ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΕΩΡΓΟΥΔΗΣ | «Στου Λάκκου τα περάσματα / ο κόσμος γαληνέβγει / οι μάγκες πίνουν το λουλά / κι ο Κατσαρός χορέβγει, / Λακκουδιανή μου όμορφη / γιανκίνι του κορμιού μου / πρόβαλε στο κονάκι σου / να γιατρευτεί η πληγή μου». Η ισχύουσα μέχρι τώρα παραδοχή πως το ρεμπέτικο τραγούδι γεννήθηκε και άνθησε στον Πειραιά και τη Σύρο ανατρέπεται από εμπεριστατωμένη επιστημονική έρευνα, η οποία αποδεικνύει πως υπήρξε ως πολιτιστική δημιουργία και στο Ηράκλειο, με το δικό του χρώμα και τις ιδιομορφίες από τους επηρεασμούς που δεχόταν από την τοπική παράδοση και το ευρύτερο πολιτιστικό μεσογειακό περιβάλλον. Η καταγραφή και μαγνητοφώνηση ενός τεράστιου μουσικού υλικού και των τελευταίων επιζώντων ρεμπετών και ατόμων της μαγκιάς είναι συγκλονιστική. Στο Ηράκλειο μάλιστα, γύρω στα 1900, αρκετά χρόνια πριν εμφανιστεί το επώνυμο ρεμπέτικο τραγούδι, καταγράφονται «διάσπαρτα ίχνη ενός αστικού λαϊκού πολιτισμού και παρουσιάζεται μια τοπική εκδοχή του ρεμπέτικου σε μια πόλη για την οποία απουσιάζουν πλήρως οι αναφορές για την ύπαρξη τέτοιων μορφωμάτων». Αυτό αποδεικνύει η πολύχρονη εργασία του ερευνητή Γιάννη Ζαϊμάκη, η οποία συγχρόνως είναι και διδακτορική του
ΜΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑΒΕΡΝΕΙΟ ΚΑΡΠΑΘΙΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1920. (ΑΡΧΕΙΟ ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΪΜΑΚΗ)
διατριβή με θέμα: «Ο κοινωνικός κόσμος των πορνείων του Λάκκου και η ποιητική τής μαγκιάς (Ηράκλειο 1900-1940). Αστικός χώρος και πολιτισμική διαφοροποίηση». Στην αυγή του 20ού αιώνα το Ηράκλειο είναι ένα αναπτυσσόμενο εμπορικό κέντρο που συνδέεται διά θαλάσσης με τις σημαντικότερες πόλεις-κόμβους της ανατολικής Μεσογείου.

