ΤΟ ΙΕΡΟ ΤΗΣ ΑΦΑΙΑΣ ΑΙΓΙΝΑΣ

Η θεά Αφαία λατρευόταν μόνο στην Αίγινα και μόνο στο ανατολικό πευκόφυτο άκρο του νησιού. Οι αρχαίοι μυθογράφοι αναφέρονται σε αυτήν κάπως αόριστα. Λένε ότι καταγόταν από την Κρήτη, ότι εκεί την κυνήγησε ο βασιλιάς Μίνως και ότι του ξέφυγε πέφτοντας στη θάλασσα. Δυο ψαράδες την έσωσαν και την έφεραν στην Αίγινα. Τόπος της έγινε ο βράχος όπου υψώνεται σήμερα ο γνωστός ναός. Θα γνωρίζαμε περισσότερα για τη θεά εάν είχε σωθεί ο ύμνος που έγραψε γι' αυτήν ο Πίνδαρος, που ήταν φίλος των αριστοκρατικών οικογενειών της Αίγινας και επισκεπτόταν συχνά το χώρο της Αφαίας. Πιθανώς να έγραψε τον ύμνο για τα εγκαίνια του ναού που κτίστηκε γύρω στα 500 π.Χ. Το τραγούδι του Πινδάρου χάθηκε αλλά σώθηκαν τα τραγούδια του για τις νίκες των αθλητών των μεγάλων αγώνων στην Ολυμπία, τη Νεμέα και την
Ισθμία. Έντεκα από αυτά αναφέρουν αγωνιστές από την Αίγινα. Μιλάει για τις οικογένειες των νικητών και για τους μυθικούς τους προγόνους, για τον Αιακό, τον πρώτο ηγεμόνα του νησιού, γιο του Δία και της νύμφης Αίγινας και για το γιο του Αιακού, τον Τελαμώνα, που ήταν πατέρας του Αίαντα. Οι Αιακίδες κατέκτησαν δυο φορές την Τροία. Στην πρώτη μυθική άλωση μετείχε και ο Ηρακλής που ήταν φίλος του Τελαμώνα. Από τα βέλη του σκοτώθηκε ο βασιλιάς των Τρώων Λαομέδων και όλοι οι γιοι του εκτός από τον Πρίαμο. Ο Αίας πήρε μέρος στη δεύτερη άλωση, τη γνωστή από τον Όμηρο. Το ιερό της Αφαίας είναι πολύ παλιό. Η λατρεία της θεάς ιδρύθηκε πιθανώς από ψαράδες που κατοικούσαν αρχαιότατο οικισμό στην Αγία Μαρίνα, ή από Κρήτες που ήρθαν ως άποικοι στο νησί. Όπως μαρτυρούν τα ευρήματα η αρχή του φθάνει στην αρχή της δεύτερης χιλιετίας. Πρόκειται για μυκηναϊκά αγγεία, ειδώλια που παριστάνουν τη θεά, βόδια για τις θυσίες, σφραγίδες από ημιπολύτιμους λίθους. Στην αρχή ήταν ένα υπαίθριο ιερό πάνω στο βόρειο μισό του βράχου. Από τον 8ο αι. π.Χ. σώζονται κάποιοι τοίχοι με ακανόνιστους λίθους, τα λείψανα ενός βωμού και ένα κτίριο με σειρά δωματίων που διατηρήθηκε έως τον 6ο αι. π.Χ. ίσως για διοικητική χρήση. Το 7ο αι. έως τις αρχές του 6ου π.Χ. φαίνεται ότι κράτησε το χαρακτήρα του υπαίθριου ιερού με περίβολο και πύλη. Ίχνη ναού δεν βρέθηκαν αν και δεν αποκλείεται να υπήρχε κτίσμα από υλικά που καταστράφηκαν. Γύρω στα 575 π.Χ. κτίσθηκε ο πρώτος λίθινος ναός που έπαθε μεγάλες φθορές μετά από πυρκαγιά στην ξύλινη στέγη. Στις τελευταίες ανασκαφές βρέθηκαν πολλά αρχιτεκτονικά θραύσματα αυτού του ναού ώστε έγινε δυνατό να ξανακτισθεί η πρόσοψη του, μέσα στην αρχαιολογική αποθήκη του αρχαιολογικού χώρου.
ΑΘΗΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΣΟ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΕΤΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΦΑΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΝΑ, ΠΕΡ. 500 Π.Χ. ΓΛΥΠΤΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ (ΦΩΤ.: «ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ»).

Η σχετική έρευνα, αναστήλωση και δημοσίευση έγιναν από τον αρχιτέκτονα Ludwing Schwandner: (Der altere Porostempel der Aphaia auf Aegina, 1985). Στον ίδιο χώρο στεγάζονται θαυμάσια αντίγραφα από μερικές μορφές των αετωμάτων του νεότερου ναού, αρχιτεκτονικά μέλη που διατηρούν έντονα χρώματα, αρχαία εργαλεία, σχέδια και μακέτες. Για την αναστήλωση του αρχαιότερου ναού χρειάσθηκε βέβαια να ερευνηθούν όλα τα μπάζα με τα οποία σχηματίσθηκε το άνδηρο για το νέο ναό, ακόμη να αποξυλωθούν και να ξανακτισθούν οι αναλημματικοί τοίχοι. Δεν είναι βέβαιο αν ο πρώτος αυτός μνημειακός ναός είχε περίσταση (κιονοστοιχίες και στις 4 πλευρές), είχε πάντως κίονες στις προσόψεις και στο εσωτερικό. Σ' αυτόν το ναό αναφέρεται μια επιγραφή στο Μουσείο της Αίγινας: «Οταν ιερέας ήταν ο Κλεοίτας θεμελιώθηκε ο οίκος της Αφαίας, κατασκευάσθηκε ο βωμός και το ελεφάντινο άγαλμα και περιτοιχίστηκε ο περίβολος». Σπουδαία είναι και τα αναθήματα της εποχής: μικρή κόρη με χιτώνα και ιμάτιο που σώζει χρώματα, καθώς και θραύσματα από άλλες δύο. Σπουδαίο εύρημα είναι ο Κούρος (1,10 μ. ύψος) από παριανό μάρμαρο που χρονολογείται στο πρώτο μισό του 6ου αι. Συναρμολογήθηκε το 1978 από μέλη του που είχαν βρεθεί τα έτη 1901, 1970, 1972. Υπάρχουν ακόμη θραύσματα από άλλους τρεις Κούρους, ο ένας μεγαλύτερος του φυσικού. Γύρω στα 600 στα ΒΑ του ναού ορθώθηκε πάνω σε κολώνα ύψους 14 μ. μια σφίγγα, άγγελος φύλακας του ιερού. Πρώτοι στα νεότερα χρόνια, το 1765, επισκέφθηκαν το ιερό της Αφαίας μέλη της Εταιρείας των Dilettanti που μας άφησαν ωραία σχέδια του ναού. Το 1805 ο Άγγλος Ed. Dodwell έμεινε στο χώρο τρεις μέρες και ζωγράφισε το ναό από το Ν. (Views of Greece). To 1811 έφθασαν στο χώρο της Αφαίας ο Βρετανός C.R. Cockerell, ο Βαυαρός C. Haller v. Hallerstein, ο J. Foster από το Liverpool και οι τρεις αρχιτέκτονες, καθώς και ο ζωγράφος J. Linckh από το Wurttemberg. 
ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΦΑΙΑΣ

Σκοπός τους να αποτυπώσουν το ναό που πίστευαν ότι ήταν του Πανελληνίου Διός και να σχεδιάσουν αρχιτεκτονικά μέλη. Γοητευμένοι από το μεγαλείο των ερειπίων και την υπέροχη θέα κατασκήνωσαν κοντά στο ναό. Τρέφονταν με πέρδικες και κατσικάκια που αγόραζαν από τους χωρικούς. «Ψάχνοντας επίμονα και μεθοδικά», γράφει ο Η.ν. Hallerstein στο ημερολόγιο του «δεν αργήσαμε να γνωρίσουμε μεγάλη έκπληξη όταν ξεθάψαμε από τα συντρίμμια μερικές κεφαλές από μάρμαρο και η ευτυχία μας κορυφώθηκε όταν έξω από το προαύλιο της κύριας πρόσοψης κάμποσα, περισσότερο ή λιγότερο καλοδιατηρημένα αγάλματα από μάρμαρο της Πάρου ξαναήρθαν στο φως που για χιλιετίες δεν τα είχε αντικρίσει». Οι χωρικοί που εν τω μεταξύ είχαν προσληφθεί για τις εργασίες ειδοποίησαν τους προκρίτους που ζήτησαν για τα αρχαία 6.000 πιάστρα. Τελικά, χρειάστηκε να καταβληθούν στον Τούρκο Αγά 800 πιάστρα (40 λίρες) και κάποιο ποσό για τη πληρωμή του ιδιοκτήτη. Τα ευρήματα, 16 κομμάτια, μεταφέρθηκαν στην Αθήνα όπου σε νοικιασμένο μεγάλο σπίτι άρχισε η συναρμολόγηση τους. Οι τέσσερις φίλοι συμφώνησαν ότι κανένας δεν θα πουλούσε τη συλλογή ώστε να μη διασπαστεί. Τα γλυπτά μεταφέρθηκαν με καλάθια φορτωμένα σε γαϊδουράκια στο Πόρτο Γερμένο και από εκεί με καράβι στη Ζάκυνθο και μετά στη Μάλτα. Δύο χρόνια μετά την ανακάλυψη τους ο Λουδοβίκος Ι, τότε διάδοχος της Βαυαρίας είχε την τύχη με τη μεσολάβηση του καλλιτεχνικού του πράκτορα Μ.ν. Wagner να κερδίσει σε δημοπρασία τα γλυπτά του ναού της Αφαίας. Το 1828 εξετέθησαν στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου αφού πέρασαν δύο χρόνια στο εργαστήριο του Δανού γλύπτη Β. Thorvaldsen στη Ρώμη στον οποίο ανατέθηκε να προσθέσει στα μέλη που έλειπαν συμπληρώσεις από μάρμαρο. Όταν διευθυντής της Γλυπτοθήκης ήταν ο Α. Fiirtwangler (πατέρας του αρχιμουσικού) άρχισαν από τον ίδιον συστηματικές ανασκαφές στο χώρο του ναού κατά τις οποίες αποκαλύφτηκαν και άλλα θραύσματα που παραδόθηκαν στο Μουσείο της Αίγινας, ενώ άλλα μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Μουσείο της Αθήνας. Ο Furwangler άφησε ένα θαυμάσιο σύγγραμμα: (Aegina, Das Heiligtum der Aphaia, 1906). Όταν στη 10ετία του '50 η Αρχαιολογική Υπηρεσία έκανε αναστηλωτικές εργασίες στο ναό, αποκαλύφτηκαν και άλλα θραύσματα. Απώλειες υπήρχαν στον πόλεμο από πυρκαγιά σε αποθήκη του Μονάχου και από κλοπές στο Μουσείο της Αίγινας (πρόσφατα και στο Εθνικό Μουσείο). Το 1962 διευθυντής της Γλυπτοθήκης έγινε ο Dieter Ohly και δύο χρόνια αργότερα άρχισε τις έρευνες του στην Αφαία. Τα νέα ευρήματα έμειναν στην Ελλάδα και μόνο εκμαγεία τους απέκτησε το Μόναχο. Ο Ohly αγωνίστηκε να πάρει την άδεια να ελευθερώσει τα γλυπτά από τις προσθήκες του Thorvaldsen και μόνο τότε μπόρεσε να συγκολλήσει όσα θραύσματα ανήκαν στις μορφές και να διορθώσει όσα λάθη είχαν γίνει. Έτσι οι στάσεις τους και οι κινήσεις τους έγιναν πιο κατανοητές. Οι νέες συμπληρώσεις με γύψο ή συνθετικό μάρμαρο είναι πολύ περιορισμένες. Όταν το 1972 έγιναν τα εγκαίνια της Γλυπτοθήκης οι «Αιγινήτες», όπως επικράτησε να ονομάζονται, εξετέθησαν σε δύο κεντρικές αίθουσες, έτσι που να θαυμάζονται από όλες τις πλευρές. Ο D. Ohly, μετά από λεπτομερή έρευνα στο χώρο των ανασκαφών και μακρά μελέτη των γλυπτών, ετοίμασε τις δημοσιεύσεις του. Πέθανε το 1979 αφού πρόλαβε να δει μόνο τον 1ο τόμο που αφορά το Α. αέτωμα του Ναού (DieAegineten, Die Ostgiebel gruppe, 1976). 
ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΞΙΑ ΚΕΡΚΙΔΑ ΤΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΑΕΤΩΜΑΤΟΣ. ΣΤΟ ΑΚΡΟ ΔΕΞΙΑ Ο ΗΡΑΚΛΗΣ. ΓΛΥΠΤΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ.

