ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (1900 ΒΑΣΑΡΑΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ - 1981 ΑΘΗΝΑ)

Έχω μιαν άποψη που την επαλήθευσα αρκετές φορές στη ζωή μου, ότι υπάρχουν πολλών λογιών αριστοκρατικότητες στον Κόσμο. Ασφαλώς όλες είναι γέννημα μιας διαδοχής γενεών. Από γενεά σε γενεά τα χρωμοσώματα εξευγενίζονται και ο εξευγενισμός αυτός φανερώνεται και στο πνεύμα και στο σώμα. Αυτό το φαινόμενο είναι πιο ορατό, όταν οι γενεές αυτές παίζουν κάποιο ρόλο μέσα στην Ιστορία, είτε ως φεουδάρχες είτε ως ισχυροί κοινωνικοί παράγοντες είτε ως μεγάλοι δάσκαλοι. Από αρχοντογενιές και διασκαλογενιές είναι γεμάτη η Ιστορία της Ελλάδος (...) Στην πάντα «δεινή κουροτρόφο» Ελλάδα προσωπικά εγώ συνάντησα τρεις τέτοιες εκλάμψεις αριστοκρατικότητας μέσα σε γενεές εργατών της γης, τρία παραδείγματα που επιβεβαίωσαν αυτές τις σκέψεις μου. Γνώρισα από κοντά δύο ανθρώπους βγαλμένους από την ελληνική αγροτιά, από το ελληνικό χωριό, που
ελάμπρυναν ανώτατα αξιώματα της πολιτείας και έγιναν σταθμοί στην πολιτική Ιστορία του τόπου. Και γνώρισα και τους γονείς του Γιάννη Θεοδωρακόπουλου, τον Νίκο και την Παναγιώτα Θεοδωρακοπούλου (...) Το καλοκαίρι του 1915 ξεκινούσε ο Γιάννης, ο δευτερότοκος γιος του Νίκου Θεοδωρακόπουλου από τον Βασσαρά, ένα χωριό στις υπώρειες του Πάρνωνα, πεζή, για να έρθει στην Αθήνα. Ήταν 15 χρόνων και ήθελε να λάβει μέρος στο διαγωνισμό που είχε προκηρύξει η Ριζάρειος Σχολή, για να εισαχθεί ως οικότροφος στο ερχόμενο σχολικό έτος, Οι εξετάσεις έγιναν την ορισμένη μέρα, αλλά η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων αργούσε. Ο Γιάννης βιαζόταν, γιατί τα χρήματα που είχε στο δισάκι του τελείωναν. Χαμένο παιδί, μόνο του μέσα στην άγνωστη Αθήνα, αποφάσισε να πάει στο υπουργείο Παιδείας για να μάθει αν πέτυχε. Με το θάρρος του αγνού παιδιού
Θεοδωρακόπουλος, Ράμμος, Χρυσικός. Τρεις ακαδημαϊκοί που ετίμησαν τον τίτλο τους.
της επαρχίας, αφού μπόρεσε να ξεγλιστρήσει μέσα από πολλές πόρτες, έφτασε στο υπουργικό γραφείο. Ο υπουργός Γ. Θεοτόκης δέχονταν εκείνη την ώρα το κοινό. Ο Γιάννης, όταν ήρθε η σειρά του, του είπε το πρόβλημα του. Ο υπουργός χτύπησε το κουδούνι, ζήτησε τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και χαμογελώντας είπε στον μικρό «Μπαίνεις πρώτος»! Έτσι ο Γιάννης έγινε με το σπαθί του Ριζαρίτης, φόρεσε ράσο και έμαθε και την ψαλτική. Οταν τελείωσε, πάντα πρώτος, αποφάσισε η Σχολή να του χορηγήσει υποτροφία· αλλά φυσικά για να σπουδάσει Θεολογία. Εκεί τα πράγματα σκάλωσαν και ήρθε τελικά σαν από μηχανής θεός ο πρωτότοκος αδελφός, που δούλευε από μερικά χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες και που προθυμοποιήθηκε να τον στείλει αδέσμευτο στη Βιέννη. Γιατί διάλεξε ο Γιάννης τότε τη Βιέννη, δεν ξέρω. Πέρασε εκεί δυο χρόνια, που δεν πήγαν χαμένα. Τα
Η ταμπέλα και το κτίριο της Ελευθέρας Φιλοσοφικής Σχολής «Ο ΠΛΗΘΩΝ» που είχε δημιουργήσει ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος στη θέση Μαγούλα, έξω από τη Σπάρτη.
