χώμα τυλιγμένοι στις κουβέρτες τους», γράφει ο Κάϊζερ. Αλλά και το καλοκαίρι η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη καθώς ο καύσωνας και οι ανεπιθύμητοι επισκέπτες έκαναν έναν ξεκούραστο ύπνο αδύνατο. Ο Μπάπτιστ Στέφαν γράφει στον αδελφό του στο Άουγκσμπουργκ με μία γερή δόση χιούμορ: «Γύρω στο ξημέρωμα μπορεί κανείς να κοιμηθεί καθώς τον ύπνο στον στερεί είτε η μεγάλη ζέστη, είτε τα μικρά γκρίζα ζωύφια που πηδούν και τρέχουν γρήγορα και από την παρουσία των οποίων δεν είναι δυνατόν να απαλλαγείς ακόμα και στις συνθήκες της μεγαλύτερης καθαριότητας... Κοίτομαι στο έδαφος και συχνά έχω και άλλους συντρόφους στον ύπνο που είναι εδώ τόσο συνηθισμένοι να ζουν κοντά σε ανθρώπους ώστε μπορείς να τους πιάσεις με το χέρι αν δεν υπολογίσεις τα δόντια τους» [2]
Η διατροφή
Η διατροφή στην Ελλάδα των Βαυαρών στρατιωτών ήταν σχετικά μονότονη. Σχεδόν καθημερινά αρνίσιο κρέας, ψωμί από κριθάρι, κρασί καϊσναπς. Η έλλειψη ικανοποίησης των στρατιωτών αποτυπώθηκε στους στίχους ενός τραγουδιού:
Στην Ελλάδα, εκεί έχει ζέστη
δεν τρως τίποτα άλλο από αρνί
στην Ελλάδα είναι η φτώχεια τόσο μεγάλη
δεν βρίσκεις άλλο από κριθαρένιο ψωμί [3]
Τα λουκούλεια γεύματα συνήθως με χοιρινό και λουκάνικα που ήταν άγνωστα τότε στην Ελλάδα, ήταν η εξαίρεση. Η κακή οργάνωση γινόταν αισθητή στον ανεφοδιασμό: «Η διατροφή ήταν πολύ κακή. Μοιάζει απίστευτο ότι ενώ το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων βρισκόταν στο Πόρτο Κουάγκλιο (Ζάκυνθος), σφάζονταν καθημερινά οι απαραίτητες κατσίκες και τα πρόβατα στο Μαραθωνήσι (νησάκι κοντά στη Ζάκυνθο) και το κρέας τους μεταφέρονταν με βάρκες το Πόρτο Κουάγκλιο. Όταν ο αέρας ήταν κόντρα, το κρέας ερχόταν το μεσημέρι ή και το βράδυ και φυσικά είχε εν τω μεταξύ χαλάσει από τη ζέστη. Οι επίτροποι πολέμου αρνούνταν να διαθέσουν μαγειρικό αλάτι που υπήρχε σε μεγάλες ποσότητες στα πλοία διότι δεν είχαν ανάλογες οδηγίες. [4].
Ελεύθερος χρόνος
Όταν δεν ησχολείτο κανείς με ασκήσεις, τη φύλαξη στρατοπέδων ή με εκστρατείες στην ενδοχώρα τότε πέρναγε -τουλάχιστον ως αξιωματικός- το χρόνο με περιπάτους και επισκέψεις καφενείων. Με αυτή την αφορμή είχε την δυνατότητα να παρακολουθεί την πολύχρωμη κατά τους Βαυαρούς κοινωνική ζωή των Ελλήνων. Με μια δόση ζήλειας περιέγραψε ο Κάϊζερ τη ζωή στην Αθήνα: «Η ζωή της Αθήνας τη νύχτα δεν μπορούσε να ουγκριθεί με τη ζωή κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι δρόμοι, τα καφενεία και τα κέντρα ήταν γεμάτα ανθρώπους. Όλες οι ευρωπαϊκές ενδυμασίες περνούσαν μπροστά στα μάτια σου, από τα αυτιά σου όλες οι ζωντανές γλώσσες... Αυτή είναι μια ζωή στην Ανατολή, μια αιώνια πολύχρωμη εναλλαγή, η νύχτα γίνεται μέρα». Οι χοροί των Ελλήνων δεν έβρισκαν ανταπόκριση στους Βαυαρούς που δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν «προς τι τα πηδήματα συνοδευόμενα από ένα εξαιρετικά μονότονο ρυθμό» [5]
Εναντίον των ληστών και των επαναστατών
Η αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, η μουσική, ο χορός συνδέονταν αποκλειστικά με τους ήσυχους καιρούς. Συνήθως ο στρατός έπρεπε να συγκρούεται με ληστές και εξεγερμένους. Οι ομάδες των κλεφτών που είχαν σχηματισθεί σε αρκετές γωνιές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας «αποκτούσαν τέτοιες διαστάσεις ώστε να αποκτούν συχνά και πολιτική επιρροή». Σε διαφορετικές επαρχίες της Ελλάδας υπήρχε δυσαρέσκεια, η οποία αρχικά στρεφόταν εναντίον της αντιβασιλείας, αργότερα εναντίον του βασιλιά. Η αντιβασιλεία είχε αποφασίσει να «καταπνίγει με τη βία των όπλων κάθε εκδήλωση παρανομίας». Το τι επρόκειτο να τραβήξουν οι στρατιώτες κατά τις επιχειρήσεις τους αυτές ήταν κάτι που ουδείς τους είχε αποκαλύψει: «Η πορεία των δυνάμεων σε αυτή την έρημη χώρα ήταν συνδεδεμένη με πάρα πολλές δυσκολίες. Δρόμοι και γέφυρες δεν υπήρχαν και είμασταν συχνά αναγκασμένοι να περνούμε 18 και 20 χειμάρρους που μεγάλωναν γρήγορα εξ αιτίας του χιονιού που έλιωνε» έγραφε ο Φρίντριχ φον Μπότμερ νωρίς το 1834 στον πατέρα του. Ο Μπότμερ επισημαίνει τους λόγους για τους οποίους τις περισσότερες φορές αυτού του είδους οι επιχειρήσεις απέβαιναν άκαρπες: «Τα λίγα που μπορούσε κανείς να μάθει στο Ναύπλιο για την ενδοχώρα τον οδηγούσαν σε λανθασμένα συμπεράσματα. Η άγνοια της γλώσσας δεν διευκόλυνε την ανταλλαγή πληροφοριών και όσες πληροφορίες συγκεντρώναμε ήταν στο ελάχιστο αξιόπιστες. Δρόμοι στο εσωτερικό της χώρας δεν υπήρχαν όπως στην Ευρώπη με αποτέλεσμα οι ελαφριά οπλισμένοι ορεσίβιοι να υπερέχουν σαφώς των ακατάλληλα ντυμμένων δικών μας στρατιωτών».[6]. Η θνησιμότητα μεταξύ των στρατιωτών ήταν τεράστια. «Συχνά είχαμε και δύο νεκρούς την ημέρα», γράφει ο Μπάπτιστ Στέφαν στον αδελφό του «δεν έχουμε νοσοκομείο για τους αρρώστους μας αλλά δεν έχουμε και τα μέσα να βελτιώσουμε την κατάσταση. ...Το κύρος μας μειώνεται μέρα με την μέρα μεταξύ των Ελλήνων που δεν μας υποστηρίζουν και μας θεωρούν περιττούς επισκέπτες. Οι Ελληνες που μας θεωρούσαν θεούς πριν από τρία χρόνια και περίμεναν από μας την λύτρωση από την αθλιότητά τους, μας αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση και δεν χάνουν ευκαιρία να μας το δείχνουν».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Πολεμικό αρχείο HS 777, 778, Γιόχαν Γιάκομπ Κάιζερ. Αυτοβιογραφία με τη μορφή ημερολογίου.
