Ο Άγιος Ταρσίζιος




 Ο Άγιος Ταρσίζιος

     Στάχυα χρυσοβολούν ξανθά
και γέρνουν πια, καρπογονιά γεμάτα,
     κάποιοι τραβούν στο Γολγοθά,
στην άγια, πρωτοπόροι αυτοί, τη στράτα.

     Σαν να ’ναι μέλισσες, θαρρείς,
σκορπιούνται από ιερά τραγούδια βόμβοι,
     ψάλλουν αργά, ψάλλουν νωρίς,
κρυμμέν’ οι χριστιανοί στην κατακόμβη.

     Οι μέλισσες μέλι τρυγούν
και τρέφονται κι ευφραίνονται μ’ εκείνο,
     πότε σε ρόδο φτερουγούν,
πότε παίρνουν το μέλι από τον κρίνο.

     Μπρός στο Ποτήρι το ιερό,
στον ουρανό ο παπάς τα λόγια υψώνει,
     μ’  Αγγέλων γύρω Του χορό,
οίνο κι άρτ’ ο Χριστός μετουσιώνει.

     Ψάχνει ο ιερέας γύρω να δει
σε ποιόν θα πει τη σκέψη της βουλής του,
     αγγελοπρόσωπο παιδί,
μπρός γονατά στο λειτουργό του  Υψίστου.

     – Τι θες, παιδί, και γονατάς
κι υψώνεις στ’ αγιοπότηρο το χέρι;
     –  Άλλον για να ’βρεις μην κοιτάς,
στάσου σ’ εμέ, τον πόθο μου ο Θεός ξέρει.

     Κι είναι φορές, πολλές φορές,
που τα μεγάλα, τα θεϊκά, τα ωραία,
     διαλέγουνε μορφές μικρές,
παιδάκια ταπεινά, παιδάκια νέα.

     – Δώσ’ μου τα Δώρα τα ιερά.
– Νοητοί χοίροι, Ταρσίζιε, έξω και λύκοι.
     – Γι’ αυτά η ψυχή μου λαχταρά...
– Πάρε, τότε, την παρακαταθήκη.

     Σου δίνω θησαυρό, Χριστό,
στο δρόμο να μην έχεις έννοιαν άλλη.
     –  Ιερέ πατέρα, ευχαριστώ,
για μένανε είναι αυτό τιμή μεγάλη.

     Άλλες μέλισσες την Τροφή,
στην πρώτην εκκλησιά, μεταλαβαίνουν,
     στη φυλακή άλλοι αδερφοί
άγρυπνοι για το θείο το Δείπνο μένουν.

     Γεωργοί, εργάτες, αλιείς,
στης απιστίας το σκότος πια δε ζούνε,
     τον  Άρτο θέλουν της ζωής,
την Κοινωνιά την άγια αποζητούνε.

     – Γλυκοχαράζει έξω, το φως
ρίχνει τρεμουλιαστό καθέν’ αστέρι,
     θα ’ρθεί ο Ταρσίζιος ο αδερφός
και τη Μεταλαβιά θε να μας φέρει.

     Το δωδεκάχρονο παιδί,
στο στήθος θησαυρό ατίμητον έχει,
     στο δρόμ’ οδεύει με σπουδή,
στη φυλακή γοργά και κρύφια τρέχει.

     Λέει, τη φτωχή καλύπτρα τού
Δείπνου τού ιερού ουρανό με θάμπη
     και μες στον ουρανόν αυτού
Ήλιος ο  Ιησούς άδυτος λάμπει!
     Ω, πως αυτή ακτινοβολεί
η απλή των θείων των Δώρων η σκεπάστρα,
     μα πιότερο, με φως πολύ,
θαμπώνει ο Μαργαρίτης όλα τ’ άστρα!

     – Αυγερινέ, που ακροουρανείς,
μια σβεις το λύχνο, μια χύνεις λαμπράδα,
     έξω δεν περπατάει κανείς,
μονάχα ένα παιδί καίει, σαν λαμπάδα.