χρόνια αυτά της Βιέννης ήταν χρόνια προσανατολισμού. Διψασμένος γενικά για γνώση φιλοσοφική, την αναζητούσε σε όλον τον ορίζοντα του επιστητού. Παρακολουθούσε, εκτός από φιλοσοφία, μαθήματα ανατομίας, φυσιολογίας και φιλολογίας. Σταχυολογούσε από παντού. Επεξέτεινε την εποπτεία όπου τον έσπρωχνε η περιέργεια του και η αγάπη του. Δεν είχε βρει ακόμη το δρόμο του. Τον βρήκε όταν αποφάσισε να έλθει στη Χαϊδελβέργη, το 1922. Εκεί, πολύ πιο ώριμο, προσδιορίζουν το δρόμο τους δύο πρόσωπα, ένας μεγάλος δάσκαλος, ο Rickert, και ένας σοφός, χωρίς κανένα ακαδημαϊκό τίτλο, ένας νους ακατάστατος, πελαγωμένος μέσα στις ίδιες τις γνώσεις του, ένας μεγαλοφυής αποτυχημένος, ένα φαινόμενο ανιδιοτέλειας, ευγένειας και ανθρωπιάς, που οι λίγοι που τώρα τον θυμόμαστε - δεν έχει γράψει τίποτε - αποκαλυπτόμαστε μπρος στη μνήμη του: ο Kurt Wildhagen. Τούτα τα λόγια και προπαντός όσα έγραψε ο Γιάννης Θεοδωρακόπουλος στο τελευταίο βιβλίο του «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη», είναι ίσως το μόνο μνημόσυνο που έγινε γι' αυτόν τον έξοχο άνθρωπο, που πέρασε χωρίς να αφήσει ίχνη πίσω του. Ο Rickert δίδαξε στον Γιάννη Θεοδωρακόπουλο συστηματικά τη γραμματική, το συντακτικό, το ετυμολογικό της φιλοσοφίας.Ο άλλος του έδωσε μια καλλιέργεια, που εκτείνονταν σε πολλά τα πεδία. Ήταν ο Μέντωρ του. Ήταν ένας πνευματικός πατέρας, που καμάρωνε για το παιδί του. Οι σπουδές του γύρω από το φιλοσοφικό focus έπαιρναν πια μια καθαρή μορφή. Ήξερε πια που πήγαινε. Δεν νομίζω πως θα ήταν λάθος να διακρίνω σχηματικά την πορεία του σε τρεις φάσεις. Ο Γιάννης σπουδάζει Rickert και Windelband. Εντάσσεται στη νεοκαντιανή σχολή της Βάδης. Αυτή είναι η πρώτη φάση. Στη δεύτερη μεταβαίνει από τον Rickert στον Kant. Διαποτίζεται από τις τρεις μεγάλες «Κριτικές». Ακολουθεί ύστερα η πιο σημαντική φάση. Ο Γιάννης μεταβαίνει από τον Kant στον Πλάτωνα. Και εκεί στάθηκε ως το τέλος της ζωής του. Είδε τον Πλάτωνα πλατύτερα από ό,τι τον είδε ο Natorp. Δεν συνέλαβε την ιδέα μόνο σαν γνωσιολογική αρχή, αλλά όπως αυτός προσωπικά την συνέλαβε, αποφασιστικά βοηθημένος από την ευρύτερη κοσμοθεωρητική εποπτεία περί αξιών της σχολής της Βάδης. Από αυτήν την αφετηρία, οδεύοντας όλο βαθύτερα μέσα στον απέραντο πλατωνικό κόσμο, ο Θεοδωρακόπουλος βρήκε τον εαυτό του. Έγινε αυτοδύναμος. Κατέκτησε την απόλυτα προσωπική του θέση μέσα στη σύγχρονη φιλοσοφία. Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνόησε τους άλλους μεγάλους της φιλοσοφίας, ιδίως τον Αριστοτέλη και τον Έγελο. Γι' αυτό είπα ότι θέλησα να δώσω σχηματικά την κυρίαρχη τάση που χαρακτηρίζει την εξέλιξη του. Όπως κάθε σοβαρός σπουδαστής της εποχής εκείνης στη Γερμανία, ιδίως κάθε νέος επιδιδόμενος σε ανθρωπιστικές σπουδές, πλάι στους μεγάλους του κλάδου του, ο Γιάννης λάτρευε και ένα άλλο θεό, το Goethe. Τόσο ο Rickert όσο και ο Wildhagen κι ακόμα ο φίλος του, ο μεγάλος κριτικός Gundolf του άνοιξαν τις πύλες προς τον απέραντο γκαιτικό κόσμο, που συνοψίζει μια τιτανική παρουσία στο γερμανικό πολιτισμό, εκείνον που είχε στις ώρες του μεγαλείου του τις πύλες του ανοιχτές και προς το γαλλικό και προς το αγγλικό πνεύμα. Ο Γιάννης έπινε από αυτή την ανεξάντλητη νερομάνα ως το τέλος της ζωής του. Το κύριο κατόρθωμα του Γιάννη Θεοδωρακόπουλου ήταν, όλο αυτό το τεράστιο φορτίο γερμανικής παιδείας να το κυριαρχήσει τόσο ώστε να το μετουσιώσει σε κάτι ελληνικό μέσα του, να το υποτάξει στη δική του ελληνική προσωπικότητα. Αυτό είναι το μεγάλο επίτευγμα. Οταν το 1928 γύρισε ο Θεοδωρακόπουλος από τη Γερμανία, είχε δημοσιεύσει τη διδακτορική διατριβή του Platons Dialektik des Seins στη σειρά των «Χαϊδελβεργιανών πραγματειών Φιλοσοφίας και ιστορίας της Φιλοσοφίας». Μετά ένα χρόνο δημοσίευσε τη μονογραφία Ρίοtins Metaphysik des Seins. Ήρθε στην Αθήνα με τη δίκαιη αξίωση να εκλεγεί υφηγητής της Φιλοσοφίας. Βρήκε εν τούτοις όλες τις πόρτες κλειστές. Με τη μαχητικότητα, που τον διέκρινε, έκανε αγώνα κατά μέτωπον με εκείνους που του έφραζαν το δρόμο, κυρίως διότι η φιλοσοφική τους παιδεία, που προέρχονταν από τον ψυχολογισμό του W. Wundt, δεν τους άφηνε να εκτιμήσουν κατ' αξίαν τις φιλοσοφικές θέσεις του Θεοδωρακόπουλου. Έτσι μόλις γύρισε στον τόπο του ο Θεοδωρακόπουλος βρέθηκε σε εχθρικό περιβάλλον και για τα «καινά δαιμόνια» που εισήγε, αλλά και διότι ήταν ξένος προς τον κύκλο που δέσποζε τότε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σχεδόν συγχρόνως προς την επίθεση που δέχθηκε από το τότε φιλοσοφικό κατεστημένο στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, άρχισε να βάλλεται το έργο του και από την πλευρά των οπαδών του ιστορικού υλισμού. Εβάλλονταν έτσι από τα δύο άκρα. Τότε είναι που ο Θεοδωρακόπουλος μαζί με φίλους του, διαποτισμένους και αυτούς από το ίδιο χαϊδελβεργιανό νάμα, ίδρυσε το «Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών» με πρώτο άρθρο στο τεύχος του μια μελέτη του Heinrich Rickert, γεγονός που φανέρωνε κάτω από ποιο αστερισμό το περιοδικό αυτό θα προχωρούσε. Το 1930 ο Γιάννης Θεοδωρακόπουλος