Πολεμικό αρχείο HS 768: Μπάπτιστ Στέφαν. Αφηγήσεις για όσα έζησε στην Ελλάδα 1833 -1837 σε γράμματα προς τον αδελφό του Γιόζεφ στο Αονγκσμπονργκ.
Φραντς Βίλχελμ φον Ντίτφουρτ, «Ιστορικά άσματα τον βαυαρικού στρατού 1620 -1870», Λειψία 1871.
Πολεμικό αρχείο HS 764. Φρίντριχ κόμης φον Μπότμερ «Αναμνήσεις της ελληνικής εκστρατείας».
Πολεμικό αρχείο Μονάχον HS 774. Ημερολόγιο των Αντον Πάπους, Φράιχερ φον Τράτσμπεργκ κατά την διάρκεια της εκστρατείας στην Ελλάδα 1832.
Στέφαν οπ. 2.
ΚΑΡΛ ΝΤΙΚΟΠΦ ΡΑΙΜΟΥΝΤ ΒΙΝΣΕ
Η ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΟΙ ΒΑΥΑΡΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ ΕΚΔ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 1993
ΕΠΕΙΤΑ από χρονοβόρες και δύσκολες διαβουλεύσεις ο βασιλιάς Λουδοβίκος ονόμασε την 1η Οκτωβρίου 1832 τους εκπροσώπους της μοναρχίας στην Ελλάδα καθορίζοντας ταυτόχρονα και τις αποδοχές τους: τον σύμβουλο του κράτους και πρώην υπουργό Joseph von Armansperg τον κρατικό σύμβουλο και σύμβουλο του Ράιχ καθηγητή του γαλλικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου Georg Ludwig von Maurer και τον στρατηγό Karl Wilhelm von Heideck.

Joseph von Armansperg
Karl Wilhelm von Heideck
Ως αναπληρωματικό «για την περίπτωση που ένα από τα μέλη της αντιβασιλείας θα αποχωρούσε» καθόρισε ο βασιλιάς τον μυστικό σύμβουλο ιππότη Karl von Abel.
Karl von Abel
Ο κόμητας Armansperg ορίστηκε ταυτόχρονα σε πρόεδρο της επιτροπής του θρόνου. Η υπόδειξη των τριών αυτών ανδρών προκάλεσε εντύπωση και πέρα από το Μόναχο. Ο Heideck και ο Maurer είχαν την εύνοια του βασιλιά κατά τη στιγμή της υπόδειξής τους. Ο Heideck ήταν ήδη από την εποχή του Καποδίστρια στρατιωτικός σύμβουλος με εντολή του βασιλιά.
ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΗ
Ο Maurer συνέβαλε αποφασιστικά ως καθηγητής του γαλλικού Δικαίου στο Μόναχο στην προσάρτηση του Παλατινάτου στο κρατικό μόρφωμα της Βαυαρίας, αλλά για τον Armansperg και τον Abel οι φήμες επέμεναν ότι εξορίστηκαν από το Μόναχο με την υπόδειξή τους. Ο Armansperg προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του βασιλιά εξ αιτίας της φιλελεύθερης στάσης του και ακόμα περισσότερο εξ αιτίας της αυτάρεσκης πολυτέλειας με την οποία συνόδευε τις εμφανίσεις του. Ο Abel στενότερος συνεργάτης του Armansperg προκάλεσε εξ αιτίας της στάσης του στην τοπική Βουλή τη δυσαρέσκεια του βασιλιά και επρόκειτο να τοποθετηθεί γραμματέας στην αποστολή της Βιέννης. Η παράλειψη του συμβούλου της Αυλής και φιλέλληνα Friedrich Wilhelm von Thiersch που πολλοί είχαν θεωρήσει ως προσβολή του διάσημου συνηγόρου της ελληνικής υπόθεσης οφειλόταν στην αντιπάθεια του Λουδοβίκου για τους «πολιτικούς καθηγητές» παράλληλα με μια απόπειρα διάσωσης των προσχημάτων έναντι της Αυστρίας και της Ρωσίας. Ο Thiersch είχε ασκήσει πολιτική χωρίς να είναι εξουσιοδοτημένος από τον βασιλιά σε ένα πρόσφατο ταξίδι του στην Ελλάδα. Τάχθηκε υπέρ ενός συντάγματος στην Ελλάδα. Ιδιαίτερη σημασία είχε η 5η παράγραφος των οδηγιών που είχαν συνταχθεί στο Μπαντ Μπρικενάου και αφορούσαν τον τρόπο άσκησης της αντιβασιλείας στην Ελλάδα. Σύμφωνα με αυτή όλες οι αποφάσεις έπρεπε να υπογράφονται από όλα τα μέλη της επιτροπής του θρόνου αν και μπορούσαν να λαμβάνονται κατά πλεοψηφία. Ο κόμητας Armansperg προεδρεύει των συνεδριάσεων, διατηρεί τη σχέση με τους απεσταλμένους ξένων κρατών και τις πρεσβείες υπό την προϋπόθεση της συλλογικότητας στη λήψη των αποφάσεων. Ένα τυπικό δείγμα λουδοβίκειας πολιτικής έναντι των συνεργατών του κατά το «διαιρεί και βασίλευε». Πολύ σύντομα, μετά την άφιξη των μελών της επιτροπής του θρόνου, αναδείχθηκε το σπίτι του Armansperg στο «κέντρο της δραστηριότητας» του «αγγλικού κόμματος» ενώ την κυβέρνηση βάραινε όλο και περισσότερο η υποψία ότι ήταν στην πλειοψηφία της ρωσόφιλη. Έτσι η επιτροπή του θρόνου εγκατέλειπε όλο και περισσότερο το έδαφος της ουδετερότητας και έμπαινε στα χωρικά ύδατα των κομματικών συμφερόντων και αναμετρήσεων.
Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
Χρειάστηκε η λεγάμενη συνωμοσία του Κολοκοτρώνη για να μετατρέψει τις ρωγμές μέσα στην κυβέρνηση σε ένα αγεφύρωτο χάσμα. Οι επικεφαλής των παλικαριών που είχαν ως ηγέτη τους τον «γέρο του Μόριά», Θεόδωρο Κολοκοτρώνη - έτσι ήθελαν οι φήμες στο Ναύπλιο το φθινόπωρο του 1833 - σχεδίαζαν τον παραμερισμό της επιτροπής του θρόνου και την ανάδειξη του Όθωνα απ' ευθείας στο θρόνο. Η πλειοψηφία της επιτροπής αποφάσισε τη σύλληψη των ηγετών των παλικαριών. Όταν ο μεταφραστής της επιτροπής Δρ. Φραντς έστειλε δύο επιστολές στο Μόναχο προς τον βασιλιά με την παράκληση να ανακληθούν τα μέλη της αντιβασιλείας και να ανατεθούν τα καθήκοντά της στον κόμητα αποκλειστικά, παράλληλα με μια αντίστοιχη επιστολή του Βρετανού Ντόουκινς αποφάσισε η πλειοψηφία να προχωρήσει σε ένα «χτύπημα απελευθέρωσης». Ο Φραντς συνελήφθη και τα έγγραφά του κατασχέθηκαν. Δεν προσήχθη σε δικαστήριο αλλά εστάλη πίσω στο Μόναχο. Η πλειοψηφία της επιτροπής διαμαρτυρήθηκε έντονα προς το Λονδίνο για τις ενέργειες του Ντόουκινς και ζήτησε την ανάκλησή του. Ο λόρδος Henry John Temple, 3rd Viscount Palmerston χρησιμοποίησε στην απαντητική του νότα σκληρές εκφράσεις κατά της πλειοψηφίας της επιτροπής επισημαίνοντας ότι για την Αυτού Εξοχότητα η επιτροπή δεν αποτελούσε τίποτα άλλο από έναν «αντιβασιλικό κλάδο» της Ρωσίας. Η απάντηση αυτή προκάλεσε επιστολές των δύο πλευρών προς τον βασιλιά στο Μόναχο που δεν άργησε να αποφασίσει. Προς μεγάλη κατάπληξη αποφάσισε κατά του Maurer και του Abel, ενώ ο Heideck διεσώθη. Έτσι κατ’ ουσίαν ο Armansperg ανέλαβε μόνος τα καθήκοντα του επιτρόπου του θρόνου, καθήκοντα που «τράβηξαν» σε χρόνο και πέραν της ενηλικιώσεως του Όθωνος, ως τον Φεβρουάριο του 1837. Ο Armansperg αξιοποίησε την προεργασία των αντιπάλων του. Το πλαίσιο της ανάπτυξης της Ελλάδας είχε τεθεί από την ανακληθείσα πλειοψηφία της επιτροπής. Η εκπαραθύρωσή τους δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας ενστικτώδους ενέργειας του μονάρχη αλλά πολύ περισσότερο το αποτέλεσμα της μαζικής πολιτικής πίεσης «δύο υπερδυνάμεων»: της Αγγλίας και του διεθνούς κεφαλαίου που στήριζε το ελληνικό δάνειο υπό τη μορφή των πιστωτικών ιδρυμάτων Rothschild και Eichthal. Με ακρίβεια περιέγραψε ο Λουδοβίκος στο γιό του τους συσχετισμούς: «Το καλό της Ελλάδας με οδήγησε στην απόφαση αυτή που χειροκροτήθηκε όχι μόνο από τους περισσότερες Έλληνες αλλά και από τις δυνάμεις και τα πιστωτικά ιδρύματα (είναι και αυτά μία δύναμη). Η εκδίωξη του κόμητα Armansperg θα κατέστρεφε το δάνειο».
RAIMOUND VINCE
Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΥΑΡΟΙ
ΟΙ ΒΑΥΑΡΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ ΕΚΔ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 1993
«Ότι μου επιτρέπετε Έλληνες με σας να ζω, αυτό θεωρώ προνόμιο και όχι τη διαδοχή στο θρόνο!». [Λουδοβίκος ο Α']
Η φλύαρη αγάπη για την αρχαία Ελλάδα - ένα από τα λίγα «σταθερά» πάθη του κατά τ’ άλλα εύκολα ερωτευμένου Λουδοβίκου - δεν προκλήθηκε από ανάλογη ανατροφή: Ο νεαρός πρίγκιπας είχε ελάχιστες γνώσεις των κλασικών γλωσσών, σπούδασε δύο εξάμηνα νεώτερη Ιστορία και αυτό όχι με μεγάλη διάθεση.
Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΙΟΥ ΔΙΟΣ. ΑΚΟΥΑΡΕΛΑ ΤΟΥ ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΚΕΛΝΜΠΕΡΓΚΕΡ. ΑΘΗΝΑ, 1838.
Ακόμα και σημαντικά έργα τέχνης στο Μόναχο δεν ήταν δυνατόν να του προκάλεσαν το ερέθισμα: Ήδη το 1802 έπρεπε να κλείσει η περίφημη αίθουσα των αρχαίων αντιγράφων, καθώς «τα κλασικά έργα της ελληνικής τέχνης κακοποιήθηκαν και λερώθηκαν από τις κότες του ιδρύματος και σε τελευταία ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν για το άπλωμα των ρούχων» (1). Και τα πρωτότυπα αρχαία στο Antiquariun της βασιλικής διαμονής ήταν σε θέση να κάνουν μόνο μικρή εντύπωση στον επισκέπτη, αφού το σύνολο του χώρου που τα φιλοξενούσε, ήταν εγκαταλειμμένο όπως παραπονιόταν ο Γκαίτε. Ούτε το πατρικό πρότυπο μπορούμε να πούμε ότι έπαιξε κάποιο ρόλο για τον Λουδοβίκο. Ο πατέρας του Μαξιμιλιανός αντιμετώπιζε εντελώς αδιάφορα την αρχαιότητα και στη διάρκεια ολόκληρης της ζωής του δεν ήταν σε θέση ν’ αντιληφθεί τι άρεσε στον τρελό γιο του απ’ αυτές «τις σπασμένες, βρώμικες κούκλες» (2), όπως του άρεσε να χαρακτηρίζει τα αρχαία.