     Φτωχό παιδί!  Ω, πως μπορείς,
σαν πεταλούδα, μοναχός διαβάτης,
     πάνω απ’ τη φλόγα εδώ, χωρίς
τα τρυφερά να κάψει τα φτερά της;

     – Καρδιά, στο στέρνο πως χτυπάς,
που πάνω σου ακουμπώ τα θεία τα Δώρα;
     – Που πας, Ταρσίζιε, που πας,
με τ’ ορθρινό το θάμπος, τέτοιαν ώρα;

     – Πρόσταγμα έχω τ’ ουρανού
και πήρα τ’ άγια Δώρα μες στο μήλο,
     τα πάω Τροφή του χριστιανού,
τα πάω στη φυλακή για κάθε φίλο.

     Τι καρδιοχτύπι, τι γλυκό
το αίσθημα στον κόρφο του που κλώθει.
     – Κύριε, τα εμπόδια να νικώ,
των αδερφών με καρτερούν οι πόθοι.

     Κρυμμένον έχει το Χριστό
τ’ αθώο παιδί στ’ αγγελικό του στήθος,
     όπως Βρέφος ήτανε στο
σπήλαιο, άγνωρος απ’ του λαού το πλήθος.

     – Κρατήστε, πόδια μου, γερά,
μη γείρω απ’ τ’ άγιο Βάρος που ’χω απόψε,
     χάιδεψε, αυγής αύρα, ελαφρά
το ρούχο μου, το φύσημά σου κόψε.

     Το στήθος μου μη γυμνωθεί
και γίνουν φανερά τα θεία τα Δώρα,
     πες στ’ αγριοβόρι να μη ’ρθει
φθάνω στη φυλακή, ώρα την ώρα.

     Στη στράτα στάθηκε ακρινά
πυγολαμπίδα και με τη θαμπή της
     καντήλα στέλνει φως, για να
θωρεί καλά ο νυχτοπαρωρίτης.

     Μύρο από τ’ άνθος του ροδιού
παίρνει τ’ αγέρι και φτεροκοπάει,
     το πάει στο πλάγι του παιδιού,
μαντεύοντας κι αυτό τι κουβαλάει.
     Κι έν’ αηδονάκι π’ αγρυπνά,
υπέροχο πρωινό σέρνει τραγούδι,
     τον Πλάστη ψάλλει, που περνά
με το παιδί, αυτό νιόλουβο λουλούδι.

     Φωνή ακούγεται μεμιάς, 
φωνή που τον περίγυρο τρομάζει.
     – Τι έχεις, παιδί της ερημιάς;
Τη φυλακή το βλέμμα σου κοιτάζει.

     Τι κουβαλάς στο στήθος, τι
κι επάνω του σου κόλλησε η παλάμη;
     Κάτι το χέρι σου κρατεί,
στη φυλακή η περπατησιά σου δράμει.

     – Μήλο στο στήθος μου βαστώ,
ιερή τροφή το μήλο μέσα κλείνει.
     – Κι εσύ πιστεύεις στο Χριστό;
Θανάτου θα σου στρώσω τώρα κλίνη.

     – Μακριά κι αλαργινά από εμέ,
το στήθος μη μολύνει απαίσιο χέρι,
     φωτιά ’ναι θεία εδώ κι οϊμέ,
το χέρι θα καεί, σαν λιανοκέρι.

     Αυτός, που τ’ άστρα κυβερνά,
εδώ κι εμέ οδηγά, τούτη την ώρα.
     – Είναι τα λόγια σου στερνά,
σ’ εσέ θα πέσουν ρόπαλα, με φόρα.

     – Ρόπαλο δεν τρεμολογώ,
απελατίκι, τόξο καταλύτη,
     σταθείτε αλάργα, καίω εγώ,
δε δίνω στα σκυλιά τον Μαργαρίτη!

     – Σχίσθη ο χιτώνας σου κι εσύ
κρατάς τα χέρια διπλοσταυρωμένα,
     κάτ’ υφαίνει, κάτι κλωσεί
ο κόρφος, χέρια αφού έχεις αναμμένα.