Οι άλλοι δύο τόμοι για το Δ. αέτωμα και τα γλυπτά εκτός αετωμάτων θα εκδοθούν σύντομα από τη σύζυγο του Martha Ohly-Dumm, που συνέχισε το έργο του ανδρός της στο χώρο με την αφοσιωμένη ομάδα αρχιτεκτόνων, συντηρητών, φωτογράφων και εργατών. Συνεχίζει ακόμη να μελετά τα αγγεία, τα χάλκινα κ.α. μικροαντικείμενα του ιερού με τη συνεργασία αρχαιολόγων από διάφορες χώρες. Ενώ ο διάκοσμος ενός ναού αρχίζει από την ανατολική πλευρά, εδώ το Α αέτωμα είναι μεταγενέστερο, προφανώς γιατί κατά το διάστημα των εργασιών άλλαξε το πρόγραμμα και χρειάσθηκε να αντικασταθούν οι μορφές με νέες. Τα γλυπτά που αντικαταστάθηκαν είναι αυτά που τοποθετήθηκαν στις δύο στοές κοντά στο βωμό. Η μια ομάδα προέρχεται από μια σύνθεση με την Αθηνά και πολεμιστές, η άλλη φαίνεται ότι είχε θέμα την αρπαγή της νύμφης Αίγινας από τον Δία με τον οποίον απέκτησε τον Αιακό. Παλιότερα πίστευαν ότι τα γλυπτά που ήταν εκτεθειμένα στις στοές ήταν έργα άλλου γλύπτη που διαγωνίστηκε για τα αετώματα αλλά δεν προτιμήθηκε. Θέμα και των δύο αετωμάτων που στόλιζαν το ναό είναι οι εκστρατείες εναντίον της Τροίας. Στο δυτικό που χρονολογείται γύρω στο 505 εικονίζεται η δεύτερη άλωση, η γνωστή από τον Όμηρο. Στο κέντρο η θεά Αθηνά, ως προστάτρια των ηρώων της Αίγινας. Είναι δουλεμένη από ένα κομμάτι μάρμαρο μαζί με την ασπίδα και το λοφίο του κράνους. Δεξιά και αριστερά της από ένα ζεύγος πολεμιστών, ακολουθούν άλλοι τέσσερις από κάθε πλευρά. Ο Αίας δεξιά, αναγνωρίζεται από την ασπίδα του που είχε ως επίσημο αητό με φίδι. Αριστερά ο Πάρις, από τις ωραιότερες μορφές, έργο ίσως του ίδιου καλλιτέχνη της Αθηνάς. Άλλοι μπαίνουν στη μάχη ορθοί, άλλοι τοξεύουν γονατιστοί ή ξαπλωμένοι με τρόπο ώστε να καλύπτουν τα ψηλά και τα χαμηλά μέρη του τριγωνικού πεδίου. Οι μορφές είναι ολόγλυφες και θα εντυπωσίαζαν περισσότερο με τα ζωηρά τους χρώματα και τα μεταλλικά τους κοσμήματα. Τα χρώματα μπορούν να αναπαρασταθούν από τη διαφορετική οξείδωση της επιφάνειας του μαρμάρου. Στο ανατολικό αέτωμα που χρονολογείται στα 490-480 π.Χ. εικονίζεται η πρώτη άλωση της Τροίας που έγινε από την παλιότερη γενιά των Αιακιδών. Ο Τελαμών, γιος του Αιακού και πατέρας του Αίαντα εξεστράτευσε με τον Ηρακλή και τον Ιόλαο. Ο Λαομέδων, ο βασιλιάς της Τροίας και όλοι οι γιοι του, πλην του Πριάμου, έπεσαν από τα βέλη του Ηρακλή. Κι εδώ στο κέντρο στέκεται η Αθηνά, όχι τόσο καλά διατηρημένη που δείχνει όμως ότι μετέχει στη δράση. Δεξιά της είναι ο Πρίαμος και πιο μακριά, ο γονατιστός τοξότης με τη λεοντή, ο Ηρακλής. Αριστερά της ο Τελαμών και στην άρκη ο θνήσκων Λαομέδων. Σπουδαίο γλυπτό διάκοσμο είχε ο ναός και στη στέγη. Δυο γυναικείες μορφές και στη μέση ένα περίτεχνο φυτικό κόσμημα με έλικες και ανθέ-μια συνέθεταν το