Ο JOHANN JOACHIM WINCKELMANN, «ΠΑΤΕΡΑΣ» ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ. ΘΕΣΦΑΤΟ ΤΟΥ: «Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΟΣΥΝΗ ΕΙΝΑΙ Η ΜΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ»
α) Ο ενθουσιασμός του Λουδοβίκου για τα αρχαία και για την τέχνη γενικά αφυπνίσθηκε σ’ ένα ταξίδι που έκανε στην Ιταλία το χειμώνα του 1804/1805. Γενιές αργότερα χαρακτηρίστηκαν τα έργα αυτής της εποχής ως «κλασικιστικά» (Klassizistisch), ένας όρος άγνωστος στο Λουδοβίκο και την εποχή του. Λόγος γινόταν για το «αληθινό», το «σωστό» στυλ. Ο Βίνκελμαν το διατύπωσε με τα λόγια: «Ο μόνος δρόμος για μας, προκειμένου να γίνουμε μεγάλοι, αμίμητοι, είναι η μίμηση της αρχαιότητας» (3). Η φράση που ηχεί παράξενα, χρειάζεται κάποιες εξηγήσεις: Ο Βίνκελμαν δεν εννοούσε με τη φράση «μίμηση» μια αντιγραφή ως προς τη μορφή, διότι αυτό οδηγούσε - κατά τον Βίνκελμαν - ήδη από την εποχή της αρχαιότητας σε μια παρακμή της τέχνης. Το να μιμείσαι σημαίνει, στην ακμή της ελληνικής τέχνης να αναγνωρίζεις το «ύψιστο» και να αφομοιώνεις και μετασχηματίζεις τα κριτήρια της τέχνης και του πολιτισμού των «άλλων». Τέτοια «ύψιστη» μορφή του πολιτισμού ήταν δυνατόν κατά τον Βίνκελμαν να υπάρξει μόνο σε συνθήκες πολιτικής ελευθερίας, δηλαδή σε μια δημοκρατία.
«Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ». ΟΙ ΜΑΧΕΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ, ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1821-1830, ΣΧΕΔΟΝ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΦΟΝΤΟ ΑΡΧΑΙΑ ΕΡΕΙΠΙΑ.
Στην περίφημη «Ιστορία της Τέχνης της αρχαιότητας» (1764) γράφει σχετικά: «Στην Αθήνα ωστόσο, όπου μετά την εκδίωξη των τυράννων καθιερώθηκε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, στο οποίο συμμετείχε ολόκληρος ο λαός, ανυψώθηκε το πνεύμα του κάθε πολίτη και της ίδιας της πόλης πάνω απ’ όλους τους Έλληνες... Μαζί με τις επιστήμες εδώ (σ.σ. στη δημοκρατική Αθήνα) εγκαταστάθηκαν οι Τέχνες - εδώ είχαν τη σημαντικότερη έδρα τους και από εδώ εξαπλώθηκαν σε άλλες χώρες» (4). Μαζί με την ελευθερία ήταν και η γεωγραφική θέση της χώρας, δηλαδή το κλίμα και η απ’ αυτό εξαρτημένη διατροφή των κατοίκων, ένας αποφασιστικός παράγοντας για τη διαμόρφωση μιας ανώτατης μορφής πολιτισμού. Το ζεστό κλίμα - έλεγε - αναπτερώνει τα πνεύματα και κάνει και τους ανθρώπους ωραιότερους.
Δημοκρατία
Η ιδέα του ότι ανώτατης μορφής πολιτισμός μπορεί να αναπτυχθεί μόνο σε συνθήκες πολιτικής ελευθερίας, σε μια Δημοκρατία, θα πρέπει να λειτούργησε προκλητικά σε μια Ευρώπη πριν από τη Γαλλική επανάσταση (ο ιδρυτής της αρχαιολογικής επιστήμης Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν έζησε από το 1717 ως το 1768). Είναι σήμερα δύσκολο να κρίνουμε πόσοι άνθρωποι είχαν διαβάσει τα γραφτά του - ποιος όμως διάβασε τα έργα του Κ. Μαρξ ή του Ζ. Φρόιντ; - το αποφασιστικό είναι ωστόσο η επίδρασή τους! Όχι μόνο τους ερευνητές της αρχαιότητας αλλά ολόκληρη τη μορφωμένη Ευρώπη είχε συνεπάρει η ιδέα του Βίνκελμαν. Η επιρροή του σε καλλιτέχνες και ποιητές όπως στον Γκαίτε, τον Σίλερ, τον Μπάιρον ήταν αδιαμφισβήτητη.
Κοινωνία των «Ντιλετάντηδων»
Το όραμα ενός ξεσηκωμού της Ελλάδας, της χώρας της ελευθερίας και της ομορφιάς, συνέπαιρνε το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ολοένα και ευρύτερους κύκλους της Ευρώπης, πριν απ’ όλα στην Αγγλία. Στη διάδοση αυτών των ιδεών συνέβαλε μια, με τα σημερινά δεδομένα, κάπως περίεργη ένωση προσώπων, η «κοινωνία των ντιλετάντηδων» (Society of Dilettanti). Εκεί συναντιόταν στην αρχή η εύπορη και διψασμένη για ταξίδια αριστοκρατία, που ήθελε να κάνει εντύπωση με την αντισυμβατική της συμπεριφορά. Ο Άγγλος ποιητής Οράτιος Βόλπολ τους ειρωνευόταν: «Η ρητή προϋπόθεση για να γίνεις μέλος, είναι να έχεις ταξιδέψει στην Ιταλία και η προϋπόθεση στην πραγματικότητα να είσαι μεθυσμένος» (5). Ο Όθωνας στην Ακρόπολη. Πίσω του ένας Έλληνας αξιωματικός του σώματος των Ουλάνων και ένας άλλος αξιωματικός με εθνική ενδυμασία. Έγχρωμη λιθογραφία του Γκουστάβ Κρύους. Αυτό μπορεί να ήταν αλήθεια, υπήρχαν όμως και οι εξαιρέσεις. Ο λόρδος Σάντουιτς, ο «εφευρέτης» του γεμιστού ψωμιού που φέρει την ονομασία του, ταξίδεψε για πρώτη φορά το 1738-1739 στο Αιγαίο· και άλλοι λόρδοι και φορείς τίτλων ευγένειας, μέλη αυτής της «κοινωνίας» αποτολμούσαν τολμηρά ταξίδια. Η αναστήλωση των Προπυλαίων. Έργο με μολύβι του Δανού δημιουργού Μαρτίνους Ρόρμπι. Η αναστήλωση ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Λεό Φον Κλέντζε και συνεχίστηκε από τον Λούντβιχ Ρος. Χάρη στις αναστηλώσεις αυτές αποκαλύφθηκε σ’ όλο του το μεγαλείο ο ναός της «Απτέρου Νίκης». Τις περισσότερες φορές ωθούνταν από τη διάθεση για περιπέτεια και την πίεση για τη φήμη, που συνεισέφερε ένα τέτοιο εξωτικό ταξίδι στο μέλος αυτής της κοινωνίας. Σταδιακά γινόταν της μόδας το να φλυαρείς για την ελληνική τέχνη. Και έτσι αυτή η ένωση εκκεντρικών αριστοκρατών δέχθηκε βαθμιαία στους κόλπους της και αστούς αρχιτέκτονες, φιλολόγους που είχαν κάποιες γνώσεις ελληνικού πολιτισμού. Το 1751 έστειλε η «Κοινωνία» δύο αρχιτέκτονες, τους Τζέιμς Στούαρτ και Νίκολας Ρέβετ, στην Αθήνα με την εντολή να κάνουν συστηματικές μετρήσεις των ελληνικών μνημείων. Οι εργασίες της «Κοινωνίας των ντιλετάντηδων» υπήρξαν ένα σημείο καμπής στην έρευνα της αρχαίας Ελλάδος. Όταν το 1759 εκδόθηκε ο πρώτος τόμος των «Αρχαιοτήτων της Αθήνας» των Στούαρτ-Ρέβετ, τον εξετίμησαν πολύ περισσότερο από κάθε προηγούμενη έκδοση. Ήταν το «στάνταρντ» έργο για τους «κλασικιστές» αρχιτέκτονες που επιθυμούσαν στο πνεύμα του Βίνκελμαν να μιμηθούν την ελληνική αρχιτεκτονική τέχνη. Η σημασία τους βρίσκεται και σε έναν άλλο τομέα. Υπήρξαν οι ιδρυτές του αγγλικού φιλελληνισμού. Στα γραπτά τους αποτυπώνεται πλάι στον αναμενόμενο θαυμασμό για την αρχαία Ελλάδα και η αγάπη τους για τους «σύγχρονους» Έλληνες. Εξαίρουν τους Αθηναίους ως ταλαντούχους, θαρραλέους και με αίσθηση του χιούμορ: «Δεν είναι του είδους τους οι τεχνίτες-ρήτορες και οι πολυάσχολοι πολιτικοί... και είναι άξιο παρατήρησης ότι το καφενείο όπου συχνάζουν αυτού του είδους οι φυσιογνωμίες, βρίσκεται στο κέντρο της αρχαίας Ποικίλλης (στοάς) (6). Σε αυτά τα λόγια συνδέουν συνειδητά την ανάμνηση της αρχαίας Αθηναϊκής δημοκρατίας με τις ικανότητες των σημερινών Ελλήνων, που δεν είναι σε θέση να αναπτύξουν εξ αιτίας της τουρκικής καταπίεσης.
