ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ (1996) | Έπειτα από χρόνια ξεκινάς πάλι από την οδό Μαβίλη, όπως έλεγαν τότε το δρόμο σας, και πόσο αγαπούσες τα σονέτα του Λορέντζου, του φλογερού και του επαναστάτη, σταματάς στο σταυροδρόμι, η ονομασία της κατηφόρας που τρέχατε με τα τσέρκια δεν έχει αλλάξει, Κωστής Παλαμάς. Θυμάσαι τις παιδικές σου φίλες, τα παιχνίδια σας, «Δύο πόρτες έχει η ζωή» στη διαπασών, αλλά τότε δεν ήξερες τον Καζαντζίδη και το παράπονό του, άκουγες μόνο τη φωνή του που γέμιζε τη γειτονιά, όταν ο κύριος Νάσος ήταν λυπημένος. Φτάνεις στην Κοραή, το δρόμο των σχολείων και κόβεις αριστερά στο δρόμο των παρελάσεων.
Κοντοστέκεσαι αντικριστά στο ρολόι. Μπροστά σου δεν θα δεις τους φαντάρους που σας πείραζαν, εκείνο το στρατόπεδο έγινε τώρα πάρκο Ειρήνης και Φιλίας. Πίσω σου το Δημοτικό Στάδιο, ανθεστήρια, μουσικές και χοροί, μαθητικοί αγώνες, εκεί που η Σακοράφα επρόκειτο να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ στο ακόντιο. Το διώροφο κτίσμα στη γωνία του Σταδίου στεγάζει τον Όμιλο Αντισφαιρίσεως. Παλιά ήταν για τους πλουσίους και τους παράγοντες στην πόλη, σήμερα άνοιξε την πόρτα του, ξηλώθηκαν και οι προστατευτικές καλαμιές από τα κάγκελα.

Περνάς απέναντι, ανεβαίνεις τα σκαλάκια του Κήπου. Δεξιά σου το καφενείο, γνώρισε δόξες αυτό το καφενείο προτού να μαραζώσει, τραγούδια και ακροβατικά και χειροκροτήματα, αριστερά σου ο δημοτικός κινηματογράφος Κήπος. Εκεί όπου σήμερα υπάρχει η λιμνούλα με τις πάπιες και τους κύκνους, υπήρχαν άλλοτε ουρητήρια. Αργότερα στο ίδιο σημείο, είχαν γίνει ανασκαφές, θυμάσαι τα ακρωτηριασμένα αγάλματα και προχωράς, πλησιάζεις στα κλουβιά με τα πιθηκάκια που ξεψειριάζονται αδιάφορα, βγαίνεις στο μεγάλο δρόμο. Πώς τον λένε; Δεν ξέρεις, διότι ποτέ δεν χρειάστηκε να τον μάθεις. Όταν λέγατε πίσω από τον Κήπο, εννοούσατε τούτο το δρόμο με τον κινηματογράφο «Ελληνίς». Ποτέ δεν μπήκες σ’ αυτόν τον κινηματογράφο, διότι πάντοτε έπαιζε στα χρόνια σου ταινίες καράτε.

Παίρνεις μια κάθετο, όποια να ’ναι, και βγαίνεις στα Σιδηρουργεία. Σ’ ένα δρόμο μεγάλο βγαίνεις, αλλά πώς τον λένε δεν ξέρεις. Συνεχίζεις και στρίβεις δεξιά στο δρόμο με τον κινηματογράφο «Απόλλωνα», στα καμαρίνια του «Απόλλωνα» τότε, η Βουγιουκλάκη και η Καρέζη, ο Μπάρκουλης και ο Χρήστος Πάρλας. Ίσια για λίγο, έπειτα αριστερά, προχωράς και φτάνεις στο νεκροταφείο του Αγίου Λουκά. Τα κυπαρίσσια, οι μυρτιές, το καντήλι, ο ασβέστης, τα τζιτζίκια και το χώμα, οι μαρμάρινοι σταυροί. Σε πόσες φωτογραφίες θα μπορούσες να αποτυπώσεις τα Χανιά; Κάθεσαι στις ταφόπλακες και λογαριάζεις.

