Η ΑΙΓΙΝΑ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Η ΠΟΛΗ των ιστορικών χρόνων κτίζεται κοντά στο λιμάνι, στη θέση όπου βρίσκεται και η σύγχρονη πρωτεύουσα του νησιού. Ο λόφος της «Κολώνας» (όπως ονομάζεται σήμερα), όπου υπήρχαν οι διαδοχικοί προϊστορικοί οικισμοί, μετατρέπεται σε τόπο ιερό, τόπο «κατοικίας» των θεών και ιδρύονται σ’ αυτόν οι ναοί. Η οργάνωση της πόλης-κράτους τοποθετείται στο πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ. Πρόκειται για πόλη άρρηκτα δεμένη με τη θάλασσα. Ως νησί και μάλιστα χωρίς πολλές καλλιεργήσιμες εκτάσεις στράφηκε πολύ νωρίς στη ναυτιλία και το εμπόριο. Από αυτές τις δραστηριότητες απέκτησε πλούτη και φήμη. Ένα απόσπασμα του Ησιόδου περιγράφει τους Αιγινήτες ως τους πρώτους θαλασσοπόρους, ως κατασκευαστές των ιστιοφόρων και κωπηλάτων πλοίων. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές η Αίγινα συγκαταλέγεται στις 
πόλεις, που υπήρξαν για κάποιο χρονικό διάστημα θαλασσοκράτορες. Η φήμη του νησιού γύρω από τα ναυτικά πράγματα αποτυπώνεται και σε ύμνους, που συνέθεσε ο Πίνδαρος προς τιμήν Αιγινητών αθλητών, οι οποίοι νίκησαν σε διάφορους αγώνες. Με την ευκαιρία της εξύμνησής τους γίνεται αναφορά στην πόλη που τους ανέθρεψε και συχνά της αποδίδεται το επίθετο «ναυσικλυτός»: ονομαστή για τα πλοία της. Ο Ηρόδοτος μιλάει με θαυμασμό για τον Αιγινήτη έμπορο Σώστρατο, που απέκτησε μυθώδη πλούτη από τα μακρινά του ταξίδια. Ο 7ος και 6ος αι. π.Χ. αποτελούν εποχή συνεχούς προόδου, που οδηγεί το νησί στα τέλη του 6ου και τα πρώτα χρόνια του 5ου αι. π.Χ. στη μεγάλη του ακμή. 

