Ο ελληνικός τύπος στη Σμύρνη

Ο εκδότης της ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ δημοσιογράφος Σωκράτης Σολομωνίδης.
Η ΙΔΡΥΣΗ του πρώτου ελληνικού τυπογραφείου στη Σμύρνη ανάγεται στον 18ο αιώνα - γύρω στα 1760. Ομως, η πρώτη ελληνική εφημερίδα εκδόθηκε 70 χρόνια αργότερα. Είχαν μεσολαβήσει δύο περίοδοι έξαρσης του φυλετικού μίσους των Τούρκων κατά του Ελληνισμού. Η πρώτη το 1770, όταν οι Ρώσοι κατέστρεψαν τον τουρκικό στόλο στο λιμάνι του Τσεσμέ και οι Τούρκοι έβγαλαν το «άχτι» τους εις βάρος του σμυρναϊκού Ελληνισμού, λεηλατώντας σπίτια και μαγαζιά, πυρπολώντας, ατιμάζοντας και σκοτώνοντας επί σειρά ημερών. Η δεύτερη, ωμότερη, ευρύτερη, καταστρεπτικότερη και διαρκέστερη, το 1821, αυτή τη φορά με πρωτοβουλία και οργάνωση των τουρκικών αρχών, έτσι που να εξοντωθεί μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, να φύγει κρυφά ένα άλλο μεγάλο μέρος, εγκαταλείποντας σπίτια, μαγαζιά, επιχειρήσεις - και όσοι έμειναν να ζουν με συνεχές χτυποκάρδι.

Υστερα από την αναγνώριση ανεξάρτητου ελληνικού κρατιδίου από τον σουλτάνο, το μένος των Τούρκων εκόπασε, οι Ελληνες αναθάρρησαν, οι κρυμμένοι φανερώθηκαν, οι ξενιτεμένοι ξαναγύρισαν και σιγά σιγά άρχισε να ανασυγκροτείται ο Ελληνισμός της Σμύρνης. Ακόμη και εκείνοι που είχαν πάρει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα αμνηστεύθηκαν από τον σουλτάνο και επέστρεψαν.
Ο εκδότης της ΑΜΑΛΘΕΙΑΣ δημοσιογράφοςι Γεώργιος Υπερίδης.
Η ζωή ξαναβρήκε σιγά σιγά το ρυθμό της. Η Ευαγγελική Σχολή ανασυγκροτήθηκε και διευθυντής της ορίσθηκε το 1828 ο Αβράμιος Ομηρόλης, μαθητής του Κωνσταντίνου Κούμα και του Κωνσταντίνου Οικονόμου στο ανεπανάληπτο στην Ιστορία της Ελληνικής Παιδείας «Φιλολογικόν Γυμνάσιον Σμύρνης». Ο Ομηρόλης τακτοποιώντας τα παραπεταμένα υλικά της Ευαγγελικής Σχολής βρήκε ένα μικρό πιεστήριο, ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία καθώς και διάφορα σύνεργα της τυπογραφικής τέχνης. Το υλικό αυτό το τακτοποίησε και δέχθηκε προσφορά Αγγλοαμερικανών ιεραποστόλων να τους το νοικιάσει για να τυπώνουν μια μικρή εβδομαδιαία εφημερίδα με χριστιανικό και παιδαγωγικό περιεχόμενο.
Σμυρναίοι και Ελλαδίτες δημοσιογράφοι, κατά την περίοδο της Ελληνικής Διοικήσεως. Ορθιοι, από αριστερά, ο Κώστας Μιχαηλίδης, η λόγια Πολύμνια Λάσκαρη, ο διευθυντής της «Αρμονίας» Παντελής Καψής και ο γιατρός, Μιλτιάδης Απέργης. Καθιστοί ο διευθυντής Τύπου της Υπάτης Αρμοστείας Μιχαήλ Ροδάς και ο εκ των συνδιευθυντών του «Κόσμου» Νέστωρ Λάσκαρης (φωτ.: από το βιβλίο του Μανώλη Μεγαλοκονόμου «Σμύρνη», εκδ. Ερμής, Αθήνα 1979).
Η εφημερίδα που είχε τίτλο «Ο φίλος των νέων» άρχισε, να κυκλοφορεί τον Οκτώβριο του 1831 αλλά, μετά δύο μήνες, ο Ομηρόλης διέκοψε την παραχώρηση του τυπογραφείου, προφανώς διότι το περιεχόμενο της εφημεριδούλας παρεξέκλινε από τις παραδόσεις της Ορθοδοξίας. Κατόπιν αυτού προέβη ο ίδιος, το 1832, στην έκδοση της (επίσης εβδομαδιαίας) εφημερίδας «Μνημοσύνη» που είναι η πρώτη πραγματικά ελληνική εφημερίδα, που εκδόθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο βίος της όμως ήταν βραχύς. Διέκοψε την έκδοσή της το 1833.