ΠΟΡΝΕΙΑ ΚΑΙ ΦΤΩΧΙΑ

Η διασταύρωση του ανατολικού και δυτικού πολιτισμικού στοιχείου είναι συνεχής και εξαιρετικούς ενδιαφέρουσα. Η ανάπτυξη του φαινομένου της πορνείας παίρνει μεγάλες διαστάσεις λόγω της φτώχειας και της ταυτόχρονης παρουσίας των στόλων των Μεγάλων Δυνάμεων, που οδηγεί νέες κοπέλες για λόγους επιβίωσης προς αυτή την κατάσταση. Την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας (1898-1913), εποχή αυτονομίας του νησιού, που δεν έχει ενωθεί με την Ελλάδα, συγκροτείται ο Λάκκος, περιοχή της παλιάς πόλης του Ηρακλείου, ως «θύλακας πρακτικών αγοραίου έρωτα, και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο του οποίου αναπτύσσονται ιδιαίτερες κοινωνικές συμπεριφορές και παρεκκλίνουσες σε σχέση με τα συμβατικά πρότυπα και πρακτικές». Ο Λάκκος αρχίζει να παρακμάζει στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά
ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΡΙΧΟΡΔΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ ΤΟΥ, ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΣΤΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΥΡΩ ΣΤΑ 1925. (ΑΡΧΕΙΟ ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΪΜΑΚΗ)
και σύμφωνα με το μελετητή σταματά να λειτουργεί τη δεκαετία του 1960 με την εφαρμογή διατάγματος για την αποσυμφόρηση αστικών περιοχών. Για τις αλλαγές που συντελούνται στις αρχές του αιώνα στο Ηράκλειο στο κοινωνικό και πολιτιστικό πεδίο ο Γιάννης Ζαϊμάκης σημειώνει. «Εξετάζουμε το μετασχηματισμό του αστικού χώρου στο βαθμό που μέσα από τη διερεύνηση του χρονικού του Λάκκου παρακολουθούμε τους κλυδωνισμούς και τους μετασχηματισμούς μιας πόλης σε διαδικασία μετάβασης, η οποία σταδιακά αποβάλλει τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της και αναζητεί μια ταυτότητα προσαρμοσμένη στο αστικό πρόσταγμα για εκσυγχρονισμό και κάθαρση από το οθωμανικό παρελθόν της». Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται το μπουρδέλο ως ιδιαίτερο πολιτισμικό στοιχείο, αφού ο Λάκκος είναι θύλακας πορνείων, και ο θεσμός των καφωδείων. Τα καφωδεία είναι κέντρα συλλογικής αναψυχής, στα οποία τόσο περιοδεύοντα μουσικά συγκροτήματα στα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου όσο και ντόπιοι καλλιτέχνες εκθέτουν τη δημιουργία τους στο κοινό της πόλης. Μάλιστα έχουν δύο μορφές, είτε του ανατολίτικου καφέ είτε του δυτικότροπου καφέ σαντάν, ενώ αναλύεται ο ρόλος του
ΖΥΓΙΑ ΜΙΚΡΑΣΙΣΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΜΕ ΣΑΝΤΟΥΡΙ ΚΑΙ ΒΙΟΛΙ ΣΕ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΤΑΒΕΡΝΑ ΣΤΗΝ ΑΚ ΤΑΜΠΙΑ ΤΟ 1926. (ΑΡΧΕΙΟ ΓΙΑΝΝΗ ΖΑΪΜΑΚΗ)
Θεάτρου Σκιών και «το γυρολόγι της ταβέρνας (η περιφορά δηλαδή ενός λατερνατζή με τη συνοδεία ενός ντεφιτζή, οι οποίοι ψυχαγωγούσαν παρέες ατόμων στη διάρκεια του φαγητού ή της οινοποσίας), είναι τρεις θεσμοί στους οποίους εγγράφονται οι επιδράσεις ενός υπερτοπικού δικτύου επικοινωνίας και πολιτισμού στα τοπικά δρώμενα της πόλης και του Λάκκου».