διορίζεται εντεταλμένος υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και από τότε αρχίζει το τεράστιο διδακτικό του έργο, που όταν στα ώριμα του χρόνια άρχιζε σταδιακά να δημοσιεύεται, φανέρωνε τη φυσιογνωμία του νέου Έλληνα φιλοσόφου. Ο Θεοδωρακόπουλος εντάσσεται στη μεγάλη παραδοσιακή φιλοσοφία και δεν ακολούθησε τα σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, που ξεκίνησαν λίγο μετά την αρχή του αιώνα μας και τα οποία ο Θεοδωρακόπουλος τα μελέτησε μένοντας ακλόνητος στη θέση του. (...) Η παραδοσιακή φιλοσοφία της οποίας η τελευταία γενιά, πολύμορφη και αυτή, κλείνει με τις δύο νεοκαντιανές σχολές, την πιο ορθόδοξη του Μαρβούργου και την πιο τολμηρή της Χαϊδελβέργης, άρχισε τότε να φθίνει. Ο Θεοδωρακόπουλος, όμως, έμεινε πιστός στη μεγάλη παράδοση, ανεπηρέαστος από τις γύρω του κυρίαρχες νέες τάσεις. Δεν αντλούσε ωστόσο μόνο από τους νεοκαντιανούς, ιδίως από τον Rickert. Αντλούσε από όλους τους μεγάλους του γερμανικού ιδεαλισμού και τέλος από τον Kant, που ανήκει στην εποχή του Διαφωτισμού, επάνω όμως στον οποίο στηρίχθηκε ο Fichte, ο Schellingk, ο Schopenhauer και ακόμη ο Hegel. Σε αυτών τα έργα, που τώρα παραμελούνται, εκτός από τον Hegel, που ασκεί κάποτε και από παρανόηση μια υπολογίσιμη ακόμη επιρροή, εντρυφούσε όλη του τη ζωή ο Θεοδωρακόπουλος. Και αυτά ήταν ο ένας στύλος του ναού του, ενώ ο άλλος ήταν η αρχαία ελληνική φιλοσοφία από τους Προσωκρατικούς ως τον Πλωτίνο. Ο Πλάτων ήταν μέσα σ' αυτούς ο πρώτος τη τάξει. Αυτός ήταν ο αληθινός προγονός του. Δεν τον είδε μόνο από τη νεοκαντιανή σκοπιά, ιδίως του Νατορπ. Τον είδε βοηθούμενος από τους χαϊδελβεργιανούς φιλοσόφους πολύ πιο πλατιά. Και αυτός ήταν τελικά η αστείρευτη πηγή της έμπνευσης του. Δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει η σκέψη του και από τον Αριστοτέλη και από τις «Κριτικές» του Kant, αλλά ο μέγας έρωτας του ήταν ο Πλάτων. Οι μεγάλοι του γερμανικού ιδεαλισμού, ιδίως ο Hegel και οι πιο σημαντικοί νεοκαντιανοί, ο Natorp, ο Windelband, ο Rickert, ο Hoffmann, τον βοήθησαν να μυηθεί στον πλατωνισμό. Αλλά τολμώ να πω πως στην κατανόηση του Πλάτωνος, ο Θεοδωρακόπουλος πήγε μόνος του πιο πέρα. Στις μέρες που η υποταγή στα κρατούντα φιλοσοφικά ρεύματα είναι πιο δυνατή και από την υποταγή των γυναικών στη μόδα, αποτελεί πράξη πνευματικής ανδρείας να στέκεσαι εκεί όπου πιστεύεις ότι βρίσκεται η παραγκωνισμένη αλήθεια, και όπου όχι μόνο δεν φτάνουν οι προβολείς της δημοσιότητας, αλλά όπου οι πολλοί τοποθετούν τους ξεπερασμένους