Ένας νεαρός, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη από Ελληνίδα μητέρα και Σουηδό πατέρα, που λεγόταν Κωνσταντίνος Ροδές, φυσικομαθηματικός, λόγιος, με πολλές και ποικίλες ανησυχίες, είχε βαλθεί να εκδώσει εφημερίδα στη Σμύρνη. Τελικά βρήκε δύο χρηματοδότες: ήταν οι Περάκης Βενάρδος και Γεράσιμος Λαμπρύλλος. Η εφημερίδα είχε τον τίτλο «Αμάλθεια». Στην αρχή ήταν εβδομαδιαία αλλά με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε σε ημερήσια. Το πρώτο της φύλλο κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1838. Η «Αμάλθεια» άρεσε και απέκτησε συνδρομητές αρκετούς για να στηριχθεί η κυκλοφορία της. Ομως πολύ γρήγορα ο Ροδές διαφώνησε με τους χορηγούς του και αποχώρησε. Τελικά, τη διεύθυνσή της ανέλαβε ο Ιάκωβος Σαμιωτάκης (ένα διάστημα μαζί με τον Ιωάννη Ισιδωρίδη Σκυλίσση).

Ο Σαμιωτάκης ήταν από τα ορφανά της Καταστροφής της Χίου, των οποίων τη συντήρηση και τις σπουδές είχε αναλάβει ο Γάλλος τραπεζίτης Eynard. Είχε τελειώσει το Γυμνάσιο στη Βασιλεία της Ελβετίας και σπούδασε Νομικά στην Αϊδελβέργη, εξάσκησε για λίγο το επάγγελμα του δικηγόρου στην Αθήνα αλλά καταστάλαξε στη Σμύρνη - κοντά στ’ αδέλφια του. Χάρη στον Σαμιωτάκη η «Αμάλθεια» ρίζωσε, απέκτησε κύρος αλλά και συνδρομητές σε όλο τον ελληνικό χώρο. Το 1870 έγινε δισεβδομαδιαία και από το 1880 εκδιδόταν 5 φορές την εβδομάδα.

Το 1881 ο Σαμιωτάκης πούλησε την «Αμάλθεια» σε δύο νεαρούς Σμυρναίους, τον Σωκράτη Σολομωνίδη και τον Γεώργιο Υπερίδη, που την ανέδειξαν ακόμα περισσότερο και την έκαμαν ημερησία. Μετά την Καταστροφή του 1922 την εξέδωσαν επί ένα χρόνο στην Αθήνα - αλλά εδώ δεν μπόρεσε να ριζώσει. Έκλεισε τον Οκτώβριο του 1923, αφού είχε διανύσει 85 χρόνια ζωής (ρεκόρ για τις ελληνικές εφημερίδες που το κατέρριψε μόνο η «Εστία» των Αθηνών).

Προβλήματα

Την επιτυχία της «Αμάλθειας» ζήλεψαν πολλοί κι οι εκδόσεις εφημερίδων ήσαν συχνές. Όμως λίγες μπόρεσαν να στεριώσουν. Συνολικά - όπως γράφει ο Χρ. Σολομωνίδης - από το 1831 έως το 1922 είχαν εκδοθεί κατά καιρούς στη Σμύρνη 135 ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά έναντι 16 τουρκικών, 34 αρμενικών, 12 εβραϊκών, μιας ιταλικής και 22 γαλλόφωνων (και γράφω γαλλόφωνων γιατί πολλές από αυτές είχαν εκδοθεί από Έλληνες).

Η έκδοση μιας εφημερίδας στην Τουρκία δεν ήταν εύκολη. Οι αρχές με δυσκολία και φειδώ έδιναν την άδεια. Και η διατήρησή τους ήταν προβληματική γιατί υπήρχε σωρεία απαγορεύσεων. Π.χ. επί Αβδούλ Χαμίτ απαγορευόταν η δημοσίευση δολοφονικής απόπειρας εναντίον ξένου ηγεμόνα, λαϊκής εξέγερσης ή διαδήλωσης σε ξένη χώρα, παράπονα εναντίον Τούρκων διοικητών ή υποδιοικητών κ.ά. Και οι Σμυρναίοι δημοσιογράφοι προσπαθούσαν με υπονοούμενα ή με αλληγορίες να καμουφλάρουν τέτοιες ειδήσεις.

