Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας (Τρίκαλα Θεσσαλίας 1910 - Αθήνα 1990)

Ο Ευάγγελος Αβέρωφ γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας στα 1910 και κατάγεται από το Μέτσοβο της Ηπείρου και την ιστορική οικογένεια των εθνικών ευεργετών. Μετά το Γυμνάσιο σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Λωζάννης. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ στα Γράμματα εμφανίσθηκε τελευταία. Από πολύ νέος αναμίχθηκε στην πολιτική. Τριάντα χρονών ακόμα έγινε νομάρχης στην Κέρκυρα, στο 1941. Μεταπολεμικά αναμίχθηκε ενεργότερα στην πολιτική και εκλέγεται συνεχώς βουλευτής στα Γιάννινα δίχως να χάση ποτέ εκλογή. Χρημάτισε επανειλημμένα υπουργός σε διάφορα υπουργεία, όπως στο καίριο υπουργείο των Εξωτερικών και στο υπουργείο Εθνικής Αμύνης που του ανατέθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας, το 1974. Επίσης χρημάτισε αντιπρόσωπος της Χώρας μας, κατ' επανάληψη, στις γενικές συνελεύσεις του Ο.Η.Ε. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ, αν και πολιτεύεται δεκαετίες ολόκληρες, δεν δημιούργησε προσωπικές εχθρότητες. Δίχως μισαλλοδοξίες και παραφορές, διαθέτοντας έναν πράο δυναμισμό, κατέκτησε την εκτίμηση και τη συμπάθεια και των αντιπάλων του. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ Τοσίτσας διακρίθηκε και σαν πολιτικός συγγραφέας με τρία θεωρητικά έργα του που φώτισαν καίρια προβλήματα, τα εξής: «Η Βαλκανική Τελωνειακή Ένωσις» (1933). Το έργο αυτό κυκλοφόρησε στο Παρίσι, γραμμένο στα γαλλικά και τιμήθηκε με βραβείο του Ινστιτούτου Κάρνεγκι στον διεθνή διαγωνισμό της Γ' Βαλκανικής Διασκέψεως του Βουκουρεστίου (1933). Το δεύτερο έργο είναι μελέτη στο δημογραφικό ελληνικό πρόβλημα. Και έχει τον τίτλο «Συμβολή στην μελέτη του ελληνικού πληθυσμιακού προβλήματος» (1939). Τρίτο είναι «Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού προβλήματος» (1948). Στα Γράμματα παρουσιάστηκε απροσδόκητα στο 1964, με το πολυσέλιδο μυθιστόρημα του «Η φωνή της Γης». Οι λογοτεχνικοί και πολιτικοί κύκλοι αιφνιδιάστηκαν. Ως τότε κανείς δεν ήξερε το διπλό ταμπεραμέντο του Ευαγγέλου Αβέρωφ. Το 1966 έγινε δεύτερη έκδοση του βιβλίου. Το 1966, επίσης, κυκλοφόρησε και το δεύτερο μυθιστόρημα του «Γη της Οδύνης», πού αποτελεί συνέχεια, κατά κάποιο τρόπο του πρώτου, παρ' όλο που και τα δύο είναι αυτοτελή και με πληρότητα της ιστορίας του το καθένα. Συνάμα συναπαρτίζουν με το τρίτο που εκδόθηκε «Γη Δελφύς», μία τριλογία, συνδεόμενη από τον κοινό κεντρικό ήρωα και από τη συνέχεια των ιστορικών περιστατικών που διαδραματίζονται στον ελληνικό χώρο, από τις παραμονές της γερμανοϊταλικής κατοχής ως στα 1965. Ακόμη, στα 1969, κυκλοφόρησε το τέταρτο πεζογράφημα του «Περιστέρια- αλληγορίες για μικρούς και μεγάλους». Τέλος ο Ευάγγελος Αβέρωφ Τοσίτσας εμφανίσθηκε και σαν θεατρικός συγγραφέας μ' ένα έργο του που ανεβάστηκε από ελληνικό θίασο στα 1970. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ, διαθέτει χυμώδες πεζογραφικό ταλέντο και αφηγηματικότητα ζωντανή, παραστατική, και ρωμαλέα. Με το γοργό περπάτημα του λόγου, τη βραχεία περισσότερο πρόταση και τα πυκνά ασύνδετα σχήματα, κρατάει αδιάπτωτα ζωηρό το ενδιαφέρον του αναγνώστη:

Ο Αλέξης ποτέ δεν κουραζόταν. Ήταν πάθος γι' αυτόν η καβάλα, ήταν μεθύσι. Μια γρήγορη στροφή, ένα λεβέντικο πήδημα, ένας καλπασμός ταχύς ή χορευτός... Η ισχυρή ανάσα του άλογου, που συνέχεια την ένιωσε ανάμεσα στα σφιγμένα γόνατα του ν' ανοιγοκλείνει το πλατύ στήθος σα νάταν από ατσαλένιο έλασμα... Ή παρακολούθηση κάθε κίνησης, κάθε παλμού τού άλογου... Το σταθερό οδήγημα του... Οι ωραίες σκέψεις πού καθώς έτρεχε περνούσαν στιγμιαία από το νου του, για ημίθεους, για λιοντάρια τού Εικοσιένα, για καημούς και όνειρα τού τόπου.

Και στις περιγραφές του ο Ευάγγελος Αβέρωφ διαθέτει αναπαραστατική ικανότητα, ρώμη και κάποια αίσθηση ποιητική:

Ήταν απόγεμα. Ένα από τα πρώτα πράματα πού αντίκρισε πάλι στο βάθος τού ορίζοντα ήταν τα μεγάλα βέλη των αποδημητικών πουλιών. Άσπρα μεγάλα σύννεφα σε διάφορα σχήματα κατέβαιναν από τον Όλυμπο κι' από τον Κίσσαβο και ταξίδευαν αργά στον ουρανό. Ανάμεσα τους έβλεπες τις οξείες γωνίες των πουλιών που πετούσαν βιαστικά σα νάθελαν να νικήσουν όσο περισσότερη απόσταση μπορούσαν πριν να πιάση η νύχτα. Όταν τύχαινε η μαύρη κινούμενη γραμμή να διαγράφεται πάνω σε κανένα χαμηλό σύννεφο, τότε έβλεπες καλύτερα πώς τα μεγάλα πουλιά προχωρούσαν γρήγορα, πως η γραμμή κυμάτιζε χτυπημένη από ξαφνικές ριπές ανέμου.

..... Μα σήμερα κάτι αλλιώτικο, κάτι πολύ παράξενο συνέβαινε. Τα βέλη των πουλιών κάθε τόσο, πότε το ένα και πότε το άλλο, τα παρακολουθούσε από κάτω, πάνω στη γη ένα σύννεφο σκόνης. Σαν κεφαλή της σκόνης προχωρούσε ένα σημάδι μαύρο. Εκείνο σήκωνε τη σκόνη... Τι μπορούσε νάναι;

..... Ένα γερό στάχυ έστεκε δίπλα, εκεί, μονάχο του, κι έγερνε χαριτωμένα η μεστωμένη του κιόλας κόμη. Θάχε ξεστρατήσει ο σπόρος κατά τη σπαρμουδιά...Τόκοψε και τόπαιξε στα χέρια του.Πράσινο και λυγερό κουνήθηκε μπροστά στα πολλά στάχυα, που έστεκαν στη σειρά, ήσυχα, πυκνά, με ασπρουδερό κι' αδύνατο το άφωτο καλάμι τους, με ολόρθη κι' άκαρπη ακόμα τη νεογέννητη κόμη τους.

Και την ωραία περιγραφή ακολουθεί διάλογος με το κομμένο στάχυ:

- Η μοίρα θέλησε κι' εσύ κι' εγώ να ξεστρατήσουμε από τη σπαρμουδιά μας, ωραίο στάχυ μου, ψιθύρισε μέσα απ' τά δόντια του. Γι' αυτό δεν είμαστε πειθαρχημένοι, ήσυχοι, ομαδικοί. Σε πολυνοιάζει; Θα μου πεις πως επειδή ήσουνα μόνο και ξεστρατισμένο, γι' αυτό σ’ έκοψα τόσο πρώιμα, μα κι' αλλιώτικα αν ήσουνε μ' όλα τ' άλλα, πάλι θα σ' έκοβαν κάποτε. Και τότε δε θάχες τη χαρά, πως επειδή ήσουν μόνο μπόρεσες να ρουφήξης περισσότερο ήλιο, και πως όταν σ' έκοψαν, κατόρθωσες μονάχο σου ν' αλαφρύνης την ψυχή ενός ανθρώπου.