ΔΙΑΜΕΤΑΚΟΜΙΣΤΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ 

Τα πλοία των Αιγινητών ταξιδεύουν σε ανατολή και δύση, μεταφέροντας εμπορεύματα για τις ελληνικές πόλεις. Το εμπόριό τους είναι διαμετακομιστικό. Εφόσον το νησί δεν παράγει αγαθά, ενεργεί ως μεταφορέας προϊόντων άλλων πόλεων. Η θέση του στο κέντρο του Σαρωνικού είναι κατάλληλη για την αναδιανομή των εμπορευμάτων. Εκτός από κοντινά αναλαμβάνει και μακρινά ταξίδια στο χώρο της Μεσογείου. Μεταφέρει κυρίως πρώτες ύλες, όπως σιτηρά, μέταλλα, ξυλεία, μαλλί, πάπυρο, και από την ανατολή, αρώματα και εξωτικά είδη. Επίσης, εμπορεύεται κεραμικά από τα μεγάλα ελληνικά κέντρα παραγωγής, όπως την Κόρινθο και την Αθήνα. Από την ποικιλία και πληθώρα των ειδών που μετέφεραν οι Αιγινήτες, ο φόρτος των πλοίων με μικροεμπορεύματα ονομάσθηκε «Αιγιναία εμπολή». Εκτός από το σημαντικό ρόλο της Αίγινας στη διακίνηση αγαθών και στην επικοινωνία των γύρω από τη Μεσόγειο λαών ήταν και μία από τις πρωτοπόρες πόλεις που συνέβαλαν στη μεταφορά προς την ηπειρωτική Ελλάδα ιδεών και γνώσεων κυρίως από την ανατολή, που διέθετε προηγμένο πολιτισμό. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι η Αίγινα ήταν η μόνη πόλη από αυτές που βρίσκονταν κοντά στην ηπειρωτική Ελλάδα που συμμετείχε στην ίδρυση (γύρω στα 570 π.Χ.) του εμπορίου στη Ναύκράτη της Αιγύπτου και ότι ανήγειρε εκεί δικό της ξεχωριστό ιερό. Για τη διευκόλυνση των εμπορικών της συναλλαγών πολύ νωρίς κυκλοφόρησε μέτρα και σταθμά. Οι αρχαίες πηγές μας πληροφορούν ότι εδώ κόπηκε το πρώτο ασημένιο νόμισμα. Ως έμβλημά του είχε τη θαλάσσια χελώνα. Οι δούλοι την εποχή εκείνη ήταν προσοδοφόρος παράγων και εμπορεύσιμο είδος, που απέφερε μεγάλα κέρδη.Ο Αριστοτέλης (2) σημειώνει ότι η Αίγινα διακινούσε 470.000 δούλους. Αριθμός που θεωρείται εξαιρετικά υψηλός για το νησί. Αν σκεφθεί όμως κανείς ότι για την επάνδρωση των πλοίων και την ανάπτυξη του εμπορίου ήταν απαραίτητοι, μπορεί να δικαιολογήσει αυτόν τον αριθμό. Το εκτεταμένο δουλεμπόριο που διενεργούσε, την κατέστησε μισητή ανάμεσα στους Έλληνες. Εκτός από την Αίγυπτο αναπτύσσει εμπορικές σχέσεις με άλλες περιοχές της Ανατολής, τη βόρειο Συρία, τη Φοινίκη, με ενδιάμεσους σταθμούς τη Ρόδο και την Κύπρο. Για την προστασία των εμπορικών της δρόμων προς την Ανατολή, αναγκάζεται να συγκρουσθεί με τους Σαμίους τους οποίους νικά και εκδιώκει από την Κυδωνιά της δυτικής Κρήτης, όπου ενισχύει τη θέση της. Παράλληλα, αναπτύσσει εμπορικές δραστηριότητες στη Μαύρη Θάλασσα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Ξέρξης είδε αιγινήτικα πλοία φορτωμένα με σιτάρι να διαπλέουν τον Ελλήσποντο με προορισμό την Αίγινα και την Πελοπόννησο. Στη Δύση επίσης σημειώνεται η παρουσία της. Ο Στράβων γράφει ότι έστειλε αποίκους στους Ομβρικούς (βόρεια Αδριατική). Στη Gravisca (Porto Clementino) της Ετρουρίας, στο κλασικό ιερό της Ηρας, βρέθηκε εντοιχισμένο τμήμα άγκυρας με αφιερωματική επιγραφή κάποιου Σώστρατου προς τον Απόλλωνα της Αίγινας. Το εύρημα αυτό αποτελεί ακράδαντη απόδειξη για την αιγινητική παρουσία στην Ετρουρία. Οι επαφές των Αιγινητών με διάφορες περιοχές της Μεσογειακής λεκάνης αποδεικνύεται και από την πληθώρα εισαγωγών στο ίδιο το νησί. Αντικείμενα από την Αίγυπτο, βόρεια Συρία, Φοινίκη, Κύπρο, Ρόδο, παραλία Μικρός Ασίας, Κυκλάδες, Άργος, Κόρινθο, Αττική, Λακωνία, Ιταλία κατακλύζουν το νησί. Η εποχή ακμής της αντικατοπτρίζεται ιδιαίτερα στα μνημεία της. Στα δύο σημαντικότερα ιερά του ναού την Αφαία και την «Κολώνα» κατά τους χρόνους αυτούς, ανοικοδομούνται, στη θέση των παλαιοτέρων, μνημειωδέστεροι ναοί, ενώ ιδρύονται και νέοι προς τιμήν διαφόρων θεών. Στην πόλη κτίζεται ισχυρό τείχος, κατασκευάζονται εντυπωσιακά λιμενικά έργα, δαιδαλώδες υδραγωγείο και δαπανηροί τάφοι. Στην αρχή των μηδικών πολέμων προσπάθησε να αποφύγει τη ρήξη με την Περσία, προφανώς για να μην πληγούν τα εμπορικά της συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο. Τελικά η συμβολή της στη ναυμαχία της Σαλαμίνας ήταν αποφασιστική και επαινέθηκε πολύ για την ανδρεία, που επέδειξαν οι Αιγινήτες. 

ΑΝΤΙΖΗΛΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ 

Η Αθήνα, ισχυρή πόλη-κράτος, ήταν η μεγαλύτερη αντίζηλος της Αίγινας. Ο Ηρόδοτος κάνει εκτενή αναφορά στον μεταξύ τους πόλεμο, τον οποίο χαρακτηρίζει μακροχρόνιο και ως ένα από τους μεγαλύτερους της εποχής. Η θέση της Αίγινας και η ενασχόληση των δύο πόλεων-κρατών με τη ναυτιλία και το εμπόριο, με κοινούς δηλαδή στόχους, είχαν ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον ανταγωνισμό και τις μεταξύ τους συγκρούσεις. Ο χαρακτηρισμός του Περικλή για την Αίγινα ως «λήμης (“τσίμπλας”) του Πειραιώς» αποδίδει με ενάργεια τις σχέσεις τους. Η αποφασιστικής σημασίας σύγκρουση για την Αίγινα έγινε το 457 π.Χ. Οι δύο πόλεις ναυμάχησαν λίγο έξω από το νησί και οι Αιγινητικές δυνάμεις νικήθηκαν κατά κράτος. Αυτή η ήττα στάθηκε μοιραία για την τύχη του νησιού και έφερε την παρακμή από την οποία δεν ανέκαμψε ποτέ. Αναγκάστηκε να κατεδαφίσει το τείχος, να παραδώσει το στόλο και να πληρώνει βαρύτατο ετήσιο φόρο στους Αθηναίους. Από τις αρχές ακόμη του Πελοποννησιακού πολέμου (431 π.Χ.) επειδή οι Αθηναίοι θεωρούσαν την Αίγινα ως απειλή, εξαιτίας της θέσης της, επέτυχαν να διώξουν τους Αιγινήτες από το νησί τους και εγκατέστησαν σ’ αυτό Αθηναίους κληρούχους. Οι διωγμένοι Αιγινήτες κατοίκησαν με τη βοήθεια των Σπαρτιατών στη Θυρέα, κοντά στο σημερινό Άστρος. Στα τέλη του Πελοποννησιακού πολέμου (404 π.Χ.) ο νικητής Σπαρτιάτης στρατηγός Λύσανδρος επανέφερε τους επιζήσαντες Αιγινήτες στο νησί τους. Από την εποχή αυτή και ύστερα η τύχη της Αίγινας ακολουθεί αυτήν των άλλων ελληνικών πόλεων και υπάγεται στην εκάστοτε ισχυρότερη δύναμη (ηγεμονία Σπάρτης, Θηβών, Μακεδονίας, Περγάμου) έως ότου περιέρχεται με διαθήκη του Αττάλου Γ (133 π.Χ.) στη Ρώμη. Γύρω στα 155 μ.Χ. την επισκέπτεται ο περιηγητής Παυσανίας ο οποίος περιγράφει τα εναπομείναντα μνημεία της, μάρτυρες της παλιάς της δόξας. 

ΣΩΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ 

Η εικόνα της αρχαίας πόλης -εκτός από το ιερό στο λόφο της «Κολώνας»- ανασυντίθεται τα τελευταία χρόνια χάρις στις σωστικές ανασκαφές. Οι ανασκαφές αυτές είναι περιστασιακές και περιορισμένης έκτασης, αλλά αποβαίνουν πολύ σημαντικές για την έρευνα διότι αποκαλύπτουν και διασώζουν πέτρα-πέτρα τα αρχαία κατάλοιπα, τα οποία στη συνέχεια εντάσσονται στο χάρτη της περιοχής και αποδίδουν την αρχαία τοπογραφία. Επειδή στη σύγχρονη πρωτεύουσα του νησιού, που είναι κτισμένη επάνω στην αρχαία πόλη και περιλαμβάνει πολλά διατηρητέα νεοκλασικά σπίτια, η οικοδομική δραστηριότητα είναι περιορισμένη, η εικόνα του αρχαίου οικισμού παραμένει έως σήμερα αποσπασματική. Με την ευκαιρία ανέγερσης οικοδομών σε διάφορα ιδιωτικά οικόπεδα ήρθαν στο φως αρχαία οικιστικά λείψανα. Τα περισσότερα τοποθετούνται στα αρχαϊκά, κλασικά και ρωμαϊκά χρόνια. Αποκαλύφθηκαν επίσης κατάλοιπα από το πολύπλοκο υδρευτικό σύστημα του νησιού, το οποίο κατασκευάσθηκε στους χρόνους ακμής της Αίγινας και ήταν απαραίτητο για το νησί, που υποφέρει από λειψυδρία. Το νερό διοχετεύεται διά μέσου λαξευτών ή κτιστών αγωγών, με πολλές διακλαδώσεις σε μεγάλες κωδωνόσχημες δεξαμενές, επιχρισμένες με ισχυρό υδραυλικό κονίαμα. Τα πηγάδια στις αυλές που συχνά περιέχουν πλούσια θραύσματα αγγείων, συμπληρώνουν την εικόνα της κατοίκησης. Σε δύο οικόπεδα μέσα στην πόλη εντοπίσθηκαν τμήματα λουτρών της ύστερης ρωμαιοκρατίας. Οι ανασκαφές στα οικόπεδα είναι πολλές και απαιτούν χρόνο, με αποτέλεσμα να επιβαρύνουν τους ιδιοκτήτες, οι οποίοι όμως συμβάλλουν έμμεσα στην αποκάλυψη και γνώση των μνημείων του τόπου τους. 

