Πολεοδομία και αρχιτεκτονική

της Ιωάννας Σωτηρίου-Δωροβίνη
Το κοσμοπολίτικο «Μέγα Ξενοδοχείο Huck» στην Προκυμαία (φωτ.: συλλογή Α.Σ. Μαΐλλη).
«Η ΣΜΥΡΝΗ ήτανε μια πόλη μαγική... μια πόλη με αναρίθμητα σταυροδρόμια πάνω (στα οποία) ανταμώθηκαν πολιτισμοί, θρησκείες, μυστήρια»[1]. Η πόλη της Σμύρνης[2] είχε μια μακραίωνη ιστορία ως του σημαντικότερου εμπορικού κέντρου της Μικράς Ασίας. Ηδη από τον 16ο αιώνα, με την ανάπτυξη του αποικιακού ευρωπαϊκού εμπορίου, ατέλειωτα καραβάνια με εμπορεύματα κάθε λογής κατέφθαναν στο λιμάνι της από τα βάθη της Ανατολής. Η αρχική συγκρότηση της πόλης γίνεται στις υπώρειες του όρους Πάγου, με την ακρόπολη και το αρχαίο θέατρο στην κορυφή, όπου οι παμπάλαιες ελληνικές συνοικίες του «Απάνω Μαχαλά» και «Αη Βούκλα» (Αγίου Βουκόλου). Στη συνέχεια οι τουρκικοί μαχαλάδες που κατηφορίζουν προς τη θάλασσα. Εκεί όπου άλλοτε υπήρχε το οχυρό λιμάνι των Γαλέρων με το φρούριο του Αγίου Πέτρου, έχει ήδη δημιουργηθεί από τον 18ο αιώνα το παλιό εμπορικό κέντρο με τα μπεζεστένια, τα χάνια, τα τζαμιά, τα χαμάμ κ.λπ. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, δίπλα στους τουρκικούς μαχαλάδες υπήρχαν η εβραϊκή και η αρμένικη συνοικία και στη συνέχεια οικιστικοί πυρήνες από τις μετέπειτα μεγάλες ελληνικές συνοικίες της Αγίας Φωτεινής, του Αγίου Γεωργίου, του Νέου Μαχαλά και των Σερβατάδικων. Εξω από την πόλη απλωνόταν παράλληλα προς τη θάλασσα το στενόμακρο, βάθους ενός οικοδομικού τετραγώνου, πράστιο του Φραγκομαχαλά.
Δρόμος στο εσωτερικό της πόλης με τις τυπικές, στενομέτωπες, αστικές σμυρναίικες κατοικίες (φωτ.: Αρχείο Ενώσεως Σμυρναίων). 
Ο Φραγκομαχαλάς, η ίδρυση του οποίου ανάγεται στον 16ο αιώνα, ήταν η «ευρωπαϊκή» συνοικία της Σμύρνης, με εμπορικό και κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, «... μια γωνιά του Λεβάντε που δεν ήταν απόλυτα Ανατολή και που έμοιαζε Ευρώπη». Ευρωπαίοι έμποροι (Γάλλοι, Φλαμανδοί, Αυστριακοί, Αγγλοι, Βενετσιάνοι, Γενουάτες, Φλωρεντινοί κ.ά.), ανάμεσα στους οποίους αναφέρονται και πλούσιοι Ελληνες, κατοικούν στους ιδιότυπους βερχανέδες του Φραγκομαχαλά, στα ισόγεια των οποίων βρίσκονται τα καταστήματα και οι αποθήκες, ενώ από τις παραθαλάσσιες σκάλες τους διακινείται το εμπόριο της Σμύρνης. Μεγάλα έργα υποδομής εκτελούνται στην πόλη, από Ευρωπαίους επιχειρηματίες, όπως το δίκτυο φωταερίου και ύδρευσης, ενώ το εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο που περατώνεται το 1885, ενώνοντας τη Βαγδάτη με τη Σμύρνη, αυξάνει σε ιλιγγιώδη επίπεδα το εμπόριο, ξεπερνώντας ακόμα και αυτή την Κωνσταντινούπολη. Το σημαντικότερο όμως έργο είναι η δημιουργία νέου λιμανιού (1874), οι εκτεταμένες προσχώσεις του οποίου προσθέτουν δυο νέα οικοδομικά τετράγωνα μπροστά από το παραθαλάσσιο μέτωπο του Φραγκομαχαλά, με τους ονομαστούς δρόμους του Και και του Παραλλήλου.