     – Μη χεραπλώνετε, είπα, μη,
τους χτύπους σας θα δείτε άκαρπους, στείρους,
     κι ας λιώσετέ μου το κορμί,
τ’ άγιο Μάννα δε φέρνω για τους χοίρους!

     Δήμιοι κρατούν δαυλιά πυρσού
και δήμιοι φονικά τεντώνουν τόξα,
     μικρός ο μάρτυρας του  Ιησού,
μεγάλη τού ετοιμάζει ο Κύριος δόξα.

     Πέτρες του δρόμου άλλοι πετούν,
άλλοι βρίζουν, άλλοι τον ρίχνουν κάτου
     κι αν άλλοι τον ποδοπατούν,
στα στήθη έχει τα χεροπάλαμά του!

     Πρωτανθισμένη του η μορφή,
βάφεται το λουλούδι του στο αίμα
     κι η πορφυρένια του βαφή,
βραβείο ’ναι τ’ ουρανού, άφθαρτο στέμμα.

     Στους αυγουστιάτικους αγρούς,
περνάει καλοκαιριάτικο μαϊστράλι,
     ύμνους το στάρι λέει ιερούς,
κάθε στάχυ, του νιού τη νίκη ψάλλει.

     – Χαίρε, αδερφέ, πρώτος ανοίς
το δρόμο της τιμής και της θυσίας,
     στάχυ, π’ ωρίμασες νωρίς,
στο μέγ’ αγρὸ της θείας αθανασίας!

     Δεν άργησες, μικρό παιδί,
σε κυνηγούσε φτερωτή βιασύνη
     κι αντί η ομάδα να σε δει
στη γη, ψηλά εσύ πρόσμενες εκείνη!

     Εσύ καρτέραες γέρους, νιους
κι εσέ καλωσορίσαν οι γονείς σου
     κι άλλα παιδιά με τους γονιούς
σε πρόλαβαν στο φως του Παραδείσου!
Γιάννης Αν. Σαντάρμης

Γλωσσάρι
απελατίκι, το = σιδερένιο ρόπαλο του απελάτη, του φρουρού του βυζαντινού κράτους.
νυχτοπαρωρίτης, ο = αυτός που μένει άγρυπνος παρά την κανονική ώρα, ξενύχτης.