ΡΩΜΑΪΚΟ ΟΔΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ 

Στη ρωμαϊκή εποχή χρονολογείται τμήμα του οδικού δικτύου της πόλης. Αποτελείται από τρεις λιθόστρωτους από αργούς λίθους δρόμους που τέμνονται. Από τον προσανατολισμό τους γίνεται φανερό ότι ο ένας διέσχιζε το εσωτερικό της πόλης, ο δεύτερος ερχόταν από την παραλία, ενώ ο τρίτος τους συνέδεε με το λόφο της Κολώνας. Στους χώρους ανάμεσα στους δρόμους εντοπίστηκαν οικιστικά λείψανα. Η αποκάλυψη τμήματος του αρχαίου τείχους στην οδό Τελαμώνος αποτελεί το σημαντικότερο εύρημα. Το τείχος περιέβαλλε την πόλη. Χρονολογείται στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. εποχή ακμής της Αίγινας, αλλά συγχρόνως και εποχή ανόδου της αθηναϊκής δημοκρατίας και της αυξανόμενης απειλής από αυτήν. Ο κίνδυνος των Αθηνών πρέπει να υπήρξε από τους σημαντικότερους λόγους που υπαγόρευσαν την κατασκευή του τείχους. Οπως μας πληροφορεί ο Θουκυδίδης οι Αιγινήτες υποχρεώθηκαν να το κατεδαφίσουν μετά την ήττα τους από τους Αθηναίους (457 π.Χ.). Πρόκειται για πολύ επιμελημένο έργο. Οι όψεις του έχουν κατασκευασθεί από μεγάλους πωρόλιθους με άριστη προσαρμογή. Εσωτερικά υπάρχει γέμισμα από χώμα και πέτρες διαφόρων μεγεθών. Εγκάρσιοι πωρόλιθοι τοποθετήθηκαν κατά διαστήματα για ενίσχυσή του. Το τμήμα, που ανασκάφηκε εντάσσεται στο σκέλος του τείχους, που ορίζει το ανατολικό όριο της αρχαίας πόλης. Το σκέλος αυτό κατέβαινε, έως τη θάλασσα, όπου σε συνδυασμό με τις σύγχρονες λιμενικές εγκαταστάσεις παρείχε εξαιρετική οχύρωση στην πόλη. 