Κάθε φορά που οι τουρκικές αρχές έκριναν ότι μια εφημερίδα δεν συμμορφώθηκε με τους κανονισμούς, την τιμωρούσαν με κατάσχεση των φύλλων και απαγόρευση της εκδόσεώς της για μικρό ή μεγάλο διάστημα - καμιά φορά και με φυλάκιση ή εξορία του εκδότη.

Όμως οι Σμυρναίοι εκδότες, σαν καλά παλικάρια, είχαν βρει ένα άλλο μονοπάτι για να καταστρατηγούν το νόμο: Παράλληλα με την εφημερίδα που κυκλοφορούσαν εξέδιδαν και μια άλλη, με διαφορετικό τίτλο, μια εφημερίδα... «μαϊμού» με περιεχόμενο ουδέτερο και ανώδυνο. Η εφημερίδα αυτή τυπωνόταν σε ελάχιστα αντίτυπα, όσα χρειαζόταν να υποβάλουν κάθε μέρα στις αρχές για να διαπιστώνεται η συνέχιση της έκδοσής της. Κι όταν η πραγματική εφημερίδα τους παυόταν, τύπωναν σε κανονικό αριθμό αντιτύπων τη «μαϊμού», με τις ειδήσεις της ημέρας, την έστελναν στους συνδρομητές τους και εφόδιαζαν με αυτήν τους εφημεριδοπώλες. Αυτό συνεχιζόταν ωσότου λήξει η ποινή. Ύστερα κυκλοφορούσε πάλι η κανονική εφημερίδα.

Εκδότες και εφημερίδες

Οι εκδότες εφημερίδων της Σμύρνης ήσαν - ως επί το πλείστον - άνθρωποι με ευρεία μόρφωση, με προοδευτικές αντιλήψεις και υψηλό εθνικό φρόνημα. Εκδίδοντας εφημερίδα δεν απέβλεπαν σε χρηματικά κέρδη αλλά σε κοινωνική διάκριση, αναγνώριση της αξίας τους και ευρύτερη φήμη ως προασπιστών των δικαιωμάτων του υπόδουλου Ελληνισμού. Όμως η έκδοση εφημερίδας ήταν πολυδάπανη και η απόκτηση κυκλοφορίας δύσκολη. Γι’ αυτό η διάρκεια ζωής των περισσότερων εφημερίδων ήταν εφήμερη.

Ανάμεσα στους εκδότες νέων εφημερίδων ήταν κι ο Ιωάννης Ισιδωρίδης Σκυλίσσης - μια προσωπικότητα του σμυρναίικου πνευματικού κόσμου. Ο Σκυλίσσης λίγο μετά την αποχώρησή του από την «Αμάλθεια» πήγε στο Παρίσι, για διεύρυνση των σπουδών του και αναζήτηση χορηγού για απόκτηση τυπογραφικής εγκατάστασης και έκδοση εφημερίδας. Ταλαιπωρήθηκε επί μήνες ωσότου του δοθεί η περιπόθητη άδεια και τέλος εξέδωσε, το 1849, την «Εφημερίδα της Σμύρνης» η οποία, εκτός από τις ειδήσεις, τα άρθρα και τα σχόλια περιλάμβανε ένα φυλλάδιο μυθιστορήματος σε συνέχειες και - κάθε τόσο - ένα «ασμάτιον» με νότες ή μια «ζωγραφιάν», δηλαδή ένα παριζιάνικο φιγουρίνι. Όμως η «Εφημερίς της Σμύρνης» δεν κατάφερε ν’ αποκτήσει ικανοποιητική κυκλοφορία και το 1855 διέκοψε την έκδοσή της. Άνθρωπος ανήσυχος, πήγε μετά στην Τεργέστη όπου εξέδωσε την εφημερίδα «Ημέρα» που σύντομα απέκτησε τόσο ευρεία κυκλοφορία ώστε να εκδοθεί και άλλη ελληνική εφημερίδα, η «Κλειώ». Λόγω του ανταγωνισμού ο Σκυλίσσης μετέφερε την «Ημέρα» στη Βιέννη κι αργότερα την εξεχώρησε στον Αναστάσιο Βυζάντιο. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο Σκυλίσσης ξαναπήγε στο Παρίσι όπου εξέδωσε το περιοδικό «Μύρια όσα», που όμως κράτησε μόλις δύο χρόνια. Από τότε άρχισε να ταξιδεύει, πότε στη Σμύρνη, πότε στην Αθήνα, στη Γαλλία κι αλλού. Συνεργαζόταν εκτάκτως με εφημερίδες και μετέφραζε έργα Γάλλων συγγραφέων - του Μολιέρου, του Ουγκό, κ.ά. Πέθανε στο Μόντε Κάρλο το 1891 σε ηλικία 71 ετών.