Ψηλά στο Καστέλλι η Πέμπτη Μεραρχία, τυφλά στενά πλακόστρωτα, οι μολόχες στα χαλάσματα, βομβαρδισμένα σπίτια, παιδιά ξυπόλητα, τραγούδια. Τότε. Οι σπασμένες στάμνες με τα βασιλικά, ευωδιαστά γαρίφαλα και οι γειτόνισσες με κοπανέλια και δαντέλες κάθε απόγευμα. Το τάβλι στο καψιμί των φαντάρων. Έπειτα οι ανασκαφές των Σουηδών στην πλατειούλα με το εικονοστάσι δίπλα στη βρύση. Τα αγιοκλήματα, οι ιβίσκοι και τα γιασεμιά, οι ντάλιες, οι ζήνιες και οι φούξιες που θα ανθίζουν.
Η Σπλάντζια, τα Οβρέικα, ο Τοπανάς. Οι άνθρωποι που με το σούρουπο κατάβρεχαν τις πλάκες κι έβγαιναν για να αφουγκραστούν το πήγαιν’ έλα της θάλασσας, το πήγαιν’ έλα των ψυχών. Ναυάγια θρυλικά, οι τρατόβαρκες, αίμα και κατορθώματα, ο θαρραλέος Φάρος. Ο πλάτανος του Άι-Νικόλα, σπιτάκια κολλητά, οι ορτανσίες, η Μητρόπολη και η στρατιωτική μπάντα, οι Άγιοι Ανάργυροι, το λιβάνι που σε πνίγει, τέμπλα κατάφορτα, το κατηχητικό, ο Επιτάφιος, άμαξες και καβαλίνες και γιορντάνια χρωματιστά.

Κάγκελα, καγκελόπορτες, ρόπτρα χεράκια παγωμένα, μύτες βυζαντινές, φουφούλες σχολικές και γυμναστικές επιδείξεις, η οδός Κοραή στο σχόλασμα, ο παιδονόμος, οι ποδιές και τα πηλήκια, τα μακροβούτια στη Χονολουλού και οι ωραίες συμμαθήτριες, Νίτσα του ρομαντικού Χάινε και Γωγώ που σ’ έχω χάσει, ματάκια που σας έχω λησμονήσει, χειμερινέ κινηματογράφε «Πάνθεον» και, ω «Ρεγγίνα» στα σκοτεινά, φιλιά και ψιθυρίσματα, παράγκες, ντάπιες, καταφύγια, ο Χάρτης της Χαλέπας, το ρωσικό εκκλησάκι, η Νεράιδα, αχινιοί στην Αγία Κυριακή, Κεράδικα και Μαχαιράδικα, πάστες αμυγδάλου στα σκαλάκια της Αγοράς, ω Αγορά, μπουγάτσα του Ιορδάνη, ω Αγιοι Απόστολοι, παρέες, Καλαθάς και Καλαμάκι, βερμούτ, τσιγάρα χύμα Ματσάγκος από το περίπτερο, you are the answer, Ξενόπουλε και Καζαντζάκη, Δημοτική Βιβλιοθήκη. Σεργιάνι Κυριακή στο Σιντριβάνι, Σάββατο απόγευμα από νωρίς στου Μπόλαρη, Πλατεία Δικαστηρίων, βλέμματα και αγγίγματα στον αέρα, πασχαλιές, μποκαμβίλιες, αροκάριες και φοίνικες, ψιλή βροχή ασταμάτητη.