Οι ελληνικές συνοικίες

Κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ο Φραγκομαχαλάς χάνει τη σημασία του ως κοσμοπολίτικου κέντρου της Σμύρνης, μετά τη σταδιακή του εγκατάλειψη από τους Ευρωπαίους επιχειρηματίες που μετακομίζουν τις κατοικίες τους στο Και και τις νέες συνοικίες της Πούντα και της Bella Vista. Ο Φραγκομαχαλάς μεταβιβάζεται σε Ελληνες κυρίως και Αρμένιους εμπόρους, διατηρώντας την αίγλη του ως εμπορικού και οικονομικού κέντρου της Σμύρνης. Η ξακουστή «Ευρωπαϊκή Οδός» συγκεντρώνει τα ωραιότερα και πλουσιότερα μαγαζιά,
Αποψη της ζώνης κατοικίας της Προκυμαίας, που συγκέντρωνε τις κατοικίες πλούσιων Ευρωπαίων και Ελλήνων (φωτ.: συλλογή Α.Σ. Μαίλλη).
τράπεζες, γραφεία, κ.λπ. αλλά και την πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση της Σμύρνης με τυπογραφεία βιβλίων και εφημερίδων, βιβλιοπωλεία, λέσχες, εργαστήρια ζωγράφων και φωτογράφων, συλλογές έργων τέχνης, κ.λπ. Ταυτόχρονα οι ελληνικές συνοικίες με την εντυπωσιακή αύξηση του ελληνικού πληθυσμού εξαπλώνονται και ενώνονται με τον Φραγκομαχαλά. Τρίστρατα, το πιο γνωστό της Αγίας Φωτεινής, ξεκινούν από τον Φραγκομαχαλά και ανοίγουν ακτινωτά προς τις ελληνικές συνοικίες των Ρόδων
Πανόραμα της Σμύρνης. Διακρίνονται ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά κτίρια της Προκυμαίας (φωτ.: συλλογή Α.Σ. Μαΐλλη). Οι φωτογραφίες που δημοσιεύονται στο αφιέρωμα από τη συλλογή του κ. Αντώνη Σ. Μαΐλλη συμπεριλαμβάνονται στο υπό έκδοση λεύκωμά του για τη Σμύρνη, από τις εκδόσεις «Λιβάνη»).
(πρώην Κοπριές), του Νέου Μαχαλά, του Αγ. Γεωργίου, της Αγίας Κατερίνας, των Μπογιατζήδικων, κ.λπ. Στην πραγματικότητα οι νέες ελληνικές συνοικίες αναπτύσσονται στο αλίπεδο της Σμύρνης, εκατέρωθεν των δύο από τις τρεις κεντρικές αρτηρίες που από παλιά ένωναν τον Φραγκομαχαλά με την Γέφυρα των Καραβανιών, την οδό των Μεγάλων Ταβερνών και των Ρόδων (πρώην Κοπριές). Στις αμιγείς, σχεδόν, αυτές ελληνικές συνοικίες της Σμύρνης διαμένουν μεγάλα ονόματα της σμυρναίικης κοινωνίας και ανεγείρονται τα πιο γνωστά ευαγή ιδρύματα της ελληνικής κοινότητας, η Ευαγγελική Σχολή, το Κεντρικό Παρθεναγωγείο, το Γραικικό Νοσοκομείο, το Ομήρειο Παρθεναγωγείο, κ.ά. Αλλά και στις νέες συνοικίες που δημιουργούνται πέρα από τον Φραγκομαχαλά προς το μυχό της Σμύρνης, στο Φασολά, στα Τράσσα, στην Μπέλλα Βίστα και στην Πούντα, κατοικούν στην πλειονότητα Ελληνες μαζί με Φραγκολεβαντίνους. Ειδικά η Πούντα αναφέρεται ως Νέος Φραγκομαχαλάς, εξαιτίας των πολλών πλούσιων Ευρωπαίων και Ελλήνων που κατοικούν εκεί. Ο παραθαλάσσιος δρόμος του Καί μετατρέπεται σε νέο κοσμοπολίτικο κέντρο της Σμύρνης. Στρωμένος με πλάκες Νεαπόλεως διασχίζεται από ιππήλατο σιδηρόδρομο, συγκεντρώνει τα πιο κοσμικά κτίρια της Σμύρνης (όπως τα ξενοδοχεία Huck και Krammer, καφενεία, λέσχες όπως το Sporting Club, το Θέατρο της Σμύρνης, την Τράπεζα Ανατολής, κ.λπ.), αλλά και κατοικίες πλούσιων Ελλήνων και Ευρωπαίων. Η κοινωνική εξομοίωση Ελλήνων και Ευρωπαίων κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα διαφαίνεται από την ανέγερση στις ελληνικές συνοικίες πολλών καθολικών εκκλησιών των Ευρωπαίων, όπως της Νέας Κατεντράλας του Αγ. Ιωάννου, παρεκκλήσια των νοσοκομείων Αγίου Ρόκκου και Αγίου Αντωνίου, το παρεκκλήσι του ιταλικού σχολείου στο Φαρδύ (σοκάκι) τ’ Αη Γιάννη κ.ά.