Στα «καραμανλήδικα»

Ο κατάλογος εκδοτών και συντακτών των εφημερίδων της Σμύρνης, από το 1831 έως το 1922, είναι μακρύς. Ξεχωρίζουμε και αναφέρουμε τους πιο σημαντικούς:

Ευαγγελινός Μισαηλίδης (Κούλα Φιλαδέλφειας 1820 - Κωνσταντινούπολη 1890). Εξέδωσε το 1840 στη Σμύρνη την εφημερίδα «Ανατολή» στα «καραμανλήδικα» δηλαδή στην τουρκική γλώσσα με ελληνικό αλφάβητο. Παράλληλα εξέδιδε και βιβλία με θρησκευτικό, μορφωτικό και ψυχαγωγικό περιεχόμενο για τους τουρκόφωνους Έλληνες που είχαν μάθει το ελληνικό αλφάβητο και στοιχειώδεις λέξεις και φράσεις, κυρίως θρησκευτικές, από τους ιερείς, αλλά στην καθημερινή τους συνομιλία, μέσα στο ασφυκτικό τουρκικό περιβάλλον, χρησιμοποιούσαν την τουρκική γλώσσα. Το 1850 ο Μισαηλίδης μετέφερε τις εκδόσεις του στην Κωνσταντινούπολη. Για την προσφορά του αυτή στην στοιχειώδη μόρφωση των Καραμανλήδων παρασημοφορήθηκε τόσο από τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ όσο και από την ελληνική κυβέρνηση. Μετά το θάνατό του, τις εκδόσεις του συνέχισαν τα παιδιά του.
«Ο Εργάτης» ήταν η μοναδική εφημερίδα της Σμύρνης που απευθύνθηκε στον εργατικό λαό. Κυριακάτικο φύλλο πρωτοκυκλοφόρησε στις 24 Αυγούστου 1908. Η αρθρογραφία και η ειδησεογραφία της ήταν από την πρώτη στιγμή της εκδόσεώς της μαχητική και νευρώδης. Ύστερα από τουρκικές πιέσεις και καταδιώξεις η έκδοση σταμάτησε τον Απρίλιο του 1909 (φωτ.: από το βιβλίο του Φίλιππου Κ. Φάλμπου, Σμυρναϊκά Μελετήματα, Αθήνα 1980, σελ. 61).
Μηνάς Χαμουδόπουλος (Σμύρνη 1843 - Ντιάρμπακιρ 1908). Εξέδωσε το 1869 στη Σμύρνη την ελληνοτουρκική εφημερίδα «Αϊδίν» με τον Τούρκο Σελάμ. Το 1872 εξέδωσε στη Σμύρνη την εφημερίδα «Πρόοδος», την οποία μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το 1878 όταν εξελέγη βουλευτής του βιλαετιού Αϊδινίου. Ο Αβδούλ Χαμίτ κατήργησε το τουρκικό Σύνταγμα, ο Μ. Χαμουδόπουλος περιέπεσε σε δυσμένεια, αργότερα όμως τοποθετήθηκε σε διάφορες κρατικές τουρκικές θέσεις. Δημοσιογράφος ήταν κι ο αδελφός του Χρήστος και ο γιος του τελευταίου Αντώνιος που ήταν δραστήριο μέλος της μυστικής πατριωτικής οργάνωσης, η οποία είχε ιδρυθεί στην Πόλη από τον Ίωνα Δραγούμη και τον Αθανάσιο Σουλιώτη - Νικολαΐδη. Ο Αντ. Χαμουδόπουλος εξέδωσε σειρά από βιβλία που αναφέρονται στην ανωτέρω οργάνωση και τη δράση της και σε διάφορες πτυχές της περιόδου μετά την άνοδο των Νεοτούρκων στην εξουσία.