Αρχαία από την Ελλάδα στην Αθήνα του Ιζάρ (Μόναχο)
Πριν ακόμη αποπλεύσει η «Υδρα» με τις τελευταίες συσκευασίες των γλυπτών του Παρθενώνα από το λιμάνι του Πειραιά, ανέβηκε μια μικρή ομάδα αρχιτεκτόνων και ζωγράφων στο σκάφος για να κατευοδώσουν τον Μπάιρον. Σε αυτούς ανήκαν ο Άγγλος Τσαρλς Ρόμπερτ Κόκερελ και ο Καρλ Χάλερ φον Χαλερστάιν από τη χώρα των Φράγκων της Βαυαρίας. Ο Χάλερ και ο Κόκερελ ήταν φιλέλληνες και ανήκαν σε μια νέα γενιά ερευνητών. Η επιστημονική ανακάλυψη βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τους. Τα ευρήματα αγοράζονταν από τις τοπικές αρχές και στη συνέχεια μεταφέρονταν αλλού για να προστατευθούν από την «άγνοια των μουσουλμάνων». Ο Χάλερ στιγμάτιζε την κακή κατάσταση των αρχαίων μνημείων «τα οποία έφεραν την σφραγίδα της ανθρώπινης βαρβαρότητας παρά του χρόνου». Η ύψιστη αρχή του ήταν «να μην αποσπάται οτιδήποτε, να μην καταστρέφεται οτιδήποτε». Όταν ο Λουδοβίκος έμαθε ότι ο Ελγίνος είχε «απαγάγει» μια καρυάτιδα από το Ερέχθειο ευχήθηκε να αποσπάσει ο Χάλερ για τον ίδιο μία ή δύο. Ο Χάλερ του έγραψε ότι «δεν θα πρέπει να ακουμπήσει αυτά τα έργα τέχνης, να ακολουθήσει το παράδειγμα του Ελγίνου». Από την Ακρόπολη δεν θα έπρεπε να απομακρυνθεί οτιδήποτε· αρκετή ζημιά είχαν προκαλέσει «τα βάρβαρα χέρια ενός Ελγίνου που είχαν κλέψει τα υπόλοιπα υπέροχα έργα τέχνης». Ο Λουδοβίκος διόρθωσε εαυτόν, αργότερα μάλιστα έδωσε εντολή στον Χάλερ να μην απομακρύνει στις ανασκαφές του τμήματα από αετώματα, μετόπες ή... κλειστά σύνολα. Το 1817 πέθανε ο φον Χαλερστάιν στα Αμπελάκια του Ολύμπου. Με το θάνατό του κλείνει για τον Λουδοβίκο το κεφάλαιο «Ανασκαφές στην Ελλάδα» αλλά όχι και το κεφάλαιο «Αρχαία από την Ελλάδα».
Διαγωνισμός
Το 1814 ο Λουδοβίκος έδωσε εντολή ως πρίγκιπας - διάδοχος να προκηρυχθεί διαγωνισμός για ένα κατάλληλο κτίριο το οποίο θα στέγαζε την πρόσφατα αποκτηθείσα συλλογή των αρχαίων γλυπτών. Όρος για τους αρχιτέκτονες ήταν να σχεδιάσουν ένα κτίριο «στο πιο γνήσιο αρχαίο στυλ». Ο Λέο φον Κλέντζε ξεχώρισε με μεγάλη διαφορά. Ήταν, όπως είπε ο Λουδοβίκος, έμφορος της συνείδησης του μηνύματος και διατύπωνε ένα αρχιτεκτονικό «πιστεύω» που ενθουσίαζε τον Λουδοβίκο: «Υπήρχε και υπάρχει μόνο μία αρχιτεκτονική τέχνη και θα υπάρχει μία αρχιτεκτονική τέχνη, εκείνη που αποκορυφώθηκε στην ελληνική ιστορική και πνευματική εποχή. «Ο Κλέντζε δεν ήθελε να είναι ένας απλός αντιγραφέας της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Σε ένα γράμμα του προς τον Λουδοβίκο γράφει: «Έτσι όπως ο Παλλάντιο έγινε μεγάλος και αθάνατος με την γεμάτη αίσθηση μεταφορά της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής στην εποχή του, έτσι θα ήθελα εγώ να το επιχειρήσω με τα έργα των Ελλήνων, αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος, να γίνει κανείς κάτι περισσότερο από κοινός αντιγραφέας» (7). Οι απαιτήσεις αυτού του προγράμματος ήταν υψηλές. Μια νέα περικλεϊκή ακμή της τέχνης είχε σχεδιαστεί. Οι χαρακτηρισμοί, «Λουδοβίκος - ο νέος Περικλής», «Κλέντζε - ο νέος Κλεισθένης» και «Μόναχο - η Αθήνα στον Ιζαρ» ήταν τότε του συρμού. Το 1862 είχαν περάσει 46 χρόνια από την τοποθέτηση του θεμέλιου λίθου της γλυπτοθήκης. Τα εγκαίνιά της είχαν γίνει το 1830. Η κατασκευή της Αθήνας στον Ιζαρ προχωρούσε αργά. Ήδη ως πρίγκιπας διάδοχος ο Λουδοβίκος είχε πέσει με τα ποίκιλλα καλλιτεχνικά του εγχειρήματα εντελώς έξω και είχε κατά συνέπεια βυθιστεί στα χρέη. Από το 1816 ως το 1826 έπρεπε να πληρώσει για το χτίσιμο της γλυπτοθήκης 900.000 φιορίνια. Για να συγκεντρώσει αυτό το ποσό ανάγκαζε το κρατικό ταμείο να δανείζεται από τον τραπεζίτη Ζέλινγκμαν το οποίο και «βογγούσε» υπό το βάρος των τόκων. Ο νέος «Περικλής της Βαυαρίας» έπρεπε σύντομα ν’ αντιληφθεί ότι η υποστήριξη για τα σχέδιά του ολοένα και περιοριζόταν. Ο Κλέντζε επιθυμούσε να ανασκάψει την Ολυμπία όπου ήλπιζε ότι θα εύρισκε ολόκληρα γλυπτά και σ’ αυτό του το όραμα είχε έναν ανέλπιστο σύμμαχο, τον καθηγητή κλασικών γλωσσών στο πανεπιστήμιο του Μονάχου Φρίντριχ Θιρς. Ο Θιρς ήθελε να ταξιδέψει ο ίδιος στην Ολυμπία. Ο φιλόλογος των κλασικών γλωσσών και ιδρυτής του Γυμνασίου κλασικών σπουδών στη Βαυαρία ήταν ένας φλογερός φιλέλληνας. Από το 1812 ησχολείτο με την εκπαίδευση νεαρών Ελλήνων και δημιούργησε για το λόγο αυτό ένα «Athenaum» στο σπίτι του. Αμέσως μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης τον Ιούλιο του 1821 ο Θιρς τύπωσε στις εφημερίδες της Βαυαρίας και της Βιτεμβέργης μια έκκληση για τον σχηματισμό μιας γερμανικής λεγεώνας για την Ελλάδα. Η έκκληση