Η αρχιτεκτονική δημιουργία

Η αρχιτεκτονική δημιουργία που παρατηρείται κατά την τελευταία 50ετία πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον ως αμάγαλμα ευρωπαϊκής εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής αλλά και μακραίωνης τοπικής αρχιτεκτονικής παράδοσης της Ανατολής. Η πόλη της Σμύρνης συγκέντρωνε όχι μόνο αξιόλογους αρχιτέκτονες και ζωγράφους (Πιζάνης, Κούρτοβικ, Ιθακήσιος, Λιγνάδης, Προκοπίου, κ.ά.), αλλά και πλήθος άλλων εξειδικευμένων «ισναφιών» που έκαναν δυνατή την ανέγερση κτιρίων υψηλής τέχνης και αρχιτεκτονικής, όπως αποτυπώνονται στα ελάχιστα σωζόμενα, φωτογραφικά κυρίως, τεκμήρια. Πολλοί Ελληνες αρχιτέκτονες, που ήταν οργανωμένοι σε σύλλογο αρχιτεκτόνων, αναφέρονται να ανεγείρουν σημαντικά κτίρια της Σμύρνης αλλά και «κάμποσο των κυβερνητικών». Ετσι το Κονάκι (τουρκικό διοικητήριο) είναι έργο του Ρόκου, το Σπόρτινγκ Κλαμπ του Βιτάλη, το Κεντρικό Παρθεναγωγείο του Καραθανασόπουλου, το Θέατρο της Σμύρνης (που λέγεται ότι ήταν μικρογραφία του γαλλικού θεάτρου Chatelet), η Τράπεζα Ανατολής και η Εθνική Τράπεζα του Ιγνάτιου Βαφειάδη, η Τράπεζα Αθηνών του Ραμπαόνη, κ.λπ.[3] Το στιλ που επικρατεί είναι ο νεοκλασικισμός, κυρίως όμως ένας εκλεπτυσμένος εκλεκτικισμός Secon-de-Empire (Beaux-Arts), με αναφορές στο πλούσιο ανάγλυφο ρεπερτόριο του μπαρόκ, όπως ταίριαζε σε μια ραγδαίως αναπτυσσόμενη, κοσμοπολίτικη ελληνική κοινότητα. Εκτός όμως από τα δημόσια κτίρια, η αρχιτεκτονική δημιουργία δοκιμάζεται και στα κτίρια κατοικίας. Ενας νέος τύπος κατοικίας φαίνεται να έχει εξελιχθεί και να επικρατεί κατά το γύρισμα του αιώνα, αρχικά στις νέες κατοικίες του. Και, αργότερα και σ’ όλες τις μεγαλοαστικές κατοικίες της Σμύρνης «γέννημα,
Το τρίστρατο της Αγίας Φωτεινής. Στο βάθος διακρίνεται το καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής και δεξιά η Τράπεζα Αθηνών, έργο του αρχιτέκτονα Ραμπαόνη. Το καμπαναριό της Αγίας Φωτεινής, έργο του Ξενοφώντα ΛάΦρη, ήταν το υψηλότερο της Σμύρνης και θεωρήθηκε κατασκευαστικό επίτευγμα της εποχής του. Το καμπαναριό κατασκευάστηκε για την καμπάνα, που η αυτοκράτειρα τη Ρωσίας Μεγάλη Αικατερίνη είχε δωρίσει στους Ελληνες της Σμύρνης (ψωτ.: συλλογή Α.Σ. Μαΐλλη).
Η Τράπεζα της Ανατολής, έργο του αρχιτέκτονα Ιγνάτιου Βαφειάδη, σε καρτ-ποστάλ των αρχών του αιώνα (φωτ.: συλλογή Α.Σ. Μαΐλλη).
