Σαν σήμερα, στις 8 Μαΐου 1897, υπογράφηκε στην περιοχή Ταράτσα της Λαμίας η ανακωχή που έθεσε τέλος στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, έπειτα από τριάντα ημέρες συγκρούσεων — έναν πόλεμο που έμεινε γνωστός στη συλλογική μνήμη ως «Ατυχής Πόλεμος» ή «Μαύρο '97».
Ο πόλεμος ξεκίνησε επίσημα στις 5 Απριλίου 1897, αν και η ένταση υπέβοσκε ήδη από καιρό, τροφοδοτούμενη από τα αιματηρά γεγονότα στην Κρήτη και τη δράση της Εθνικής Εταιρείας, ενός μυστικού συλλόγου με μεγαλοϊδεατικές τάσεις που πίεζε την κυβέρνηση Δηλιγιάννη να αναλάβει δράση. Η άμεση αφορμή ήταν η εισβολή ελληνικών σωμάτων ατάκτων στο οθωμανικό έδαφος της Ηπείρου και της Μακεδονίας — γεγονός που οδήγησε την Υψηλή Πύλη να κηρύξει τον πόλεμο. Ξεκίνησε με ενθουσιασμό και την προσδοκία απελευθέρωσης των υπόδουλων εδαφών και υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας· έκλεισε όμως μόλις έναν μήνα αργότερα με εθνική ταπείνωση.
Οι μάχες στο μέτωπο της Θεσσαλίας και της Ηπείρου ανέδειξαν από νωρίς την ανωτερότητα του οθωμανικού στρατού. Υπό την ηγεσία του Ετέμ Πασά και με την καθοδήγηση Γερμανών στρατιωτικών συμβούλων, οι οθωμανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν καταιγιστική προέλαση. Μετά την αρχική ήττα στη Μελούνα, οι ελληνικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς τη Λάρισα και κατόπιν στα Φάρσαλα. Εκεί, οχυρωμένη στα υψώματα, η ελληνική στρατιά επιχείρησε να ανακόψει την προέλαση του εχθρού και δοκιμάστηκε για άλλη μία φορά η αντοχή της. Το οθωμανικό πυροβολικό, ανώτερο σε ισχύ και οργάνωση, σφυροκοπούσε αδιάκοπα τις ελληνικές γραμμές, ενώ η απουσία ενιαίας διοίκησης μετέτρεπε κάθε προσπάθεια αντίστασης σε ηρωική αλλά άτακτη και απελπισμένη αντίσταση. Η ήττα στα Φάρσαλα οδήγησε τον ελληνικό στρατό σε άτακτη υποχώρηση προς τον Δομοκό, όπου οι εξαντλημένοι στρατιώτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν ακόμη και τον εξοπλισμό τους για να κινηθούν ταχύτερα.
Στον Δομοκό οργανώθηκε νέα αμυντική γραμμή, μέσα σε κλίμα αγωνίας αλλά και προσδοκίας πως εκεί θα μπορούσε να ανακοπεί η προέλαση των Οθωμανών. Από την αρχή των εχθροπραξιών ο ελληνικός στρατός δεν ήταν μόνος: περίπου τρεις χιλιάδες φιλέλληνες ξένοι εθελοντές, κυρίως Ιταλοί Γαριβαλδινοί, καθώς και Κύπριοι αδελφοί, είχαν σπεύσει να στηρίξουν την Ελλάδα, ανταποκρινόμενοι στους δεσμούς αίματος και ιδανικών με τη μητέρα πατρίδα. Πολλοί από αυτούς υπηρέτησαν υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Σμολένσκη, διοικητή της 3ης Ταξιαρχίας Στρατού Θεσσαλίας — μιας εμβληματικής μορφής που αναδείχθηκε ως ο μόνος στρατιωτικός ηγέτης που κατάφερε να διακριθεί νικηφόρα μέσα στη γενική καταστροφή, προβάλλοντας σθεναρή αντίσταση στις μάχες του Βελεστίνου.
Ωστόσο, ούτε ο Δομοκός έμελλε να αποτελέσει το ανάχωμα που όλοι ανέμεναν. Η μάχη της 5ης Μαΐου 1897 κατέληξε σε νέα ήττα — βαρύτερη ψυχολογικά παρά σε υλικές απώλειες. Οι Οθωμανοί επικράτησαν, υπέστησαν όμως και οι ίδιοι σημαντικές απώλειες· ως ύστατη αναγνώριση αυτής της σκληρότητας, ύψωσαν μνημείο για τους περίπου 2.800 νεκρούς τους, το οποίο στέκεται μέχρι σήμερα στον Δομοκό ως αμίλητος μάρτυρας εκείνων των δραματικών ημερών. Με τη διάρρηξη και της τελευταίας οργανωμένης αμυντικής γραμμής, ο δρόμος προς τη νότια Ελλάδα έμοιαζε πλέον ανοιχτός.