Μαχητικές

Στις πιο μαχητικές εφημερίδες της ιωνικής πρωτεύουσας συγκαταλεγόταν και η «Νέα Σμύρνη». Την εξέδωσε το 1869 ο Γρηγόριος Καρύδης που τη διηύθυνε έως το 1881 οπότε, αναχωρώντας για την Κωνσταντινούπολη, όπου θα εξέδιδε την εφημερίδα «Βυζαντίς», μεταβίβασε τη «Νέα Σμύρνη» στον έως τότε αρχισυντάκτη της Ευριπίδη Σεκιάρη (Σμύρνη 1846 - 1904) που την ανέδειξε ακόμα περισσότερο πετυχαίνοντας ικανοποιητική κυκλοφορία. Πεθαίνοντας ο Σεκιάρης μεταβίβασε την εφημερίδα στον γαμπρό του Νικόλαο Σηφάκη. Το 1912, κατά τη διάρκεια του ιταλοτουρκικού πολέμου, η «Νέα Σμύρνη» παύθηκε από τους Τούρκους - και τότε ο Σωκράτης Σολομωνίδης παραχώρησε στον Σηφάκη τον τίτλο «Θάρρος» που τον είχε κατοχυρώσει με τακτικές εικονικές εκδόσεις. Μετά την κήρυξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου και την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τα ελληνικά στρατεύματα, ο Σηφάκης πήγε στη μακεδονική πρωτεύουσα όπου αρχικά ανέλαβε τη διεύθυνση της γαλλόφωνης «La Liberte» και κατόπιν εξέδωσε την πρωινή εφημερίδα «Ελευθερία».
Γεώργιος I. Αναστασιάδης, διευθυντής της εφημερίδας «Ημερήσιας» και εκδότης της εβδομαδιαίας σατιρικής εφημερίδας «Ο Κόπανος». Από τις στήλες της «Ημερήσιας» έκανε αγώνα για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας (φωτ.: Αρχείο Ενώσεως Σμυρναίων).
Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ιωάννης Ισιδ. Σκυλίσσης, ο οποίος το 1849 εξέδωσε την «Εφημερίδα της Σμύρνης».
Από τον Ιανουάριο του 1837 ώς το Δεκέμβριο του 1844 κυκλοφορούσε στη Σμύρνη το περιοδικό «Αποθήκη των Ωφελίμων Γνώσεων». Θεωρείται ο κυριότερος πρόδρομος του ελληνικού οικογενειακού-φιλολογικού περιοδικού.
Ανάμεσα στους κορυφαίους δημοσιογράφους της Σμύρνης συγκαταλεγόταν και ο Μιλτιάδης Σεϊζάνης (Σμύρνη 1848 - Αθήνα 1930) που αρχικά είχε εκδώσει την εφημερίδα «Ιωνία» (1874), η οποία κυκλοφόρησε μόλις 3 χρόνια γιατί την έκλεισαν οι Τούρκοι. Μετά το κλείσιμό της ο Σεϊζάνης πήγε στη Θεσσαλία όπου έλαβε μέρος στην εξέγερση κατά των Τούρκων - της οποίας έγραψε αργότερα το ιστορικό. Το 1880 επέστρεψε στη Σμύρνη κι εξέδωσε την εφημερίδα «Αρμονία» που εκτιμήθηκε από το αναγνωστικό κοινό και απέκτησε σημαντική (για την εποχή και τον τόπο) κυκλοφορία. Στην «Αρμονία» συνεργάστηκε ως διευθυντής συντάξεως τα τελευταία χρόνια και ο Παντελής Κάψης (Αγία Παρασκευή Ερυθραίας 1883 - Αθήνα 1963) ο οποίος, μετά το 1922 συνέχισε τη γόνιμη δημοσιογραφική προσφορά του στην Αθήνα, ενώ παράλληλα εξέδωσε βιβλία αναφερόμενα στη Μικρασιατική εκστρατεία, την Καταστροφή κ.ά.

