Η εμπλοκή στη Μικρά Ασία

του Γιώργου Μαργαρίτη
Τυφεκιοφόροι της Ελληνικής Α' Μεραρχίας παρελαύνουν στην προκυμαία της Σμύρνης λίγο μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού κατοχής, το πρωί της 2ας Μαΐου 1919
Οι πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα υπήρξαν καταλυτικές για το Ανατολικό ζήτημα. Οι νέοι έντονοι ανταγωνισμοί μεταξύ των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και η συσπείρωση τους σε συνασπισμούς που θα αποτελούσαν και τα στρατόπεδα του επερχόμενου παγκόσμιου πολέμου, μετέβαλαν τις ισορροπίες στην περιοχή και γενικότερα. Οι ανατροπές αυτές προκάλεσαν γενική αναταραχή στο ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που, από το 1898 ως το 1913, οδήγησε στον απόλυτο σχεδόν εξοβελισμό της σουλτανικής κυριαρχίας από τα ευρωπαϊκά εδάφη. Το βασικό σημείο αυτών των ανατροπών -που διαφέρει τελείως από τα ισχύοντα τον 19ο αιώνα- ήταν η εγκατάλειψη, βασικά από την Αγγλία, της αρχής τού μη διαμελισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο οθωμανικός χώρος έγινε αντικείμενο διεκδικήσεων και πεδίο ανταγωνισμών μεταξύ των ισχυρών της Ευρώπης. Ταυτόχρονα, στα σύνορα και στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας, κράτη και εθνικές ομάδες διεκδικούσαν το δικό τους μερίδιο στη μοιρασιά.

Στα δυτικά, η ταπείνωση της Βουλγαρίας το 1913 είχε αφήσει τους Έλληνες ως ισχυρότερους διεκδικητές. Η παρουσία σημαντικών ελληνικών πληθυσμών στην Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία ενίσχυε ακόμα περισσότερο τις ελληνικές φιλοδοξίες και έφερνε τη μικρή χώρα αντιμέτωπη με τις πολιτικές μεγάλων δυνάμεων. Οι περιοχές που διεκδικούσε η Ελλάδα ενδιέφεραν και τη Ρωσία, που εποφθαλμιούσε τα Στενά και την Κωνσταντινούπολη, και την Ιταλία, που από τον ιταλοτουρκικό πόλεμο του 1911-1912 είχε εγκαινιάσει την δια του πολέμου απόσπαση τμημάτων του οθωμανικού κόσμου. Από τις υπόλοιπες δυνάμεις, η Αγγλία δεν ήταν καθόλου αδιάφορη, καθώς προσπαθούσε να διαρθρώσει τα πολύπλοκα πλέγματα των ανταγωνισμών με βάση τα δικά της συμφέροντα, την προστασία του πολύτιμου Σουέζ και την κυριαρχία στον Περσικό κόλπο.

Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος επιτάχυνε τις εξελίξεις. Στα 1915 πιστοποιήθηκε η έκταση των ανατροπών: Η παραδοσιακή προστάτιδα της οθωμανικής ακεραιότητας, η Μεγάλη Βρετανία, πρωτοστάτησε στην εκστρατεία της Καλλίπολης, που στόχο είχε να αποσπάσει από τους Τούρκους τον έλεγχο του Ελλησπόντου, προς ενίσχυση του ανατολικού συμμάχου της Αντάντ, της Ρωσίας. Η εκστρατεία αυτή κατέστησε σαφές ότι το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας είχε πάψει να ισχύει.

Ανάμεσα σε αυτούς που κατανόησαν αμέσως τη σημασία των αλλαγών, ήταν και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Διαπίστωσε ότι τα σχήματα του περασμένου αιώνα ελάχιστη ισχύ είχαν πλέον και ότι στις νέες συνθήκες, το συμφέρον της Ελλάδας (προσανατολισμένο στη Μεγάλη Ελλάδα, στην ιδέα δηλαδή της εδαφικής εξάπλωσης) επέβαλε την πρόσδεση της στο συμμαχικό στρατόπεδο, και πιο ειδικά στην Αγγλία, που πρωτοστατούσε στις αλλαγές. Η θέση αυτή υπήρξε η αρχή του Διχασμού, της σύγκρουσης Βενιζέλου-Κωνσταντίνου.