Μια αγάπη στη γη και στα πλάσματα της αναδύεται, θερμή από την περιγραφή των σταχυών και από το διάλογο του ανθρώπου με το κομμένο στάχυ. Και μια τάση εμψυχωτική και προσωποποιητική, που προϋποθέτει μια αθέλητη ταύτιση του υποκειμένου με το αντικείμενο. Τούτη η ομιλία προς το στάχυ, θυμίζει ανάλογη ομιλία του Γέρου προς το σκοτωμένο μεγάλο ψάρι, στη γνωστή νουβέλα του Χέμινγουεϊ «Ο Γέρος κι η θάλασσα». Και δεν το αναφέρουμε για να υπαινιχθούμε μίμηση, αλλά αντίθετα για να υπογραμμίσουμε τη σημαντικότητα του μυθιστοριογραφικού περιστατικού της «Φωνής της Γης» του Αβέρωφ, και τις βιωματικές συγγένειες, πού συναντώνται ανάμεσα σε συγγραφείς διαφόρων χωρών και τοποθετήσεων. Ακόμα, το εύρημα του ξεμοναχιασμένου σταχυού, για να εικονίσει τη μοναχικότητα ενός ιδιάζοντος ατόμου είναι πολύ επιτυχημένο. Η αγάπη στη γη, μια αγάπη βαθιά και ζεστή, ωσάν στη μεγάλη αιώνια θηλυκιά γεννήτρα, την ερωτικά ωραία, θερμαίνει συχνά τις σελίδες του έργου:

Κοίταξε χάμω το χωματόδρομο, που πατούσε και θυμήθηκε την ημέρα που γύρισε από την Αλβανία, και βρήκε το φτελιώνια έρημο και κατεστραμμένο. Είχε κλάψει, κλάμα ζεστό, καφτό, πρώτη φορά που είχε κλάψει από τα παιδικά του χρόνια. Κι' ύστερα είχε ξαπλώσει πάνω στη γη που πάσχιζε να ταΐση λίγο χορτάρι, την είχε χαϊδέψει, της είχε μιλήσει, είχε τριφτή απάνω της, την είχε νιώσει από κάτω του, σαν ερωτιάρα γυναίκα, σαν γυναίκα αιώνια, που ο έρωτάς της δεν τέλειωνε ούτε και με το θάνατο.

Ο κεντρικός ήρωας του έργου, ο Νικήτας Κωλέττης, έχει κάτι από τον μυθικό Ανταίο. Αντλεί τη δύναμη του πατώντας στη γη, και ιδιαίτερα τη γη την Ελληνίδα. Ο διάλογος είναι φυσικός και ζωντανός. Η οργάνωση του υλικού έχει γίνει με δεξιοτεχνία. Τα «δρώμενα» του έργου ακολουθούν την καθόλου εσωτερική διήκουσα του μύθου και αναδείχνουν την κεντρική ιδέα. Οι τύποι του έργου είναι ζωντανοί και φυσικοί με σαφές και καθαρό περίγραμμα ο καθένας. Πετυχημένες ψυχολογικές παρατηρήσεις, δεμένες, με τα πραγματικά περιστατικά είναι διάσπαρτες σε όλο το έργο. Οι λογοτεχνικές αρετές της «Φωνής της Γης» επισημαίνονται και στα άλλα δύο μυθιστορήματα της τριλογίας και προσδίνουν στον Ευάγγελο Αβέρωφ το κύρος μιας σημαντικής λογοτεχνικής παρουσίας. Τα έργα του, εκτός από την ευμενή υποδοχή που τύχαν από την ελληνική κριτική, μεταφρασμένα και στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, σημείωσαν και εκεί ανάλογη επιτυχία.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΥ ΑΘΗΝΑ 1976


from ανεμουριον https://ift.tt/397wWQ2
via IFTTT
Από το Blogger.