Από τις πιο δραστήριες προσωπικότητες του σμυρναϊκού Ελληνισμού ήταν ο δημοσιογράφος, διευθυντής και εκδότης εφημερίδων, δικηγόρος και μέλος της Δημογεροντίας Νικόλαος Τσουρουκτσόγλου. Η πολυσχιδής δραστηριότητά του τον έκαμε ύποπτο στα μάτια των Τούρκων που τον είχαν προγράψει. Έτσι, μόλις εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη η κεμαλική διοίκηση τον συνέλαβε, τον φυλάκισε, τον βασάνισε, τον εξετέλεσε και το πτώμα του σύρθηκε στους δρόμους. Δεν υπήρχε καμιά κατηγορία εις βάρος του - μόνο το ότι ήταν Έλληνας. Ο Τσουρουκτσόγλου εξέδιδε από το 1905 την εφημερίδα «Ημερήσια» και παράλληλα άρχισε να εκδίδει τη γαλλόφωνη «La Reforme» και την τουρκόφωνη «Γιεβμί Ισμίρ». Το 1920 εξέδωσε και απογευματινή γαλλόφωνη εφημερίδα που είχε τον τίτλο «L’Independant» και διευθυντής ήταν ο Ιωάννης Τσουρουκτσόγλου γιος του Νικολάου. Στην «Ημερήσια» συνεργάζονταν πολλοί διακεκριμένοι δημοσιογράφοι όπως ο Γεώργος I. Αναστασιάδης (Βατούσα Λέσβου 1874 - Αθήνα 1971) που εξέδιδε και το σατιρικό περιοδικό «Κόπανος». Ο Αναστασιάδης διετέλεσε και διευθυντής συντάξεως στην «Ημερήσια» όπως και ο Λέανδρος Κοκκινίδης (Σμύρνη 1872 - Αθήνα 1955). Ο Κοκκινίδης είχε εκδώσει το 1908, μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων, την εβδομαδιαία εφημερίδα «Ο Εργάτης» σε συνεργασία με τον Τούρκο Μεχμέτ Μετζέτ και τον Δ. Κοτζαμάνη και είχε διατελέσει συνδιευθυντής με τον Δημ. Λιγνάδη στην εφημερίδα «Πατρίς» της Σμύρνης. Συντάκτης της «Ημερήσιας» ήταν ένας ακόμη εκλεκτός δημοσιογράφος, ο Κώστας Μισαηλίδης, από τη Νικομήδεια, ο οποίος μετά την Καταστροφή συνεργάσθηκε στον Εθνικό Κήρυκα και άλλες εφημερίδες της Αθήνας κι εξέδωσε βιβλία, στα ελληνικά και στα γαλλικά, που αναφέρονταν στη Μικρασιατική Εκστρατεία, την κατάρρευση του μετώπου και τις σφαγές άμαχων Ελλήνων.

Ο Νέστωρ Λάσκαρης (Τρίπολη 1884 - Αθήνα 1962) που μεγάλωσε στη Σμύρνη, από τη νεαρή του ηλικία ακολούθησε το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912 - 1913) ήρθε στην Ελλάδα και συνεργάσθηκε στη «Νέα Ημέρα» του Χαλκοκονδύλη ως πολεμικός ανταποκριτής. Το 1914 επέστρεψε στη Σμύρνη και συνεργάστηκε στο περιοδικό του Μιχ. Νικολαΐδη «Κόσμος», το οποίο το 1917 μετατράπηκε σε εφημερίδα με συνδιευθυντές τους Ν. Νικολαΐδη και Νέστορα Λάσκαρη. Μετά την Καταστροφή ο Λάσκαρης ήρθε στην Αθήνα και συνεργάστηκε σε εφημερίδες, περιοδικά και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Σε εφημερίδες και περιοδικά της Σμύρνης είχε συνεργασθεί και ο Σταύρος Κουκουτσάκης, ο οποίος συνέχισε το δημοσιογραφικό επάγγελμα και στην Αθήνα, εκδίδοντας την εβδομαδιαία εφημερίδα «Νέα Σμύρνη» στην ομώνυμη περιοχή.

Εκδότης εφημερίδων στη Σμύρνη ήταν και ο Κωνσταντίνος Κουντουριώτης που εξέδωσε το 1909 την εφημερίδα «Χίος» με αρχισυντάκτη τον Μιχαήλ Μέλη, καθηγητή του Αμερικανικού Κολλεγίου Σμύρνης. Αργότερα συνεργάστηκε στην έκδοση της εφημερίδας «Αμερόληπτος» και κατόπιν εξέδωσε την απογευματινή εφημερίδα «Ταχυδρόμος», την οποία έκλεισαν οι Τούρκοι που τον καταζητούσαν. Ο Κ. Κουντουριώτης διέφυγε στην (απελευθερωθείσα) Χίο όπου εξέδωσε τη «Μικρασία». Ο γιος του Φωκίων (Φώκος) Κουντουριώτης (Σμύρνη 1898 - Αθήνα 1979) συνεργάστηκε «εξ απαλών ονύχων» στις εφημερίδες του πατέρα του και μετά την ανακωχή και την κατάληψη της Σμύρνης πήγε εκεί κι έστελνε ανταποκρίσεις στην εφημερίδα «Αστήρ» των Αθηνών. Λόγω της κριτικής που ασκούσε στις πράξεις του Στεργιάδη ο Φώκος απελάθηκε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα απ’ όπου έστελνε ανταποκρίσεις στην «Αρμονία» και τον «Τηλέγραφο» της Σμύρνης. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και, για τη μακροχρόνια προσφορά του, τιμήθηκε με χρυσό μετάλλιο από την ΕΣΗΕΑ.
Πάνω, η προμετωπίδα της πρώτης ελληνόφωνης εφημερίδας που εκδόθηκε στη Σμύρνη από τους Αγγλοαμερικανούς ιεραποστόλους. Στο κέντρο, ο «Οικονομικός Αγγελιοφόρος». Περιοδικό οικονομολογικού περιεχομένου που εξέδωσε ο Σμυρναίος τραπεζίτης Μιχ. Β. Μανούσος. Κάτω, η «Αμάλθεια», «η αρχαιότατη των εν τη Ανατολή εφημερίδων», ενημέρωνε αλλά και φρονημάτιζε τον υπόδουλο Ελληνισμό και είχε αποσπάσει την πανελλήνια αναγνώριση (Αρχείο Ενώσεως Σμύρναίων).
Ο Χρήστος Σολομωνίδης (Σμύρνη 1897 - Αθήνα 1976) και ο πρόωρα χαμένος αδελφός του Σπύρος, γιοι του Σωκράτη Σολομωνίδη, είχαν πάει στην Αθήνα το 1912 για να σπουδάσουν, αλλά λόγω των πολέμων (Βαλκανικών, Α’ Παγκοσμίου), μόλις το 1919 μπόρεσαν να επιστρέφουν στη γενέτειρα και να αναλάβουν τη διεύθυνση της απογευματινής εφημερίδας «Θάρρος» που τους είχε ετοιμάσει ο πατέρας τους. Μετά την Καταστροφή ο Χρήστος εγκατέλειψε πολύ σύντομα τη δημοσιογραφία κι ασχολήθηκε με την πολιτική. Εξελέγη βουλευτής και έγινε υπουργός. Παράλληλα, όμως, επιδόθηκε στη συγκέντρωση και καταγραφή στοιχείων για τη Σμύρνη και στην έκδοση σειράς βιβλίων που αναφέρονται σ’ όλες τις εκφάνσεις (κοινωνική, εκκλησιαστική, επιστημονική, πολιτική, πολιτιστική) της ζωής της γενέτειράς του. Για την προσφορά του αυτή βραβεύθηκε τρεις φορές από την Ακαδημία Αθηνών.