θρέμμα και έξυπνο δημιούργημα... μιας πλειάδας Σμυρναίων αρχιτεκτόνων, που ήσαν και μηχανικοί και εργολάβοι σπουδαίοι... και έκτιζαν σπίτια ωραία, υγιεινά και πολιτισμένα... και με την πάροδο των ετών τελειοποιούσαν τα σπίτια και τα σχέδιά τους με συνεχή τάση φυγής από τους παληούς τύπους... του τουρκόσπιτου». Η ιδιαίτερα υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα της Σμύρνης και πιθανώς ο απόηχος των Βερχανέδων δημιουργούν στενόμακρες ιδιοκτησίες, τις μακρυνάρες (10x20 μέτρα περίπου). Ο κήπος στο βάθος είναι περιτριγυρισμένος με υψηλή μάντρα, ενώ αυλή ονομάζουν το μεγάλο χολ της κατοικίας «στρωμένο με μάρμαρο, θολωτές οροφές με ανάγλυφα γύψινα... θυρίδες βυζαντινές στους τοίχους για αγάλματα». Στις αυλές αυτές «μες τους ζεστούς καλοκαιριάτικους μήνες περ- νούσεν η οικογένεια ώρες ολόδροσες.
Μέσα στους χειμωνιάτικους οργάνωνε πλούσιες ευγενικές συγκεντρώσεις»[5]. Στον ίδιο επίσημο όροφο βρίσκονταν η σάλα και το σαλόνι (η τραπεζαρία «που ανοίγονταν μόνο για να περάσουν οι ξένοι. Ντυμένες στο ζεστό τους χαλί, το ανατολίτικο, στο χλοερό τους βελούδο, στη μετάξινη στόφα». Στο βάθος του σπιτιού, σε πτέρυγα, οι βοηθητικοί και καθημερινοί χώροι της οικογένειας, η κουζίνα, η dispensa (σκευοθήκη) με όλα τα ακριβά πορσελάνινα και ασημικά σκεύη της επίσημης τραπεζαρίας, το αναγκαίο, το πλυσταριό. Σε μεσοπάτωμα πάνω από την πτέρυγα, τα δωμάτια του υπηρετικού προσωπικού, το σιδερωτήριο και πάνω ο δώμας για το άπλωμα των ρούχων. Στο δεύτερο όροφο «νωχελές οι κρεβατοκάμαρες. Μαλλί μεταξωτό καί πούπουλο φουρνισμένο. Λινά κεντημένα καί κουκουλήθρες καί μπρουσανιά (μεταξωτά Προύσας) καί νταντέλλες αραχνοΰφαντες, τα φημισμένα κυπρέικα». Μπροστά από το μεγαλύτερο υπνοδωμάτιο υπήρχε το γνωστό σμυρναίικο μπαλκόνι (σαχνισί), κομψοτέχνημα ξυλογλυπτικής, ένας μικρός, πολύτιμος χώρος σύναξης της οικογένειας τις απογευματινές ώρες. Ο τύπος αυτός της σμυρναίικης κατοικίας γνώρισε τέτοια διάδοση, ώστε να αναφέρεται σε γαλλικό περιοδικό εποχής, ενώ πιστό αντίγραφό της βρίσκεται σήμερα στη Μυτιλήνη, υποδηλώνοντας την τεράστια επίδραση και επιρροή που ασκούσε η Σμύρνη ως μητρόπολη σε περιφερειακά κέντρα όπως η Μυτιλήνη. Στη Μυτιλήνη επίσης διασώζονται τέσσερις κατοικίες του I. Βαφειάδη και μεγάλος αριθμός κατοικιών με οροφογραφίες του ζωγράφου Β. Ιθακήσιου, πολύτιμες μαρτυρίες της χαμένης πολιτισμικής ταυτότητας της Σμύρνης.