Υπομνηματισμός
            Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η ορθόδοξη εκκλησία, η νέα εκκλησία του Χριστού, διώκεται από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί πολεμούνται, συλλαμβάνονται, βασανίζονται με κάθε είδους μαρτύρια, θανατώνονται. Οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων καταφεύγουν στις κατακόμβες, στις υπόγειες στοές, τις σκοτεινές, τις ανθυγιεινές, να λατρεύσουν τον Χριστό.  Εκεί δέχονται τη θεία Κοινωνία, που έστελναν οι ορθόδοξοι ιερείς απ’ έξω. Την έστελναν με έμπιστα πρόσωπα στις κατακόμβες και στις φυλακές, στους διωκόμενους, στους καταδικασμένους να πεθάνουν στα αμφιθέατρα απὸ τα θηρία.
            Στα μέσα του 3ου μετά Χριστό αιώνα, έζησε ο  Άγιος Ταρσίζιος. Γεννήθηκε το 243 ή το 245.  Ήταν μαθητής του επισκόπου Ρώμης Στεφάνου.
            Ο ιερέας Διονύσιος ετοίμασε αρκετὲς μερίδες του αγίου  Άρτου, να τις στείλει το βράδυ να κοινωνήσουν οι φυλακισμένοι χριστιανοί, γιατί το πρωί της άλλης μέρας θα ρίχνονταν στα λιοντάρια, στις τίγρεις, στους πάνθηρες να φαγωθούν, στους ταύρους να κατατρυπηθούν από τα κέρατά τους, να μαρτυρήσουν. Κοίταζε ο ιερέας να βρει τον κατάλληλο χριστιανό, να του εμπιστευθεί και να στείλει μ’ αυτόν τα τίμια Δώρα στη φυλακή. Και, να, ένα παιδί, ο δωδεκάχρονος Ταρσίζιος, που φλέγεται για το Χριστό, γονατίζει εμπρός του, τον παρακαλεί και του δίνει ο λειτουργός τη θεία Κοινωνία, συνιστώντας του να φυλάγει την ουράνια παρακαταθήκη. Του είπε πως διάλεξε αυτόν και για τη βαθιά πίστη του και για το ότι κανένας δε θα υποπτευόταν ένα παιδί.
            – Θα πεθάνω, ιερέ γέροντα, παρά να εγκαταλείψω, μπροστά σ’ οποιονδήποτε κίνδυνο, τα θεία Δώρα, απαντά το παιδί.
            Έβαλαν τον καθαγιασμένο  Άρτο, κομμένον σε τεμάχια, σε αργυρό κουτί και με αλυσίδα το κρέμασε ο Ταρσίζιος στο λαιμό του.  Άλλοι αναφέρουν ότι τον αγιασμένο  Άρτο τον μετέφερνε τυλιγμένο σε καλύπτρα. Κι άλλοι πως στελνόταν μέσα σε μήλο. Φόρεσε το φτωχό χιτώνα, όπου κάτω απ’ τις πτυχές του είχε φυλαγμένο τον ιερό θησαυρό. Πέρασε την  Ιερή  Οδό, στην παλιά αγορά της Ρώμης, ως το Καπιτώλιο. Σ’ αυτή την περιοχή, στους πρόποδες ενός λόφου, ήταν η φυλακή.  Εκεί κατευθύνθηκε ο Ταρσίζιος. Αυτού πήγαινε ολοένα. Το κτήριο της φυλακής είχε δυό υπόγεια, το ένα επάνω στο άλλο, που δέχονταν αμυδρό φως. Στην επάνω αίθουσα, οι τοίχοι ήταν από πελώριους λίθους, υπήρχε μια κολόνα, που πάνω της ήταν αποτυπωμένα τα σημάδια από τις αλυσίδες και, λέγεται, ήταν οι αλυσίδες που κρατούσαν δέσμιο τον απόστολο Πέτρο και τον απόστολο Παύλο.
            Μες στο σκοτάδι και στο λιγοστό φως, απλώνονται τρεμάμενα χέρια.  Ο κάθε φυλακισμένος χριστιανός, αφού έψελνε μυστικά ψαλμούς στο Θεό, δεχόταν με το δεξί χέρι του το άγιο Σώμα του Χριστού. Ευχαριστούσαν σιωπηλά τον Κύριο, που κατοίκησε μέσα τους. Τι γαλήνη, τι χαρά αισθάνονταν. Θ’ αναστηθούμε, έλεγαν, δε μας τρομάζουν τα βασανιστήρια.