ΜΑΓΚΙΚΑ ΚΑΙ ΧΑΣΙΚΛΙΔΙΚΑ

Όπως μας λέει ο Ζαϊμάκης, στο Λάκκο, όσον αφορά τον τομέα του τραγουδιού, δεν έχουμε μια κλειστή, αυτόνομη πολιτισμική παράδοση. «Αντίθετα απ’ ό,τι κάποιος θα φανταζόταν, οι Λακκουδιανοί γνώριζαν ένα ευρύ φάσμα τραγουδιών, ελαφρές μελωδίες και καντάδες από το ελαφρό ελληνικό τραγούδι τύπου Δανάη, Σ. Βέμπο κ.λπ., παραδοσιακά και αστικά μικρασιάτικα τραγούδια, δημοτικά τραγούδια, κρητικά, νησιώτικα, μοραΐτικα, ρουμελιώτικα, κλέφτικα, ρεμπέτικα, της σμυρναϊκής σχολής και του πειραιώτικου ρεμπέτικου, εντόπια αστικά τραγούδια βασισμένα σε παραδοσιακούς μουσικούς δρόμους της Ανατολής, ανάμεσα στα οποία και ορισμένα μάγκικα και χασικλίδικα τραγούδια. Από αυτό το πλούσιο ρεπερτόριο τραγουδιών, οι Λακκουδιανοί ξεχώριζαν ως περισσότερο οικεία σ' αυτούς τα ρεμπέτικα. Γι' αυτά υποστήριζαν ότι τους έφτιαχναν το κέφι και μιλούσαν στη δική τους γλώσσα». Η μελέτη του Ζαϊμάκη δεν είναι μια «ψυχρή» και «άσαρκη» κοινωνιολογική συγγραφή που βασίζεται σε θεωρητικές αρχές, αλλά έχει συγκεντρώσει ένα τεράστιο ερευνητικό υλικό, το οποίο εκτός από την ιστοριογραφική αποδελτίωση εφημερίδων και περιοδικών της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης, συγκρότησε 26 βιογραφίες ηλικιωμένων ατόμων, 12 από τους οποίους προέρχονται από το Λάκκο και οι υπόλοιποι 14 από το ευρύτερο περιβάλλον της πόλης, με κοινωνικές εμπειρίες από το Λάκκο. Παράλληλα ηχογραφήθηκαν τραγούδια του Λάκκου κι έγινε αρχειοθέτηση σπάνιου φωτογραφικού υλικού. Με Βάση αυτόν τον πρωτογενή εμπειρικό πλούτο, αναλύεται ο τοπικός μάγκας, οι πρακτικές και οι συμβολικές σημασιολογήσεις του. Επιπρόσθετα, γίνεται διεξοδική αναφορά στη μεσοπολεμική περίοδο, κατά την οποία πραγματοποιείται η ανταλλαγή των μουσουλμάνων της πόλης με 13.000 πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, και φυσικό οι νέοι κοινωνικοί και πολιτιστικοί επηρεασμοί στο Λάκκο. Ειδικότερο για το ρεμπέτικο τραγούδι στο Λάκκο ο Ζαϊμάκης το εντάσσει σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη ανήκουν τα κλασικά γνωστό ηχογραφημένα τραγούδια του ρεμπέτικου, με έμφαση σ' αυτά που μιλούσαν για μάγκες και χασίς. Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται τραγούδια παραδοσιακά αστικά με σημασία λογικές αναφορές στον κόσμο της μαγκιάς, που δεν τα είχε μέχρι τώρα ηχογραφήσει κάποιος, ούτε είχαν γραπτή καταγραφή. Γι' αυτά ο Ζαϊμάκης πιστεύει πως «θα μπορούσαμε να τα προσδιορίσουμε ως ένα είδος τοπικών ρεμπέτικων τραγουδιών που εμπεριέχουν υπερτοπικά πολιτισμικά στοιχεία και δάνεια και έχουν χαρακτηριστικά παραδοσιακής, ανώνυμης και προφορικής δημιουργίας». Τα τραγούδια αυτά μεταφέρονταν από λιμάνι σε λιμάνι και από παρέα σε παρέα, ήταν μάλιστα επιδεκτικά αυτοσχεδιασμού και προσωπικής ανάπλασης. Κύριοι χώροι δημιουργίας και διάδοσης των εν λόγω τραγουδιών στο Ηράκλειο είναι ο Λάκκος, η Κιζίλ Τάμπια, το λιμάνι, οι τεκέδες, η φυλακή, το θέατρο σκιών, το καφέ αμάν και το γυρολόγι της λατέρνας. Η μελωδία ήταν λιτή και βασιζόταν σε παραδοσιακούς δρόμους της ανατολικομεσογειακής μουσικής παράδοσης όπως χουσεΐνι, ουσάκ, ραστ χουζάμ, χαζικάρ κ.λπ. Οι σκοποί ήταν κυρίως καθιστικοί αμανέδες, ταμπαχανιώτικα, συρτά, σταφιδιανοί, εντοπίστηκαν όμως και χορευτικοί όπως ο ζεϊμπέκικος και ο χασάπικος. Από πλευράς στίχου, κυριαρχεί ο δεκαπεντασύλλαβος, ο δεκασύλλαβος, ενώ στην αρχή ή στο τέλος των στίχων υπήρχαν μάγκικα επιφωνήματα ή προσφωνήσεις όπως γιαβρούμ, άιντα, γιάλα, αμάν κ.λπ.

ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Η κυριαρχία της μονοφωνικής μουσικής θεωρεί ο Ζαϊμάκης ότι είναι θεμελιώδες καλλιτεχνικό γνώρισμα της τοπικής καλλιτεχνικής δημιουργίας. «Οι Λακκουδιανοί τραγουδούσαν σε περιστάσεις συλλογικής διασκέδασης, συχνά χωρίς τη συνοδεία μουσικού οργάνου, άλλοτε πάλι υπήρχε ένα μόνο όργανο (μπουζούκι ή μπαγλαμάς ή λατέρνα, ή ταμπουράς) και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις εμφανίζονταν οι ζυγιές οργάνων, όπως λατέρνα-ντέφι, ούτι-τουμπελέκι, ταμπουράς-ζουρνάς κ.λπ. Η εμφάνιση κομπανίας μουσικών με τρεις ή τέσσερις οργανοπαίκτες παρατηρήθηκε μόνο μετά την είσοδο των προσφύγων στην πόλη», τονίζει ο ίδιος μελετητής. Ταξινομεί μάλιστα τα τραγούδια σε τρεις κατηγορίες, της φυλακής, του ερωτικού πάθους και του χασίς. Εντυπωσιακή είναι η δυναμική πολυσυλλεκτικότητα των τοπικών ρεμπέτικων τραγουδιών, όπως αυτό που η μελωδική του γραμμή αποτελείται από παραλλαγές τουρκοκρητικών σκοπών που εμπεριέχουν τρεις εναλλασσόμενους παραδοσιακούς δρόμους (χουσεϊνι, υποδόριος, ουσάκ).

Στης φυλακής τα κάγκελα / είναι οι καημοί γραμμένοι / α-α-α-α-χ είναι και οι συγγενείς μπελί (= πραγματικοί) / κι οι φίλοι οι μπιστεμένοι / α-α-α-α-χ εκιά ναι οι συγγενείς μπελί / κι οι φίλοι οι μπιστεμένοι. / Αλλά λες κι άλλα μου κάνεις / βάλθηκες να με τρελάνεις, / Ω-ω-ω-χ. Μα όποιος δεν είναι μερακλής / και στ' άρματα τεχνίτης / δεν πρέπει για να λέγεται / απόγονος της Κρήτης / δεν πρέπει και να λέγεται / απόγονος της Κρήτης. / Μάγια μού χεις καμωμένα / και θα τρελαθώ για σένα.

Ενδεικτικό της συνεύρεσης διαφορετικών πολιτισμικών, εθνοτικών και θρησκευτικών στοιχείων είναι ο τουρκοκριτικός αμανές:

Ω-ω-ω-ω ψιλό μελαχρινάκι μου / γιάλα / πού βρήκες το μελάνι. / Α-α-α-χ κήβαψες το χειλάκι σου / γιάλα / και θα με κουζουλάνεις. / Ω-ω-ω-χ κουζουλεμένος και ντελής / γιάλα / γυρίζω εγώ για σένα / Α-α-α-χ μα συ δεν είσαι μπιστικιά / γιάλα / να μ' αγαπάς και μένα / Γιασκούρι / γιάλα / γιάλα / αν μ αγαπάς / νταγιάντα.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι Λακκουδιανές μαντινάδες:

Λακκουδιανή μου έμορφη / γιανκίνι του κορμιού μου / πρόβαλε στο κονάκι σου / να γιατρεφτεί η πληγή μου.