Κατά τα τελευταία χρόνια του Ελληνισμού στη Σμύρνη προστέθηκε νέο αίμα στο συντακτικό προσωπικό των εφημερίδων. Ανάμεσα στους «νεοσύλλεκτους» ήσαν και οι:

Απόλλων Λεονταρίτης (Σμύρνη 1899 - Αθήνα 1981) που ήταν χρονογράφος στη σμυρναϊκή «Εστία». Ο Λεονταρίτης έγραψε κι ένα αποκαλυπτικό βιβλίο, το «Χρονικόν της τραγωδίας του Αξαρίου».

Χρήστος Αγγελομάτης (Σμύρνη 1901 - Αθήνα 1980). Ξεκίνησε από την «Εστία» της Σμύρνης, συνεργάστηκε μετά την Καταστροφή σε πολλές αθηναϊκές εφημερίδες και κατέληξε στην «Εστία» των Αθηνών. Έγραψε πολλά ιστορικά έργα και μεταξύ αυτών το «Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας. Το έπος της Μικράς Ασίας» που βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

Μιχ. Κυριακίδης (Σμύρνη 1902 - Αθήνα 1992). Συνεργάσθηκε στην εφημερίδα «Κόσμος» της Σμύρνης και, μετά την Καταστροφή, στον αθηναϊκό Τύπο. Από το 1927 έως το 1987 ήταν βασικό στέλεχος των εφημερίδων του Οργανισμού Λαμπράκη.

Το 1920 ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος Συντακτών Σμύρνης (ΣΣΣ). Πρώτος πρόεδρος εξελέγη ο Αντ. Ζάνος, τον οποίο διαδέχθηκε ο Αριστος Περίδης. Ο Σύνδεσμος είχε 21 μέλη, από τακτικούς συντάκτες. Οι εκδότες και διευθυντές δεν γράφονται στον ΣΣΣ.

Η λογοκρισία του Στεργιάδη

Ο Αριστείδης Στεργιάδης, πέρα από τη λογοκρισία των στρατιωτικών ειδήσεων, που ήταν φυσική σε μια εμπόλεμη κατάσταση, επέβαλε και ο ίδιος ορισμένες απαγορεύσεις, που προκαλούσαν άλλοτε τη θυμηδία και άλλοτε την αγανάκτηση.

Έτσι, στις 25 Μαρτίου 1921, όταν γιορτάστηκαν τα 100 χρόνια της Εθνεγερσίας, ο Στεργιάδης απαγόρευσε τη δημοσίευση της λέξης «Τούρκος» και των παραγώγων της. Κατόπιν αυτού, από τη λεζάντα της εικόνας του Νικηταρά που έγραφε «Νικηταράς ο Τουρκοφάγος» απαλείφθηκαν (επί του πιεστηρίου) οι συλλαβές Τούρκο και έμεινε: «Νικηταράς ο φάγος».