            Ο Ταρσίζιος πήγε πολλές φορές σ’ αυτή τη φυλακή, με τον θείο Μαργαρίτη. Σήμερα, 15 Αυγούστου, το έτος 257, έκανε την τελευταία αποστολή του. Πριν από λίγο, κοινώνησε. Πήρε τα τίμα Δώρα, που του ανέθεσαν, τα έσφιξε στο στήθος του και προσευχόμενος πήρε το δρόμο, με το πρωινό σύθαμπο, και τα πήγαινε σ’ έναν γέροντα παπά φυλακισμένο, να κοινωνήσει. Στρατιώτες ειδωλολάτρες ήταν μαζεμένοι εμπρός σε μια στοά, ήταν φύλακες.  Ένας απ’ αυτούς σταματά τον Ταρσίζιο. Τον ρώτησε από που έρχεται και που πηγαίνει.  Ο Ταρσίζιος προσποιήθηκε πως κατευθύνεται σ’ ένα φίλο του. Τι κρατάς στο στήθος σου, του είπε ο στρατιώτης, για να δούμε, θησαυρούς έχεις; Κάποιος σπιούνος πληροφόρησε πως οι χριστιανοί μεταφέρουν ένα κομμάτι ψωμί και λένε πως είναι ο Θεός.  Ο αρχηγός της φρουράς διέταξε τον Ταρσίζιο, αν έχει τέτοιο ψωμί, να του το δώσει.  Ο Ταρσίζιος έσφιξε περισσότερο το χέρι του στο στήθος του, για ν’ ασφαλίσει πιο πολύ το αγιασμένο κουτί με την Κοινωνία.  Επέμενε ο στρατιώτης να του δώσει αυτό που κρατούσε, αλλά το παιδί δεν έκανε καμιά κίνηση, μόνο που προσευχόταν νοερά, ζητώντας να το βοηθήσει Αυτός, που τούτη την ώρα Τον μετέφερνε.  Άγρια βλέμματα έπεσαν επάνω του. Κάποιος φώναξε ότι πρέπει θάνατος στους χριστιανούς. Μια πέτρα, τότε, χτύπησε στο μέτωπο το παιδί, μα εκείνο αισθανόταν θεία δύναμη μέσα του.  Ας με ξαναχτυπήσουν, σκέφθηκε, εγώ δε δίνω τον Μαργαρίτη στα σκυλιά, τη θεία Κοινωνία στους χοίρους.  Ακολούθησε πυκνός λιθοβολισμός απ’ τον κόσμο που περνούσε και στάθηκε ν’ ακούσει. Δώσε μας αυτό που κρύβεις, επιμένουν, και θα φύγεις λεύθερος.  Όχι, δε δίνω ό,τι μεταφέρω. Το αίμα του έτρεχε. Τα μυστήρια, που κρατάς, θα τα βρούμε, του λένε. Δε θα βρείτε τίποτε, τους βεβαίωσε το μικρό και γενναίο του Χριστού παλικάρι.  Ήταν αποφασισμένο να πεθάνει, παρά τα  Άγια να πέσουν στα σκυλιά. Είχε μέσα του, κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου, έντονη την παρουσία του Θεού. Το ανδρείο και ιερό παιδί σωριάσθηκε. Ξέπνοο το καταματωμένο σώμα του, βρισκόταν εμπρός στα πόδια των δημίων του. Του λύνουν τα ζεστά ακόμα χέρια, του σχίζουν τον πορφυρό απ’ το αίμα του χιτώνα και κοιτάζουν το κουτί με τη θεία Κοινωνία, που είχε στο λαιμό του. Διαπιστώνουν πως το κουτί δεν είχε τίποτε, ούτε και ο ψαγμένος μανδύας του.  Η θεία Κοινωνία είχε, με την επέμβαση του παντοδύναμου Χριστού, εξαφανισθεί!
            Στον ουρανό, τον περίμεναν ο πατέρας του και η μάνα του. Οι χριστιανοί παρέλαβαν το σώμα του και το μετέφεραν στις Κατακόμβες του  Αγίου Καλλίστου. Σήμερα, το λείψανό του βρίσκεται στη ρωμαιοκαθολικὴ εκκλησία του Αγίου Σιλβέστρου, στη Ρώμη.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου






Γλωσσάρι
απελατίκι, το = σιδερένιο ρόπαλο του απελάτη, του φρουρού του βυζαντινού κράτους.
νυχτοπαρωρίτης, ο = αυτός που μένει άγρυπνος παρά την κανονική ώρα, ξενύχτης.

Υπομνηματισμός
     Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η ορθόδοξη εκκλησία, η νέα εκκλησία του Χριστού, διώκεται από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί πολεμούνται, συλλαμβάνονται, βασανίζονται με κάθε είδους μαρτύρια, θανατώνονται. Οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων καταφεύγουν στις κατακόμβες, στις υπόγειες στοές, τις σκοτεινές, τις ανθυγιεινές, να λατρεύσουν τον Χριστό.  Εκεί δέχονται τη θεία Κοινωνία, που έστελναν οι ορθόδοξοι ιερείς απ’ έξω. Την έστελναν με έμπιστα πρόσωπα στις κατακόμβες και στις φυλακές, στους διωκόμενους, στους καταδικασμένους να πεθάνουν στα αμφιθέατρα απὸ τα θηρία.
     Στα μέσα του 3ου μετά Χριστό αιώνα, έζησε ο  Άγιος Ταρσίζιος. Γεννήθηκε το 243 ή το 245.  Ήταν μαθητής του επισκόπου Ρώμης Στεφάνου.
     Ο ιερέας Διονύσιος ετοίμασε αρκετὲς μερίδες του αγίου  Άρτου, να τις στείλει το βράδυ να κοινωνήσουν οι φυλακισμένοι χριστιανοί, γιατί το πρωί της άλλης μέρας θα ρίχνονταν στα λιοντάρια, στις τίγρεις, στους πάνθηρες να φαγωθούν, στους ταύρους να κατατρυπηθούν από τα κέρατά τους, να μαρτυρήσουν. Κοίταζε ο ιερέας να βρει τον κατάλληλο χριστιανό, να του εμπιστευθεί και να στείλει μ’ αυτόν τα τίμια Δώρα στη φυλακή. Και, να, ένα παιδί, ο δωδεκάχρονος Ταρσίζιος, που φλέγεται για το Χριστό, γονατίζει εμπρός του, τον παρακαλεί και του δίνει ο λειτουργός τη θεία Κοινωνία, συνιστώντας του να φυλάγει την ουράνια παρακαταθήκη. Του είπε πως διάλεξε αυτόν και για τη βαθιά πίστη του και για το ότι κανένας δε θα υποπτευόταν ένα παιδί.
     – Θα πεθάνω, ιερέ γέροντα, παρά να εγκαταλείψω, μπροστά σ’ οποιονδήποτε κίνδυνο, τα θεία Δώρα, απαντά το παιδί.
     Έβαλαν τον καθαγιασμένο  Άρτο, κομμένον σε τεμάχια, σε αργυρό κουτί και με αλυσίδα το κρέμασε ο Ταρσίζιος στο λαιμό του.  Άλλοι αναφέρουν ότι τον αγιασμένο  Άρτο τον μετέφερνε τυλιγμένο σε καλύπτρα. Κι άλλοι πως στελνόταν μέσα σε μήλο. Φόρεσε το φτωχό χιτώνα, όπου κάτω απ’ τις πτυχές του είχε φυλαγμένο τον ιερό θησαυρό. Πέρασε την  Ιερή  Οδό, στην παλιά αγορά της Ρώμης, ως το Καπιτώλιο. Σ’ αυτή την περιοχή, στους πρόποδες ενός λόφου, ήταν η φυλακή.  Εκεί κατευθύνθηκε ο Ταρσίζιος. Αυτού πήγαινε ολοένα. Το κτήριο της φυλακής είχε δυό υπόγεια, το ένα επάνω στο άλλο, που δέχονταν αμυδρό φως. Στην επάνω αίθουσα, οι τοίχοι ήταν από πελώριους λίθους, υπήρχε μια κολόνα, που πάνω της ήταν αποτυπωμένα τα σημάδια από τις αλυσίδες και, λέγεται, ήταν οι αλυσίδες που κρατούσαν δέσμιο τον απόστολο Πέτρο και τον απόστολο Παύλο.
     Μες στο σκοτάδι και στο λιγοστό φως, απλώνονται τρεμάμενα χέρια.  Ο κάθε φυλακισμένος χριστιανός, αφού έψελνε μυστικά ψαλμούς στο Θεό, δεχόταν με το δεξί χέρι του το άγιο Σώμα του Χριστού. Ευχαριστούσαν σιωπηλά τον Κύριο, που κατοίκησε μέσα τους. Τι γαλήνη, τι χαρά αισθάνονταν. Θ’ αναστηθούμε, έλεγαν, δε μας τρομάζουν τα βασανιστήρια.