και τους αρτηριοσκληρωτικούς. Και δεν ήταν ούτε από άγνοια των θεωριών που επικρατούσαν ούτε από αδυναμία να τις διακηρύξει, αν ήθελε να αποστεί από την αλήθεια στην οποία πίστευε, που ακολουθούσε αυτή την πορεία. Μαθητής αγαπητός του Jaspers, φίλος του Heidegger στα δραματικά χρόνια της απομόνωσης του, αν ήθελε, θα γίνονταν και στο εξωτερικό και εδώ ο φιλόσοφος της μόδας. Αλλά τότε δεν θα ήταν ο Γιάννης Θεοδωρακόπουλος. Ο Θεοδωρακόπουλος υπήρξε προπαντός δάσκαλος. Γύρισε στην Ελλάδα νέος με το πάθος να διδάξει φιλοσοφία. Δικαιολογημένα και οι συνεργάτες του των τελευταίων χρόνων, όταν πια δεν δίδασκε στο Πανεπιστήμιο, των ονόμαζαν και ακόμη σήμερα τον ονομάζουν «δάσκαλο». Επειδή και όταν γράφει διδάσκει, γι' αυτό τα κείμενα του δεν έχουν το ύφος γραπτού, αλλά προφορικού λόγου. Δεν γράφει, μιλάει προς τον αναγνώστη. Σπάνια συμβαίνει το αντίθετο. Συμβαίνει στα δύο βιβλία, που έγραψε γερμανικά πριν έρθει στην Ελλάδα, και σε λίγα μεταγενέστερα ελληνικά κείμενα. Ως δάσκαλος, όμως, ο Θεοδωρακόπουλος δεν μονολογεί. Διαλέγεται και δεν δογματίζει. Με πολλή προσοχή αντικρούει τις αντίθετες απόψεις. Και κάτι παραπάνω. Πασχίζει να εξάρει ό,τι βρίσκει αξιόλογο και σε θεωρίες άκρως αντίθετες προς τις δικές του. Και σαν πνευματικός άνθρωπος χαίρει όπου με τους αντίθετους βρίσκει σημεία επαφής. Σαν δάσκαλος αγάπησε τους μαθητές του. Και μιλούσε με συμπάθεια ακόμη και γι' αυτούς που αργότερα δεν απέδωσαν στο δάσκαλο τα οφειλόμενα τροφεία, αλλά αντίθετα τον πίκραναν. Δάσκαλος, αλλά χωρίς δασκαλίστικη σχολαστικότητα. Είχε κάνει βίωμα τη ρήση του Goethe, ότι «καθένας είναι ελεύθερος να ασχολείται με ό,τι τον τραβάει· αλλά η καθαυτό μελέτη της ανθρωπότητας είναι ο άνθρωπος». Ο Goethe, ο μεγαλύτερος στοχαστής των νεότερων χρόνων, που απ' όλη την επιστημονική φιλοσοφία κατείχε μόνο (και αυτός χάρις στον Schiller) την «Κριτική της Δυνάμεως της Κρίσεως», παράλληλα με τους φιλοσόφους, στάθηκε, όπως κιόλας τόνισα, οδηγός στη ζωή του. (...) Δεν είναι μόνο τα μαθήματα του Θεοδωρακόπουλου για τον Faust, που εξαντλούν τη σχέση του με τον Goethe. Είχε ανθολογήσει απ' όλο το απέραντο έργο του Goethe διδάγματα, όχι τόσο για να φτάσει στο ευ φιλοσοφείν, αλλά και στο ευ ζειν. Τον είχε για παράδειγμα και στις δραματικές ώρες της προσωπικής του ζωής, όταν τόσο σκληρά τον χτύπησε η μοίρα. Ώρες όπου απέδειξε το φιλοσοφικό του ήθος και το ανθρωπινό του βάθος. Θα παρέλειπα μια σημαντική πτυχή της πνευματικής του προσωπικότητας, αν δεν τόνιζα την πολύχρονη