Τα γεγονότα δικαίωσαν αρχικά τον Κωνσταντίνο. Η συμμαχική επιχείρηση στα Δαρδανέλια απέτυχε ολοκληρωτικά. ενώ οι διαπραγματεύσεις που άρχισαν την άνοιξη του 1915 μεταξύ Ρώσων και Άγγλων, ελάχιστα έλαβαν υπόψιν τις ελληνικές διεκδικήσεις. Η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά θα δίνονταν στη Ρωσία οι αντάλλαγμα της αγγλικής προώθησης στην πλούσια σε πετρέλαια Μεσοποταμία, πράγμα που έχανε ενοχλητική την ελληνική παρουσία και στην εκστρατεία και στην περιοχή. Το σημαντικό ήταν, πάντως, ότι ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε τεθεί στα πλέον επίσημα τραπέζια των διαπραγματεύσεων.

Η αρχή της διανομής παρέμεινε ισχυρή και ενεργή σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Τμήματα μάλιστα της Αυτοκρατορίας άρχισαν να μοιράζονται -στα χαρτιά- σε κάθε ενδιαφερόμενο. Στην Ιταλία για να πάρει μέρος στον πόλεμο, στη Γαλλία για να εξισορροπήσει τα αγγλικά και ιταλικά κέρδη.

Η Αγγλία υπήρξε την περίοδο αυτή ρυθμιστής και μάλιστα ευνοϊκός για την Ελλάδα, καθώς υπενθύμιζε πού και πού τις αξιώσεις της τελευταίας, για να περιορίσει τις ρωσικές (αλλά και τις ιταλικές) βλέψεις. Τα σχέδια αυτά ενσωματώθηκαν σε κρυφές ή φανερές συμφωνίες και συνθήκες. Στις 26 Απριλίου 1915, η Συνθήκη του Λονδίνου κατέγραψε τις παραχωρήσεις προς την Ιταλία ώστε η τελευταία να επιτεθεί στην Αυστρία. Λίγο αργότερα, η Συρία και η Κιλικία επιδικάστηκαν στους Γάλλους. Στα 1916, το σχήμα της διανομής προοδευτικά παγιώθηκε. Στην πρώτη του μορφή (Σύμφωνο Sir Mark Sykes & Georges Picot, Ιανουάριος 1916) προστέθηκαν ολοένα και νέα αιτήματα, με αποτέλεσμα τη Συμφωνία του Saint Jean de Maurienne, τον Απρίλιο του 1917, όπου η Τουρκία περίπου εξαφανίστηκε, καθώς περιορίστηκε σε μικρή περικυκλωμένη έκταση γύρω από την Άγκυρα.

Η Ελλάδα και τα αιτήματα της απουσίαζαν σε αυτή τη ρύθμιση, κι ο λόγος ήταν η πολιτική ρευστότητα στη χώρα εξαιτίας του Διχασμού. Η σύγκρουση Βενιζέλου-Ανακτόρων οδήγησε σε συνταγματική εκτροπή και ο φανατισμός έφερε τη χώρα στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου. Ένα σημαντικό τμήμα των Ελλήνων, από την Παλαιά Ελλάδα ιδιαίτερα, δεν επιθυμούσε την εμπλοκή σε πολεμικές περιπέτειες που ελάχιστα θετικά υπόσχονταν σε αγρότες, μικροαστούς και γενικά στα πλέον φτωχά τμήματα του πληθυσμού. Για τις κοινωνικές δυνάμεις, όμως, που στήριζαν τον Βενιζέλο, η απραξία της Ελλάδας ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη εθνικών στόχων και την απώλεια ιστορικών ευκαιριών, από εκείνες που πολύ σπάνια εμφανίζονται στην ιστορία ενός έθνους. Και οι δύο πλευρές είχαν αξιόλογα επιχειρήματα και στηρίζονταν σε ισχυρούς, κοινωνικά, χώρους. Στην ουσία, δεν επρόκειτο μόνο για τη γεωγραφική μορφή που η χώρα επιθυμούσε να έχει αλλά κυρίως, για την κοινωνική της υφή, για ανακατατάξεις εξουσίας και συμφερόντων. Γι' αυτό και η πολιτική κρίση υπήρξε τόσο απόλυτη.