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ 

Με τη συνεχή επέκταση της σημερινής πόλης και την ανέγερση νέων οικοδομών, πέρα από τον κεντρικό πυρήνα του λιμανιού, διερευνάται ο χώρος, που περιέβαλλε την αρχαία πόλη. Εντοπίστηκαν μεγάλα τμήματα του αρχαίου νεκροταφείου, που βρισκόταν έξω από το τείχος. Αποκαλύφθηκαν τάφοι, που καλύπτουν την εποχή από τα τέλη του 8ου αι. π.Χ., έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Οι περισσότεροι ανάγονται στα χρόνια ακμής του νησιού κατά τα οποία είχε αυξηθεί πολύ ο πληθυσμός του. Είναι κυρίως υπόγειοι θαλαμωτοί, λαξευμένοι στο μαλακό υπόστρωμα του βράχου. Η πρόσβαση σε αυτούς γίνεται είτε από κάθετη, ορθογώνια είσοδο ή λαξευτή κλίμακα. Αυτοί οι τάφοι είναι οικογενειακοί. Επειδή ήταν δαπανηροί, χρησιμοποιήθηκαν για επανειλημμένες ταφές στο πέρασμα των αιώνων. Τα κτερίσματά τους δείχνουν την πλούσια ποικιλία των εισαγωγών στο νησί, με κυρίαρχες τις εισαγωγές από την Κόρινθο και την Αττική. Εκτός από τους οικογενειακούς συναντώνται και οι απλοί ορθογώνιοι, επιφανειακοί, λακκοειδείς τάφοι, που προορίζονταν για μεμονωμένη ταφή. Μεγάλο κτιριακό συγκρότημα με είκοσι πέντε περίπου δωμάτια αποκαλύφθηκε στην περιοχή του αρχαϊκού-κλασικού νεκροταφείου στον Κάμπο-Μύλων. Επειδή γειτνιάζει με αυτό οδηγούμαστε στην υπόθεση ότι είχε σχέση με το νεκροταφείο. Πιθανόν τα δωμάτιά του χρησίμευαν ως χώροι εμπορίας κεραμικής ή εργαστήρια κατασκευής διαφόρων αντικειμένων. Εξήντα ένας λακκοειδείς τάφοι, που ανασκάφηκαν σε ιδιωτικό οικόπεδο, στο Μεριστό, αποτελούν ξεχωριστό και ιδιαίτερο σύνολο, μέσα στο νεκροταφείο. Η πυκνότητα, ο προσανατολισμός και η ομοιότητα των τάφων, καθώς και η επιλογή του ιδιαίτερα σαθρού πετρώματος, για να επιτευχθεί η εύκολη και γρήγορη διάνοιξή τους, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στη θέση αυτή έγινε κάποιος σύγχρονος και ομαδικός ενταφιασμός. Από τον συσχετισμό των ανασκαφικών δεδομένων, που τοποθετούν τον ενταφιασμό των νεκρών στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., με την εξιστόρηση των γεγονότων από τον Ηρόδοτο διατυπώνεται η άποψη ότι εδώ ενταφιάστηκαν οι δημοκρατικοί Αιγινήτες, που επαναστάτησαν εναντίον των αριστοκρατών. Η επανάστασή τους, όμως, απέτυχε, επειδή καθυστέρησε να φτάσει η συμφωνημένη βοήθεια του αθηναϊκού στόλου. Τότε πολλοί δημοκρατικοί οδηγήθηκαν έξω από την πόλη και θανατώθηκαν. 

ΑΡΧΑΙΑ ΛΑΤΟΜΕΙΑ 

Στην περιοχή Βάρδια εντοπίστηκαν κτιστοί, καμαροσκεπείς τάφοι της ύστερης ρωμαιοκρατίας. Η θέση αυτή, κατά τους κλασικούς χρόνους, ήταν περιοχή κατοίκησης, ενώ κατά την ύστερη ρωμαιοκρατία μετατρέπεται σε τόπο ενταφιασμού, γεγονός που μαρτυρεί την παρακμή και συρρύκνωση της πόλης στους χρόνους αυτούς. Μακρύτερα από τα νεκροταφεία και κυρίως στο βορειότερο τμήμα του νησιού εντοπίστηκαν αρχαία λατομεία. Είναι γνωστό ότι οι Αιγινήτες κατά την κλασική εποχή εξήγαν πωρόλιθο από τον οποίο κατασκευάσθηκαν και σημαντικά κτίσματα της Αττικής. Σημαντικό λατομείο αποκαλύφθηκε πιο κοντά στην πόλη, στην περιοχή Λειβάδι. Από μετρήσεις που έγιναν, προέκυψε ότι οι ογκώδεις πωρόπλινθοι, που εξορύχθηκαν από αυτό, χρησιμοποιήθηκαν στα θεμέλια του ναού του Απόλλωνα, στην Κολώνα. Η μεταφορά των ογκολίθων από το λατομείο στην περιοχή της Κολώνας για την κατασκευή του ναού γινόταν από τη θάλασσα. Διακρίνεται ο λαξευμένος στο βράχο κατωφερικός δρόμος για τη μεταφορά των ογκολίθων ώς την ακτή, όπου γινόταν η φόρτωση. Οι σωστικές ανασκαφές λοιπόν, ξαναζωντανεύουν το παρελθόν του νησιού. Τα αρχαία κατάλοιπα, που έρχονται στο φως είναι οι ορατές και χειροπιαστές αποδείξεις της ιστορίας του. Διαλαλούν τη συμβολή της Αίγινας και το δυναμικό ρόλο της στο ιστορικό γίγνεσθαι της αρχαίας Ελλάδας. 

Σημειώσεις 
  1. R. Merkelbach, Μ. West, Fr. Hesiodea, Oxford 1967, αρ. 205. 
  2. Αριστ. Fragmenta, 472. Αθηναίος 6.172d.
ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ
ΑΙΓΙΝΑ - ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΕΧΝΗ
7 ΗΜΕΡΕΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΘΗΝΑ
1997


from ανεμουριον https://ift.tt/2UhM1Ij
via IFTTT
Από το Blogger.