προσπάθεια του Θεοδωρακόπουλου να φωτίσει φιλοσοφικά την ελληνική Ιστορία. Τα πολλά που έγραψε για τον Ελληνισμό αποτελούν μιαν εφαρμοσμένη φιλοσοφία της Ιστορίας. Ο Θεοδωρακόπουλος είδε τον Ελληνισμό ως ιστορική ενότητα και φώτισε το νόημα του ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο στον καιρό μας. Σ' αυτό το σημείο το τέκνο του Πάρνωνα και ο σπουδαστής της Χαϊλδεμβέργης σμίγουν και θεωρούν με έξοχη φωτεινότητα, αλλά και με περίσσιο πόνο τη μοίρα του έθνους του. Και σ' αυτή την περίπτωση βρέθηκε ο Θεοδωρακόπουλος στην πλευρά όπου δεν φτάνουν τα φώτα του συρμού. Και γι' αυτό κείμενα, που έπρεπε να γίνουν εγκόλπιο για πολλούς ειδικούς μελετητές της ελληνικής ιστορίας, αγνοούνται. Δεν όζουν λυχνίας, αλλά όζουν μιας ιδεολογίας, που πάει πίσω στον Hegel και που δεν ευδοκιμεί στο σύγχρονο κόσμο. Αλλ' ίσως αυτό να μην έχει και τόση σημασία. Υπάρχουν μερικές πνευματικές θέσεις που έρχονται και παρέρχονται. Υπάρχουν λίγες που θάβονται κάποιο διάστημα και ύστερα ανασταίνουν και πάλι θάβονται και πάλι ανασταίνουν. Ο Θεοδωρακόπουλος χωρίς να το επιδιώξει, από εσωτερική πίστη, αυτή τη φιλοσοφία γενικά ασπάσθηκε και αυτή δίδαξε και σ' αυτήν βρήκε τρόπο να συλλάβει το νόημα του Ελληνισμού. Τα αλλεπάλληλα παρόντα είναι σύντομα. Ο χρόνος, που. χαρίζει τη δικαίωση, είναι άπειρος. Μέσα σ' αυτόν πάει ζωντανός ή νεκρός - αδιάφορο - ο Γιάννης Θεοδωρακόπουλος». Θέλοντας να μεταφέρει το ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία και στην επαρχία, ο Ι. Θ. ίδρυσε το 1975, στη Μαγούλα της Σπάρτης, την Ελεύθερη Σχολή Φιλοσοφίας «Ο Πλήθων». Πρωταρχικό κίνητρο για την επιλογή αυτή του ιδρυτή της ήταν η πεποίθηση του ότι η πνευματική αναγέννηση του τόπου «ημπορεί να προέλθει μόνο από την περιφέρεια, εφ' όσον κατορθώσει να γίνει αυτοδύναμη», και όχι «από την Αθήνα όπου ο θόρυβος και η τύρβη... εμποδίζουν τους ανθρώπους να σκεφθούν καθαρά». Η Σχολή ονομάστηκε από τον ιδρυτή της «ελευθέρα», για να υποδηλώσει ότι «είναι ανοικτή προς όλα τα σημεία» και «ότι δεν έχει κανένα από τους συνηθισμένους ανθρώπινους φραγμούς». Εξειδικεύοντας τους φραγμούς αυτούς ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος όριζε ότι η Σχολή «δεν θα έχει το φραγμό του χρήματος», υπό την έννοια ότι «μεταξύ διδάσκοντος και ακροατών δεν θα υπάρξει καμιά σχέση οικονομική», ότι «επίσης, δεν θα έχει καμιά σχέση με τη συνηθισμένη γραφειοκρατική διαδικασία», αφού «η γραφειοκρατία φονεύει το πνεύμα και καταπνίγει τη ψυχή και απ' αυτήν τη γραφειοκρατία