ΤΟ «ΑΝΤΩΝΙΟ»

Μερικοί από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του Λάκκου, σύμφωνα με την έρευνα του Ζαϊμάκη, ήταν το «Αντωνιό», ενδεχομένως ο σημαντικότερος μπουζουξής του Μεσοπολέμου, που είχε μάθει μπουζούκι από το μεγαλύτερο αδελφό του τον «Κουζουλοσωκράτη» που έπαιζε ταμπουρά την πρώτη εικοσαετία του αιώνα στις απόκεντρες συνοικίες του κάστρου. Το «Αντωνιό» έπαιζε στα καφενεία της Περβόλας Ηρακλείου, αλλά πήγαινε στο Ρέθυμνο και τα Χανιά, όπου έπαιζε μπουζούκι σε παρέες αρκετές φορές με τη συνοδεία ντόπιων λαϊκών καλλιτεχνών, όπως ο Μπαξεβάνης και ο Φουσταλιέρης. Στις αρχές του αιώνα ξακουστός μπουζουξής και ταμπουρατζής ήταν ο «Καρανταής», «ψηλόσωμος, μουστακλής, ντερβισόμαγκας, κατασκευαστής μουσικών οργάνων και κίβδηλων ζαριών». Ακόμη, ο «Κατσαρός», φημισμένος αυτοσχεδιαστής στα ρεμπέτικα και τα ταμπαχανιώτικα, ο «Πετσής», κιμπάρης, γεροντόμαγκας, γνωστός για τα κοφτά ταξίμια του, ο «Μουριανός», για το νταλκαδιάρικο παίξιμό του, ο οντερβιδάς Μιχάλης «Κωλομπότσης», ο δεξιοτέχνης του μαντολίνου το «Ροδάκι», ο «Κουρόγιαννος», που έπαιζε ζουρνά, και από τους νεότερους ο πρόσφυγας «Γεωργαλής» δεξιοτέχνης στο απτάλικο ζεϊμπέκικο, ο Σμυρνιός σαντουριτζής «Σμαραγδής», η Αρμένικη Κομπανία κ.λπ.

ΜΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΝΤΑΗΔΕΣ

Για την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο Λάκο αποκαλυπτική είναι η μαρτυρία του μάγκα τραγουδιστή Προκόπη «Κουλουρά», ο οποίος γεννήθηκε το 1907 και ζωντανεύει με την αφήγησή του άγνωστες πολιτιστικές πλευρές του Ηρακλείου. «Στο μικρό χαμαμάκι ήτανε τρεις καφενέδες και πηγαίνανε όλοι οι νταήδες χριστιανοί, Τούρκοι δεν επολυσυχνάζανε εκεί. Από εκεί ξεκινούσανε και πηγαίνανε στους τουρκομαχαλάδες και βάζανε φασαρία. Στους καφενέδες που ήταν οι νταήδες ερχόταν ο Αντώνακας. Αυτός ήταν πολύ δυνατός άντρας, ήταν από του Γιαννίκου τη ράτσα. Λιμανιώτης νταής. Εκεί ήταν και οι Κυλινκήρηδες που τραγουδάγανε ωραία και ο Τζαβέλλας, ωραιότερο άνδρα δεν είχε το Ηράκλειο, με μόρτικο ντύσιμο, ήπαιρνε το άλογό του και γυρνούσε στα μπουρδέλα στο Λάκκο και του τα δίνανε οι πουτάνες τα λεφτά και τα σκόρπαγε και έκανε χάζι. Ο Κατσαρός ήταν από τους παλιούς μάγκες του Λάκκου. Είχε μαγαζί με λατέρνες μέσα και είχε και μπουζούκι στον τοίχο. Άμα 'ρχότανε παρέα δική του, μπορεί να έπαιζε. Το μπουζούκι του ήταν από τα παλιά τα σκυφτά... Ο Κατσαρός ήταν μεγάλος αγαπητικός. Είχε πάντα τις πιο όμορφες πουτάνες και τις εκμεταλλευότανε κιόλας, τους τάπαιρνε».

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» ΑΘΗΝΑ 1 ΟΚΤ 1997


from ανεμουριον https://ift.tt/2NtWChY
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.