Εν μέσω της πανηγυρικής οθωμανικής προέλασης και του πανικού που είχε κυριεύσει στρατό και κυβέρνηση, ένας λοχαγός έκανε εκείνο που έκαναν πάντα οι λίγοι, όταν οι πολλοί υποχωρούσαν: έμεινε. Ο Αθανάσιος Τσαλτάκης, με ένα μικρό τμήμα Ρουμελιωτών ευζώνων, οχυρώθηκε στα υψώματα της Καμηλόβρυσης και της Ταράτσας, στις πλαγιές της Όθρυος βόρεια της Λαμίας, με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την τουρκική προέλαση και να κερδίσει χρόνο. Παράλληλα, ο Σμολένσκης διατάχθηκε από τον Διάδοχο Κωνσταντίνο να κρατήσει το πέρασμα των Θερμοπυλών ως ύστατη γραμμή άμυνας — σε τόπο που η ιστορία γνώριζε καλά τι σημαίνει να κρατάς ό,τι απομένει. Ο Τσαλτάκης και οι άνδρες του πολέμησαν με αυταπάρνηση, όμως δεν κατάφεραν να αναχαιτίσουν τον εχθρό και πλήρωσαν την προσπάθειά τους με τη ζωή τους.
Στη Λαμία, οι κάτοικοι, κυριευμένοι από φόβο και αβεβαιότητα, άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη. Τη στιγμή που όλα έδειχναν χαμένα, εμφανίστηκε ο νομάρχης Φθιώτιδας και Φωκίδας, Κωνσταντίνος Έσλιν. Ενώ όλοι υποχωρούσαν, εκείνος επιβιβάστηκε σε άμαξα με λευκή σημαία και κατευθύνθηκε ψύχραιμα προς τις οθωμανικές γραμμές. Συνοδευόμενος από τον λοχαγό Χατζηανέστη και τον Στυλιδιώτη υπαξιωματικό Γ. Παπαμιχαήλ, έφτασε στο στρατηγείο της εμπροσθοφυλακής του Σεϊφουλάχ Πασά. Εκεί παρουσίασε ανεπίσημο τηλεγράφημα ανακωχής, αφού είχε ήδη μεριμνήσει για τη διάδοση της φήμης ότι ο πόλεμος είχε τερματιστεί. Οι εχθροπραξίες ανεστάλησαν προσωρινά, εν αναμονή της επίσημης επιβεβαίωσης, διασώζοντας έτσι την πόλη της Λαμίας από την εισβολή των οθωμανικών στρατευμάτων. Την επακόλουθη ημέρα, στις 8 Μαΐου, περιήλθε και το επίσημο τηλεγράφημα που επικύρωνε την ανακωχή, με την υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου στην περιοχή Ταράτσα της Λαμίας. Καθοριστική υπήρξε και η παρέμβαση του Τσάρου Νικολάου Β΄ της Ρωσίας, συγγενή του βασιλιά Γεωργίου Α΄, ο οποίος μεσολάβησε προσωπικά προς τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην επίτευξη της κατάπαυσης του πυρός.
Οι μήνες που ακολούθησαν υπήρξαν ιδιαίτερα επώδυνοι. Η τελική Συνθήκη Ειρήνης, που υπογράφηκε στις 22 Νοεμβρίου 1897 και επικυρώθηκε τον Δεκέμβριο στην Κωνσταντινούπολη, επέβαλε ταπεινωτικούς όρους: τεράστια πολεμική αποζημίωση ύψους τεσσάρων εκατομμυρίων τουρκικών λιρών — περίπου τετρακοσίων εκατομμυρίων φράγκων — παραχώρηση στρατηγικών τμημάτων του θεσσαλικού εδάφους, και Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος για την αποπληρωμή του χρέους. Η ήττα αυτή υπήρξε όχι μόνο στρατιωτική, αλλά και πολιτική και ηθική — αφήνοντας βαθύ αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη και αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την επιτακτική ανάγκη για ριζική αναδιοργάνωση του κράτους και του στρατού τα επόμενα χρόνια.
Στους τόπους όπου διεξήχθησαν οι μάχες, η Πολιτεία ανήγειρε μνημεία προς τιμήν των πεσόντων αγωνιστών, υπενθυμίζοντάς μας τις θυσίες τους.
Αιωνία η μνήμη τους.