υποφέρει ο σύγχρονος άνθρωπος» Κα ότι, «τέλος, θα είναι ελεύθερη από το κράτος» υπό την έννοια ότι «τοποθετείται έξω από το κράτος, δίσχως να διανοηθεί ποτέ να είναι εναντίον του κράτους». Θέτοντας, εξ άλλου, ως έμβλημα της Ελευθέρας Σχολής Φιλοσοφίας το όνομα του Πλήθωνος, ο ιδρυτής της εξέφραζε ένα βαθύ συμβολισμό. «Όπως ο Πληθών εφιλοσόφησε για τη μοίρα του Ελληνισμού και έθεσε τα θεμέλια του νέου Ελληνισμού, όταν η αυτοκρατορία κατέρρεε», έτσι και η Σχολή, «στην κρίσιμη εποχή που διέρχεται το έθνος μας», ως στόχο της έχει, μέσα από τη διακονία της φιλοσοφίας και της επιστήμης, θέτοντας «εξ αρχής, όλα τα βασικά προβλήματα του συγχρόνου Ελληνισμού», να συντελέσει, «ώστε οι σύγχρονοι Έλληνες ν' αποκτήσουν υψηλό βαθμό αυτοσυνειδησίας για το τι είναι οι ίδιοι και για το τι πρέπει να είναι μέσα στην Ιστορία». Κατά το διάστημα που ο ίδιος ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος διηύθυνε τη λειτουργία της Σχολής - συγκεκριμένα, από το 1975, οπότε αυτή ιδρύθηκε, μέχρι το 1981, έτος του θανάτου του - ο στόχος αυτός της Σχολής πραγματοποιήθηκε αφενός μεν με την οργάνωση μαθημάτων, που παρέδωσε ο ίδιος ο ιδρυτής της, αφετέρου δε με τη σύγκληση συνεδρίων, στα οποία έλαβαν μέρος προσωπικότητες του πνεύματος από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Ο Θεοδωρακόπουλος δημοσίευσε πολλά αυτοτελή συγγράμματα και πλήθος από μελέτες σε ελληνικά και ξένα επιστημονικά περιοδικά. Σημαντικότερα είναι: Η πλατωνική διαλεκτική του Είναι (Platons Dialektik des Seins, διόακτ. διατριβή, 1927), Η πλωτινική μεταφυσική του Είναι (Ρίοtins Metaphysik des Seins 1928, Θεωρία του Λόγου η Γνωσεολογία (1928, επανέκδοση στον τόμο Τα πρώτα μου φιλοσοφήματα 1927-1930, 1978), Εισαγωγή στον Πλάτωνα (1941, 1947, 1970), Σύστημα φιλοσοφικής ηθικής Α' (1947, 1965), Πλάτωνος «Φαιδρός» (1948, 1968, 1971), Ο Φάουστ του Γκαίτε. Μετάφραση με αισθητική και φιλοσοφική ερμηνεία (1956), Φιλοσοφία και ζωή (1967), Τα σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα (1972), Εισαγωγή στη φιλοσοφία (4 τ., 1974-75), Πλάτωνος Θεαίτητος (1980). το τελευταίο του βιβλίο, που κυκλοφόρησε λίγο πριν από το θάνατο του με τίτλο Αγαπημένη μου Χαϊδεμβέργη (1980) περιέχει σπουδαίες ειδήσεις και κρίσεις από την εποχή των φιλοσοφικών του σπουδών (1922-1927).

(από την Επετηρίδα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Αθήνα 1980-81, σελ. 9-15)


from ανεμουριον https://ift.tt/329KbuJ
via IFTTT

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.