εκνεύρισε τον Μέτερνιχ ο οποίος και προκάλεσε την επίδοση notam της Πρωσσίας στη Βαυαρία και τη Βιτεμβέργη. Σ’ αυτήν αναφερόταν μεταξύ των άλλων: «Μεταξύ των αποστόλων της ελευθερίας ουδείς, εξ όσων μας είναι γνωστά, δεν είχε τέτοιο θράσος και δεν επέδειξε τέτοια ωμή περιφρόνηση των υποχρεώσεων του και των επικρατουσών συνθηκών όσο ο καθηγητής Θιρς στο Μόναχο, ο οποίος αντιμετωπίζοντας με θυμηδία τους νομικούς φραγμούς είχε τέτοια εμπαθή επιρροή στα φύλλα της χώρας του και δεν ντράπηκε να καταχραστεί την έλλειψη δισταγμών που κυριαρχεί στις συντάξεις και τη λογοκρισία των επισήμων εφημερίδων της Βιτεμβέργης προκειμένου να απευθύνει έκκληση στη γερμανική νεολαία να σχηματίσει ένα ένοπλο τμήμα για το οποίο δεν δίστασε να συστήσει ως τόπο συγκέντρωσης τον τόπο διαμονής του κυρίαρχου του». Ο Θιρς ήταν σε θέση να αισθάνεται ασφαλής στο Μόναχο παρά την ωμή απαίτηση της Αυστρίας και της Πρωσσίας να «τεθεί τέλος στο επαναστατικό παιγνίδι του καθηγητή Θιρς και των συν αυτώ», διότι οι «συν αυτώ» δεν ήταν άλλοι από τον πρίγκιπα διάδοχο Λουδοβίκο και τον διευθυντή των αυλικών κτισμάτων Λέο φον Κλέντζε.
«Γερμανία - Λεωνίδας»
Η τυπωμένη έκκληση του Θιρς είχε κιόλας διαδοθεί όταν ο Κλέντζε σχεδίαζε ένα «διαβατήριο» που εξασφάλιζε ελευθερία μετάβασης από τα ευρωπαϊκά λιμάνια στον τόπο συγκέντρωσης της λεγεώνας, το Βόλο. Το πρωτότυπο του διαβατηρίου το έστειλε στον Λουδοβίκο, δεν ξέχασε ωστόσο να προσθέσει, ότι τα πάντα αφορούσαν «ιδιωτική υπόθεση», και ότι δεν θα έπρεπε να τεθεί υπ’ όψιν άλλου ή να δοθεί ευρύτερα. Έφερε τον τίτλο: «Γερμανία και Λεωνίδας». Πάνω από το συνδετικό «και» υψωνόταν το κοινό των χριστιανών σύμβολο. Φιλέλληνες, λοιπόν, ήταν πριν απ’ όλους εκείνοι, που στα χρόνια πριν από την έκρηξη του ξεσηκωμού ήθελαν να σώσουν την ελληνική τέχνη και μετά το 1821 τους Έλληνες. Όπως για όλους τους ονειροπαρμένους και τους οραματιστές η αντιπαράθεση με την πραγματικότητα τους ήταν ξένη: Αν θεωρούσε ο Λουδοβίκος αρχικά ότι ήταν σε θέση να δημιουργήσει μια Αθήνα στον Ιζαρ, στην οποία θα έβρισκαν καταφύγιο και τα υπολείμματα της αρχαίας Αθήνας, εξίσωσε στη συνέχεια στην ιδεαλιστική αντιμετώπιση της Αθήνας τον απελευθερωτικό αγώνα με τους περσικούς πολέμους της κλασικής αρχαιότητας και τον Μπότσαρη με τον Λεωνίδα.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ: ΤΖΑΜΙ ΤΖΙΣΔΑΡΑΚΗ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΔΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΝΑΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ. ΕΡΓΟ ΤΟΥ J. Ν. HENRI DE CHACATON, 1839
Αλλά και για τους Έλληνες η ταύτιση του έθνους των ονείρων τους με τα αρχαία μνημεία γινόταν όλο και πιο έντονη υπό το κράτος της εντύπωσης της λεηλασίας της Ακρόπολης από τον Ελγίνο και των σοβαρών καταστροφών των αρχαίων οικοδομημάτων κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα. Σ’ αυτό αποκλειστικά το σημείο, με τέτοια πλήρη ταύτιση μόνο σ’ αυτό το σημείο, επικάλυπταν οι αντιλήψεις του φιλέλληνα Λουδοβίκου, του οποίου ο γιος έγινε ο πρώτος μονάρχης της Ελλάδας, τις υψηλές προσδοκίες των Ελλήνων για μέτρα και επιτυχίες της βαυαρικής κυριαρχίας. Ο Λουδοβίκος έστειλε τον Κλέντζε το 1834 στην Ελλάδα προκειμένου να ασχοληθεί με τα αρχαία. Ήταν κάτι που μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει ο Κλέντζε: επέβαλε μια αυστηρή προστασία των μνημείων και έδωσε εντολή να φυλάσσονται. Ο πανηγυρικός του στον Παρθενώνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 1834 αποτυπώνει την περηφάνεια ενός φιλέλληνα, του οποίου το όνειρο έγινε πραγματικότητα καθώς και τη συνείδηση του μεγαλείου της στιγμής και των νέων καθηκόντων: «Μεγαλειότατε, βρίσκεσθε σήμερα μετά από πολλές δεκαετίες της βαρβαρότητας σ’ αυτό το ψηλό κάστρο καθ' οδόν προς τον πολιτισμό και τη δόξα, στην οδό του Θεμιστοκλή, του Αριστείδη, του Κίμωνα και του Περικλή και αυτό μπορεί και πρέπει να γίνει στα μάτια του κόσμου ένα σύμβολο της ευλογημένης περιόδου διακυβέρνησης της μεγαλειότητός σας και των όσων αποφασίσετε για το βραχώδες αυτό κάστρο. Τα ίχνη μιας περιόδου βαρβαρότητας, στάχτης και άμορφων ερειπίων, θα εξαφανισθούν όπως παντού στην Ελλάδα και εδώ και τα υπολείμματα της ενδόξου εποχής θα διαμορφωθούν στις ασφαλέστερες βάσεις ενός δοξασμένου παρόντος και μέλλοντος»(9).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1) Ρ. Βίνσε. Για το πρόγραμμα και το ιστορικό της αγοράς της γλυπτοθήκης του Λουδοβίκου του 1ου: Χωρίς εξουσιοδότηση - στην «Ιστορία του εμπορίου της Τέχνης», Μόναχο I. (1989) σελ. 105.