Η κρίση, όπως είναι γνωστό, ξέσπασε το Σεπτέμβριο του 1915 και ολοκλήρωσε, τρόπον τινά, τον κύκλο της με την αποχώρηση του Κωνσταντίνου και την επανενοποίηση της χώρας υπό την κυβέρνηση του Βενιζέλου τον Ιούνιο του 1917.

Στο παιχνίδι των διεκδικήσεων

Η πολιτική αλλαγή δεν επέλυσε αμέσως τα συσσωρευμένα προβλήματα. Η περιπέτεια του Διχασμού είχε εξαντλήσει τη χώρα και καθιστούσε αδύνατη τη συμμετοχή της στον πόλεμο χωρίς την άμεση, οικονομική, πολιτική και στρατιωτική αρωγή των Συμμάχων. Η αρωγή αυτή, στον μεν στρατιωτικό τομέα κατάφερε να δημιουργήσει ένα αξιόμαχο και περίπου σύγχρονο στράτευμα, ισχυρό εργαλείο της ελληνικής πολιτικής στις μετά τον πόλεμο ημέρες, όμως, από την άλλη, η διαδικασία που επιλέχτηκε για την οικονομική στήριξη της χώρας προκαλούσε σημαντικές παρενέργειες.

Πραγματικά, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ ενέκριναν, κατ' αρχάς, μεγάλα δάνεια προς την Ελλάδα: 12.000.000 λίρες Αγγλίας, 300.000.000 γαλλικά φράγκα και 50.000.000 δολάρια ΗΠΑ. Ο δανεισμός όμως αυτός ήταν μόνο θεωρητικός. Τα ποσά ποτέ δεν εκταμιεύτηκαν, ούτε δόθηκαν στην Ελλάδα, θεωρήθηκαν κάλυμμα για την έκδοση πρόσθετου χαρτονομίσματος με το οποίο θα χρηματοδοτούσε, η κυβέρνηση Βενιζέλου την πολεμική της προσπάθεια. Ένα είδος αποθέματος, δηλαδή, σε χρυσό και σε συνάλλαγμα, που βρισκόταν όμως έξω από τον έλεγχο της χώρας. Η Ελλάδα πάντως χρηματοδότησε με τον τρόπο αυτό την πολεμική συμμετοχή της στο μακεδονικό μέτωπο και στην εκστρατεία στην Ουκρανία και την Κριμαία, καθώς και την πρώτη φάση της στρατιωτικής εμπλοκής στη Μικρά Ασία. Οι συνέπειες, όμως, αυτής της ιδιόμορφης νομισματικής ισορροπίας δεν άργησαν να φανούν.
Ο Βενιζέλος υπογράφει τα κείμενα της συνθήκης των Σεβρών. (Μουσείο Ελ. Κ. Βενιζέλου)
Την ίδια ακριβώς εποχή που η Ελλάδα εντασσόταν στο στρατόπεδο των αυριανών νικητών, οι κλυδωνισμοί του πολέμου άλλαξαν τα διπλωματικά δεδομένα στην περιοχή. Στα 1917 η Ρωσική Επανάσταση έβγαλε τη Ρωσία από την Αντάντ και ακύρωσε τις βλέψεις της ισχυρής αυτής δύναμης στα οθωμανικά εδάφη. Για την Ελλάδα, η ανέλπιστη αυτή εξέλιξη σήμαινε ότι η περιοχή των Στενών και της Κωνσταντινούπολης — και λιγότερο η Θράκη και οι βορειότερες περιοχές της Μικράς Ασίας— δεν αποτελούσαν πλέον ζώνες ρωσικού ενδιαφέροντος και η διεκδίκηση τους γινόταν ανοικτή υπόθεση. Ο Βενιζέλος προσπάθησε με επιτυχία να εκμεταλλευθεί το κενό. Όταν, το Νοέμβριο του 1918, 0 πόλεμος τελείωσε, η Ελλάδα ήταν πλέον σημαντικός εταίρος στα σχέδια διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το κενό όμως που άφηνε η ρωσική αποχώρηση, δύσκολα μπορούσε να καλυφθεί από τη σαφώς ασθενέστερη Ελλάδα. Η απουσία των ισχυρών ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων, που θα στήριζαν ή θα επέβαλαν -αν χρειαζόταν- τη διανομή των οθωμανικών εδαφών, επέβαλε την εφαρμογή σύνθετων στρατιωτικών και πολιτικών σχεδίων. Εμπνευστής και θιασώτης των οποίων ήταν η Μεγάλη Βρετανία, ο μεγάλος νικητής του παγκοσμίου πολέμου.