Εξάλλου, κάτω από την εικόνα της πυρπόλησης της τουρκικής ναυαρχίδας στο λιμάνι της Χίου απαγορεύθηκε να αναγραφεί ότι πρόκειται για πυρπόληση και η λεζάντα έγινε «Κωνσταντίνος Κανάρης. Ωραία φωτοχυσία εορτής». Και έγινε καταγέλαστος ο λογοκριτής.

Στις 2 Μαΐου της ίδιας χρονιάς, όταν εορτάσθηκε η 2η επέτειος της απελευθερώσεως της Σμύρνης, η εφημερίδα «Θάρρος» αναδημοσίευσε το ιστορικό διάγγελμα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Αλλά η λογοκρισία του Στεργιάδη απάλειψε το όνομα του Βενιζέλου και το διάγγελμα δημοσιεύθηκε με την υπογραφή «Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ».

Οι απεσταλμένοι του αθηναϊκού Τύπου

Όλες οι εφημερίδες των Αθηνών είχαν απεσταλμένους στη Σμύρνη, που έρχονταν σε επαφή με τους αρμόδιους της Υπάτης Αρμοστίας και της Στρατιάς. Διευθυντής Τύπου της Αρμοστείας ήταν ένας σπουδαίος δημοσιογράφος, ο Μιχαήλ Ρόδάς (Αράχωβα Αίγιου 1884 - Αθήνα 1948), ο οποίος μετά την Καταστροφή ανέλαβε διευθυντής στο «Ελεύθερον Βήμα» που εξεδόθη τότε. Ο Ρόδάς έγραψε, εκτός των άλλων, και τα απομνημονεύματά του με τίτλο «Η Ελλάδα στην Μικράν Ασίαν». Σ’ αυτά εκθέτει με ντοκουμέντα τα συμβάντα, από την απόβαση έως την κατάρρευση. Επικεφαλής του γραφείου Τύπου της Στρατιάς ήταν ο γνωστός λογοτέχνης και δημοσιογράφος Ηλίας Βουτιερίδης (Σουλινάς Ρουμανίας, 1871 - Αθήνα 1941) που ήταν συγχρόνως και ανταποκριτής της εφημερίδας «Εμπρός». Και ο Βουτιερίδης έγραψε δύο βιβλία αναφερόμενα στον Μικρασιατικό πόλεμο με τίτλους «Η εκστρατεία πέραν του Σαγγαρίου» και «Μικρασία, σαν θρύλος τραγικός».

Απεσταλμένος των αθηναϊκών εφημερίδων ήσαν οι εξής:

Κώστας Αθάνατος («Πατρίς»). Εκτός από τις ανταποκρίσεις του εξέδωσε δύο βιβλία που αναφέρονται, το ένα στη θριαμβευτική αρχή με τίτλο «Περπατώντας η Δόξα. Εντυπώσεις από τη Σμύρνη» και το άλλο που επιγράφεται «Διατί ηττήθημεν» στο τραγικό τέλος.

Άγγελος Δρόσος («Πολιτεία»). Παράλληλα συνεργαζόταν στη σμυρναϊκή εφημερίδα «Θάρρους».

Νικ. Κρανιωτάκης («Καθημερινή»). Ιστορικό έμεινε το τηλεγράφημά του για την κατάληψη του Αφιόν Καρά Χισάρ από τα ελληνικά στρατεύματα. Επειδή απαγορευόταν η ανακοίνωση της καταλήψεως, ο Κρανιωτάκης τηλεγράφησε: «Αφιονίδης απεβίωσε». Ιωάννης Πασσάς («Νέα Ημέρα»). Στα πρώτα του βήματα στη δημοσιογραφία, πριν σταλεί ως ανταποκριτής της «Νέας Ημέρας» στη Σμύρνη, ήταν ανταποκριτής της «Αμάλθειας» στην Αθήνα. Ο Ιωάννης Πασσάς έγραψε τις εντυπώσεις του από τον Μικρασιατικό Πόλεμο σε βιβλίο με τίτλο «Με τον στρατό μας στη Νίκη». Μετά την Καταστροφή έγραψε (1925) το βιβλίο «Η αγωνία ενός Έθνους. Από τα αρχεία του Αρχιστρατήγου Αναστασίου Παπούλα» που φέρνει στο φως άγνωστα στοιχεία.


ΣΜΥΡΝΗ ΤΟ ΚΑΥΧΗΜΑ ΤΗΣ ΙΩΝΙΑΣ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ 1998




from ανεμουριον https://ift.tt/2x9szVO
via IFTTT
Από το Blogger.