2) Λέο φον Κλέντζε «Μεμοραμπίλια», I. 97. (Χειρόγραφο, θα εκδοθεί σύντομα).
3) Γ. Γ. Βίνκελμαν, για τη μίμηση των ελληνικών έργων στη ζωγραφική και τη γλυπτική. 2η διευρυμένη έκδοση, Δρέσδη 1756. (Μελέτες της γερμανικής ιστορίας της τέχνης, τ. 330) Μπάντεν-Μπάντεν 1962, σελ. 3.
4) Γ. Γ. Βίνκελμαν, Άπαντα, εκδ. τον Γ. Είζελέιν (Ντοναονσίνγκεν 825) τ. 3, σ. 124.
5) Λ. Καστ «Ιστορία της κοινωνίας των ντιλεντάντηδων» (1914) σελ. 265.
6) Ρ. Τζένκις «Οι Βικτωριανοί και η αρχαία Ελλάδα» (1980) σελ. 3.
7) Μόναχο, αρχείο απορρήτων (3η Διεύθυνση βαυαρικού κρατικού αρχείου) ΙΑ, 36, I, Κλέντζε στον Λουδοβίκο γράμμα 45 της 27ης Σεπτ. 1817.
8) Β. Ζόιιντλ, «Βαυαροί στην Ελλάδα» (1981) σελ. 324.
9) Φ.Β. Χάιμντορφ, κατάλογος έκθεσης: «Ενα ελληνικό όνειρο» σελ. 183.
Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ ΓΙΟΧΑΝ ΒΙΝΚΕΛΜΑΝ
Ο Γερμανός ιστορικός της τέχνης και αρχαιολόγος Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου του 1717. Ήταν γιος υποδηματοποιού. Σπούδασε αρχικά θεολογία και εργάστηκε ως παιδαγωγός και βιβλιοθηκάριος του κόμητος φον Μπινάου του Ντένενιτς, ο οποίος είχε μια από τις πλουσιότερες βιβλιοθήκες στη Γερμανία. Μετά μελέτες και επισκέψεις στην Πινακοθήκη της Δρέσδης, συνέλεξε το υλικό του πρώτου έργου «Σκέψεις περί της μιμήσεως ξένων έργων στη ζωγραφική και γλυπτική», το οποίο εξέδωσε το 1755. Διέμεινε στην Ιταλία 13 χρόνια και επισκέφθηκε τη Ρώμη, τη Φλωρεντία, τη Νεάπολη, τις βιβλιοθήκες, τις πινακοθήκες καθώς και τα νεώτερα μνημεία τέχνης.

Τα κείμενά του για την τέχνη και την αρχαιολογία, στα οποία επιχειρεί να ταξινομήσει και να ερμηνεύσει την τέχνη της Αρχαιότητας, συνέβαλαν αποφασιστικά στη γέννηση και την ανάπτυξη τον νεοκλασικισμού. Στο βασικό τον έργο με τίτλο «Ιστορία της τέχνης της Αρχαιότητας» (1764), ο Βίνκελμαν ερμηνεύει την αρχαία ελληνική τέχνη τονίζοντας τη «μεγαλοπρεπή απλότητά» της και την «ήρεμη επιβλητικότητά» της - αντίληψη που θα παρέμενε και η κυρίαρχη άποψη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Βίνκελμαν δολοφονήθηκε το 1768 στην Τεργέστη από ένα Ιταλό κακοποιό ο οποίος εποφθαλμιούσε τα πολύτιμα αντικείμενα που έφερε μαζί του. Ο τάφος του βρίσκεται μέσα στον καθεδρικό ναό της Τεργέστης (Σαν Τζιούστο). Ο Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν θεωρείται ο ιδρυτής της αρχαιολογικής επιστήμης.
MARITA KRAUS
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΤΩΝ ΒΑΥΑΡΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΟΙ ΒΑΥΑΡΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ ΕΚΔ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΘΗΝΑ 1993
Περίπου 8.000 Βαυαροί υπήκοοι ήρθαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνα. Η πλειοψηφία ήταν στρατιώτες [1]. Ο Βολφ Ζάιντλ τους υπολογίζει σε 3.500 Βαυαρούς στρατιώτες και σε άλλους τόσους εθελοντές, που τους αντικατέστησαν· το μεγάλο ποσοστό των θανάτων εξ αιτίας του κλίματος και των ασθενειών -ο Ζάιντλ μιλάει για το 50%- σήμανε για πολλούς το πρόωρο τέλος. Πλάι στους στρατιώτες, ήρθαν ακόμη υπάλληλοι του βαυαρικού

κράτους, δάσκαλοι, αρχιτέκτονες, έμποροι, τεχνίτες που δούλευαν πότε για το ελληνικό, πότε για το βαυαρικό δημόσιο ή εργαζόντουσαν για τα μέλη της βαυαρικής παροικίας. Άλλοι ήρθαν ως έποικοι, αγόρασαν γη και πήραν την ελληνική υπηκοότητα. Οι Ελληνες αγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα αισθάνθηκαν πολύ γρήγορα σε οικονομικά και κοινωνικά μειονεκτική θέση έναντι των πιο μορφωμένων εποίκων, κυρίως σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης στα δημόσια αξιώματα. Αυτό τροφοδότησε τον «αντιβαυαρισμό» που οδήγησε τους περισσότερους Βαυαρούς ήδη από τη δεκαετία του τριάντα πίσω στην πατρίδα τους.