Αρχιτέκτονες

Μέσα από τις προσωπικές ιστορίες δύο διάσημων αρχιτεκτόνων της Σμύρνης, του Ξενοφώντα Λάτρη και του Ιγνάτιου Βαφειάδη, σκιαγραφείται η πολυπλοκότητα, η δυναμική και ο πολυδιάστατος χαρακτήρας της ελληνικής κοινότητας της Σμύρνης. Ο Ξ. Λάτρης (1825;-1914) ήταν από μεγάλη οικογένεια εμπόρων, ιατρών και λογιών της Κρήτης. Γόνοι της οικογένειας εγκαθίστανται και στην Οδησσό, όπως τα αδέλφια του, Αλέξανδρος, έμπορος που παντρεύτηκε κόρη οικογένειας Μαυροκορδάτου, και ο Πελοπίδας, ιατρός που παντρεύτηκε κόρη του διάσημου Ρώσου ζωγράφου Αϊβατόφσκι. Σπούδασε αρχιτεκτονική στη Βαυαρία και ανάμεσα στα γνωστά του έργα είναι ο ναός της Αγ. Αικατερίνης, το καμπαναριό της Αγ. Φωτεινής, το Ομήρειο Παρθεναγωγείο, ενώ αναφέρεται και ως αρχιμηχανικός στη διαμόρφωση της προκυμαίας της Σμύρνης. Ο Ιγνάτιος Βαφειάδης, με ταπεινή καταγωγή από τη Λέσβο, αποφοίτησε από το Πολυτεχνείο της Αθήνας το 1892, μαθητής του Ερνέστου Τσίλερ. Νυμφεύθηκε Κυρία των Τιμών του παλατιού, ενώ το 1907 κερδίζει τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για το θέατρο της Σμύρνης, όπου και εγκαθίσταται μόνιμα μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Στη Σμύρνη νυμφεύθηκε για δεύτερη φορά την κόρη του Ιταλού γιατρού Μρουνέττη ανεγείροντας τη μόνιμη κατοικία του στο Και, όπως και μερικά από τα πιο σημαντικά κτίρια της Σμύρνης.


ΣΜΥΡΝΗ ΤΟ ΚΑΥΧΗΜΑ ΤΗΣ ΙΩΝΙΑΣ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1998




from ανεμουριον https://ift.tt/2UdNH5r
via IFTTT
Από το Blogger.