κεντρικό ακρωτήριο ύψους 2 μ. μαζί με τη συμφυή βάση. Ένα μαρμάρινο λιοντάρι πίσω από κάθε ακρωτήριο χρησίμευε στη στήριξη του από την πίεση του αέρα. Τέσσερις σφίγγες στις γωνίες της στέγης αποτελούσαν τα ακρινά ακρωτήρια και τέσσερις λεοντοκεφαλές από κάτω χρησίμευαν ως υδρορρόες. Στη μέση του σηκού στεκόταν η θεά Αθηνά σε μέγεθος μεγαλύτερο από το φυσικό, πάνω σε βάθρο που περιέκλειε χαμηλό κιγκλίδωμα (διακρίνονται οι τρύπες στο δάπεδο). Το κεφάλι και τα άκρα από μάρμαρο ήταν στερεωμένα στον ξύλινο κορμό. Ήταν δηλαδή ένα ακρολιθικό άγαλμα. Το ένδυμα ήταν πιθανώς από μπρούντζο. Έχει διασωθεί ο δεξιός βραχίων που κρατούσε δόρυ. Στη δεξιά πλευρά πίσω από τον τελευταίο κίονα, στημένο σε μια λίθινη βάση, μικρότερο του φυσικού, το παλιότερο άγαλμα της θεάς Αφαίας. Πάνω στον ξύλινο πυρήνα του ήταν στερεωμένες πλάκες ελαφαντοστού, «ελέφας» ονομάζεται στην επιγραφή που αναφερόταν στον παλιότερο ναό. Γι' αυτή την πολύτιμη εικόνα της θεάς προορίζονταν οι γιορτές, οι θυσίες και οι προσφορές. Πάνω από τη θύρα κρεμόταν ίσως ένα τεράστιο γοργόνειο από πέτρα ή χαλκό με μάτια από ελεφαντόδοτο. Ένα μάτι του βρέθηκε στο σηκό. Ίσως ανήκε σε αρχιτεκτονικό διάκοσμο παλιότερου ναού. Μια θύρα οδηγούσε στον οπισθόδομο που είχε διαμορφωθεί σε ιερό χώρο με βωμό για μυστική λατρεία. Πάνω στο βωμό αυτό βρέθηκε μια κύλιξ, στην οποία εικονίζεται η αρπαγή της Ευρώπης από τον Δία μεταμορφωμένο σε ταύρο. Το λειτουργικό αυτό σκεύος έσπασε σε πολλά κομμάτια όταν έπεσε η στέγη και είχε πια σβήσει η λατρεία στην Αφαία. «Είναι το μόνο αγγείο που βρέθηκε στο χώρο όπου ανήκε, όπως το άφησε ο ιερέας», έγραφε ο Fiirtwangler, και ο Only: «Μεγαλώνει η γοητεία του αντικειμένου όταν φανταστούμε τον Πίνδαρο να κρατάει αυτό το αγγείο για σπονδή ενώ ο χορός θα έψαλλε τον ύμνο του στη θεά». Ο χώρος της Αφαίας είναι υποδειγματικά διαμορφωμένος από την ομάδα των Γερμανών αρχαιολόγων που επιχωμάτωσαν ό,τι έπρεπε να διαφυλαχτεί, αφήνοντας ορατά κάποια δείγματα από τις παλιότερες φάσεις του ιερού. Έτσι ο επισκέπτης κινείται άνετα στο χώρο, ενώ έχει τη δυνατότητα να ενημερώνεται για την ιστορία του από τις τρίγλωσσες επεξηγηματικές επιγραφές. Ας ελπίσουμε ότι σύντομα θα διαμορφωθεί και το κτίριο του Καποδιστριακού Ορφανοτροφείου στην Αίγινα σε μουσείο, ώστε να συγκεντρωθούν όλες οι αρχαιότητες της Αίγινας που είναι διασκορπισμένες στα μουσεία και στις αποθήκες του Εθνικού, του Πειραιώς, της Κολώνας και της Αφαίας. Στο μουσείο αυτό προβλέπεται και έκθεση αντιγράφων από τους «Αιγινήτες» του Μονάχου.

ΑΙΓΙΝΑ - ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΕΧΝΗ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
1997


from ανεμουριον https://ift.tt/3kizKOw
via IFTTT
Από το Blogger.