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1843 που οδήγησε στο πρώτο ελληνικό σύνταγμα το θέμα ετέθη και πάλι: Όλοι οι Βαυαροί και οι υπόλοιποι αλλοδαποί έπρεπε να απομακρυνθούν από το δημόσιο τομέα με εξαίρεση ορισμένους φιλέλληνες. Όποιος είχε αρκετά χρήματα για το ταξίδι ως την Τεργέστη και για τη μετάβαση απ’ εκεί στο Μόναχο εγκατέλειψε τη χώρα το Σεπτέμβριο του 1843 [2]. Ο αριθμός αυτών ήταν πολύ μικρός. Δεν περιελάμβανε καν τους εύπορους. Στη Γερμανία σχηματίστηκαν επιτροπές για τον επαναπατρισμό των Βαυαρών. Ένα κονσέρτο του Franz Liszt για τη συγκέντρωση ενός ποσού ενισχύσεως των προσφύγων απέφερε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1843, 1.231 γκούλντεν. Σε μια έκθεση του βαυαρικού προξενείου στην Αθήνα γράφει ο επιτετραμμένος Γκάσσερ: «Μία πρώτη ομάδα ήταν οι υπηρετούντες στην αυλή που είχαν ακόμα απαιτήσεις από τις συμβάσεις εργασίας τους, τις οποίες δύσκολα ωστόσο μπορούσαν να πραγματοποιήσουν. Μία δεύτερη ομάδα είχε συνάψει ανακλητά συμβόλαια με την ελληνική κυβέρνηση χωρίς να διαθέτει πλέον την παραμικρή απαίτηση. Μία τρίτη ομάδα απετελείτο από τεχνίτες, εργάτες κερδοσκόπους που είχαν «έρθει εδώ με δικό τους ρίσκο προκειμένου να αναζητήσουν την τύχη τους και ατύχησαν εξ αιτίας των συνθηκών ή εξ αιτίας δικών της ευθυνών» [3]. Στους πρώτους διέθεσε κονδύλι 1.600 δραχμών για το ταξίδι της επιστροφής, στη δεύτερη ομάδα τα μισά και στους τρίτους μόνο 150. Σε μία τέταρτη ομάδα «που έπρεπε να απομακρυνθεί, έστω και παρά τη θέλησή της, προκειμένου να χάσουν οι Ελληνες από τα μάτια τους την μειωτική περίπτωση του κακού παραδείγματος» φαίνεται ότι δεν διέθεσε οτιδήποτε.
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Η κατάσταση των προσφύγων ήταν άθλια. Και η αναχώρηση των 330 που ήθελαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, κυρίως διότι είχαν μείνει χωρίς εισοδήματα ανεβάλετο τουλάχιστον ως την αρχή του 1844. Ο αριθμός τους ηύξανε μέρα με τη μέρα, ιδιαίτερα εκείνων που ήταν πιο φτωχοί (τεχνίτες, χειρώνακτες). «Ο συνωστισμός», έγραφε ο επιτετραμμένος προς τις αρχές του Μονάχου, γινόταν όλο και μεγαλύτερος όσο πιο πιεστικές γίνονταν οι ανάγκες μιας τάξης που είχε μάθει να ζει από τη μία μέρα στην άλλη και ξαφνικά έβλεπε εαυτή αποκομμένη από κάθε βιοπορισμό». Τελικά, ανέβηκαν στο πλοίο για την Τεργέστη, περίπου εκατό επιλεγμένοι Γερμανοί σε αθλία κατάσταση: «Ήταν αδύνατο», γράφει ο επιτετραμμένος, «να πάρουμε όλους όσους ήθελαν να φύγουν». Στην Αθήνα, τους μοίρασαν παλτά και ρούχα, διότι δεν ήθελαν να τους δουν να κατεβαίνουν γυμνοί. «Κάποιοι ωστόσο πούλησαν το παλτό που τους χαρίσαμε για να μεθύσουν για τελευταία φορά στην Ελλάδα» [4].
ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ
Η εξέγερση της 23ης Οκτωβρίου 1863 ήταν λίγο χειρότερη για τους Βαυαρούς. Τη νύχτα της 24ης προς 25η Οκτωβρίου δέχθηκαν επιθέσεις και λεηλατήθηκαν [5]. Πολλοί, 78 άτομα, φορτώθηκαν αυθημερόν στο καράβι για Τεργέστη. Από εκεί με αμαξοστοιχία τρίτης θέσης μεταφέρθηκαν στο Μόναχο: Η μεταφορά τους στοίχισε 30 γκούλντεν για τους ενήλικους και 15 για τα παιδιά [6]. Όσοι έμειναν πίσω ήταν συγκεντρωμένοι στο Ηράκλειο Αττικής, τη βαυαρική παροικία κοντά στην Αθήνα. Επρόκειτο για τη μοναδική παροικία Βαυαρών φαντάρων σε ολόκληρη την Ελλάδα [7]. Επειδή δεν είχαν όμως εύκολα πρόσβαση σε γυναίκες από τον ορθόδοξο πληθυσμό, παντρεύονταν αποκλειστικά με κορίτσια από την καθολική Σύρο. Σε αυτό το μέρος ίδρυσε και ο Φουξ (στα ελληνικά Φιξ) την πρώτη ελληνική ζυθοποιία.
Σημειώσεις:
Βολφ Ζάιντλ: «Βαυαροί στην Ελλάδα». Μόναχο 1970, σε λ. 154.
Ιρμγκαρντ Βίλμχαρμ: «Οι αρχές τον Ελληνικού εθνικού κράτους 1833-1843» Μόναχο / Βιέννη 1973 σε λ. 231,239.
Βαυαρικό Κεντρικό Κρατικό Αρχείο ΜΑ 84282 Γράμμα του Γκάσερ στην Αθήνα προς το βασιλέα σ. 12.1843.
Βαυαρικό Κεντρικό Κρατικό Αρχείο ΜΑ 84282 Γκάσερ στον βασιλέα 4.3.1844.
Βαυαρικό Κεντρικό Κρατικό Αρχείο ΜΑ 84311 ο βαρόνος Χόμπες στην Αθήνα στον βασιλέα 25.10.1862.
Βαυαρικό Κεντρικό Κρατικό Αρχείο 84311 ο πρόξενος στην Τεργέστη Γκβίνερ στον Βαυαρό πρωθυπουργό Σρένα στο Μονάχο, 31.10.1862 και 5.11.1862 με σχετική λίστα
Βολφ Ζάιντλ, «Βαυαροί στην Ελλάδα» σελ. 159-161.
from anemourion https://ift.tt/z2X9su6
via IFTTT