     Ο Ταρσίζιος πήγε πολλές φορές σ’ αυτή τη φυλακή, με τον θείο Μαργαρίτη. Σήμερα, 15 Αυγούστου, το έτος 257, έκανε την τελευταία αποστολή του. Πριν από λίγο, κοινώνησε. Πήρε τα τίμα Δώρα, που του ανέθεσαν, τα έσφιξε στο στήθος του και προσευχόμενος πήρε το δρόμο, με το πρωινό σύθαμπο, και τα πήγαινε σ’ έναν γέροντα παπά φυλακισμένο, να κοινωνήσει. Στρατιώτες ειδωλολάτρες ήταν μαζεμένοι εμπρός σε μια στοά, ήταν φύλακες.  Ένας απ’ αυτούς σταματά τον Ταρσίζιο. Τον ρώτησε από που έρχεται και που πηγαίνει.  Ο Ταρσίζιος προσποιήθηκε πως κατευθύνεται σ’ ένα φίλο του. Τι κρατάς στο στήθος σου, του είπε ο στρατιώτης, για να δούμε, θησαυρούς έχεις; Κάποιος σπιούνος πληροφόρησε πως οι χριστιανοί μεταφέρουν ένα κομμάτι ψωμί και λένε πως είναι ο Θεός.  Ο αρχηγός της φρουράς διέταξε τον Ταρσίζιο, αν έχει τέτοιο ψωμί, να του το δώσει.  Ο Ταρσίζιος έσφιξε περισσότερο το χέρι του στο στήθος του, για ν’ ασφαλίσει πιο πολύ το αγιασμένο κουτί με την Κοινωνία.  Επέμενε ο στρατιώτης να του δώσει αυτό που κρατούσε, αλλά το παιδί δεν έκανε καμιά κίνηση, μόνο που προσευχόταν νοερά, ζητώντας να το βοηθήσει Αυτός, που τούτη την ώρα Τον μετέφερνε.  Άγρια βλέμματα έπεσαν επάνω του. Κάποιος φώναξε ότι πρέπει θάνατος στους χριστιανούς. Μια πέτρα, τότε, χτύπησε στο μέτωπο το παιδί, μα εκείνο αισθανόταν θεία δύναμη μέσα του.  Ας με ξαναχτυπήσουν, σκέφθηκε, εγώ δε δίνω τον Μαργαρίτη στα σκυλιά, τη θεία Κοινωνία στους χοίρους.  Ακολούθησε πυκνός λιθοβολισμός απ’ τον κόσμο που περνούσε και στάθηκε ν’ ακούσει. Δώσε μας αυτό που κρύβεις, επιμένουν, και θα φύγεις λεύθερος.  Όχι, δε δίνω ό,τι μεταφέρω. Το αίμα του έτρεχε. Τα μυστήρια, που κρατάς, θα τα βρούμε, του λένε. Δε θα βρείτε τίποτε, τους βεβαίωσε το μικρό και γενναίο του Χριστού παλικάρι.  Ήταν αποφασισμένο να πεθάνει, παρά τα  Άγια να πέσουν στα σκυλιά. Είχε μέσα του, κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου, έντονη την παρουσία του Θεού. Το ανδρείο και ιερό παιδί σωριάσθηκε. Ξέπνοο το καταματωμένο σώμα του, βρισκόταν εμπρός στα πόδια των δημίων του. Του λύνουν τα ζεστά ακόμα χέρια, του σχίζουν τον πορφυρό απ’ το αίμα του χιτώνα και κοιτάζουν το κουτί με τη θεία Κοινωνία, που είχε στο λαιμό του. Διαπιστώνουν πως το κουτί δεν είχε τίποτε, ούτε και ο ψαγμένος μανδύας του.  Η θεία Κοινωνία είχε, με την επέμβαση του παντοδύναμου Χριστού, εξαφανισθεί!
     Στον ουρανό, τον περίμεναν ο πατέρας του και η μάνα του. Οι χριστιανοί παρέλαβαν το σώμα του και το μετέφεραν στις Κατακόμβες του  Αγίου Καλλίστου. Σήμερα, το λείψανό του βρίσκεται στη ρωμαιοκαθολικὴ εκκλησία του Αγίου Σιλβέστρου, στη Ρώμη.

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης Ευθυμίου













 



from Φθιωτικός Τυμφρηστός https://ift.tt/32TWQTf
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.