Φασκόμηλο και μαχαιρίδες ψηλά στον Άγιο Ιωάννη, εκδρομές με το σχολείο, υπήρξε, λένε, κάποτε εδώ το σανατόριο του Καψαλώνα, στάνες και πρόβατα τότε, και σήμερα η πόλη που μεγάλωσε και απλώθηκε. Το Ακρωτήρι, μπαλωθιές, αγριομάραθα και θυμάρι, το άγαλμα στους τάφους των Βενιζέλων, τα μοναστήρια. Κάτω να λάμπουν οι τρούλοι και να υψώνονται οι μιναρέδες, και ο ήλιος να βάφει τα νερά. Μινωίτες, Δωριείς και Ρωμαίοι, Άραβες και ο Νικηφόρος Φωκάς, Βενετοί και Γενουάτες και Τούρκοι, η Κυδωνιά, Λα Κανέα, τα Χανιά. Πολιτισμοί που ήρθαν κι έδεσαν, ανθοί και μέλισσες, φαράγγια και ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
Τα παιδιά του ορφανοτροφείου με τις γκρίζες στολές, κουρεμένα γουλί, η Φιλαρμονική, κι εσύ ξοπίσω ακολουθώντας το ρυθμό. Εδώ που άλλοτε έβοσκαν άλογα και κατσίκες, το θέατρο της ανατολικής τάφρου, έπειτα το Κουμ Καπί, σκυλιά αδέσποτα, σπιτάκια, τα Σφαγεία. Σήμερα λιμουζίνες, τραπεζάκια και πολύχρωμες ομπρέλες, η Πύλη της Άμμου, το Λιμάνι με τα μπαράκια. Φασαρία, βάρκες και κότερα, τα Νεώρια. Αγριοσυκιές στα τείχη, μελαγχολικοί πλανόδιοι, ανυποψίαστοι ξένοι, ψαροταβέρνες και εστιατόρια, καφετέριες και ντισκοτέκ, πάνω κάτω οι παραθεριστές με τους Χανιώτες, φωταψίες, σούστα και πεντοζάλη, λαούτα και η λύρα, το Χαμάμ που έγινε ζαχαροπλαστείο, ο Φιρκάς που ήταν άλλοτε στρατώνας, έπαρση και υποστολή της σημαίας, ο Εθνικός Ύμνος, τα βράχια, το Ξενία, ηλιοβασίλεμα στο κρητικό πέλαγος, το Μνημείο για τους πνιγμένους στη Φαλκονέρα, πολύβουη η παραλία της Νέας Χώρας, άμμος πατημένη, το γωνιακό κόκκινο σπίτι, το αγαπημένο σου, μαγαζιά, ταβέρνες, μυρωδιές, παγωτά.

Μάρτιος τσουχτερός, με άσπρα γάντια, σε πέντε λεπτά θα ξεκινήσει η παρέλαση από την πλατεία Δικαστηρίων, παραταγμένες στη σειρά, ο κινηματογράφος «Ολύμπια», λίγο πιο κάτω το Δεσποτικό, αν ήσουν ομαδάρχισσα, έπρεπε να σηκώσεις σε ανάταση το δεξί χέρι και να χαιρετήσεις τους επισήμους στην εξέδρα, κι αν ήσουν πρώτη δεξιά, έπρεπε να στρίψεις δεξιά το κεφάλι σου, και συνεχίζατε, περνούσατε από τα Σφαιριστήρια, τη στρατιωτική λέσχη, την κλινική Γεωργιλαδάκη που είχε ξεψυχήσει ο πατέρας σου. Μόλις φτάνατε στην Εθνική Τράπεζα, αλλάζατε βηματισμό και καταλήγατε μπουλούκια στην Πλατεία της Αγοράς, τότε υπήρχαν τα στιλβωτήρια, οι υπαίθριοι φωτογράφοι και οι άμαξες, σήμερα τα δημοτικά παρκόμετρα.
Σηκώνεσαι από τον τάφο και προχωράς, σ’ αρέσει πάντα να ρεμβάζεις κάτω απ’ τον ίσκιο των κυπαρισσιών και να διαβάζεις τις επιτύμβιες επιγραφές, να κοιτάζεις τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες των πεθαμένων. Σε πόσες αναμνήσεις θα μπορούσες να διαφυλάξεις την πόλη όπου γεννήθηκες και μεγάλωσες; Έχεις αρχίσει προ πολλού να ξεχνάς, κι ίσως τα ουσιαστικότερα να είναι όσα εσύ δεν συγκράτησες. Τα Χανιά εκείνα, οι χωματόδρομοι που έπαιξες, δεν θα ξαναϋπάρξουν. Σου φτάνουν όμως τα γιασεμιά σε τούτη τη γωνιακή πολυκατοικία, πλάι στο εγκαταλειμμένο μονώροφο με τον θρασεμένο κήπο και τον σταυρό. Δίπλα του ακριβώς ο θερινός κινηματογράφος «Αττικόν», μ’ ένα φεγγάρι στρογγυλό, τα λουλουδιασμένα γεράνια, τους ηλιόσπορους και με τη σκιά της μαύρης γάτας στην άσπρη οθόνη.

Ακούς τη θάλασσα. Σε τούτα τα νερά και σε τούτα τα βράχια, πεταλίδες και καβούρια, τα πρώτα σκασιαρχεία και τα πρώτα ξενύχτια. Η Κυδωνιά, Λα Κανέα, τα Χανιά είναι για σένα το καβούκι σου, ο κόσμος όλος.

ΧΑΝΙΑ
ΕΚΔΟΣΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ»
1996


from ανεμουριον https://ift.tt/3f0GU7e
via IFTTT
Από το Blogger.