Το μεγαλύτερο τμήμα της γερμανικής αποικιακής αυτοκρατορίας προστέθηκε άμεσα ή έμμεσα (μέσω προτεκτοράτων) στις βρετανικές κτήσεις, ενώ οι σημαντικές ζώνες γερμανικής οικονομικής διείσδυσης πέρασαν υπό βρετανικό έλεγχο. Το πιο σημαντικό κέρδος των Βρετανών, σ' αυτή την κατεύθυνση υπήρξε η προώθηση των θέσεων τους στη Μέση Ανατολή. Για να σταθεροποιηθούν οι νέες του θέσεις, οι Βρετανοί έπρεπε να προχωρήσουν στη συνολική επίλυση του Οθωμανικού προβλήματος. Στην προσπάθεια της αυτή, η Αγγλία είχε να υπολογίσει, μόνο τα συμφέροντα της Γαλλίας και, δευτερεύοντος (καθώς τα Βαλκάνια απορροφούσαν την προσοχή της), της Ιταλίας. Οι ελληνικές διεκδικήσεις μπορούσαν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά στις αγγλικές προθέσεις.

Στα Στενά και στη Μικρά Ασία η βρετανική πολιτική στηρίχθηκε σε δύο υποθέσεις οι οποίες, στην πορεία, αποδείχθηκαν λανθασμένες. Η πρώτη ήταν ότι η τουρκική κοινωνία, ο τουρκικός εθνικισμός, βρισκόταν σε φάση αδυναμίας και παραίτησης και ότι η μόνη εξουσία στην ηττημένη χώρα θα ήταν η υπό συμμαχική ομηρία σουλτανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης. Συνέχεια αυτής της αντίληψης ήταν η εκτίμηση ότι ο ηττημένος δεν είχε πλέον στρατιωτικές δυνατότητες για να αντισταθεί στα σχέδια διανομής. Ότι δηλαδή αρκούσαν τα συμμαχικά αποσπάσματα, οι ελληνικές δυνάμεις και. η στήριξη αποσχιστικών κινημάτων (λ.χ. του Πόντου ή των Αρμενίων), για να επιβάλουν τις συμμαχικές θέσεις, απόντος έστω του ρωσικού στρατού. Παράξενοι υπολογισμοί για τις δυνατότητες μιας χώρας που είχε πολλές φορές νικήσει στα πεδία των μαχών στον τελευταίο πόλεμο (Καλλίπολη, Μεσοποταμία, κ.λπ.).

Παρ' όλα αυτά, η εμπιστοσύνη στους αγγλικούς υπολογισμούς και η τυφλή πίστη στη βρετανική ισχύ, οδήγησαν την ελληνική κυβέρνηση στην πλήρη υιοθέτηση των αγγλικών σχεδίων και στην ενθουσιώδη εμπλοκή σε μια περιπέτεια με δυσδιάκριτο τέλος.

Στη Συνθήκη του Νεϊγύ, μεταξύ της Αντάντ και της Βουλγαρίας, η Ελλάδα πήρε μια πρόγευση του νέου της ρόλου. Στις 2 Μαΐου 1919, οι πρώτες ελληνικές στρατιωτικές μονάδες αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη, στο πλαίσιο εντολής της διάσκεψης των νικητών για να επιβάλουν την τάξη εν όψει των τελικών ρυθμίσεων.

Πολύ γρήγορα έγινε σαφές ότι οι Τούρκοι δεν θα αποδέχονταν αμαχητί τους όρους των νικητών. Η ελληνική, μάλιστα, εμπλοκή στη διανομή των εδαφών της Μικράς Ασίας προκάλεσε, περισσότερο απ1 ό.τι η αγγλική, η γαλλική, ή η ιταλική παρουσία, ισχυρότατες αντιδράσεις, που απαξίωσαν την κυβέρνηση του Σουλτάνου σε όφελος των εθνικιστικών κινημάτων. Η αστυνομική επιχείρηση μετεξελίχθηκε γρήγορα σε πολεμική εκστρατεία.
Χάρτης της Ελλάδας και των Νέων Εδαφων την Αν. Θράκη και το Βιλαέτι της Σμύρνης το 1920 τυπωμένος στο Λονδίνο τον ίδιο χρόνο. Εθνικό Ιστορικό Μουσειο.
Λίγες εβδομάδες μετά την ελληνική απόβαση, τα ελληνικά στρατεύματα, στη στενή τότε ζώνη κατοχής, έφθασαν τις 55.000 άνδρες, ολόκληρο το Δ' Σώμα Στρατού, χωρίς να λυθούν τα ζητήματα ασφάλειας και να περιοριστούν οι τουρκικές ανταρτικές ομάδες. Στις αρχές του 1920, η κυβέρνηση του Βενιζέλου υιοθέτησε ένα μέτρο που, αν και δεν του δόθηκε τότε η σημασία που του αναλογούσε, οδηγούσε σε ολοκληρωτική αναμέτρηση τη μικρασιατική εμπλοκή. Ο ελληνικός στρατός επιστράτευσε τότε όχι μόνο τους Έλληνες υπηκόους της κατεχόμενης περιοχής, αλλά σε εθελοντική βάση, και Τούρκους υπηκόους ελληνικής καταγωγής. Οι γέφυρες μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων και οι μελλοντικές δυνατότητες συμβίωσης υπονομεύθηκαν καίρια από αυτήν την πρωτοβουλία. Η συνέχιση της ελληνικής παρουσίας στις ακτές της Ιωνίας εξαρτιόταν πλέον από τη στρατιωτική επικράτηση ενάντια στον τουρκικό εθνικισμό.

Στις παραμονές της διπλωματικής ρύθμισης του ζητήματος, η ελληνική ζώνη κατοχής είχε ήδη απλωθεί προς το εσωτερικό και την IIρούσα, καλύπτοντας τα Στενά από το νότο. Οι ελληνικές δυνάμεις ξεπερνούσαν πλέον τους 100.000 άνδρες, με 200 πυροβόλα και άφθονο υλικό. Επρόκειτο για κανονικό πόλεμο και η ανακοίνωση των όρων της Συνθήκης των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) απλά επιτάχυνε τη γενίκευση του.

Η συνθήκη ικανοποιούσε φαινομενικά τις ελληνικές διεκδικήσεις σε ανέλπιστο βαθμό. Ολόκληρη η Θράκη και μεγάλες περιοχές της Μικράς Ασίας δίδονταν στην Ελλάδα. Στην ουσία, της δινόταν η έμμεση επίβλεψη των Στενών, καθώς θα κάλυπτε τη ζώνη διεθνούς ελέγχου τους από το βορρά και το νότο. Θέση σημαντική στις διεθνείς ισορροπίες και στρατηγικές, που καθιστούσε όμως, εξαιτίας ακριβώς της σημασίας της, την Ελλάδα υποχείριο των συμμαχικών, των αγγλικών ιδιαίτερα, σχεδίων. Πραγματικά, πολύ δύσκολα θα επιτρεπόταν στη χώρα να μεταβάλει απόψεις και πολιτική, καθώς αυτό θα έθιγε ευρύτερες ισορροπίες. Αυτή η «εν θριάμβω» ομηρία της ελληνικής πολιτικής εκδηλώθηκε πιεστικά — και αργότερα καταστροφικά, μετά τις εκλογές της 20ής Νοεμβρίου 1920, την πτώση του Βενιζέλου και την επάνοδο του Κωνσταντίνου.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ 1910-1920
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1999




from ανεμουριον https://ift.tt/2TK1Nv4
via IFTTT

Δημοσίευση σχολίου

To kaliterilamia.gr σέβεται το δικαίωμα όλων των χρηστών να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ωστόσο διατηρεί το δικαίωμα, να μην δημοσιεύει συκοφαντικά και υβριστικά σχόλια. Έτσι όποια σχόλια, περιέχουν ακατάλληλα προς το κοινό χαρακτηριστικά θα αποσύρονται από τον ιστότοπο.

Νεότερη Παλαιότερη